Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 21, 2005

Τα Βρίνενα μιας μετανάστριας

"Αναλαμβάνοντας το ρίσκο πολλοί να με κατηγορήσουν για απουσία πατριωτισμού, συνειδητοποιώντας ταυτόχρονα την ευθύνη για τυχόν λάθος, θα σας γράψω για τα Βρίνενα. Πιστέψτε με, είναι δύσκολο να περιγράψεις παρόμοια συναισθήματα. Όχι γιατί δεν είναι από καρδιάς (η καρδιά μου μιλάει, εγώ γράφω). Αλλά επειδή φοβάμαι ότι δεν έχω αρκετή ευφράδεια λόγου για να κάνω λεπτομερή περιγραφή των συναισθημάτων μου ….
Ο στόχος μου δεν είναι να εξυμνήσω κάποιο χωριό στην κεντρική Ελλάδα. Δεν είναι μόνο επειδή νιώθω την ανάγκη να εκφράσω αυτό που με συγκινεί, αλλά και επειδή αισθάνομαι και κάποια υποχρέωση γιατί εδώ συνειδητοποίησα ότι ο δρόμος του μετανάστη δεν είναι στρωμένος μόνο με αγκάθια και πέτρες. Ένας παρόμοιος διαγωνισμός* απαιτεί την παρουσία του ανάλογου υλικού για να είναι η εικόνα που θα μας δώσει πραγματική κι αντικειμενική.
Και θα πείτε: Και τι έγινε; Ένα χωριό είναι μόνο. Λες και στη Βουλγαρία δεν υπάρχουν παρόμοια. Κι έχετε δίκιο. Αλλά εγώ ακριβώς αυτό ερωτεύτηκα. Ένα γραφικό χωριουδάκι, ψηλά στο βουνό, περικυκλωμένο από μοναστήρια και χλόη με πρωτόγνωρη πνοή. Το χωριό των χρωμάτων – άσπρο, γκρι, λαχανί, κρεμ, με κόκκινες σκεπές. Χωριό της ανατολής και της δύσης. Πιο κοντά στον ουρανό δεν υπήρξα ποτέ. Τη νύχτα βλέπω τα αστέρια να μου κλείνουν το μάτι. Στη θέα του γεμάτου φεγγαριού οι πονεμένες ψυχές γιατρεύονται. Σου δίνει δυνάμεις να διατηρείς μέσα σου την πίστη στους ανθρώπους, την αγάπη προς κάθε πλάσμα και τη δίψα για μια πιο ευτυχισμένη ζωή.
Ίσως ακούγεται κάπως ρομαντικό και απόκοσμο. Και ίσως να έχετε δίκιο, αλλά ακριβώς εδώ είναι το μυστικό της επιβίωσης. Να προστατευτείς και να εξελιχτείς σε μία εντελώς ξένη χώρα, σε ένα ξένο περιβάλλον, με τελείως ξένα πρότυπα συμπεριφοράς. Αυτό είναι το μυστικό. Να ανοίξεις την καρδιά σου και να δεχτείς όλα αυτά. Το μόνο που θα λυτρώσει τον κόσμο είναι η αγάπη, όχι η άρνηση.
Ήρθα στα Βρίνενα τη δεύτερη μέρα από την άφιξή μου στην Ελλάδα. Είχα εντυπωσιαστεί από το μεγάλο Σούρπι (χωριό κοντά στην πόλη Αλμυρός), από το πανέμορφο μαγαζί με τα άφθονα εμπορεύματα κι από τον ήλιο του Νοεμβρίου. "Αυτή είναι η Ελλάδα!" – σκέφτηκα ευχαριστημένη από την επιλογή μου, ώσπου οι καταστάσεις με υποχρέωσαν να βρεθώ 13 χλμ. ψηλά στο βουνό. Αηδιαστικό. Στο δρόμο αισθάνθηκα άσχημα από τις στροφές. Έπειτα ήρθε η δροσιά, ο ήλιος κρύφτηκε και οι άνθρωποι με κοιτάζανε απόμακρα κι εχθρικά. Έτσι έχουν τα πράγματα στη μεγάλη και δυνατή αγάπη. Δεν ανθίζει με μιας. Τα δυνατά συναισθήματα έρχονται σταδιακά για να μείνουν για πάντα. Πρώτα περνάνε από τη λογική κι ασυναίσθητα φτάνουν στην καρδιά. Μόλις συνειδητοποιήσουμε αυτά είμαστε πλέον αιχμάλωτοι.
