Τρίτη, Μαΐου 31, 2005

Σε ποιον ανήκει το «καπλάνι»;

Την περασμένη εβδομάδα ή στήλη την πέρασε, ξανά, πολύ βαλκανικά. Στη πανέμορφη Καβάλα. Εκεί μαζεύτηκαν Πανεπιστημιακοί, γνωστοί δημοσιογράφοι και φοιτητές δημοσιογραφίας από όλα τα Βαλκάνια, προσπαθώντας να γνωρίσουν ο ένας τον άλλον και να ιδρύσουν ένα εναλλακτικό διαβαλκανικό δίκτυο ενημέρωσης. Η πρωτοβουλία ανήκει στο Τμήμα Δημοσιογραφίας του Παντείου Πανεπιστημίου, ενώ η Νομαρχία της Καβάλας προσέφερε γενναιόδωρα την οικονομική υποστήριξη. Το εν λόγω διαβαλκανικό δίκτυο ονομάστηκε: «Επικοινωνία πέρα από τα σύνορα». Και τα σύνορα σε αυτή την περίπτωση δεν είναι μόνο τα γεωγραφικά. Έτσι και αλλιώς και ευτυχώς, αυτά έχουν γίνει ήδη πορώδη. Εκείνα που επιμένουν είναι κυρίως τα σύνορα των κληρονομημένων στερεοτύπων, φοβιών και προκαταλήψεων. Τα σύνορα των συμφερόντων που θέλουν τους Βαλκάνιους να μην γνωρίζουν αλλά να μισούν αλλήλους…
***
Σε τέτοιες συναντήσεις, συνήθως, οι πιο ενδιαφέρουσες συζητήσεις γίνονται «εκτός εργασιών». Ένα βράδυ λοιπόν, και ενώ είχαμε μαζευτεί μια μεγάλη βαλκανική παρέα, η κουβέντα ήρθε τυχαία στο επίθετό μου: από πού προέρχεται και σε ποιόν ανήκει το επίθετο Καπλάνι; Σχεδόν όλοι το διεκδικούσαν ως δικό τους… Τότε διηγήθηκα στην παρέα ότι ένα από τα πράγματα που με είχαν εντυπωσιάσει όταν πρωτοήρθα στην Ελλάδα ήταν το γεγονός πως μόλις άκουγαν το επίθετό μου αρκετοί συνομιλητές με ρωτούσαν: «Μήπως έχεις ελληνικές ρίζες γιατί το επίθετο Καπλάνης είναι πολύ γνωστό στην Ελλάδα;». Απαντούσα με ένα «ποιος ξέρει;», αφού ποτέ δεν με είχε απασχολήσει η προέλευση του επιθέτου μου. Τότε όμως, σπρωγμένος και από την περιέργεια, αποφάσισα να κάνω μια πρόχειρη «επιστημονική» έρευνα. Και έτσι ανακάλυψα πως το «καπλάνι» είναι σημιτικής προέλευσης. Στα εβραϊκά σημαίνει «αρχηγός της φυλής» και στα αραβικά «τίγρης». Για το τελευταίο με έχει διαβεβαιώσει και η γνωστή συγγραφέας Άλκη Ζέη. Συναντηθήκαμε κάποτε σε κάποια εκδήλωση και μόλις άκουσε το Καπλάνι μου είπε: «ξέρετε ότι έχω γράψει ένα βιβλίο με το επίθετό σας, «Το καπλάνι της βιτρίνας»;». Της απάντησα πως το είχα διαβάσει και πως είναι από τα πιο αγαπημένα μου βιβλία.
***

