Τρίτη, Ιουνίου 28, 2005

«Ο Kανταρέ έχει αδυναμία στις ιερόδουλες»

Αφιερωμένο στους νοσταλγούντες το Τείχος του Βερολίνου
Δεν πρόλαβε να κοπάσει ο απόηχος από την απονομή του διεθνούς βραβείου Man Booker στον Ισμαήλ Κανταρέ και στον αλβανικό Τύπο δημοσιεύτηκε ένας «μυστικός φάκελος», για το πώς ο Σύνδεσμος των Συγγραφέων της Αλβανίας έκρινε το έργο του λογοτέχνη (Ο Σύνδεσμος των Συγγραφέων ήταν ένας πανίσχυρος θεσμός στα χρόνια του ολοκληρωτισμού στην Αλβανία και λειτουργούσε σαν άτυπη αστυνομία της λογοτεχνικής παραγωγής).
Το 1975 η κομματική οργάνωση του κόμματος συνεδρίασε εκτάκτως για να αξιολογήσει το έργο και την προσωπικότητα του Κανταρέ. Τα πρακτικά αυτής της συνεδρίασης είδαν για πρώτη φορά το φως της δημοσιότητας πριν από μερικές ημέρες. Εκτός των άλλων, μας δίνουν μια σαφή ιδέα για τις συνθήκες στις οποίες ήταν αναγκασμένος να δημιουργήσει ο Κανταρέ. Παραθέτουμε αποσπάσματα από αυτό το σπάνιο ντοκουμέντο - τα σχόλια περιττεύουν...
«I. Τα βαριά λάθη του Κανταρέ
1. Ο Κανταρέ δεν γνωρίζει τον μαρξισμό... Δεν γνωρίζει τη γραμμή του κόμματος ούτε στη θεωρία ούτε στην πράξη. Αυτός αντικαθιστά τη γραμμή του κόμματος με τις αστικές και ρεβιζιονιστικές θεωρίες.
2. Αμέσως μετά το Τέταρτο Συνέδριο του Κόμματος έγραψε κάποια ποιήματα με καλό προπαγανδιστικό σκοπό. Νόμισε όμως πως το κόμμα χαλάρωσε τη γραμμή του για τη λογοτεχνία και την τέχνη και άρχισε πάλι να εισάγει φιλελεύθερες ιδέες στα έργα του.
3. Ο Κανταρέ δεν έβγαλε μαθήματα από το Τέταρτο Συνέδριο του Κόμματος. Νομίζει πως η ιμπεριαλιστική περικύκλωση ισχύει μόνο για μας και όχι για αυτόν... Επιπλέον, δεν αισθάνεται πως υπάρχει η ιμπεριαλιστική περικύκλωση.
4. Το πάθημα δεν του έγινε ποτέ μάθημα... Από αλαζονεία δεν αποδέχθηκε ποτέ ότι έκανε λάθη στα βιβλία του «Το Τέρας» και «Πρόκληση».
5. Αυτός βλέπει και παρουσιάζει την Αλβανία και τους Αλβανούς με τη ματιά του ξένου τουρίστα. Πιστεύει πως ο σοσιαλιστικός θετικός ήρωας ξευτελίζει το λογοτεχνικό έργο, πως το μετατρέπει σε συνθηματολογία.
6. Δεν αγαπά τους απλούς ανθρώπους. Δεν αξιώνει καν να μπει στον κόσμο τους, δεν γνωρίζει την ταλαιπωρία και την εργασία... Είναι δύσκολο να βρεις στο έργο του τον απλό λαϊκό άνθρωπο έτσι ώστε να τον συμπαθείς, να τον μιμηθείς. Αντί αυτού ρέπει προς τους αναπήρους, τους ηλίθιους, τους μουγκούς. Έχει αδυναμία στους ηθικά ανάπηρους: τις ιερόδουλες, τους ευτελείς τύπους και τους αλήτες.
7. Κάνει μια κλειστή ζωή, διανοουμενίστικη, μισοαστική και όχι σύμφωνα με τα πρότυπα της χώρα μας... Γι' αυτό και έχει ελάχιστους φίλους ή δεν έχει καθόλου. Πιστεύει πως όλοι τον βρίζουν και συνωμοτούν εναντίον του. Αρέσκεται μόνο να τον χαϊδέψουν. Είναι πολύ ατομικιστής και του αρέσουν τα προνόμια.
