Τρίτη, Αυγούστου 23, 2005

Όταν διαθέτεις περισσή μελανίνη...

H βρετανική Ανεξάρτητη Επιτροπή Αστυνομικών Παραπόνων αποφάνθηκε πως οι αστυνομικοί της Σκότλαντ Γιαρντ έλεγαν ψέματα. Ο 27χρονος Βραζιλιάνος μετανάστης Ζαν Σαρλ ντε Μενέζες, που πυροβολήθηκε στο μετρό του Λονδίνου με επτά σφαίρες στο κεφάλι ως «ύποπτος καμικάζι», δεν έκανε τίποτα το ύποπτο την ημέρα της δολοφονίας του. Περπατούσε κανονικά και φορούσε ένα τζιν μπουφάν. Ποιος ξέρει, τη στιγμή της εκτέλεσης να σκεφτόταν τη μάνα του στο πάμφτωχο Cerrego dos Ratos. Ίσως να είχε καταλάβει ότι τον κυνηγούσαν και να φοβόταν την απέλαση, αφού η άδεια παραμονής του είχε λήξει. «Έμοιαζε σαν τρομαγμένος λαγός» - είπε ένας αυτόπτης μάρτυρας, που τον είδε λίγο πριν από τον θάνατό του. «Σαν τρομαγμένος λαγός»: έτσι μοιάζει πάντα ο μετανάστης που σκέφτεται την απέλαση, ανεξαρτήτως εθνικότητας...
***
Παρ' όλα αυτά, ο Ζαν Σαρλ έπρεπε να είχε κάτι που τον κατέστησε «ύποπτο και ευάλωτο». Τι να ήταν, άραγε; Πιθανότατα δεν θα το ακούσουμε ποτέ. Σε κάθε περίπτωση, κανείς δεν έκανε μια άκρως «μπανάλ» ερώτηση: εάν ο Βραζιλιάνος μετανάστης ήταν ξανθός θα είχε το ίδιο τέλος; Και όμως, εκτός από την πιθανή «λανθασμένη πληροφόρηση», αυτό που κατέστησε επιπλέον «ύποπτο» τον Ζαν Σαρλ ήταν η «περισσή» μελανίνη που διέθεταν τα μαλλιά και η επιδερμίδα του. Με λίγα λόγια, η εξωτερική του εμφάνιση «συμφωνούσε» με τον μελαψό ή μιγά ανθρώπινο τύπο του «ισλαμιστή τρομοκράτη»... Όπως και να το κάνουμε, ο σημερινός πόλεμος ενάντια στην τρομοκρατία δείχνει «ιδιαίτερη ευαισθησία» προς τα μελανοκύτταρα και τα επίπεδα μελανίνης της επιδερμίδας...
***
Κόσμος παράξενος και τρελός. Γιατί, αυτή την εποχή ακριβώς, οι πολίτες της Δύσης πλημμυρίζουν τις παραλίες για να μαυρίσουν! Οι πόλεις και οι μητροπόλεις είναι γεμάτες διαφημίσεις που προβάλλουν τα καλύτερα αντηλιακά τα οποία εξασφαλίζουν το τέλειο μαύρισμα, το ονειρεμένο εκείνο σοκολατί, «βραζιλιάνικο χρώμα» (που διέθετε εκ γενετής ο Ζαν Σαρλ), για να φαινόμαστε όσο γίνεται πιο εύμορφοι και sexy... Και εάν ο ήλιος δεν φτάνει, για τους φανατικούς του είδους υπάρχουν και οι βιταμίνες αυτο-μαυρίσματος. Και αν και οι βιταμίνες δεν φτάνουν, για όσους δεν διαθέτουν αρκετή μελανίνη στα μελανοκύτταρά τους υπάρχουν και τα solarium...
***
Κόσμος παράξενος και τρελός. Διαβάζω πως ταυτόχρονα στη Γαλλία πολλές μετανάστριες από την Αφρική καταναλώνουν μανιωδώς επικίνδυνες κρέμες για να κάνουν την επιδερμίδα τους πιο άσπρη. Προσπαθούν να μοιάζουν στο επιτυχημένο (λευκό) «πρότυπο». Πιστεύουν πως εάν «ασπρίσουν» θα αρέσουν περισσότερο και θα γίνουν «αόρατες». Αυτός είναι, άλλωστε, ο πόθος του κάθε στιγματισμένου: να μην τον διακρίνουν με το βλέμμα τους οι μη στιγματισμένοι. Προπαντός, όμως, ελπίζουν πως μπορούν να βρουν δουλειά πιο εύκολα. Οι μετανάστριες αυτές, προσπαθώντας να ασπρίσουν, συχνά παραμορφώνονται, παθαίνουν μέχρι και καρκίνο του δέρματος... Παράξενα πράγματα; Όχι και τόσο. Αρκεί να σκεφτείτε πως εάν δεν υπήρχε ο ρατσισμός δεν θα υπήρχε η πλαστική χειρουργική. Τον 19ο αιώνα κάμποσοι Ιρλανδοί μετανάστες στις ΗΠΑ χειρουργούσαν τη μύτη τους για να τους «περάσουν» για Άγγλους. Κάμποσοι Εβραίοι στη Γερμανία έκαναν το ίδιο για να τους «περάσουν» για μέλη της άριας φυλής... Γιατί το σώμα μας είναι κυρίως μια κοινωνική κατασκευή. Είναι όμηρο των διχοτομήσεων ωραίος/άσχημος, ανώτερος/κατώτερος, κανονικός/ύποπτος. Και ο Ζαν Σαρλ θύμα αυτού του «παιχνιδιού» είναι. Το «σφάλμα» του ήταν πως σε αυτούς τους χαλεπούς καιρούς διέθετε περισσή μελανίνη... Αλλά κανείς δεν θέλει να πει δημοσίως μια τέτοια «ευτελή» αλήθεια. Σε τελευταία ανάλυση, ο πόλεμος κατά της τρομοκρατίας πρέπει να είναι politically correct. Εμ, πώς αλλιώς;
ΤΑ ΝΕΑ , 23/08/2005