Χάρη στην έρευνά μου ανακάλυψα επίσης πως το «καπλάνι» είναι πανβαλκανικό. Στην Αλβανία το βρίσκεις ως Καπλλάνι (με δυο –λ), στην Ελλάδα ως Καπλάνης, στην Τουρκία ως Καπλάν ή Καπλάνογλου, στην Σερβία και το Μαυροβούνιο ως Καπλάνοβιτς, στην Βουλγαρία και την FYROM ως Καπλάνοφ ή Καπλανόφσκι. Ένα επίθετο λοιπόν που παραπέμπει στην «αβάσταχτη ομοιότητα» των Βαλκάνιων μεταξύ τους. Γιατί η ομοιότητα αυτή αποτελεί την ευλογία, αλλά ταυτόχρονα και την κατάρα τους. Ο Φρόυντ μιλά για τον «ναρκισσισμό των μικρών διαφορών»: «οι μικρές διαφορές ανάμεσα σε ανθρώπους που μοιάζουν συγκροτούν την βάση του αισθήματος ξενότητας και εχθρότητας ανάμεσά τους». Ίσως – ποιος ξέρει; –να έρθει μια εποχή κατά την οποία η φράση αυτή θα βρίσκεται ως προοίμιο στα ιστορικά σχολικά βιβλία των Βαλκανικών χωρών… Όσο για τους δημοσιογράφους δεν είναι δική τους δουλειά να γράψουν ή να ξαναγράψουν την Ιστορία. Η Ιστορία είναι εκεί με τις δικές της καταστροφές αλλά και τις δικές της συμφιλιώσεις. Αυτό που μπορούν να κάνουν όμως είναι να μην μετατρέψουν την Ιστορία σε Υστερία…

ΥΓ. Το «καπλάνι» της Άλκη Ζέη έχει δυο μάτια: ένα μαύρο και ένα ολογάλανο. Όταν κοιτά τον κόσμο με το μαύρο μάτι φέρνει την καταστροφή. Όταν τον κοιτά με το ολογάλανο μάτι φέρνει συμφιλίωση και ευημερία. Είναι μια μεταφορά που θα μπορούσε να ταιριάξει τέλεια στο βλέμμα με το οποίο αντικρίζουν αλλήλους οι Βαλκάνιοι: καιρός είναι λοιπόν να ανοίξουν το ολογάλανο μάτι, εάν δεν θέλουν μια ζωή να βγάζουν ο ένας τα μάτια του άλλου…
TA NEA, 31/05/2005