8. Οι κριτικοί ήταν πάντα ανεχτικοί μαζί του... Κάποιοι φοβητσιάρηδες και γλείφτες έχουν παραμελήσει την γραμμή του κόμματος μπροστά στον Κανταρέ... Αυτό τον έχει κάνει αλαζονικό.
9. Οι δημοσιεύσεις των βιβλίων του στο εξωτερικό τον έχουν κάνει να πετά στα σύννεφα. Αυτός δεν τα βλέπει αυτά ως επιτυχία της εθνικής λογοτεχνίας μας αλλά ως ατομικό κατόρθωμα. Παραγνωρίζει το γεγονός πως εμείς, το δικό μας κράτος, έχει μεταφράσει τα έργα του. Εάν δεν ήμασταν εμείς, κανείς δεν θα ασχολιόταν με τα έργα του...
10. Δεν γνωρίζει τη ζωή και ούτε προσπαθεί να την γνωρίσει. Εκείνος θεωρεί πως το νόημα της ζωής είναι να την ζεις έντονα αλλά μόνο στους κύκλους των διανοουμένων. Γι' αυτόν τον λόγο δεν τον ενδιαφέρει καθόλου να βγει εκτός Τιράνων, να πάει σε πόλεις και χωριά, να γνωρίσει καινούργιους ανθρώπους και να συνομιλήσει μαζί τους. Μη γνωρίζοντας τους ανθρώπους δεν γνωρίζει ούτε τα πιο στοιχειώδη πράγματα για την πάλη των τάξεων...
II. Πώς πρέπει ο Κανταρέ να αποφύγει τα βαριά λάθη και να μπει στον σωστό δρόμο;
1. Πρέπει να μελετήσει με δημιουργικό τρόπο τον μαρξισμό-λενινισμό και τις οδηγίες του κόμματός μας. Να πιστέψει απολύτως σε αυτές και να μην έχει ψευδαισθήσεις.
2. Πρέπει να γνωρίζει τη ζωή, να νιώθει πραγματικά τα προβλήματα της χώρας και τη ζωή του εργάτη.
3. Πρέπει να του ασκηθεί κριτική σύμφωνα με τις αρχές μας και ο Κανταρέ να μη θεωρήσει τον εαυτό του υπεράνω κριτικής και αρχών.
4. Πρέπει να διώξει από το μυαλό του την σκέψη πως όλοι είναι άδικοι απέναντί του και πως θέλουν να τον βλάψουν παρασκηνιακά.
5. Πρέπει να πλησιάζει περισσότερο τους συντρόφους και να μην ακούει κουτσομπολιά.
«Ποίημα μόνο σε ένα αντίγραφο
«Ο επιμελητής κειμένων A. Μυφτίου πριν από μερικούς μήνες έδωσε για δημοσίευση το εχθρικό ποίημα του Κανταρέ "Οι κόκκινοι Πασάδες"», αναφέρει ο φάκελος του Κανταρέ. «Ύστερα από παρέμβαση του Συνδέσμου των Συγγραφέων αναγκάστηκε να το αποσύρει. Όταν τον καλέσαμε να δώσει εξηγήσεις είπε πως και ο ίδιος είχε αμφιβολίες για τα υπονοούμενα του ποιήματος. Αλλά όταν είχε αμφιβολίες γιατί το έστειλε για έκδοση; Αφού είχε αμφιβολίες γιατί δεν ειδοποίησε τον πρόεδρο του Συνδέσμου Συγγραφέων; Γιατί δακτυλογράφησε το εν λόγω ποίημα μόνο σε ένα αντίτυπο, όταν σύμφωνα με τον κανόνα πρέπει να υπάρχουν δυο αντίτυπα; Ακούς, μόνο τα ποιήματα του Κανταρέ δακτυλογραφείς σε ένα αντίτυπο εσύ!».
Φάκελος, 363, σ. 50-60, 1975, Τίρανα, Αλβανία.


