Τετάρτη, Δεκεμβρίου 07, 2005

Mια ελληνική ιστορία από το Bιετνάμ

Τριάντα χρόνια συμπληρώνονται από το τέλος του πολέμου στο Βιετνάμ. Ο Γκουέν Ταγκ Χούι ήταν 18 χρόνων όταν οι νικητές του Βορρά μπήκαν στη Σαϊγκόν, την πρωτεύουσα των Νοτίων. Δεν ανήκε στην τάξη των νικητών. Ήταν από το Νότιο Βιετνάμ, που είχε συμμαχήσει με τους Αμερικανούς, άρα ανήκε στους ηττημένους. Στην πραγματικότητα, ανήκε στις γενιές των Βιετναμέζων που μεγάλωσαν με το μίσος: οι Νότιοι μάθαιναν πώς να μισούν τους κομμουνιστές του Βορρά, οι Βόρειοι πώς να μισούν τους «έκφυλους» του Νότου. Μέσα σε αυτό το μίσος αναμείχθηκε ο Ψυχρός Πόλεμος, Κινέζοι, Σοβιετικοί, Αμερικανοί αφήνοντας πίσω ναπάλμ, βαρβαρότητα, τρία εκατομμύρια νεκρούς και πολύ μίσος...
Τότε ο Χούι ήταν πρωτοετής φοιτητής στο Πανεπιστήμιο της Σαϊγκόν. Έζησε από κοντά το πώς, μετά το τέλος του πολέμου, οι Νότιοι έγιναν πολίτες δεύτερης κατηγορίας: εκτελέσεις, φυλακίσεις και σωφρονιστικά στρατόπεδα εργασίας ήταν η καθημερινότητα που επέβαλαν οι νικητές του Βορρά... Σε ένα τέτοιο κλίμα, ο Χούι αποφάσισε να εγκαταλείψει την πατρίδα του. Κάποια στιγμή, το καθεστώς του Χο Τσι Μινχ τα έβαλε με τους Κινέζους, αποφασίζοντας την εθνοκάθαρση της κινεζικής μειονότητας του Βιετνάμ. Ο Χούι έφυγε μαζί με τους Κινέζους, με μια ψεύτικη ταυτότητα, πληρώνοντας στους φύλακες μισό κιλό χρυσό: όλη την περιουσία της οικογένειάς του...
Πέντε ημέρες ταξίδεψε μέσα σε μια βάρκα 19 μέτρων, στην οποία επέβαιναν 400 άνθρωποι... Κατέληξε στη Μαλαισία, σε ένα στρατόπεδο προσφύγων του ΟΗΕ. Έμεινε εκεί έναν χρόνο, περιμένοντας κάποια χώρα να τον φιλοξενήσει. Μία ημέρα τον ειδοποίησαν πως θα τον εξέταζε η επιτροπή και εάν περνούσε τις «εξετάσεις», θα πήγαινε σε μια σχεδόν άγνωστη χώρα για εκείνον: στην Ελλάδα. Πέρασε τις «εξετάσεις» και στις 26 Ιουλίου 1979, στις πέντε και μισή το πρωί έφθασε στην Ελλάδα. Ο Χούι θυμάται αυτήν την ημερομηνία, όπως θυμάται την ημερομηνία γέννησής του: «Κατά κάποιον τρόπο», μου λέει, «η ξενιτιά είναι μια δεύτερη ζωή. H διαφορά είναι πως την πρώτη την επιλέγουν οι γονείς σου, τη δεύτερη την επιλέγεις ο ίδιος»...
Ο Χούι ανήκει σ' αυτούς τους ξενιτεμένους που πιστεύουν πως, σε τελευταία ανάλυση, η ξενιτιά είναι επιλογή, γι' αυτόν τον λόγο ο ξενιτεμένους, εάν θέλει να επιτύχει, πρέπει να αποφασίσει πως δεν υπάρχει πια επιστροφή. Αυτό αποφάσισε και εκείνος. Έμαθε τη γλώσσα, τα έθιμα, τη νοοτροπία της νέας πατρίδας του - διατηρώντας όμως τη δική του βουδιστική θρησκεία - και δούλευε διπλά από τους ντόπιους: γιατί ξεκινούσε από το μηδέν, μόνο με τα ρούχα και τις επώδυνες μνήμες του. Έκανε κάθε είδους δουλειά και σήμερα είναι διευθυντής μιας εταιρείας, του Golden Phoenix, που διευθύνει μια αλυσίδα εστιατορίων στην Αθήνα.
H ιστορία του Χούι αποτελεί μια καταπληκτική success story της μετανάστευσης στην Ελλάδα. Αποφάσισα να την αφηγηθώ γιατί τη βρήκα άκρως ενδιαφέρουσα και παραδειγματική για ντόπιους και μετανάστες. Αλλά και για έναν επιπρόσθετο λόγο. Αυτό που βοήθησε τον Χούι να πετύχει ήταν η εργατικότητα, η εξυπνάδα του και η τύχη: «Γιατί η ξενιτιά είναι κάπως σαν τον τζόγο», λέει. Ήταν όμως και το γεγονός πως ξεκίνησε τη ζωή του στην Ελλάδα με άδεια παραμονής: ένα «προνόμιο» που δυστυχώς δεν το έχουν οι περισσότεροι μετανάστες σήμερα. Και μια λεπτομέρεια: εάν ίσχυαν οι διατάξεις του νέου μεταναστευτικού νόμου, τότε ο Χούι δεν θα τα κατάφερνε ποτέ. Ο καινούργιος νόμος θέτει στους μετανάστες απαγορευτικούς όρους για να ανοίξουν δική τους επιχείρηση, συν το ότι τους απαγορεύει να αλλάξουν νομό (!): κοντολογίς, κάθε πέρσι και καλύτερα. Και μη χειρότερα...
ΤΑ ΝΕΑ , 06/12/2005

1 σχόλιο:

Donnie είπε...

"Ήταν όμως και το γεγονός.....μη χειρότερα..."
Entyposiako to telos tou arthrou. Sygxaritiria akoma mia fora gia thn oraia kai prosegmeni doulia sas.