Τρίτη, Μαΐου 24, 2005

Τα Βαλκάνια, η Ευρώπη και το Σύνταγμα

Την εβδομάδα που μας πέρασε είχα την ευκαιρία να συνομιλήσω εδώ στην Αθήνα με τον Λουάν Σταρόβα. Έναν βαλκάνιο συγγραφέα που είναι πολύ γνωστός στην Γαλλία και (σχεδόν) άγνωστος στην Ελλάδα. Αν και η πόλη στην οποία ζει, τα Σκόπια, απέχει μόνο διακόσια χιλιόμετρα από τη Θεσσαλονίκη. Ο Σταρόβα ανήκει σε αυτούς τους ανθρώπους που, κατά κάποιον τρόπο, είναι «καταδικασμένοι» να γράψουν. Και αυτό κάνει. Γράφει και περιγράφει, με μυθιστορηματικό τρόπο, την πραγματική ιστορία της οικογένειάς του.
***
Ο Σταρόβα προέρχεται από μια οικογένεια αλβανικής καταγωγής – το επίθετό του όμως «προδίδει» σλάβική προέλευση. Στα χρόνια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας οι προγονοί του αλλαξοπίστησαν, εξασφαλίζοντας μια λαμπρή καριέρα στην οθωμανική ιεραρχία (ο θείος του πατέρα του, ο Φετχί Οκιγιάρ, ήταν από τους πιο στενούς συνεργάτες του Κεμάλ Ατατούρκ). Η κατάρρευση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας έκανε την οικογένεια, κυριολεκτικά, χίλια κομμάτια. Μερικά σημαίνοντα μέλη της ασπάστηκαν τον τουρκικό εθνικισμό, άλλα τον αλβανικό, άλλα τον σλαβικό και κάποιοι άλλοι επέλεξαν την ξενιτιά: Αυστραλία ή Αμερική.
***
Ο Σταρόβα γεννήθηκε το 1941 στις όχθες της λίμνης Οχρίδα, στην Αλβανική πλευρά. Ο πατέρας του ήταν από τους λίγους Αλβανούς μπέηδες που τόλμησαν να έρθουν σε ανοιχτή ρήξη με τους Ιταλούς φασίστες και τους ναζί. Αλλά αυτό δεν τον έσωσε από τις διώξεις του καθεστώτος του Ενβέρ Χότζα. Στην ηλικία των 5 ετών ο Σταρόβα γνώρισε και αυτός την ξενιτιά, περνώντας στην άλλη πλευρά της Οχρίδας, στην Γιουγκοσλαβία του Τίτο. Έζησε στα Σκόπια και μορφώθηκε στα σερβο-κροατικά. Έμαθε έτσι να συμφιλιώσει μέσα του δυο «ταυτότητες εν πολέμω»: την σλαβική και την αλβανική. «Πες μας τι είσαι;» - τον ρωτούν επίμονα οι εθνικιστές των δυο πλευρών; Την απάντηση δίνει σε κάποιο από τα βιβλία του η Βαλκάνια μάνα. Την ρωτούν: «ποια είναι η πραγματική σου πατρίδα;». Και εκείνη απαντά: «εκείνη όπου μεγαλώνουν τα παιδιά μου». Την ρωτούν: «ποιος είναι ο πραγματικός λαός σου;». Και εκείνη απαντά: «εκείνος με τον οποίο ζω κάθε μέρα». Είναι η απάντηση μιας γυναίκας που γνώρισε όλες τις βαλκανικές γλώσσες, αμέτρητες σφαγές και ξεριζωμούς και που είδε όλες τις Αυτοκρατορίες να διαπερνούν από τα Βαλκάνια: την Οθωμανική, την Αυστρο-Ουγγρική, την φασιστική, την σταλινική…
***
Σήμερα ο Σταρόβα ζει ανάμεσα στα Σκόπια και το Παρίσι. «Οι Γάλλοι φίλοι μου» - λέει – «προσπαθούν να καταλάβουν γιατί δεν μπορούμε να ξεπεράσουμε το παρελθόν εμείς οι Βαλκάνιοι. Τους εξηγώ πως χρειαζόμαστε χρόνο. Δεν είναι θέμα DNA, είναι απλώς θέμα ιστορικού ετεροχρονισμού. Το πρώτο βήμα είναι να συνηθίσουμε να λύσουμε τις διαφορές μας με λόγια και όχι με σφαίρες. Οι Γάλλοι και οι Γερμανοί χρειάστηκαν να πατήσουν πάνω από εκατομμύρια πτώματα για να καταλήξουν στο όραμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Και η Ευρωπαϊκή Ένωση, παρ’όλο τις τεράστιες αδυναμίες και τα λάθη της, είναι για τους Βαλκάνιους μια ανεπανάληπτη ευκαιρία για να βρουν επιτέλους ένα modus videndi, χωρίς άλλες αλληλοσφαγές και ξεριζωμούς». Aν περάσει το «όχι» ενάντια στο Ευρωπαϊκό Σύνταγμα θα έχουμε λιγότερη Ευρώπη, άρα περισσότερο εθνικισμό στα Βαλκάνια. Ο Γάλλος σοσιαλιστής Φρανσουά Χολάντ είπε πως σε περίπτωση που επικρατήσει το «όχι» θα επακολουθήσει στην Ευρώπη «ένας μακρύς ύπνος και μια μακρά νύχτα»… Μην εκπλαγείτε, λοιπόν, εάν αρκετοί άνθρωποι στα Βαλκάνια θα περιμένουν τα αποτελέσματα του γαλλικού δημοψηφίσματος με ένα κερί στο χέρι…


ΥΓ. Στην Ελλάδα έχει εκδοθεί από τις εκδόσεις Πατάκη το βιβλίο του Λ. Σταρόβα «η εποχή των αιγών». Στην Αθήνα βρέθηκε ως καλεσμένος του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου.
TA NEA, 24/05/2005