INFO: Στην Ελλάδα κυκλοφορούν τα βιβλία του Ισμαήλ Κανταρέ από τις Εκδόσεις 21ος και Ροές.

ΤΑ ΝΕΑ , 28/06/2005

Τρίτη, Ιουνίου 21, 2005

Tο γκέτο της αποτυχίας

Ουκ ολίγες φορές ο μετανάστης νομίζει πως μόνο εκείνος υποφέρει. Θεωρεί πως όλοι οι ντόπιοι είναι συνήθως ευτυχισμένοι και πλούσιοι. Οι ακραίες συνθήκες στις οποίες κινείται και οι άνισες σχέσεις εξουσίας που συναντά, ειδικά τα πρώτα χρόνια, ευνοούν αυτήν την τάση. Έτσι και αλλιώς, σπανίως τη σκαπουλάρεις αλώβητος από την ξενιτιά. Με τα χρόνια τα πράγματα αλλάζουν. Όχι για όλους όμως. Γιατί όσο πιο «αποτυχημένος» νιώθει ένας μετανάστης τόσο περισσότερο τοποθετεί τον εαυτό του απέναντι στην «κοινωνία των ντόπιων»...
Ο «αποτυχημένος» μετανάστης συνήθως αποφεύγει τις παρέες με τους ντόπιους: έχει πειστεί πως δεν τον χωνεύουν. Γι' αυτό, κάνει παρέα μόνο με τους συμπατριώτες του. Οι κουβέντες τους αφορούν αποκλειστικά τον προηγούμενο εαυτό τους, στη χώρα από όπου ήρθαν. Εκεί φαίνεται πως έχουν μείνει μια για πάντα οι καλές εμπειρίες και ο αξιοπρεπής εαυτός τους. Όταν τους ακούς αναρωτιέσαι: «Μα αφού η ζωή τους ήταν τόσο καλή εκεί πέρα γιατί έφυγαν;». Εάν τους κάνεις όμως αυτήν την ερώτηση, τότε χάνουν αμέσως το κέφι τους. Διότι, κατά βάθος, γνωρίζουν πως οποιαδήποτε απάντηση και να σου δώσουν θα είναι κάλπικη...
***
Ο «αποτυχημένος» μετανάστης αξιώνει την κατανόηση των ντόπιων, αλλά δεν είναι διατεθειμένος να κατανοήσει τις παρεξηγήσεις και τις φοβίες που προκαλεί η ξαφνική παρουσία τόσων μεταναστών στα μάτια των ντόπιων... Νιώθει ασφαλής κλεισμένος ερμητικά στις απόλυτες πεποιθήσεις του, στη φυλακή της μνησικακίας του, στο «βασίλειο του θύματος». Εάν αποφάσιζε να ανοιχτεί, τότε ο κόσμος θα γινόταν αφόρητα πολύπλοκος: εκτός των άλλων, θα έπρεπε να αναλάβει και αυτός ένα μερίδιο της ευθύνης για την «αποτυχία» του...
Ο «αποτυχημένος» συνήθως χάνει το ενδιαφέρον για τη γλώσσα της χώρας στην οποία μετανάστευσε. H αλήθεια είναι πως τη μιλάει άψογα, αλλά προτιμά να μιλήσει μόνο στη γλώσσα της χώρας προέλευσης. Όχι για να μην την ξεχάσει ή να τη μεταδώσει στα παιδιά του, αλλά γιατί θεωρεί πως έτσι δείχνει την αντίστασή του στην αλλοτρίωση που κινδυνεύει να υποστεί. Υποστηρίζει συχνά πως εκείνος έχει μείνει γνήσιος, δεν έχει δεχθεί επιρροές, πως παρέμεινε «καθαρός». Με λίγα λόγια ότι δεν είναι ευάλωτος: γιατί ο «αποτυχημένος» αρέσκεται συνήθως να παίζει τον ήρωα. Γι' αυτό και δεν συγχωρεί όσους θεωρεί ως «επιτυχημένους» μετανάστες. Εάν είσαι «επιτυχημένος», τότε σημαίνει πως έπαιξες με σημαδεμένη τράπουλα: εάν τα πράγματα ήταν αλλιώς, τότε θα είχε επιτύχει και αυτός...
***
Μιλώντας πάντως με έναν «αποτυχημένο» μετανάστη, καταλαβαίνεις πως - όπως οι περισσότεροι μετανάστες - έφυγε με μεγάλες φιλοδοξίες για μια καλύτερη ζωή: δεν τα κατάφερε όμως ή πιστεύει πως δεν τα κατάφερε. Εάν σκαλίσεις λίγο περισσότερο την επιφάνεια της οργής και της άρνησης του «αποτυχημένου», τότε θα συναντήσεις έναν άνθρωπο που μοιάζει με πληγωμένο ζώο το οποίο αποτραβιέται στη φωλιά του για να γλείψει τις πληγές. H μνησικακία προς τη χώρα στην οποία μετανάστευσε και τον φαντασιακό ντόπιο που εκείνος έχει κατασκευάσει στο μυαλό του είναι η άλλη πλευρά ενός ανομολόγητου πόθου: εκείνος ήθελε να γίνει σαν τους ντόπιους, να γίνει αναπόσπαστο κομμάτι αυτής της νέας χώρας, αλλά θεωρεί πως το δικαίωμα αυτό του το αρνήθηκαν... Σε τελευταία ανάλυση, «αρνήθηκε» τη δικιά του χώρα για την καινούργια πατρίδα του. Πίστεψε περισσότερο σε αυτήν παρά στη χώρα προέλευσής του: «Και μόνο αυτό δεν έφθανε για να μου ανοίξουν διάπλατα τις πόρτες;», αναρωτιέται. Και επειδή δεν μπορεί να βρει μια απάντηση που να τον παρηγορεί, μένει ξεκρέμαστος: σε απόλυτη ρήξη με όλον τον κόσμο, με όλο το σύμπαν...
TA NEA, 21/06/2005

