Δευτέρα, Νοέμβριος 02, 2009
Σάββατο, Οκτώβριος 24, 2009
«Αρπάχτε τους Αλβανούς…»
Πήγα στην «Ακαδημία Πλάτωνος» την περασμένη εβδομάδα. Η ουρά μπροστά στον κινηματογράφο μεγάλη. Η αίθουσα φίσκα. Εντυπωσιακό για περίοδο οικονομικής κρίσης. Τα εισιτήρια, ως συνήθως, ακριβά. (Νομίζω ότι η Αθήνα έχει τα πιο ακριβά σινεφίλ εισιτήρια στην Ευρώπη πλέον). Ρωτάω τον θυρωρό γιατί τα εισιτήρια δεν είναι αριθμημένα, αφού υπάρχει τόσος κόσμος,. «Ξέρεις τώρα» μου απαντά. «Πρέπει να ρίξουν κάποια χρήματα, υπολογιστές και τέτοια». Τα εισιτήρια δεν είναι αριθμημένα, ο κόσμος πολύς και περιμένοντας τους θεατές της προηγούμενης προβολής να βγουν από την αίθουσα, στο φουαγιέ δημιουργείται ένα μικρό μπάχαλο. «Τι γίνεται, στο αλλοδαπόν ήρθαμε;» λέει κάποιος νεαρός, αστειευόμενος…
***
Ίσως να είναι Αλβανός μετανάστης. Πως να τον διακρίνεις όμως από τους Έλληνες; Δεν μοιάζει με Αλβανό. Δεν μπορώ να τον διακρίνω ούτε εγώ, που τόσες φορές έχω ακούσει να μου λένε ότι δεν μοιάζω με Αλβανό. Δεν υπάρχει εδώ το σκυλάκι της κωμωδίας που γαυγίζει όταν το πλησιάζουν Αλβανοί. Κατά την διάρκεια της ταινίας, μπορούσες, κάπως, να καταλάβεις ποιοι ήταν οι Αλβανοί μετανάστες μέσα στην αίθουσα. Γελούσαν όταν άκουγαν διαλόγους στα αλβανικά, οι περισσότεροι των οποίων δεν είχαν μεταφραστεί, ίσως επίτηδες. Όταν η ταινία τέλειωσε, έριξα μια ματιά τριγύρω μου, προσπαθώντας να μαζέψω εντυπώσεις. Αμηχανία. Έτσι μου φάνηκε…
***
Από καλλιτεχνικής άποψης η «Ακαδημία Πλάτωνος», κατά την γνώμη μου, είναι μια εξαιρετική κομεντί. Εάν αφαιρέσεις την πολύ αμήχανη σκηνή στην κηδεία της μητέρας, ίσως η καλύτερη ελληνική κομεντί των τελευταίων είκοσι χρόνων. Ο Καφετζόπουλος, στον ρόλο του καταθλιπτικού Σταύρου που πέφτει από τα σύννεφα όταν ανακαλύπτει πως η μάνα του μιλάει αλβανικά, είναι «άπαιχτος». Μια συγκλονιστική, θα έλεγα, κωμωδία που δεν αποπειράται να διδάσκει. Ίσως η πρώτη ελληνική ταινία που μιλά για τους μετανάστες χωρίς να χωρίσει την ελληνική κοινωνία σε «εμείς» και «εκείνοι». Έλληνες και «ξένοι», είναι όλοι, κομμάτι μιας πραγματικότητας δύσκολης, αμήχανης και επώδυνης, που μοιάζει ακίνητη και ταυτόχρονα αλλάζει, ανάμεσα σε χίλιες αντιφάσεις και τραγελαφικές καταστάσεις. Ο «ξένος», ο μετανάστης, σε αυτή την ταινία δεν είναι ούτε ιδανικός, ούτε εξωτικός, ούτε διασκεδαστικός, ούτε απέναντί μας, ούτε δίπλα μας. Είναι μέσα μας...
***
Προσωπικά, ταυτίστηκα με τον Σταύρο, τον έλληνα ψιλικατζή, που βρίσκεται παγιδευμένος ανάμεσα σε μια ακίνητη πραγματικότητα - την οποία διασχίσει παθητικά με το σαραβαλιασμένο μηχανάκι του - και την κατάθλιψή του. Η στιγμή που ακούει τη μητέρα του να μιλά αλβανικά και ανακαλύπτει πως έχει έναν Αλβανό μετανάστη για αδελφό δεν μου προκάλεσε ευθυμία. Μπαίνοντας στο πετσί του ένιωσα να με διασχίσουν ρίγη. Να σε έχει αφήσει η φίλη σου, να τρέχεις στις ατέλειωτες ουρές του ΙΚΑ με μια μητέρα βαριά άρρωστη, οι μόνες στιγμές που διασκεδάζεις είναι όταν μετράς τους Κινέζους εργάτες στο απέναντι κατάστημα και όταν τραγουδάς «δεν θα γίνεις Έλληνας ποτέ Αλβανέ» και, επιπλέον, να ανακαλύπτεις ότι ο αδελφός σου είναι Αλβανός μετανάστης! Το τελευταίο, ειδικά, σε αποτελειώνει. Γιατί ο «Αλβανός» δεν είναι φυλετική κατηγορία. Είναι κοινωνικό στάτους που το σύγχρονο κοινωνικό φαντασιακό στην Ελλάδα το ταυτίζει με τον πάτο της κοινωνίας. Και όταν νιώθεις ήδη στον πάτο, έστω και αν ψηφίζεις και καμαρώνεις γι’αυτό, η αποκάλυψη ότι συγγενεύεις με τον «Αλβανό» αποτελεί εφιάλτη. Όσο πιο δυστυχισμένος είσαι τόσο πιο πολύ μισείς αυτόν που θεωρείς πιο δυστυχισμένο από σένα. Όσος πιο «ξένος» νιώθεις, στην ίδια σου την χώρα, τόσο πιο πολύ δεν χωνεύεις τους άλλους ξένους. Και προπαντός σιχαίνεσαι όχι τόσο το διαφορετικό – τουλάχιστον στα λόγια - όσο εκείνον τον κατώτερο, που σου μοιάζει πιο πολύ από όλους, που σου θυμίζει αυτό που υπήρξες ο ίδιος στο παρελθόν. Ίσως, η μεγαλύτερη «αμαρτία» των Αλβανών μεταναστών, όπως προκύπτει από τη κωμωδία, δεν είναι ούτε το γεγονός ότι ήρθαν πολλοί ούτε ότι έκαναν πολλά. Είναι προπαντός η αφόρητη ομοιότητά τους με τους Έλληνες…