Τρίτη, Μαΐου 17, 2005

«Ακρίβυναν και οι Αλβανοί»…

Ημέρα Πέμπτη. Βραδινό δελτίο ειδήσεων. Η κάμερα δείχνει κάμπους και αγρότες, Έλληνες και μετανάστες. Κάπου εκεί στην Λάρισα, κάπου εκεί στην Κρήτη. Η είδηση είναι σύντομη: οι Αλβανοί μετανάστες ζητούν μεγαλύτερα μεροκάματα. Η λεζάντα νοηματοδοτεί την είδηση: «Ακρίβυναν και οι Αλβανοί. Ζητούν κρουασάν και εμφιαλωμένο νερό»… Ακολουθούν δηλώσεις: «θα πάρουμε Πολωνούς. Εάν επιμείνουν θα τους απελάσουμε»… Τέλος. Περνάμε στην άλλη είδηση…
***
Μπερδεμένες εποχές: οι Κινέζοι πωλούν φθηνά, οι Αλβανοί πωλούνται ακριβά… Και στο νου μου τριγυρίζει εκείνη η λεζάντα: «ακρίβυναν και οι Αλβανοί». Ειδικά εκείνο το μικροσκοπικό και: βγάλτε το και θα δείτε την διαφορά… Φαντάζομαι τον/την δημοσιογράφο να κάθεται μπροστά στο κομπιούτερ, στριμώχνοντας το μυαλό του για να βρει μια πιασάρικη λεζάντα. Και πράγματι, εκείνο το και είναι όλα τα λεφτά… Με αυτή την λεζάντα τελειώνει και για αυτόν μια άλλη κουραστική μέρα δουλειάς… Γιατί ο λεζαντογράφος είναι και αυτός βιοπαλαιστής και ίσως δεν ανταμείβεται αρκετά… Από μια άποψη, είναι και αυτός ο «Αλβανός» της βιομηχανίας του θεάματος…
***
«Ακρίβυναν και οι Αλβανοί». Όπως λέμε «ακρίβυναν και οι πατάτες»… Είναι αυτό το μικροσκοπικό και που ξαφνικά καθιστά τεράστιο το χάσμα ανάμεσα στους ιθαγενείς και τους μετανάστες, ανάμεσα στους εργοδότες και τους εργάτες, ανάμεσα σε αυτούς που έχουν δικαίωμα να βελτιώσουν την ζωή τους και στους άλλους που δεν το έχουν… Ο λεζαντογράφος όμως δεν το φιλοσόφησε τόσο πολύ. Απλώς δεν πέρασε ποτέ από το μυαλό του ότι και οι Αλβανοί έχουν αξιοπρέπεια. Ότι όπως αυτός θέλει να βελτιώσει την ζωή του, έτσι θέλουν και οι Αλβανοί, και οι Πακιστανοί, και οι Κινέζοι, και οι Πολωνοί…