Τρίτη, Ιουνίου 14, 2005

Με το βλέμμα του Πέρση

Δυο Πέρσες, ο Usbek και ο Rica, ταξιδεύουν για πρώτη φορά στην Δύση. Εγκαθίστανται στο Παρίσι του 18ου αιώνα (εκεί αποφασίζει ο μεγάλος φιλόσοφος Μοντεσκιέ* να τους τοποθετήσει). Περιπλανιούνται στην Πόλη του Φωτός, προσπαθούν να κατανοήσουν τον άγνωστο κόσμο που αντικρίζουν. Καταγράφουν έπειτα τις σκέψεις τους σε επιστολές που ανταλλάσσουν μεταξύ τους. Και η ματιά τους είναι εντυπωσιακά πρωτότυπη, διεισδυτική, έξυπνη, επικριτική. Οι Πέρσες, αυτοί οι ξένοι, διακρίνουν πράγματα που το μάτι ενός ντόπιου δεν μπορεί να διακρίνει. Γιατί οι ντόπιοι είναι δέσμιοι της ρουτίνας, της πλήξης, της μονοτονίας… Όταν όμως οι Πέρσες μιλούν για την πατρίδα τους, ξαφνικά χάνουν την πρωτότυπη ματιά. Τότε γίνονται και αυτοί μονότονοι, πληκτικοί και προπαντός φανατικοί. Έτσι είναι φτιαγμένοι οι άνθρωποι: αδιόρθωτα εγωιστές και εγωκεντρικοί. Δεν είναι τυχαίο που οι λευκοί ζωγραφίζουν τους αγγέλους τους κατάλευκους και τον Διάβολο ολόμαυρο. Οι μαύροι το αντίστροφο: ζωγραφίζουν τους αγγέλους ολόμαυρους και τον Διάβολο κατάλευκο. Εάν τα τρίγωνα διέθεταν χέρια για να ζωγραφίζουν, τότε αναμφίβολα θα είχαν ζωγραφίζει τους αγγέλους με τρεις γωνίες (και τον Διάβολο πεντάγωνο;). Έτσι είμαστε φτιαγμένοι λοιπόν εμείς οι άνθρωποι. Όταν βλέπουμε τους άλλους το βλέμμα μας γίνεται διεισδυτικό και επικριτικό. Όταν βλέπουμε τον εαυτό μας γινόμαστε τυφλοί και φανατικοί. Σε τελευταία ανάλυση, το ίδιο το μάτι δεν μπορεί να δει τον εαυτό του…
***
Επομένως, ποιο είναι το «μήνυμα των Περσών»; Εάν επιθυμείς να γνωρίσεις πραγματικά τον εαυτό σου, τότε πρέπει να ξέρεις να τον δεις με το βλέμμα του Πέρση, με τα μάτια του ξένου. Μόνο τότε, ίσως, θα έχεις την δυνατότητα να δεις εκείνες τις πλευρές του εαυτού που επιμελώς κρύβουν οι προκαταλήψεις, οι αυτονόητες αλήθειες, ο εγωισμός… Το να είσαι «Πέρσης» με τους άλλους δεν είναι και τόσο δύσκολο. Το να τολμάς όμως να δεις τον εαυτό σου με το βλέμμα του Πέρση: αυτή είναι η πραγματική τέχνη της αυτογνωσίας, και της σοφίας, ίσως. Οι λαοί και οι πολιτισμοί που «ασκούν» αυτή την «τέχνη» πάνε μπροστά. Όσοι δεν τα καταφέρνουν απομονώνονται, παρακμάζουν και εκβαρβαρίζονται…
***
Αλλά στους ανθρώπους, συνήθως, δεν αρέσει να δουν τον εαυτό τους, τον πολιτισμό τους, το έθνος τους, με το βλέμμα του Πέρση. Εκείνοι αρέσκονται στο να αυτο-θαυμάζονται και αυτο-λατρεύονται. Σε τελευταία ανάλυση, ο άνθρωπος χρειάζεται έναν καθρέφτη όπου μπορεί να δει τον εαυτό του και να τον βρει ωραίο και αξιολάτρευτο. Αλλιώς δεν έχει νόημα η ζωή και η ύπαρξή του. Γι’αυτό τον λόγο το «βλέμμα του Πέρση» αποτελεί μια αρκετά δύσκολη «τέχνη». Μια «τέχνη» όμως που πιστεύω πως την «γνωρίζουν» αρκετοί ξενιτεμένοι. Γιατί ο ξενιτεμένος είναι ταυτόχρονα οικείος και ξένος προς την πατρίδα την οποία εγκατέλειψε. Ταυτόχρονα οικείος και ξένος με την νέα πατρίδα που επέλεξε να μεταναστεύσει και να ζήσει. Πρόκειται βέβαια για μια δύσκολη «τέχνη», κουραστική, σκληρή, γεμάτη παγίδες και κινδύνους. Πρόκειται προπαντός για έναν τρόπο ζωής. Πολλοί παραιτούνται γιατί δεν αντέχουν. Άλλωστε, ένας κόσμος που κατοικείται μόνο από ξενιτεμένους θα ήταν εκ των πραγμάτων παράλογος. Και όμως, σπρώχνοντας λίγο πάρα πέρα την σκέψη μας, για να κρατήσεις ζωντανό το παιχνίδι της γοητείας και της γνώσης πρέπει να μην γίνεις ποτέ «εντελώς ντόπιος», να μη «συνηθίζεις» ποτέ: το σώμα, τον έρωτα, το επάγγελμα, την πατρίδα σου... Να παραμείνεις, εάν αντέχεις, ένας «ξενιτεμένος». Να μην χάσεις το «βλέμμα του Πέρση»…