Ήμουν ένα κορίτσι της πόλης, μεγαλωμένο με το θόρυβο, τη λάμψη και την κίνηση της Βάρνας - το επονομαζόμενο "μαργαριτάρι του Εύξεινου πόντου", βρέθηκα στα μικρά Βρίνενα, όπου η ζωή είναι πληκτική, η καθημερινότητα μονότονη και η ηρεμία σκοτώνει κάποιες στιγμές. Εδώ όμως έμαθα να είμαι απλή, να είμαι ο εαυτός μου. Πέταξα όλα τα προσωπεία, όλη την υποκρισία, αναπτερώθηκε το ηθικό μου. Υπερπήδησα εμπόδια, έσπασα φραγμούς κι αυτό με γέμιζε δύναμη. Ωρίμασα. Απαλλάχθηκα από τις προκαταλήψεις και τα κόμπλεξ μου. Ήμουν αυθόρμητη, γιατί ήταν και οι άλλοι αυθόρμητοι προς εμένα. Οι άνθρωποι εδώ είναι προσγειωμένοι κι απλοί. Μαζί τους κάθεσαι στο ίδιο τραπέζι, τρως από το ίδιο πιάτο, χαίρεσαι και διασκεδάζεις. Μαζί στην θλίψη μαζί και στα χωράφια. Είναι συνεργάσιμοι, δίνουν και βοηθούν. Ενώ την ίδια στιγμή είναι αξεπέραστοι ραδιούργοι και κουτσομπόληδες, ίσως από έλλειψη ασχολίας ή για διασκέδαση. (Όμως αυτή είναι η αληθινή αγάπη, πραγματική και προσγειωμένη. Δε βάζεις το αντικείμενο της αγάπης σου σε βάθρο. Νηφάλια συνειδητοποιείς τα ελαττώματά του αλλά αυτό δεν εξασθενεί τα αισθήματά σου. Δέχεσαι τον άλλον έτσι όπως είναι χωρίς να προσπαθείς να τον αλλάξεις. Αυτή είναι η ανιδιοτελής αγάπη.)
Τα Βρίνενα είναι ο δικός μου παράδεισος. Όχι ο τέλειος, όχι αυτός που επιδιώκουμε, αλλά ο δικός μου παράδεισος. Εδώ έκλαψα από νοσταλγία και καημό, συγκλονισμένη από την αποξένωση των ανθρώπων. Εδώ γνώρισα την αγάπη, τη φιλία, πόνεσα, ένιωσα μοναξιά. Εδώ έχυσα δάκρυα κούρασης, πίκρας αλλά και χαράς. Δάκρυσα κι όταν σιγά-σιγά αλλά σίγουρα κέρδιζα τους ανθρώπους με το μέρος μου.
Την ευτυχία πρέπει να την αναζητάς. Εγώ την ανακάλυψα. Είναι στα Βρίνενα. Κάτι με τραβά. Δε θα μπορούσα να δουλεύω και να κατοικώ σε άλλο μέρος. Προσπάθησα να το κάνω, επειδή ήθελα να αποδείξω στον εαυτό μου, ότι εδώ έχω ριζώσει.
Κάποιες φορές με καταπλακώνουν σκέψεις κι αμφιβολίες, ότι όλα αυτά είναι από συνήθεια. Ακόμα κι έτσι να είναι δε συμβιβάστηκα απλώς συνήθισα. Το βρίσκω φυσικό. Και πάλι όμως παράξενο. Ίσως επειδή οι άνθρωποι είναι τόσο συνεπείς κι απλοί που αγγίζουν τα όρια του παραλόγου.