***
Μια μέρα πριν διαβάζω την εν λόγω λεζάντα είχα περάσει από τις εκδόσεις Κατάρτι για να αγοράσω το βιβλίο του Ζήση Παπανικολάου για τους Έλληνες απεργούς ανθρακωρύχους στο Κολοράντο της Αμερικής, στις αρχές του αιώνα και τον ηγέτη τους, τον Λούι Τίκα. Δεν ήταν το αληθινό του όνομα. Τον έλεγαν Ηλία Αναστασίου Σπαντουδάκι. Το άλλαξε ίσως για να πάρει την αμερικανική ιθαγένεια. Δολοφονήθηκε από τους πληρωμένους δολοφόνους των εργοδοτών γιατί ήθελε οι Έλληνες μετανάστες να μην υποχωρήσουν από τα αιτήματά τους για μεγαλύτερα μεροκάματα και καλύτερες συνθήκες εργασίας. Μια μερίδα του τοπικού Τύπου χλεύαζε τους Έλληνες μετανάστες. Μέχρι τότε εκείνοι ήταν οι πιο φθηνοί και ενίοτε οι εργοδότες τους χρησιμοποιούσαν ως απεργοσπάστες. Ξαφνικά αποφάσισαν να γίνουν και εκείνοι ακριβοί. Ο Τύπος (τότε δεν υπήρχε η ιδιωτική τηλεόραση) τους περίελουζε με διάφορα επίθετα: «νεοφερμένοι», «καφετζήδες», «κίτρινοι εργάτες», «αιμοδιψείς», «ντεν καταλαβαίνει»… Οι μετανάστες αυτοί ήταν νεαρά παιδιά, αγρότες στην πλειοψηφία τους, που έτρεμαν τις κατολισθήσεις στα ανθρακωρυχεία, τον σωματικό ακρωτηριασμό, περισσότερο όμως έτρεμαν την αποτυχία. Γιατί στην ξενιτιά είχαν πάει για να μαζέψουν λεφτά και όχι ασφάλεια…
***
Μετά από ογδόντα χρόνια περίπου, ένας από τους απογόνους αυτών των μεταναστών, ο Ζήσης Παπανικολάου, καθηγητής στο τμήμα Liberal Arts του San Francisco Art Institute, με άκρα ποιητικότητα «ξεθάβει» άγνωστα γεγονότα και πρόσωπα ανώνυμα, μουχλιασμένες φωτογραφίες και ξεχασμένες λεζάντες, μετατρέποντάς τα σε Ιστορία. Ποιος ξέρει, εάν μετά από ογδόντα χρόνια, κάποιος απόγονος εκείνων των αγροίκων μεταναστών από την Αλβανία ή την Ινδία δεν θα κάνει το ίδιο. Και, ίσως, ψάχνοντας θα σκοντάψει και στην λεζάντα αυτή: «ακρίβυναν και οι Αλβανοί». Ίσως εκείνος χρησιμοποιήσει την λεζάντα ως τίτλο του βιβλίου του. Η ειρωνεία της μοίρας είναι πως τότε, χάρη σε αυτούς τους μετανάστες με τα πρόσωπα ταλαιπωρημένα από την στέρηση και τον ήλιο, ίσως θα μπεις στην Ιστορία κι εσύ, αγαπητέ συνάδελφε…
TA NEA, 17/05/2005