Κάποτε είχα μια σαδομαζοχιστική ιδέα. Να κάνω την διατριβή μου με θέμα την εικόνα των Αλβανών στον ελληνικό Τύπο και των Ελλήνων στον αλβανικό τύπο, τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια. Λέω ότι η ιδέα ήταν σαδομαζοχιστική γιατί ανήκω σε αυτούς τους λιγοστούς, παλαβούς και «ύποπτους», που δηλώνουν διπλή ταυτότητα: Έλληνας και Αλβανός ή Αλβανός και Έλληνας. Κάθε φορά που Ελληναράδες και Αλβαναράδες ακούν κάτι τέτοιο βγάζουν σπυράκια (και εγώ αντλώ μια διπλή σαδιστική ευχαρίστηση για να πω την αλήθεια). Αν δήλωνα Έλληνας και Εσκιμώος ή Αλβανός και Εσκιμώος δεν θα υπήρχε κανένα πρόβλημα. Αλλά στα Βαλκάνια μας έμαθαν ότι δυο βαλκανικές ταυτότητες είναι αδύνατον να συνυπάρχουν. Πρέπει η μία να αποκλείσει την άλλη. Σε έναν χώρο όπου όλοι συγγενεύουν με όλους – όπως είναι τα Βαλκάνια – η διπλή ταυτότητα τρομάζει γιατί δεν υπακούει στις θεωρίες για την καθαρότητα του αίματος. Γιατί ξυπνά τις μνήμες μια πρωθύστερης συνύπαρξης και συγγένειας. Εν πάση περιπτώσει. Έλεγα για την διατριβή μου. Ψάχνοντας λοιπόν τις εφημερίδες εντόπισα αμέτρητες «μπούρδες» και από τις δυο πλευρές των συνόρων. Πρέπει να πω, πάντως, ότι οι περιγραφές στον ελληνικό Τύπο για τους Αλβανούς, ειδικά μέχρι το 1999, είναι άξιες για ταινίες τρόμου. Αλλά και ανάμεσα σε αυτές μπορεί να εντοπίσει κανείς το «άγχος» της ομοιότητας και της συγγένειας ανάμεσα σε Έλληνες και Αλβανούς. Ελάχιστες πιθανότητες υπάρχουν, νομίζω, να ακούμε ένα ρατσιστικό ρεφρέν του τύπου: «Δεν θα γίνεις Έλληνας ποτέ Αφρικανέ ή Πακιστανέ». Φοβάσαι μην γίνει σαν και σένα - ή μην γίνεις εσύ σαν και αυτόν, όπως έσυ τον έχεις πλάθει στην φαντασία σου - αυτός που συγγενεύει με σένα. Ο περιφρονημένος ξάδερφός σου. Σαν να λέμε ότι ο «Αλβανός» είναι η εφιαλτική εκδοχή του «Έλληνα» και ο «Έλληνας» η ιδανική εκδοχή του «Αλβανού»…
Βλέποντας τον Σταύρο της κωμωδίας να κρεμά κάθε μέρα τις εφημερίδες στο ψιλικατζίδικό του, αναπόφευκτα το μυαλό μου πήγε στην έρευνά μου με τις εφημερίδες. Σκέφτηκα ότι εάν οι ελληνικές εφημερίδες σήμερα έγραφαν για τους Αλβανούς αυτά που έγραφαν εκείνες έναν αιώνα πριν, τότε ο Σταύρος και η παρέα του δεν θα ένιωθαν φόβο και απέχθεια για τους Αλβανούς. Μάλιστα, από όλες τις ελληνικές εφημερίδες που μίλαγαν πολύ για τους Αλβανούς τότε, ξεχώριζε η μεγαλύτερη και η πιο έγκυρη, η «Ακρόπολις». Στις πέντε Αυγούστου 1910 η εφημερίδα ανήγγελλε στους αναγνώστες της μια μεγάλη είδηση: την κυκλοφορία μιας εικονογραφημένης ιστορίας της Αλβανίας και των Αλβανών ώστε να γνωρίσουν την «άγνωστον ως Κίναν Αλβανίαν, εις την Ελλάδα, για να ηδούμε πόσο μαζί τους μοιάζομαι και τι αίμα, ιστορία και παραδόσεις μας συνδέουν». Στο πρωτοσέλιδο της εφημερίδας γραφόταν με πηχυαίους τίτλους: «Περιμένατε τους Αλβανούς. Περιμένατε ΤΑ ΉΘΗ ΚΑΙ ΈΘΙΜΑ των Αλβανών. Πως πολεμούν Πως γυμνάζονται Πως ερωτεύονται Πως εκκλησιάζονται Πως διαιτώνται Πως τρώνε Πως εκδικούνται Πως ξυρίζουν τα κεφάλια τους Τι τραγουδάνε Τι πιστεύουν. ΠΕΡΙΜΕΝΑΤΕ ΤΟΥΣ ΑΛΒΑΝΟΥΣ». Επί δυο μήνες συνεχιζόταν η διαφημιστική καμπάνια της εφημερίδας, προειδοποιώντας τους Έλληνες αναγνώστες, Αρβανίτες και μη, να πάρουν τα μέτρα τους γιατί οι Αλβανοί θα γίνουν ανάρπαστοι. «Αλβανοί εικονογραφημένοι. Αρπάχτε τους για σίδερο για τονωτικό!!!» έλεγε ο τίτλος μιας μέρας (Ακρόπολις, 5 Αυγ. 1910). Και ο τίτλος της άλληςμέρας: «Ό`τι είναι το 606 δια την ακατανόμαστον νόσον, αυτό είναι η ανάγνωσις των «ΑΛΒΑΝΩΝ» δια κάθε ψυχικήν νευρασθένειαν, δια κάθε λειποψυχίαν, δια κάθε μελαγχολίαν, δια κάθε απαισιοδοξίαν…» (Ακρόπολις, 14 Σεπτ. 1910). Οι Αλβανοί, με πρωτοβουλία της Ακρόπολις, είχαν γίνει μόδα. Στην Αθήνα, στην επαρχία, στα κιόσκια, στα καπνοπωλεία, στα πρακτορεία, άνδρες και γυναίκες διαβάζανε το ανδρικότερο και εκλυστικότερο από όλα τα αναγνώσματα της ημέρας, για τους «φρατέλοι των Ελλήνων», τους Αλβανούς. Αν ο Σταύρος και η παρέα του έβλεπαν τους τίτλους της «Ακρόπολις» πριν από έναν αιώνα θα είχαν πέσει από τα σύννεφα. Με τον ίδιο τρόπο που έπεσε ο Σταύρος όταν ανακάλυψε ότι μπορεί να έχει για αδελφό έναν Αλβανό μετανάστη. Η ιστορία, τελικά, είναι η μεγαλύτερη κωμωδός. Και εμείς οι τραγελαφικοί της ένοικοι…
ΥΓ. Ευχαριστώ τον Νικόλαο Γκίκα, υποψήφιο διδάκτορα του Παντείου, χάρη στον οποίον ανακάλυψα τους τίτλους της «Ακρόπολις»…
Κυριακή, Οκτώβριος 18, 2009
«Η μνήμη μου αποτελείται από θραύσματα»
«Γεννήθηκα στην Τασκένδη το 1957. Από γονείς πολιτικούς πρόσφυγες. Οι γονείς μου ήταν με το Δημοκρατικό Στρατό. Πολύ νέοι και οι δυο. Ήταν από το ίδιο χωριό, Λιά, στα σύνορα με την Αλβανία...Έφυγαν με το τέλος του εμφυλίου πολέμου, το 1949. Βρέθηκαν στην Αλβανία όπου γνωρίστηκαν σε κάποιο νοσοκομείο. Ήταν τραυματίες. Από το Δυρράχιο, με σοβιετικά πλοία, έφυγαν για την Τασκένδη. Ταξίδεψαν σε τρομακτικές συνθήκες, πέντε χιλιάδες αντάρτες… Κρυμμένοι στα αμπάρια… Πολλοί πέθαναν… Όταν έφθασαν στην Τασκένδη, οι ντόπιοι νόμιζαν ότι έχουν να κάνουν με αιχμαλώτους πολέμου, επειδή φορούσαν ακόμα τις χλαίνες τους… Οι γονείς μου παντρεύτηκαν στην Τασκένδη. Τον πατέρα μου τον έβαλαν να δουλέψει σε ένα εργοστάσιο ως τορναδόρος. Η μητέρα μου δούλευε σε ένα παιδικό σταθμό….
***
Οι Έλληνες μέναμε σε δική μας συνοικία. Δίπλα ήταν συνοικίες Ουζμπέκων και Ρώσων. Παράλληλες κοινωνίες-γκέτο στη μεγάλη Σοβιετική πατρίδα... Θυμάμαι ότι για όλους τους άλλους εμείς ήμασταν οι ξένοι. Τα «ελληνάκια»… Υπάρχει ένα κοινό στοιχείο που έχω συναντήσει σε παιδιά επιζώντων του Ολοκαυτώματος ή ανταρτών του Ισπανικού Εμφυλίου… Οι γονείς μας δεν μας μίλησαν ποτέ ξεκάθαρα για τα βιώματά τους. Ακούγαμε πάντα κομματιασμένες αφηγήσεις… Πιστεύω ότι ο άνθρωπος έχει ανάγκη να απωθήσει στη λήθη τις οριακές στιγμές που σε βάζουν αντιμέτωπο με την φράση «τι σημαίνει άνθρωπος;»… Δεν μπορώ να ξεχάσω μια κουβέντα που μου είπε κάποιος αντάρτης στην Τασκένδη: «παιδί μου αν θυμηθώ έναν νεκρό, όλοι οι νεκροί θα έρθουν στον ύπνο μου»... Ο γονείς μας ένιωθαν διπλά «ηττημένοι». Έχασαν και τον πόλεμο και την πατρίδα τους... Εμείς ως παιδιά δεν είχαμε παρόν, μόνο παρελθόν. Δεν ήταν οι μάχες. Ήταν ένα παρελθόν ωραιοποιημένο, που πήγαινε μέχρι την αρχαία Ελλάδα. Και ένα μέλλον αφηρημένο: η επιστροφή στην Ελλάδα… Μέσα σε όλη αυτή την κατάσταση ήταν σχεδόν αδύνατον να χτιστεί μια ταυτότητα...
***
Γυρίσαμε στην Ελλάδα το 1965. Η εικόνα που έχω στο μυαλό μου είναι ένα τεράστιο ζώο, αρνί νομίζω, σε μια σούβλα που το ψήνουν οι γονείς μου και οι φίλοι τους ως αποχαιρετιστήριο γεύμα, στο σπίτι μας στην Τασκένδη... Θυμάμαι τη μητέρα που μου είπε ότι φεύγουμε και να χαρίσω τα παιχνίδια στους φίλους… Για τη μητέρα μου η επιστροφή σήμαινε ότι έφευγα από παιδί, γινόμουν άνδρας… Δεν μπορώ να μιλήσω εκ μέρους των γονέων μου για τους λόγους που επέστρεψαν στην Ελλάδα… Ήταν μια ανάγκη επιστροφής στην πατρίδα. Χωρίς να περάσει από το μυαλό τους ο εφιάλτης που θα ακολουθούσε…
***
Φθάσαμε στον Πειραιά την ημέρα που γίνονταν οι μεγάλες διαδηλώσεις και σκοτώθηκε ο Σωτήρης Πέτρουλας. «Που φθάσαμε Μαριάνθη;» ρώτησε πανικοβλημένος ο πατέρας μου τη μάνα μου… Βρεθήκαμε σε ένα σπίτι στο Βοτανικό. Έμενε η αδελφή του πατέρα μου, η οποία δούλευε στα μποστάνια. Η περιοχή ολόκληρη ήταν ένα τεράστιο μποστάνι. Δεν υπήρχε ρεύμα… Από εκεί φύγαμε στο χωριό των γονέων μου, στα βουνά της Μουργκάνας… Με μια ειδική άδεια από την αστυνομία, γιατί ήταν παραμεθόριος περιοχή... Η πρώτη εικόνα που έχω είναι η γιαγιά μου που μας φωνάζει να πάμε να αρμέξουμε τις κατσίκες για να πιούμε γάλα. Είχα πανικοβληθεί… Δεν καταλάβαινα που ήμασταν... Οι άνθρωποι μας κοίταγαν περίεργα και εχθρικά...
***
Γυρίσαμε Αθήνα, στην Αγία Βαρβάρα, από τις πιο φτωχικές συνοικίες τότε. Ήμασταν απάτριδες. Στην Ελλάδα ταξιδέψαμε με ένα διαβατήριο του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού που ήταν μόνο για ένα ταξίδι προς Ελλάδα, χωρίς δικαίωμα επιστροφής. Ο πατέρας μου δεν είχε άδεια εργασίας. Μετά από λίγο καιρό κατάφερε να βρει δουλειά στην οικοδομή. Δεν ξέρω αν δούλευε στη μαύρη ή κατάφερε να βγάλει άδεια εργασίας… Εμάς μας πήγαν στο σχολείο… Μετά από λίγο καιρό έγινε η Χούντα. Εμένα και τον αδελφό μου μας υποχρέωσαν να γίνουμε Έλληνες πολίτες. Αν δεν δεχόμασταν η ποινή ήταν να μας διώχνουν από όλα τα σχολεία. Οι γονείς μας απάτριδες, εμείς, τα παιδιά, Έλληνες πολίτες… Θυμάμαι ένα χτύπημα στην πόρτα, τη μαμά μου να ανοίγει την πόρτα, να καλημερίζει κάποιον, να μιλάνε. Ήταν ο αστυνομικός που ερχόταν κάθε πρωί στο σπίτι για να δει ποιοι πέρασαν το βράδυ σε μας… Θυμάμαι τους γονείς μου να ακούνε κάθε βράδυ Ντόιτσε Βέλε και την Φωνή της Αλήθειας… Αν τα μεταφέρω όλα αυτά εδώ είναι μόνο ως μια κατάσταση ιστοριολογίας και όχι θυματολογίας… Αυτό που έχει μείνει στο μυαλό μου ήταν η απέραντη ζεστασιά των γονιών μου για να μας προστατέψουν…
***
Στην Τασκένδη ήμουν ένα ξένο παιδάκι. Στην Ελλάδα γίνομαι πλέον ένα κομμουνιστάκι. Ένα παιδάκι τέρας, που οι δάσκαλοι δείχνουν με το δάκτυλο... Κάποιοι από αυτούς πρέπει να έχουν πεθάνει. Ήταν τόσο αγράμματοι και κακομοίρηδες… Σήμερα νιώθω οίκτο για αυτούς… Από την ημέρα που έφθασα στην Ελλάδα η μνήμη της ζωής μου στην Τασκένδη αρχίζει και γίνεται ένα ντουλάπι σκοτεινό… Στο μυαλό μου χτίζεται αυθόρμητα μια σκέψη, για να αμυνθώ, για να μπορέσω να σωθώ, να ζήσω: ότι για όλα αυτά, για το ότι οι δάσκαλοι και οι συμμαθητές μου με βλέπουν ως ένα παιδάκι τέρας, ευθύνεται το παρελθόν μου στην Τασκένδη, η γλώσσα που μάθαινα στο σχολείο, τα ρώσικα. Εκεί πέφτει ένα πέπλο μαύρο... Σήμερα δεν θυμάμαι ούτε μια λέξη στα ρώσικα… Η ατομική μνήμη χτίζεται από το περιβάλλον που υπάρχουμε. Από το πώς το περιβάλλον μας βοηθάει ή δεν μας βοηθάει να κρατήσουμε στοιχεία από το παρελθόν μας. Ατομική μνήμη έξω από το κοινωνικό μας περιβάλλον δεν υφίσταται...
***
Βρέθηκα στην αυλή του σχολείου μου στην Τασκένδη μετά από σαράντα χρόνια, το 2005. Είχα φωτογραφίες μαζί μου για να ταυτοποιήσω εμένα τον Ηλία σήμερα με τον Ηλία του 1965. Εδώ, έλεγα στον εαυτό μου, ήταν το σχολείο μου. Μπήκα στον διάδρομο, που είχα διασχίσει χιλιάδες φορές ως παιδί… Και ξαφνικά συνειδητοποίησα ότι η μνήμη μου αποτελείται από θραύσματα... Ένιωσα τότε την ανάγκη ως άνθρωπος, ως καλλιτέχνης, να κάνω τέχνη, να μεταφέρω, να σώσω αυτή την κομματιασμένη μνήμη… Έχω αρχίσει εδώ και καιρό την φωτογράφιση και ηχογράφηση των πολιτικών προσφύγων στην Τασκένδη. Κατάφερα να βρω σαράντα επτά αντάρτες… Οι τριάντα εφτά απάτριδες. Θέλουν να επιστρέψουν να πεθάνουν στην Ελλάδα και το ελληνικό κράτος τους το αρνείται… Ήθελα να δω το παρελθόν, τη κομματιασμένη μου μνήμη, τη δική μου και των άλλων. Όχι ως προσπάθεια ηρωoποίησης και θυματοποίησης… Αν μείνουμε στα τραύματα είμαστε αξιοθρήνητοι. Αν καταφέρουμε να τα κάνουμε τέχνη, να τα κάνουμε α-λήθη, τότε, ίσως κάτι κάναμε. Θέλω, μέσω της τέχνης, να είμαι μέσα στη μη λήθη…
Ένας σκοτεινός, θαυματουργός, θάλαμος
Ο παππούς μου μετανάστευσε στην Αμερική το 1905. Όταν επέστρεψε έφερε μαζί του μια φωτογραφική μηχανή, ένα τρίποδα. Είναι ο πρώτος φωτογράφος στα βουνά της Μουργκάνας… Εγώ όμως δεν έχω δει ούτε μια φωτογραφία του… Κάποια στιγμή, στους Βαλκανικούς πολέμους, υποχρεώνεται να πουλήσει την φωτογραφική του μηχανή. Κάνει οικογένεια και παιδιά, στα οποία μιλούσε συνέχεια για ένα περίεργο, θαυματουργό μηχάνημα που βγάζει φωτογραφίες, περιγράφοντας λεπτομέρειες για το πώς λειτουργεί… Ο πατέρας μου μαθαίνει τα πάντα για την φωτογραφική τέχνη, χωρίς να έχει δει ποτέ του φωτογραφική μηχανή… Στην Τασκένδη, ως πρόσφυγας πλέον, το πρώτο πράγμα που έκανε ήταν να αγοράσει μια φωτογραφική μηχανή, μάρκας Ζόρκι. Για να μπορέσει να κάνει όσα του είχε μάθει ο πατέρας του. Αγόρασε μετά και ένα τρίποδα. Εγώ, ουσιαστικά, γεννήθηκα μέσα σε ένα φωτογραφικό θάλαμο. Έβλεπα τον μπαμπά ως μάγο που παράγει εικόνες… Ο μπαμπάς μου ήταν απλά ένας ερασιτέχνης φωτογράφος… Μετά από δεκαετίες, βρίσκεται ένας τρελαμένος στην οικογένεια, που πιάνει ξανά μια φωτογραφική μηχανή για να καταγράψει εξόριστες, κομματιασμένες μνήμες. Πρόσωπα και μαρτυρίες μιας τραγικής εποχής…»
Τετάρτη, Οκτώβριος 14, 2009
«“Ξένοι” υπήρξαν και οι πρόγονοί μου»
«Αγαπητέ “Υπάρχουμε... Συνυπάρχουμε;”. Διάβασα με μεγάλη συγκίνηση το άρθρο σας για όλους τους ανθρώπους που, ενώ ζουν, εργάζονται και σπουδάζουν στην Ελλάδα και νιώθουν πραγματικοί Έλληνες, δεν έχουν το δικαίωμα ψήφου για λόγους τυπικούς και ανούσιους (σ.σ. «Οι ανύπαρκτοι των εκλογών», στη στήλη «Ημερολόγιο Συνόρων», «ΤΑ ΝΕΑ», 03/10/09). Είμαι μόνιμη εκπαιδευτικός στην Τριτοβάθμια και τα τελευταία χρόνια προβληματίζομαι όλο και πιο έντονα για όλα αυτά τα παιδιά, τα οποία η ίδια η χώρα που τα μεγάλωσε τα αρνείται με τρόπο απόλυτο και φασιστικό. Παρακολούθησα με φρίκη πριν από χρόνια το εξευτελιστικό περιστατικό με τον- τότεμαθητή Οδυσσέα Τσενάι και τον σαδιστικό τρόπο με τον οποίο η ελληνική κοινωνία έκοψε τα φτερά ενός νέου ανθρώπου, μόνο και μόνο επειδή στα χαρτιά ήταν “ξένος”.
Όλα αυτά τα χρόνια που διδάσκω είδα πολλές φορές τους αλβανικής καταγωγής φοιτητές μου να αποκρύπτουν την καταγωγή και την πολιτισμική τους κληρονομιά, να αναγκάζονται να υποδύονται ότι είναι κάποιοι άλλοι, πιο “Έλληνες”, ώστε να μπορέσουν να γίνουν αποδεκτοί από το σύνολο και να πραγματοποιήσουν τα όνειρά τους.
Το να είσαι Έλληνας, κατ΄ εμέ, έχει να κάνει με το να σέβεσαι και να αγαπάς αυτή τη χώρα και να δουλεύεις με γνώμονα τη συλλογική πρόοδο. Δεν έχει να κάνει ούτε με ταυτότητες ούτε με ληξιαρχικές πράξεις. Πόσοι από αυτούς που προτάσσουν σε μόνιμη βάση την “ελληνικότητά” τους, δεν διασπάθισαν τον εθνικό πλούτο, δεν παρανόμησαν, δεν κυνήγησαν παρά μόνο το προσωπικό τους συμφέρον, αδιαφορώντας για το κοινωνικό σύνολο; Αυτοί, δηλαδή, είναι Έλληνες ή/και πιο Έλληνες από τους άλλους; Έχουν το δικαίωμα να καταχρώνται την εξουσία που τους δόθηκε και να εξευτελίζουν την Ελλάδα χωρίς κανείς να αμφισβητεί την “ελληνικότητά” τους, μόνο και μόνο επειδή θεωρούν εαυτούς de facto “γνήσιους”;
Πόσο Έλληνας είναι ο γιατρός που παίρνει φακελάκι, ο ανώτερος δημόσιος λειτουργός που δωροδοκείται, ο δάσκαλος που αντιμετωπίζει τη δουλειά του ως “ξεκούραστη” και “με 3 μήνες διακοπές”, ο υπουργός που διορίζει ημετέρους με απόλυτη αδιαφάνεια και αναξιοκρατία, ο εμπρηστής που καταστρέφει ανενδοίαστα και ανερυθρίαστα τα δάση μας για να εξυπηρετήσει τα συμφέροντα των οικοπεδοφάγων;
“Ξένοι” υπήρξαν και οι πρόγονοί μου, όταν μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή ήρθαν στη “Μεγάλη Ελλάδα” και αντιμετωπίστηκαν από πολλούς “Έλληνες” ως Τούρκοι. “Ξένοι” υπήρξαν και τα εκατομμύρια Ελλήνων μεταναστών που διασκορπίστηκαν σε όλα τα σημεία του πλανήτη για να χτίσουν ένα καλύτερο μέλλον. Όμως αυτά τα δεδομένα της ιστορίας μας είναι εύκολο να τα ξεχνάμε, όταν πλέον δεν είμαστε οι “ξένοι”, αλλά τα “αφεντικά”.
Και, ως “αφεντικά”, μας είναι εξαιρετικά εύκολο να εκτονώσουμε τα απωθημένα που συσσωρεύαμε επί σειρά ετών ως “ραγιάδες” στους “ξένους”, είτε αυτοί είναι εξαθλιωμένοι πρόσφυγες, ανήλικα παιδιά, γυναίκες-θύματα εμπορίας ανθρώπων, είτε νόμιμοι οικονομικοί μετανάστες που έχουν συμβάλει αποφασιστικά στην πρόοδο και την ευημερία αυτής της χώρας.
Στο μεταξύ, όσο εκτονωνόμαστε, γυρίζουμε την πλάτη σε δεκάδες παιδιά που θα μπορούσαν ως μελλοντικοί επιστήμονες, πολιτικοί και επιχειρηματίες να συμβάλουν στο να γίνει η Ελλάδα καλύτερη. Όσο εκτονωνόμαστε, αφήνουμε το πεδίο ελεύθερο σε ακροδεξιά-φασιστικά σχήματα να δημαγωγήσουν και να διχάσουν ακόμα περισσότερο την ελληνική κοινωνία. Όσο εκτονωνόμαστε, αντιμετωπίζουμε όλο και περισσότερο ως αντιπάλους τους ανθρώπους που μας απλώνουν το χέρι, που ζουν και εργάζονται δίπλα μας και με αξιοπρέπεια απαιτούν ίσα δικαιώματα και μεταχείριση.