* Περσικές επιστολές, εκδ. Καστανιώτης.
TA NEA, 14/06/2005

Κυριακή, Ιουνίου 12, 2005

H επέλαση των "μπλογκοτραμπούκων"


Γεια σας φίλες/οι, γνωστές/οί και άγνωστες/οι. Αυτή την εβδομάδα την πέρασα στο νοσοκομείο. Για την ακρίβεια σε διάφορα νοσοκομεία. Από την Δευτέρα έως την Πέμπτη στο Ιπποκράτειο. Την Παρασκευή το βράδυ στην Βούλα. Το Σάββατο στην Σωτηρία. Ελπίζω σήμερα να το ξενυχτήσω στο σπίτι μου. Η αιτία είναι η μάνα μου που περνά μια αρκετά δύσκολη στιγμή. Το ξέρω πως αυτό δεν αφορά καμία και κανέναν. Αλλά εγώ για άλλη μια φορά, μέσα στην ταλαιπωρία μου, διαπίστωσα πως ίσως δεν υπάρχει πιο σουρεαλιστικός χώρος από το νοσοκομείο. Όλα είναι εκεί: η ανθρώπινη αξιοπρέπεια, η παραμόρφωση του σώματος, ο φόβος του θανάτου, η ελπίδα της επιβίωσης κρεμασμένη σε έναν ορό 200 ml., η ανθρώπινη κωμωδία, η ανθρώπινη ματαιοδοξία φυλακισμένη μέσα σε μια σάρκα που φθείρεται αμείλικτα, το αβάσταχτο βάρος της ανθρώπινης ευθραυστότητας… Στην διάρκεια των νοσοκομειακών μου περιπλανήσεών συνάντησα διάφορους ανθρώπους. Οι πιο ενδιαφέρουσες συζητήσεις πάντως ήταν εκείνες που έκανα με μια γιαγιά ογδόντα τεσσάρων χρονών περί ευθανασίας (σκοπεύω να γράψω γι’αυτό στο εγγύς μέλλον). Και με έναν νεαρό που παραπονιόταν πως το δωμάτιό του είχε μετατραπεί σε Βαβέλ και δεν άκουγες πια ελληνικά… Ο νεαρός βέβαια, κατόπιν πολλών συζητήσεων, αποδέχτηκε πως, ανεξαρτήτως από τις διαφορετικές γλώσσες και καταγωγές, όλους τους ανθρώπους σε αυτή την γη τους ενώνει η αγάπη για την ζωή και… ο θάνατος… Και άλλα πολλά είδα αλλά δεν είναι κατάλληλη η στιγμή για τέτοιες ιστορίες.Γιατί για άλλο πράγμα θέλω να μιλήσω αφού ζητήσω προκαταβολικά συγγνώμη για το ψυχοπλακωτικό προοίμιο. Αυτές τις ημέρες λοιπόν προσπαθούσα κάθε βράδυ να μην χάσω την επαφή με το blog μου. Χαλάρωνα, όπως πάντα, με το διαδικτυακό σέρφιν. Τις δυο ή τρεις τελευταίες μέρες όμως μου έλειπε τρομακτικά και ο ύπνος και η διάθεση. Μόνο σήμερα το μεσημέρι μπόρεσα τελικά να συνοδευθώ και να ρίξω μια ματιά. Και έκπληκτος παρατήρησα πως το blog μου έμοιαζε και εκείνο με νοσοκομείο (για την ακρίβεια με φρενοκομείο). Μα τι λέω; Το νοσοκομείο είναι ένα μέρος όπου συνήθως οι άνθρωποι μπαίνουν άρρωστοι και βγαίνουν υγιείς. Στο δικό μου blog συνέβαινε το αντίθετο: έμπαινες υγιείς και έβγαινες άρρωστος. «Λεχρίτης», «κοπρωνυμίτης», «μαλάκες», «κοπροσκυλιάζουν» είναι μόνο μερικές από τις λέξεις που χαρακτήριζαν τον «διάλογο» που έκαναν μεταξύ τους διάφοροι παρατσουκλιοφόροι, οι οποίοι είχαν αποφασίσει στο δικό μου blog να ξεκαθαρίσουν τους λογαριασμούς μεταξύ τους και, επί τη ευκαιρία, να δώσουν και την χαριστική βολή στο κατεστημένο…Πρέπει να πω πως νιώθω αηδιασμένος, πικραμένος και ηττημένος. Αφού τα πράγματα έχουν όπως έχουν θέλω να καταθέσω μερικές ταπεινές μου σκέψεις. Είμαι καινούργιος στην μπλογκόσφαιρα. Δεν την ξέρω καλά. Με συμβούλεψαν κάποιοι φίλοι μου να ανοίξω ένα blog γιατί – μου είπαν - εκεί γίνονται «πολύ ενδιαφέρουσες συζητήσεις». Έτσι άνοιξα και εγώ το δικό μου blog. Ως ερασιτέχνης δημοσιογράφος που είμαι, δεν περίμενα να γίνει Πεκίνο το blog μου. Τα ίδια τα θέματα που διαπραγματεύομαι άλλωστε δεν είναι και τόσο δημοφιλή. Ήθελα όμως να ικανοποιήσω την περιέργειά μου και ήλπιζα πως το blog θα με βοηθούσε επίσης να αντλήσω καινούργιες ιδέες. Και πράγματι μερικές από τις συζητήσεις που έγιναν και μερικά από τα μηνύματα που έλαβα ήταν άκρως ενδιαφέροντα.Μετά από τρεις μήνες περίπου, πάντως, μπορώ να ζήσω χωρίς το blog μου με την ίδια ευκολία που ζω και χωρίς ποπκόρν. Σε τελευταία ανάλυση η τύχη του κόσμου, της Ελλάδας και του καθενός από μας δεν εξαρτάται από τα blogs. Ένα εργαλείο είναι και τα blogs σαν όλα τα άλλα. Αλίμονο όποιος εξαρτά την ευτυχία και την επιτυχία από τα blogs! Οι τελευταίες εξελίξεις όμως στο δικό μου blog μου δημιούργησαν την εντύπωση πως υπάρχουν άνθρωποι οι οποίοι ζουν μόνο για το blog τους: είναι οι άνθρωποι-blog. Ήδη έχω αρχίσει να οικοδομήσω μέσα στο κεφάλι μου ένα είδος μυθιστορήματος με έναν άνθρωπο-blog ο οποίος δεν μπορεί να υπάρχει πια έξω από αυτό… Το αφήνω όμως εδώ για να μην μου κλέψουν την ιδέα… Εκτός αυτού, τα όσα συνέβησαν στο blog μου και η βιαιότητα των λόγων που συνόδευαν τους «διαλόγους» των παρατσουκλιορόφων, μου δημιούργησαν την εντύπωση πως στον ελεύθερο χώρο του διαδικτύου κυκλοφορούν ήδη αυτοί που θα αποκαλέσω «μπλογκοτραμπούκοι». Θα προσπαθήσω να δώσω μια σύντομη περιγραφή των «μπλογκοτραμπούκων».Οι «μπλογκοτραμπούκοι» έχουν άριστη γνώση του εικονικού κόσμου. Αρχίζουν μετά και επιδιώκουν να γίνονται οι νονοί των bloggers, οργανώνονται σε σέχτες και «πωλούν προστασία», αποφασίζοντας ποια blog έχουν το δικαίωμα να επιβιώσουν και ποια όχι. Οι «μπλογκοτραμπούκοι» συνήθως κρύβονται πίσω από παρατσούκλια («Σ-πανδώρα», «τεγ.», «Παύλος» κλπ.) αν και συνήθως τα βάζουν με ανθρώπους που δεν φέρνουν παρατσούκλια αλλά κανονικά ονόματα και επίθετα. Εάν είναι και επώνυμοι τόσο το καλύτερο. Οι «μπλογκοτραμπούκοι» νομίζουν πως η πορεία της ανθρωπότητας εξαρτάται οπωσδήποτε από τα blogs τους. Αυτά είναι μόνο μερικά από τα χαρακτηριστικά που μπόρεσα εγώ να διαπιστώσω…Οι «μπλογκοτραμπούκοι» λοιπόν αποφάσισαν να αλώσουν και το δικό μου blog. Έβριζαν και περιγέλασαν δε όσους βλέπουν τα blogs ως χρήσιμο εργαλείο συζήτησης και διασκέδασης και όχι σαν τον σκοπό της ζωής τους. Το μετέτρεψαν με λίγα λόγια σε σκουπιδοτενεκέ. Εύγε παλικάρια μου! Κάματε το πρώτο γιουρούσι, γιούρια προς άλλες νίκες!Επειδή δεν μου αρέσουν οι θεωρίες συνωμοσίας και επειδή δεν μπορώ να μείνω με το ποντίκι στο χέρι σβήνοντας και λογοκρίνοντας τα μηνύματα των «μπλογκοτραμπούκων», ούτε να βάζω όρους το ποιος θα μπει και ποιος δεν θα μπει στο blog, οι φίλοι του blog - αυτοί οι λίγοι που έχουν μείνει ακόμα λιγότεροι μετά από αυτά που είδαν τα μάτια τους τις τελευταίες ημέρες - από εδώ και πέρα, εάν επιθυμούν, μπορούν να στείλουν τα σχόλια ή τα μηνύματά τους στο προσωπικό μου e-mail: gazikap@hotmail.com. Με αυτό τον τρόπο δεν θα υποστούμε πια, ούτε εγώ και ούτε αυτοί, την «επέλαση των μπλογκοτραμπούκων».

ΥΓ. Ως «ξένος άνθρωπος», ζητώ προκαταβολικά συγγνώμη για τυχόν ορθογραφικά λάθη. Θέλω επίσης να ευχαριστήσω όλους αυτούς που τόσο καιρό έδωσαν λόγο ύπαρξης στο blog μου και ένιωσαν θιγμένοι και αηδιασμένοι από τους εξυπνακισμούς των «μπλογκοτραμπούκων».

Τρίτη, Ιουνίου 07, 2005

Ένα γράμμα από το Παρίσι

«Αγαπητέ "Υπάρχουμε, Συνυπάρχουμε;". Τη νίκη του Μιτεράν το 1981 την έζησα στην "ξενιτιά", εδώ στην Αθήνα. Όπως και την επικράτηση του Λεπέν το 2002. Μακριά, δηλαδή, από τη χώρα όπου γεννήθηκα, έζησα και τη "γαλλική επανάσταση" και τη γαλλική αντεπανάσταση. Το δημοψήφισμα της 29ης όμως ήθελα οπωσδήποτε να το ζήσω από κοντά. Δεν ήθελα να δω τις μαζικές γιορτές στη Βαστίλλη ή στα Ηλύσια Πεδία μόνο από την τηλεόραση. Ήθελα να είμαι εκεί. Γι' αυτό, αν και μπορούσα να ψηφίσω στο γαλλικό προξενείο στην Αθήνα, πήρα τη βαλίτσα μου και πήγα στο Παρίσι...
Με το που έφθασα στο σπίτι μου, μπήκα αμέσως στο νόημα. Οι "non-istes" (υποστηρικτές τού "όχι") επικράτησαν στο οικογενειακό τραπέζι. Ως θερμός "oui-iste" (υποστηρικτής του "ναι"), άρχισα να αισθάνομαι ξένος ανάμεσα στους δικούς μου. Προσπάθησα όμως να ακούσω τα επιχειρήματά τους: "Το Ευρωπαϊκό Σύνταγμα χαράζει στο μάρμαρο τον φιλελευθερισμό. Θέλουμε μια άλλη πολιτική". Όταν τους ρώτησα όμως τι εννοούσαν λέγοντας "άλλη πολιτική", τότε μου απάντησαν: "Σαν εκείνη του Τσάβεζ στη Βενεζουέλα"! "Πρέπει να προστατεύσουμε το γαλλικό κοινωνικό μοντέλο", ήταν ένα άλλο επιχείρημα. Κανείς όμως δεν μπορούσε να μου πει πώς θα το προστατεύαμε άμα καταψηφίζαμε το Ευρωπαϊκό Σύνταγμα και μέναμε με τη Συνθήκη της Νίκαιας. "Ας αργήσει η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Θέλουμε μια άλλη Ευρώπη". Ποια άλλη Ευρώπη όμως και από πού θα μας έρθει, αυτό ομολογώ πως δεν το έμαθα... Μπορεί να μοιραζόμουν μερικές από τις αντιρρήσεις τους για τη σημερινή ευρωπαϊκή πολιτική, αλλά διαισθανόμουν πως πίσω από τα επιχειρήματά τους υπήρχε ένας διάχυτος φόβος για την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση και μια εξιδανίκευση του γαλλικού μοντέλου ως το έσχατο καταφύγιο...