Στο χωριό υπάρχουν τρεις χώροι αναψυχής. Κάθε ένας έχει τους δικούς του πελάτες, οι οποίοι διαχωρίζονται ανάλογα με τα κομματικά τους πιστεύω, τις ποδοσφαιρικές ομάδες τις οποίες υποστηρίζουν, τα κυνηγετικά τους ενδιαφέροντα. Ο κάθε πελάτης χρόνια ολόκληρα έρχεται στη δική του ώρα το πρωί και το απόγευμα, πιστός στο ορεκτικό και το ποτό του. Δεν υπάρχουν εξαιρέσεις. Ο καθένας από τους χωρικούς έχει τους δικούς του φίλους στο τραπέζι και στην παρέα, κι αναλόγως τα δικά του θέματα προς συζήτηση κ.τ.λ. Όμως ο καθένας μέσα του κρύβει μια ανθρώπινη τραγωδία, προερχόμενη από δύο τρεις πολέμους, πείνα, θεομηνίες κι ακούραστη δουλειά στα χωράφια. Αλλά κι ο καθένας τους είναι ένα ανοιχτό βιβλίο. Τα μυστικά είναι περιττά κι άγνωστα. Έχω πρόβλημα; Το μοιράζομαι. Αν έχεις εσύ, εγώ θα σε ακούσω. Σαν μια μεγάλη οικογένεια. Ναι, τα Βρίνενα είναι ένα μεγάλο σπίτι, όπου υπάρχουν κι αρχηγοί. Το σπίτι αυτό ξεχωρίζει από τα άλλα κι έχει τα δικά του χαρακτηριστικά: οι χήρες εδώ είναι πάνω από 32(η μέτρηση έγινε κατ' επίφαση όχι εις βάθος), οι χήροι είναι 5, ένας από τους οποίους είναι στα 72 του, αρραβωνιασμένος. Αυτό το γεγονός με παρακινεί να σας εκμυστηρευτώ ότι τα Βρίνενα είναι το χωριό των ερωτιάρηδων. Αρχίζοντας από τον δίχρονο Αποστόλη, ο οποίος έχει φιλενάδα και φτάνοντας στον Κασότη, που πλησιάζει τα 70 και γνωστοποιεί σε όλους ότι ακόμη είναι ικανός άνδρας. Τα Βρίνενα είναι και χωριό των εργένηδων. Εδώ σπάνια γεννιούνται κορίτσια, όμως και οι άνδρες σπάνια παντρεύονται. Όπως κάθε κοινωνία έχουμε κι εμείς έναν παπά, έναν τρελό κ.τ.λ. Αυτή είναι η ζωή, αυτή είναι η πραγματικότητα η οποία με περιβάλλει: μια χούφτα σπίτια, η εκκλησία, η πλατεία, το νεκροταφείο, το γήπεδο και η παιδική χαρά.
Αυτά είναι τα Βρίνενα τα οποία ερωτεύτηκα κι αγαπώ και για τα οποία ήθελα να σας γράψω".
ΥΓ. Το παραπάνω απόσπασμα ανήκει στην Βουγλάρα μετανάστρια Ντανιέλα Ποπόβα. Καθώς γνωρίζουν ήδη οι αναγνώστες της στήλης, κάθε τόσο - κατόπιν επιλογής βέβαια - αναδημοσιεύουμε κάποια κείμενα απο αυτά που λαμβάνουμε. Σε κάθε περίπτωση το εν λόγω κείμενο περιλαμβάνεται σε ένα βιβλίο με τον τίτλο "Οι Βούλγαροι μετανάστες διηγούνται...", το οποίο θα κυκλοφορήσει σύντομα. Απόσπασματα απο το κείμενο δημοσιεύθηκαν σΤΑ ΝΕΑ, στις 13/09/2005. Εδώ όμως, οι λίγοι επισκέπτες του blog, μπορούν να διαβάζουν ολόκληρο το κείμενο.

Δεν υπάρχουν σχόλια: