Τρίτη, Ιουνίου 14, 2005

Με το βλέμμα του Πέρση

Δυο Πέρσες, ο Usbek και ο Rica, ταξιδεύουν για πρώτη φορά στην Δύση. Εγκαθίστανται στο Παρίσι του 18ου αιώνα (εκεί αποφασίζει ο μεγάλος φιλόσοφος Μοντεσκιέ* να τους τοποθετήσει). Περιπλανιούνται στην Πόλη του Φωτός, προσπαθούν να κατανοήσουν τον άγνωστο κόσμο που αντικρίζουν. Καταγράφουν έπειτα τις σκέψεις τους σε επιστολές που ανταλλάσσουν μεταξύ τους. Και η ματιά τους είναι εντυπωσιακά πρωτότυπη, διεισδυτική, έξυπνη, επικριτική. Οι Πέρσες, αυτοί οι ξένοι, διακρίνουν πράγματα που το μάτι ενός ντόπιου δεν μπορεί να διακρίνει. Γιατί οι ντόπιοι είναι δέσμιοι της ρουτίνας, της πλήξης, της μονοτονίας… Όταν όμως οι Πέρσες μιλούν για την πατρίδα τους, ξαφνικά χάνουν την πρωτότυπη ματιά. Τότε γίνονται και αυτοί μονότονοι, πληκτικοί και προπαντός φανατικοί. Έτσι είναι φτιαγμένοι οι άνθρωποι: αδιόρθωτα εγωιστές και εγωκεντρικοί. Δεν είναι τυχαίο που οι λευκοί ζωγραφίζουν τους αγγέλους τους κατάλευκους και τον Διάβολο ολόμαυρο. Οι μαύροι το αντίστροφο: ζωγραφίζουν τους αγγέλους ολόμαυρους και τον Διάβολο κατάλευκο. Εάν τα τρίγωνα διέθεταν χέρια για να ζωγραφίζουν, τότε αναμφίβολα θα είχαν ζωγραφίζει τους αγγέλους με τρεις γωνίες (και τον Διάβολο πεντάγωνο;). Έτσι είμαστε φτιαγμένοι λοιπόν εμείς οι άνθρωποι. Όταν βλέπουμε τους άλλους το βλέμμα μας γίνεται διεισδυτικό και επικριτικό. Όταν βλέπουμε τον εαυτό μας γινόμαστε τυφλοί και φανατικοί. Σε τελευταία ανάλυση, το ίδιο το μάτι δεν μπορεί να δει τον εαυτό του…
***
Επομένως, ποιο είναι το «μήνυμα των Περσών»; Εάν επιθυμείς να γνωρίσεις πραγματικά τον εαυτό σου, τότε πρέπει να ξέρεις να τον δεις με το βλέμμα του Πέρση, με τα μάτια του ξένου. Μόνο τότε, ίσως, θα έχεις την δυνατότητα να δεις εκείνες τις πλευρές του εαυτού που επιμελώς κρύβουν οι προκαταλήψεις, οι αυτονόητες αλήθειες, ο εγωισμός… Το να είσαι «Πέρσης» με τους άλλους δεν είναι και τόσο δύσκολο. Το να τολμάς όμως να δεις τον εαυτό σου με το βλέμμα του Πέρση: αυτή είναι η πραγματική τέχνη της αυτογνωσίας, και της σοφίας, ίσως. Οι λαοί και οι πολιτισμοί που «ασκούν» αυτή την «τέχνη» πάνε μπροστά. Όσοι δεν τα καταφέρνουν απομονώνονται, παρακμάζουν και εκβαρβαρίζονται…
***
Αλλά στους ανθρώπους, συνήθως, δεν αρέσει να δουν τον εαυτό τους, τον πολιτισμό τους, το έθνος τους, με το βλέμμα του Πέρση. Εκείνοι αρέσκονται στο να αυτο-θαυμάζονται και αυτο-λατρεύονται. Σε τελευταία ανάλυση, ο άνθρωπος χρειάζεται έναν καθρέφτη όπου μπορεί να δει τον εαυτό του και να τον βρει ωραίο και αξιολάτρευτο. Αλλιώς δεν έχει νόημα η ζωή και η ύπαρξή του. Γι’αυτό τον λόγο το «βλέμμα του Πέρση» αποτελεί μια αρκετά δύσκολη «τέχνη». Μια «τέχνη» όμως που πιστεύω πως την «γνωρίζουν» αρκετοί ξενιτεμένοι. Γιατί ο ξενιτεμένος είναι ταυτόχρονα οικείος και ξένος προς την πατρίδα την οποία εγκατέλειψε. Ταυτόχρονα οικείος και ξένος με την νέα πατρίδα που επέλεξε να μεταναστεύσει και να ζήσει. Πρόκειται βέβαια για μια δύσκολη «τέχνη», κουραστική, σκληρή, γεμάτη παγίδες και κινδύνους. Πρόκειται προπαντός για έναν τρόπο ζωής. Πολλοί παραιτούνται γιατί δεν αντέχουν. Άλλωστε, ένας κόσμος που κατοικείται μόνο από ξενιτεμένους θα ήταν εκ των πραγμάτων παράλογος. Και όμως, σπρώχνοντας λίγο πάρα πέρα την σκέψη μας, για να κρατήσεις ζωντανό το παιχνίδι της γοητείας και της γνώσης πρέπει να μην γίνεις ποτέ «εντελώς ντόπιος», να μη «συνηθίζεις» ποτέ: το σώμα, τον έρωτα, το επάγγελμα, την πατρίδα σου... Να παραμείνεις, εάν αντέχεις, ένας «ξενιτεμένος». Να μην χάσεις το «βλέμμα του Πέρση»…

* Περσικές επιστολές, εκδ. Καστανιώτης.
TA NEA, 14/06/2005