Τρίτη, Μαΐου 10, 2005

Η τραγική ανοησία της Ιστορίας

Εξήντα χρόνια συμπληρώθηκαν από την νίκη επί του ναζισμού στην Ευρώπη. Και ένας ιδιότυπος «ιστορικός πόλεμος» ξέσπασε ξαφνικά ανάμεσα στον Πούτιν και τον Μπους. Ο πρώτος παραπέμπει στην ιστορική αλήθεια: τον ναζισμό τον νίκησε ουσιαστικά η Σοβιετική Ένωση. Και έτσι είναι. Ο δεύτερος παραπέμπει στην ηθική της ιστορίας: την νίκη της Σοβιετικής Ένωσης επακολούθησε η επιβολή του ολοκληρωτισμού στην μισή Ευρώπη. Και έτσι είναι. Και ο ένας και ο άλλος προβάλλουν όμως εκείνο το κομμάτι της ιστορικής αλήθειας που τους ενδιαφέρει. Παρά τις διαφορές τους επιδιώκουν το ίδιο πράγμα: την υπόταξη του παρελθόντος και της μνήμης στις πολιτικές σκοπιμότητες του παρόντος. Έτσι και αλλιώς δεν είναι η πρώτη και ούτε η τελευταία φορά που γίνεται κάτι τέτοιο. Ειδικά μετά το 1990 και το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, ζούμε σε μια εποχή όπου το «παιχνίδι της μνήμης» έχει αναχθεί σε μόδα. Δύσκολα βρίσκεις σήμερα Κράτη ή εθνο-πολιτισμικές ομάδες που να μην καταπιάνονται με το παρελθόν, όχι από ιστορικό ενδιαφέρον, αλλά για να εξασφαλίζουν μέσα στην Ιστορία την θέση του απόλυτου καλού, του απόλυτου θύματος ή του απόλυτου ήρωα…
***
Στο νέο βιβλίο του Μίλαν Κούντερα, «Η Κουρτίνα»*, που μόλις κυκλοφόρησε στην Γαλλία, υπάρχει ένα κείμενο το οποίο φαίνεται σαν να έχει γραφτεί αποκλειστικά για την περίσταση. Ο Κούντερα μιλά για το τραγικό νόημα της ανθρώπινης Ιστορίας. Τι είναι όμως το τραγικό; Η διαμάχη ανάμεσα στον Κρέοντα και την Αντιγόνη αποτελεί το διαχρονικό πρότυπο του τραγικού: οι δυο ανταγωνιστές συγκρούονται και ο καθένας υπερασπίζεται την δικιά του σχετική, μερική αλήθεια. Αλλά στα μάτια του καθενός από τους δυο η σχετική αυτή αλήθεια αποτελεί μια απόλυτη αλήθεια, η οποία μπορεί να επιβληθεί μόνο υπό έναν όρο: την καταστροφή του αντιπάλου. Επομένως, ο Κρέων και η Αντιγόνη, είναι ταυτόχρονα δίκαιοι και ένοχοι. Είναι προς τιμήν των τραγικών ηρώων να είναι ένοχοι – γράφει ο Χέγκελ. Και πράγματι, μόνο η βαθιά συνείδηση της ενοχής μπορεί να καθιστά δυνατή την συμφιλίωση στο μέλλον…
***
Το να δεις τις ανθρώπινες συγκρούσεις πέρα από το αφελές σχήμα της σύγκρουσης ανάμεσα στο καλό και το κακό, να κατανοήσεις την ανθρώπινη ιστορία υπό το πρίσμα της τραγωδίας, αυτό αποτέλεσε την καταπληκτική σύλληψη και κατάκτηση των αρχαίων Ελλήνων και του ανθρώπινου πνεύματος. Το τραγικό νόημα της ανθρώπινης Ιστορίας μας αποκαλύπτει προπαντός την μοιραία ατέλεια και μερικότητα της ανθρώπινης αλήθειας. Αλλά ο ηθικός μανιχαϊσμός, που αρέσκεται να παρουσιάζει την ανθρώπινη Ιστορία ως μια αιώνια σύγκρουση ανάμεσα στο καλό και το κακό, φαίνεται πως είναι ακατανίκητος. Ο Κούντερα θυμάται πως μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο είχε δει στην Πράγα την «Αντιγόνη» του Σοφοκλή, όπου ο Κρέων είχε μετατραπεί σε έναν φαύλο φασίστα και η Αντιγόνη σε μια ηρωίδα της ελευθερίας. Γενικά, η πολιτική «εργαλειοποίηση» της Αντιγόνης μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο ήταν πολύ της μόδας. Ο Χίτλερ και ο ναζισμός δεν έφεραν μόνο ανείπωτο τρόμο στην Ευρώπη, λεηλάτησαν και το τραγικό νόημα της ανθρώπινης Ιστορίας. Κατά το παράδειγμα της μάχης ενάντια στον ναζισμό, όλη η σύγχρονη πολιτική ιστορία, οι πόλεμοι, οι συγκρούσεις, εμφύλιες ή μη, προβάλλονται και βιώνονται σαν μια μάχη του καλού ενάντια στο κακό… «Εγώ συχνά λέω στον εαυτό μου» - γράφει ο Κούντερα – «το τραγικό μας έχει εγκαταλείψει. Και αυτό, ίσως, αποτελεί την πραγματική τιμωρία»…
* Milan Kundera, Le Rideau, Gallimard
TA NEA, 10/05/2005