Ως Ελληνίδα στην ψυχή και όχι μόνο στα χαρτιά, θα ήθελα να σας ευχαριστήσω θερμά για το έργο και την προσφορά σας. Τα κείμενά σας δίνουν τη δυνατότητα σε όλους μας να καταλάβουμε επιτέλους ότι ο “ξένος” είναι μέσα μας και όχι δίπλα μας.
Με εκτίμηση,
Μαγδαληνή-Βιολέττα Ζέρβα
Καθηγήτρια Εφαρμογών, ΤΕΙ Κρήτης
tzerva@gmail. com»
Δευτέρα, Σεπτέμβριος 28, 2009
Ταξιδεύοντας με μια χαμένη βαλίτσα
Πριν από ένα μήνα περίπου ταξίδευα για Εδιμβούργο. Καλεσμένος να μιλήσω για το βιβλίο μου στην Διεθνή Έκθεση Βιβλίου. Πετάω με μια εταιρία που για πρώτη φορά άκουγα το όνομά της: «Brussels Airlines»… Η διαδρομή είναι Αθήνα – Βρυξέλλες – Εδιμβούργο. Έχω μαζί μου ένα «παράξενο» βιβλίο του Desmond Morris, ανθρωπολόγου και συγγραφέα. Μιλά για την σχέση ανάμεσα στη μίνι φούστα και την οικονομική κρίση. Σύμφωνα με τον Morris, η οικονομική κατάσταση στην Δύση αποτυπώνεται άμεσα στο μάκρος της γυναικείας φούστας. Την δεκαετία του ΄20, όταν υπήρχε ευμάρεια και αισιοδοξία, οι φούστες ήταν κοντές. Μάκρυναν, αμέσως, μόλις η οικονομία μπήκε σε ύφεση, την δεκαετία του ’30. Πριν ξεσπάσει ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος η φούστα κόντυνε. Τότε δούλευε φουλ η πολεμική βιομηχανία, προετοιμάζοντας μακάβριες μέρες για την Ευρώπη αλλά παράγοντας ταυτόχρονα θέσεις εργασίας και ευμάρεια. Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, με την πείνα και την ανέχεια, οι φούστες μάκρυναν πολύ. Σαν να ήθελαν να καλύπτουν τις πληγές που άφησε ο πόλεμος. Το 1968 έγιναν κοντές, όσο ποτέ στην ιστορία τους. Αλλά με την οικονομική κρίση του 1971 αρχίζουν και μακραίνουν. Γιατί οι γυναικείες φούστες κονταίνουν κάθε φορά που υπάρχει οικονομική ευμάρεια, αναρωτιέται ο Morris. Απάντηση δεν δίνει… Το αεροπλάνο προσγειώνεται στο αεροδρόμιο των Βρυξελλών. Κατεβαίνω, αναμασώντας στο κεφάλι μου την απορία του Morris…
***
Στους διαδρόμους του τεράστιου αεροδρομίου των Βρυξελλών αρχίζω και μετράω τις μίνι φούστες. Είναι ελάχιστες. Λιγότερες και από τις ισλαμικές μαντίλες. Αν ο Morris έχει δίκιο τότε η έξοδος από την οικονομική κρίση θα αργήσει. Ρίχνω μια ματιά στις αστραφτερές διαφημίσεις, που προσκαλούν τους επιβάτες για shopping therapy. Τα προϊόντα που διαφημίζονται είναι σαν να λένε: «τσακιστείτε και βρείτε τα λεφτά όπου θέλετε. Εμείς θέλουμε να μας αγοράσετε. Χωρίς εμάς δεν μπορείτε πλέον να δώσετε νόημα στην ζωή σας»….
***
Ψάχνω για τον έλεγχο διαβατηρίων. Η Μ. Βρετανία δεν είναι στο Σέγκεν και πρέπει να σφραγίσω το αλβανικό, «κακό» μου διαβατήριο. Όσοι έχουν «cool» διαβατήρια περνάνε χωρίς πρόβλημα. Εγώ δεν έχω. Μια αστυνομικίνα, βυθισμένη στις σκέψεις της, στέκεται στο «κουβούκλιο των συνόρων». Χαμογελά μόλις με βλέπει. Της δίνω το διαβατήριο. Το ανοίγει. Το χαμόγελό της εξαφανίζεται και αντικαθίσταται από σοβαρό ύφος. Έχω συνηθίσει αυτές τις μεταμορφώσεις του χαμόγελου των αστυνομικών στα σύνορα μόλις βλέπουν το διαβατήριό μου. Μετά από λίγο με ρωτά τι πάω να κάνω στο Εδιμβούργο. «Πάω να μιλήσω για τα σύνορα» της λέω. Με κοιτά με έκπληξη.
- «Ποια σύνορα;».
- «Για αυτά που περνάω τώρα».