***
Την επομένη το βράδυ κοιτάζαμε όλοι μαζί τα αποτελέσματα στην τηλεόραση. Το "όχι" θριάμβευσε. "Κερδίσαααμε!", φώναξαν οι δικοί μου. Στη μικρή οθόνη εξηγούσαν πως τα λαϊκά στρώματα είχαν ψηφίσει μαζικά υπέρ του "όχι", ενώ η αστική τάξη υπέρ του "ναι". H Γαλλία ήταν πια μοιρασμένη στα δύο: "H πάνω Γαλλία και η κάτω Γαλλία". Κομμουνιστές, τροτσκιστές, ριζοσπαστικοί σοσιαλιστές και ακροδεξιοί λεπενιστές, όλοι μαζί, καμάρωναν για τη "λαϊκή εξέγερση", για το ότι "η Γαλλία τού μόχθου είχε κερδίσει τη Γαλλία της ελίτ". Μια ρητορική που μου θύμιζε τις μαύρες στιγμές του Μεσοπολέμου... «Πώς κατέληξαν έτσι οι διεθνιστές με τους οποίους μοίρασα τα εφηβικά μου χρόνια; " αναρωτήθηκα. "Όλοι στη Βαστίλλη! " φώναζε ο συμπαθητικός ταχυδρόμος τροτσκιστής ηγέτης, ο ίδιος που είχε κάνει την περίφημη αναφορά πλέον για τον "Πολωνό υδραυλικό"... Έτσι βιώνει τις πολιτικές μάχες το Παρίσι. Οι επαναστάσεις γιορτάζονται στη Βαστίλλη και οι αντεπαναστάτες στα Ηλύσια Πεδία. Ήμουν θλιμμένος που είχε κερδίσει το "όχι", αλλά χαιρόμουν που βρισκόμουν στο Παρίσι για να ζήσω αυτή την ιστορική στιγμή. Αποφάσισα λοιπόν να πάω στη Βαστίλλη.
Στη Βαστίλη όμως οι μάζες δεν κατέβηκαν. Υπήρχαν μόνο 2.000 άτομα στην πλατεία, δηλαδή λιγότερα και από τα μέλη της τροτσκιστικής οργάνωσης του ταχυδρόμου... Ακόμα και οι δικοί μου δεν πήγανε. Ούτε στα Ηλύσια Πεδία συγκεντρώθηκε κόσμος. Το "όχι" της 29ης Μαΐου δεν ήταν ούτε επανάσταση ούτε αντεπανάσταση. Όσο περνούσε η βραδιά, η αρχική αίσθηση του θριάμβου άφηνε τη θέση της σε μια αμήχανη σιωπή, σε ένα μούδιασμα. Φαινόταν σαν ο "αριστερός λαός", αφού είχε χαρεί για το δυνατό μήνυμα προς το "κατεστημένο", άρχισε να καταλαβαίνει τις πραγματικές δραματικές επιπτώσεις του "όχι". Σαν το παιδί που μετά τη ζαβολιά, αρχίζει και ντρέπεται για τον θρίαμβό του;
Με εκτίμηση
Μάρκο Γκαστίν, σκηνοθέτης»
Γκαζμέντ Καπλάνι για την αντιγραφή
ΤΑ ΝΕΑ , 07/06/2005