Τρίτη, Μαΐου 03, 2005

Οι νεο-μέτοικοι της Αθήνας

Δεν ξέρω εάν έχετε δει το ντοκιμαντέρ «Μασσαλία, μακρινή μου κόρη» του Μάρκο Γκαστίν. Αφηγείται την ιστορία των Ελλήνων μεταναστών της Μασσαλίας. Το είδα πρόσφατα και το βρήκα υπέροχο. Εκτός αυτού, ήταν μια ευκαιρία να γνωρίσω τον ίδιο τον σκηνοθέτη. Και να συζητήσουμε για τους μέτοικους, αφού είμαστε και οι δυο μέτοικοι. Ο Γκαστίν ήρθε στην Αθήνα από το πασίγνωστο και υπέροχο Παρίσι για να μείνει μόνο δυο μήνες: συμπλήρωσε ήδη είκοσι έξι χρόνια… Εγώ ήρθα στην Αθήνα από την παγκοσμίως και απολύτως άγνωστη Λούσνια της Αλβανίας. Δεν ήξερα πόσο θα έμενα, δεν ήξερα καν εάν θα μου επέτρεπαν να μείνω. Συμπλήρωσα ήδη δεκαπέντε χρόνια… Τα τελευταία χρόνια μάλιστα πάσχω από ένα παράξενο «σύνδρομο»: κάθε φορά που βρίσκομαι στο εξωτερικό μου λείπει η Αθήνα. Το ξέρω, είναι μια πόλη με καυσαέριο και χωρίς πολύ πράσινο: αλλά να που εμένα μου λείπει. Η Αθήνα είναι πλέον το «θέατρο» της ζωής μου. Εάν με ρωτούσε κανείς για την ταυτότητά μου, τότε θα απαντούσα: «είμαι Αθηναίος»… Τι, σας φαίνεται αλλόκοτο; Έτσι και αλλιώς η Αθήνα δεν ήταν ποτέ μονοπολιτισμική: πάντα ήταν πολύγλωσση και φιλοξενούσε μεταναστεύσεις, εσωτερικές και εξωτερικές… Μετά το 1990 έχει γίνει μια από τις πιο πολυπολιτισμικές πόλεις του Νότου… Άλλωστε, ελάχιστοι σε αυτή την πόλη είναι πραγματικά «ιθαγενείς». Οι κάτοικοι της Αθήνας, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, είναι μέτοικοι: παλαιοί-μέτοικοι και νεο-μέτοικοι…
***
Ο Γκαστίν και εγώ είμαστε νεο-μέτοικοι. Οι καλύτεροι φίλοι μας είναι ανάμεσα στους παλαιούς-μετοίκους. Έχουμε όμως και κάποιες «διαφορές» με τους παλαιούς-μετοίκους. Σ’εμάς η Αθήνα αρέσει περισσότερο – ή τουλάχιστον έτσι μας φαίνεται. Ίσως γιατί, όπως οι Πέρσες του Μονστεσκιέ, εμείς βλέπουμε πλευρές της Αθήνας που το βλέμμα του παλαιού μετοίκου δεν τις βλέπει λόγω της ρουτίνας. Το δεύτερο είναι πως μερικοί παλαιοί μέτοικοι – ηθελημένα ή άθελά τους - μας υπενθυμίζουν πως είμαστε ξένοι. Βέβαια στον Γκαστίν του το υπενθυμίζουν με διαφορετικό τρόπο: γιατί αλλιώς είναι να’σαι νεο-μέτοικος εκ Παρισίων και αλλιώς νεο-μέτοικος εξ Αλβανίας. Στη δεύτερη περίπτωση, μπορεί να σε αντιμετωπίσουν όπως αντιμετώπισαν τους Έλληνες μετανάστες της Μασσαλίας…
***
«Εμάς δεν μας έδιναν δουλειά ούτε ως λιμενεργάτες» - αφηγείται ένας από αυτούς. «Μας αποκαλούσαν «sale race» («βρώμικη φάρα») και οι πιο ρατσιστές ήταν οι Ιταλοί, που είχαν φάει τον ρατσισμό με το κουτάλι όταν πρωτόφθασαν στην Μασσαλία… «Εάν παραπονιόμασταν» - αφηγείται ένας άλλος – «μας έλεγαν: «εάν δεν σας αρέσει εδώ πηγαίνετε εκεί απ’όπού ήρθατε»... Οι γονείς μας, για να μην υποστούμε τον ρατσισμό, μας έλεγαν να μην μιλήσουμε ελληνικά έξω από το σπίτι… Εμείς θέλαμε να αποδείξουμε στους Γάλλους πως είμαστε άξιοι για αυτή την κοινωνία, γι’αυτό στο σχολείο διαβάζαμε γαλλικά περισσότερα απ’ο,τι διάβαζαν οι Γάλλοι». Οι Έλληνες της Μασσαλίας τα κατάφεραν χάρη στο θαυμαστό πείσμα και την μεγάλη εργατικότητά τους. Τώρα είναι Γάλλοι πολίτες, παλαιοί μέτοικοι της Μασσαλίας. Τα παιδιά τους δεν προτιμούν τις ταπεινές δουλειές που έκαναν οι γονείς και οι παππούδες τους: εκείνες τώρα είναι για τους νεο-μετοίκους που έρχονται. Γιατί η ξενιτιά χαράσσει συνεχώς νέους κύκλους, περνώντας όμως από τις ίδιες διαδρομές και νομοτέλειες. «Στον δρόμο μου συνάντησα τον πόνο, που με σπρώχνει πάντα πιο μπροστά» - λένε οι στοίχοι του άσματος που κλείνει την ταινία και που τραγουδούν οι παλαιοί μέτοικοι της Μασσαλίας. Αυτή η «συνάντηση» με τον πόνο που μας πηγαίνει πάντα πιο μπροστά είναι η κατεξοχήν συνθήκη της ανθρώπινης ύπαρξης: και ο τρόπος αφήγησης αυτής της «συνάντησης» είναι η ίδια μας η μνήμη…
TA NEA, 03/05/2005