Σηκώνει τους ώμους ενώ συνεχίζει να κάνει φύλλο και φτερό το διαβατήριό μου. Τελικά βάζει την σφραγίδα. Περνάω…
***
Στο Εδιμβούργο ο αστυνομικός των συνόρων είναι ένας σκωτζέζος μεσήλικας με μουστάκι. Περιέργως πως, δεν μου κάνει καμία ερώτηση. Από τις ελάχιστες φορές που δεν με ρωτούν στα σύνορα. Περνάω και πάω να πάρω την βαλίτσα μου. Δεν φαίνεται πουθενά. Μένω μόνος μου, να περιμένω μια βαλίτσα που δεν έρχεται ποτέ, όπως στο «Περιμένοντας τον Γκοντό» του Μπέκετ. Μια υπάλληλος της εταιρίας, με μειλίχιο ύφος, με πλησιάζει, μετά από μισή ώρα αναμονής μπροστά στον άδειο ιμάντα, και με βεβαιώνει ότι η βαλίτσα μου έχει χαθεί. Με προτείνει να συμπληρώσω ένα έντυπο. «Μην ανησυχείτε» προσθέτει «η βαλίτσα σας θα είναι στο ξενοδοχείο σας στις επτά το βράδυ»…
***
Το να περιμένεις την χαμένη βαλίτσα είναι σαν να περιμένεις την ερωμένη που σε στήνει. Εκείνο το βράδυ δεν έφθασε. Την επόμενη μέρα το πρωί βγήκα στους δρόμους της «Αθήνας του Βορρά», όπως λένε το Εδιμβούργο, για να ψωνίσω είδη «έκτακτης ανάγκης». Είχα έρθει να ασχοληθώ με βιβλία. Τώρα ήμουν αναγκασμένος να κάνω ένα βεβιασμένο shopping therapy. Μετά την παρουσίαση του βιβλίου, έτρεξα στο ξενοδοχείο για να ρωτήσω εάν έφθασε. Δεν ξέρω γιατί αλλά μου είχε γίνει έμμονη ιδέα. Ίσως γιατί όσο πιο πολύ μεγαλώνεις, τόσο πιο πολύ παθιάζεσαι με τα πράγματα που χάνεις. Ή επειδή, ως «καθαρόαιμος» μέτοικος, πάσχω από τη μόνιμη φοβία της απώλειας. Όποιος χάνει την πατρίδα του φοβάται, παθολογικά, κάθε άλλη απώλεια, μικρή ή μεγάλη. Η βαλίτσα δεν εμφανίστηκε ούτε εκείνο το βράδυ. Το τρίτο βράδυ, τελικά, έφθασε. Μετά τη μία τα μεσάνυχτα. Μου τηλεφώνησε ο υπάλληλος του ξενοδοχείου και μου είπε ότι θα την άφηνε έξω από την πόρτα μου. Κοίταξα έξω από το τεράστιο παράθυρο του δωματίου μου. Η ομίχλη είχε καλύψει τα πάντα. Τέλειο σκηνικό για ιστορίες με φαντάσματα. Σαν τα φαντάσματα, στη μία μετά τα μεσάνυχτα, έφθασε και η βαλίτσα μου. Δεν την άνοιξα καν. Σε οκτώ ώρες πετάω για Αθήνα…
Στην επιστροφή έχω μαζί μου ένα βιβλίο για το Ιράν. «Στον ροδόκηπο των μαρτύρων» ο τίτλος. Στο εξώφυλλο εικονίζεται μια νεαρή Ιρανή, χαμηλοβλεπούσα, με την ισλαμική μπούρκα. Τον συγγραφέα του βιβλίου, τον Βρετανό Christopher de Bellaigue, είχα την τύχη να τον γνωρίσω στο Εδιμβούργο. Ήμασταν μαζί στο ίδιο πάνελ, μιλώντας για τα βιβλία μας. O Christopher, χρόνια τώρα ανταποκριτής του Economist και των New York Review of Books στο Ιράν, υπογράφει ένα διεισδυτικό και γοητευτικό βιβλίο για το σημερινό Ιράν. Σε κάποιο σημείο, συγκρίνει με μαεστρία την θέση της γυναίκας σήμερα στο Ιράν με εκείνη πριν από χίλια χρόνια. Με εντυπωσιάζει η περιγραφή της μυθικής Σουνταμπέχ, σε ένα από τα πιο γνωστά ερωτικά περσικά ποιήματα: «Ήταν μελαχρινή. Πράγματι δεν ήταν και τόσο όμορφη. Είχε μάτια μεγάλα και μακριά μαλλιά. Όταν δεν χαμογέλαγε φαινόταν σαν κουκουβάγια. Όταν χαμογελούσε όμως… λουλούδια χύνονταν από το στόμα της… Και ήταν σαν να ήταν γυμνή, φορώντας μόνο τα στολίδια της. Αλλά δεν ήταν γυμνή. Είχε ένα στολισμένο σουτιέν και ένα είδος ύφασμα πάνω στο σώμα της… ενώ κάθε κομμάτι του σώματός της έτρεμε. Όχι μόνο οι ώμοι, η κοιλιά, τα μάτια, τα ματόκλαδα αλλά και το πηγούνι, η μύτη, τα αυτιά, οι κόρες των ματιών της. Ήταν σαν να χόρευε πάνω στο πτώμα ενός άνδρα…». Κοιτάω ξανά την νεαρή Ιρανή με την ισλαμική μπούρκα στο εξώφυλλο. Μια σύγχρονη Σουνταμπέχ. Πως θα μπορέσουν οι μουλάδες να κρατήσουν για πάντα καλυμμένες αυτές τις γυναίκες που μαθαίνουν απ’ έξω τέτοιους αισθησιακούς στοίχους;
***
Το βιβλίο του de Bellaigue με τράβηξε τόσο πολύ που δεν έδωσα σημασία στον αστυνομικό που έλεγξε το διαβατήριό μου. «Ξύπνησα» μόνο όταν φθάσαμε στην Αθήνα. Περιμένοντας, ξανά, την βαλίτσα. Είχα γίνει ο άνθρωπος που έβλεπε τις βαλίτσες να περνούν. Όλων των άλλων, εκτός από τη δική μου. Οι υπόλοιποι επιβάτες πήραν τις βαλίτσες τους και εξαφανίστηκαν. Εγώ περίμενα. Κοίταγα τον άδειο ιμάντα να κυλά μπροστά μου και περίμενα να εμφανιστεί η βαλίτσα, όπως οι πιστοί περιμένουν το θαύμα. Δεν εμφανίστηκε. Αυτή την φορά, πάντως, δεν ήμουν μόνος. Ήμουν με άλλους τρεις επιβάτες. Έψαχναν και εκείνοι απεγνωσμένα τις βαλίτσες τους. Τώρα μοιάζαμε πιο πολύ στο σκηνικό του «Περιμένοντας τον