Τρίτη, Ιουνίου 21, 2005

Tο γκέτο της αποτυχίας

Ουκ ολίγες φορές ο μετανάστης νομίζει πως μόνο εκείνος υποφέρει. Θεωρεί πως όλοι οι ντόπιοι είναι συνήθως ευτυχισμένοι και πλούσιοι. Οι ακραίες συνθήκες στις οποίες κινείται και οι άνισες σχέσεις εξουσίας που συναντά, ειδικά τα πρώτα χρόνια, ευνοούν αυτήν την τάση. Έτσι και αλλιώς, σπανίως τη σκαπουλάρεις αλώβητος από την ξενιτιά. Με τα χρόνια τα πράγματα αλλάζουν. Όχι για όλους όμως. Γιατί όσο πιο «αποτυχημένος» νιώθει ένας μετανάστης τόσο περισσότερο τοποθετεί τον εαυτό του απέναντι στην «κοινωνία των ντόπιων»...
Ο «αποτυχημένος» μετανάστης συνήθως αποφεύγει τις παρέες με τους ντόπιους: έχει πειστεί πως δεν τον χωνεύουν. Γι' αυτό, κάνει παρέα μόνο με τους συμπατριώτες του. Οι κουβέντες τους αφορούν αποκλειστικά τον προηγούμενο εαυτό τους, στη χώρα από όπου ήρθαν. Εκεί φαίνεται πως έχουν μείνει μια για πάντα οι καλές εμπειρίες και ο αξιοπρεπής εαυτός τους. Όταν τους ακούς αναρωτιέσαι: «Μα αφού η ζωή τους ήταν τόσο καλή εκεί πέρα γιατί έφυγαν;». Εάν τους κάνεις όμως αυτήν την ερώτηση, τότε χάνουν αμέσως το κέφι τους. Διότι, κατά βάθος, γνωρίζουν πως οποιαδήποτε απάντηση και να σου δώσουν θα είναι κάλπικη...
***
Ο «αποτυχημένος» μετανάστης αξιώνει την κατανόηση των ντόπιων, αλλά δεν είναι διατεθειμένος να κατανοήσει τις παρεξηγήσεις και τις φοβίες που προκαλεί η ξαφνική παρουσία τόσων μεταναστών στα μάτια των ντόπιων... Νιώθει ασφαλής κλεισμένος ερμητικά στις απόλυτες πεποιθήσεις του, στη φυλακή της μνησικακίας του, στο «βασίλειο του θύματος». Εάν αποφάσιζε να ανοιχτεί, τότε ο κόσμος θα γινόταν αφόρητα πολύπλοκος: εκτός των άλλων, θα έπρεπε να αναλάβει και αυτός ένα μερίδιο της ευθύνης για την «αποτυχία» του...
Ο «αποτυχημένος» συνήθως χάνει το ενδιαφέρον για τη γλώσσα της χώρας στην οποία μετανάστευσε. H αλήθεια είναι πως τη μιλάει άψογα, αλλά προτιμά να μιλήσει μόνο στη γλώσσα της χώρας προέλευσης. Όχι για να μην την ξεχάσει ή να τη μεταδώσει στα παιδιά του, αλλά γιατί θεωρεί πως έτσι δείχνει την αντίστασή του στην αλλοτρίωση που κινδυνεύει να υποστεί. Υποστηρίζει συχνά πως εκείνος έχει μείνει γνήσιος, δεν έχει δεχθεί επιρροές, πως παρέμεινε «καθαρός». Με λίγα λόγια ότι δεν είναι ευάλωτος: γιατί ο «αποτυχημένος» αρέσκεται συνήθως να παίζει τον ήρωα. Γι' αυτό και δεν συγχωρεί όσους θεωρεί ως «επιτυχημένους» μετανάστες. Εάν είσαι «επιτυχημένος», τότε σημαίνει πως έπαιξες με σημαδεμένη τράπουλα: εάν τα πράγματα ήταν αλλιώς, τότε θα είχε επιτύχει και αυτός...
***
Μιλώντας πάντως με έναν «αποτυχημένο» μετανάστη, καταλαβαίνεις πως - όπως οι περισσότεροι μετανάστες - έφυγε με μεγάλες φιλοδοξίες για μια καλύτερη ζωή: δεν τα κατάφερε όμως ή πιστεύει πως δεν τα κατάφερε. Εάν σκαλίσεις λίγο περισσότερο την επιφάνεια της οργής και της άρνησης του «αποτυχημένου», τότε θα συναντήσεις έναν άνθρωπο που μοιάζει με πληγωμένο ζώο το οποίο αποτραβιέται στη φωλιά του για να γλείψει τις πληγές. H μνησικακία προς τη χώρα στην οποία μετανάστευσε και τον φαντασιακό ντόπιο που εκείνος έχει κατασκευάσει στο μυαλό του είναι η άλλη πλευρά ενός ανομολόγητου πόθου: εκείνος ήθελε να γίνει σαν τους ντόπιους, να γίνει αναπόσπαστο κομμάτι αυτής της νέας χώρας, αλλά θεωρεί πως το δικαίωμα αυτό του το αρνήθηκαν... Σε τελευταία ανάλυση, «αρνήθηκε» τη δικιά του χώρα για την καινούργια πατρίδα του. Πίστεψε περισσότερο σε αυτήν παρά στη χώρα προέλευσής του: «Και μόνο αυτό δεν έφθανε για να μου ανοίξουν διάπλατα τις πόρτες;», αναρωτιέται. Και επειδή δεν μπορεί να βρει μια απάντηση που να τον παρηγορεί, μένει ξεκρέμαστος: σε απόλυτη ρήξη με όλον τον κόσμο, με όλο το σύμπαν...
TA NEA, 21/06/2005