Γκοντό». Μας πλησίασε ξανά ένας υπάλληλος που μιλούσε ελληνικά με αμερικάνικη προφορά. Μας βεβαίωσε ότι οι βαλίτσες μας δεν επρόκειτο να εμφανιστούν. Μας έδωσε ένα έντυπο να συμπληρώσουμε. Του έδειξα την πρώτη δήλωση απώλειας που είχα κάνει το Εδιμβούργο. «Πρώτη φορά στην ζωή μου βλέπω επιβάτη να χάνει την βαλίτσα και στις δυο πτήσεις» λέει. Ζήτησα να μάθω αν μπορώ να κάνω μήνυση στην «Brussels Airlines». Με ενημέρωσε ότι η εταιρία δεν έχει καν γραφεία στην Αθήνα. Ίσως, με την οικονομική κρίση, τέτοιες εταιρίες της πλάκας θα πολλαπλασιαστούν. Συμπληρώνω την δήλωση απώλειας και προχωράω. Η πρώτη φορά στην ζωή μου που ταξίδευα με μια άφαντη βαλίτσα…
Τρίτη, Σεπτέμβριος 22, 2009
Να. ο καταφερτζής
Προχθές μου τηλεφώνησε ο Να. Είχα χρόνια να τον ακούσω. Το αληθινό του όνομα είναι Λα., αλλά το άλλαξε σε Να. όταν ήρθε στην Ελλάδα. Με τον Να. γνωριζόμαστε από το δημοτικό. Μου ήταν πάντα αντιπαθητικός και εάν δεν βρισκόμασταν σε μια ξένη χώρα, ως μετανάστες, δεν θα του μίλαγα καν. Αλλά στην ξενιτιά ακόμα και ο πιο αντιπαθητικός συγχωριανός σού φαίνεται οικείος. Ο Να., όπως συνηθίζει, άρχισε αμέσως να με βομβαρδίσει με ερωτήσεις. Με ένα ύφος μπαγάσα και ανακριτή μαζί. Ήθελε να ξέρει πολλά, αλλά κυρίως αν έχω παντρευτεί, αν έχω αγοράσει σπίτι, αν έχω παιδιά, αν έχω αυτοκίνητο, αν έχω αγοράσει εξοχικό, τουλάχιστον στην Αλβανία. Του απάντησα ότι δεν έχω παιδιά, ούτε έχω αγοράσει σπίτι, ούτε αυτοκίνητο, ούτε εξοχικό. «Μα, τι κάνεις;» φώναξε ο Να., με το ύφος ενός πατέρα που ψέγει τα παιδιά του. «Εμένα μου είπαν ότι έχεις γίνει γνωστός». Για τον Να., σαφώς, το να γίνεις γνωστός συνεπάγεται αμέσως παιδιά, αυτοκίνητα, σπίτια και εξοχικά. Από ευγένεια τον ρώτησα αν ο ίδιος έχει παντρευτεί και αν έχει παιδιά. Μου είπε πως όλα στην ζωή του είναι επί δυο. Έχει δυο παιδιά, δυο (ακριβά) αυτοκίνητα και δυο εξοχικά, ένα εδώ και ένα στην Αλβανία. Έγινε λίγη σιωπή και μετά ακούστηκε ξανά η φωνή του Να. «Εγώ το ήξερα, τα βιβλία θα σε φάνε εσένα» είπε προσπαθώντας να αστειευτεί. Και έπειτα από λίγο, σοβαρός, προσέθεσε: «Άσε τα βιβλία και μάθε τα κόλπα φίλε». Το είπε αυτό με το ύφος ενός μετρ που τα ξέρει όλα. Εκεί γύρω άρχισα να εκνευρίζομαι πολύ. Ο Να. έτσι κι αλλιώς μού είναι ανυπόφορος. Ήθελα να τον διαολοστείλω αλλά, πιστέψτε με, δεν είναι εύκολο να διαολοστείλεις τύπους σαν τον Να. «Ναι, εσύ Να. πάντα ήξερες τα κόλπα» του είπα. Ο Να. γέλασε δυνατά. Ο Να., πράγματι, τα ξέρει τα κόλπα. Είναι γεννημένος καταφερτζής. Από την αρχή που ήρθε στην Ελλάδα άλλαξε το όνομά του. Το έκανε "ελληνικό". Πήρε «κάρτα ομογενούς» όταν οι άλλοι μετανάστες κυκλοφορούσαν παράνομα και έτρεμαν από τις επιχειρήσεις- σκούπα. Τώρα έχει δικό του συνεργείο και βάφει σπίτια σε ακριβές γειτονιές. Έχει στη δούλεψή του Γεωργιανούς, Ρουμάνους και Πακιστανούς. Τους τελευταίους ο Να., ως εργοδότης, τους θεωρεί «αράπηδες» και «χοντροκέφαλους». Ετοιμαζόμουν να του πω «γεια» όταν ο Να. έκανε την τελευταία ερώτηση: «Την ελληνική υπηκοότητα την έχεις πάρει;». «Όχι» του απάντησα. Τότε, ξανά, ο Να. είπε κάτι για τα βιβλία και τα κόλπα. Με πληροφόρησε, με ύφος νικητή, ότι εκείνος θα την πάρει σύντομα την ελληνική υπηκοότητα. Είχε βρει άκρη μέσω ενός βουλευτή, προσέθεσε. «Στην Ελλάδα τα πάντα γίνονται, αρκεί να έχεις μέσον» κατέληξε. Όταν είπαμε επιτέλους «γεια» ανακουφίστηκα. Αλλά τα λόγια του Να., του καταφερτζή, για τα κόλπα μού έμειναν. Ίσως ο Να. στάθηκε πιο τυχερός από μένα. Ίσως να έπεσε σε καλό «δάσκαλο» στην Ελλάδα που του έμαθε όλα τα κόλπα. Εγώ, δυστυχώς, από την αρχή, γνώρισα Έλληνες που δεν ήξεραν από κόλπα, που δεν λάτρευαν το αυτοκίνητο, δεν ψόφαγαν για ένα αυθαίρετο εξοχικό και δεν είχαν μέσον. Εκείνοι, αντί να μου μάθουν τα κόλπα, μου έμαθαν τα ακούω Χατζιδάκι, να διαβάζω Καβάφη, να μπαίνω στα μυστικά της ελληνικής γλώσσας. Δεν είχαν ακριβά αυτοκίνητα. Είχαν μεγάλες βιβλιοθήκες και λάτρευαν τα ταξίδια. Αντικρύζοντας τώρα τη συντριπτική επιτυχία του Να. του καταφερτζή, έχω την υποψία πως εκείνοι οι Έλληνες που γνώρισα με πήραν στον λαιμό τους τελικά...Τρίτη, Σεπτέμβριος 15, 2009
«Θα έρθω αύριο»

Info:
Κοιτώντας από αυτό το παράθυρο, στο Βερολίνο, εμπνεύστηκα τον επίλογο της αγγλικής έκδοσης του βιβλίου μου...