Τρίτη, Αυγούστου 16, 2005

H «ανακωχή» του Aυγούστου

Σαν να θέλει να εκδικείται τους πολλούς που την εγκαταλείπουν και να ευγνωμονεί τους λίγους («άτυχους») που έμειναν μαζί της, η Αθήνα τον Αύγουστο χαλαρώνει και γίνεται όμορφη, ειρηνική, τρυφερή, ρομαντική, γενναιόδωρη (ειδικά σε θέσεις πάρκινγκ), ναζιάρα, ονειροπόλα... Αυτά λέγαμε και με τον φίλο μου τον Ανδρέα ένα Σάββατο βράδυ, σε κάποιο στέκι Αφρικανών, στα Κάτω Πατήσια. Συμφωνούμε και οι δύο πως τον Αύγουστο η Αθήνα γίνεται φιλόξενη με όλη την έννοια της λέξης. Εκείνος όμως πηγαίνει τη συζήτηση λίγο πιο πέρα. Μου αποκαλύπτει κάτι που με συγκλονίζει και ταυτόχρονα με κάνει, άθελά μου, να γελάσω. Ως Αφρικανός αυτός έχει έναν ιδιαίτερο λόγο για τον οποίο αγαπάει την Αθήνα τον Αύγουστο: «Τον Αύγουστο δεν ακούω βρισιές... Είναι ο μήνας που μπορώ να ξεχάσω το χρώμα της επιδερμίδας μου»... Αθηναίος εδώ και είκοσι χρόνια, ο Ανδρέας έχει φτιάξει μια «παράξενη» λίστα με τους «ειρηνικούς μήνες»: εκείνους κατά τους οποίους οι βρισιές εναντίον των μαύρων εξαφανίζονται. Ο Αύγουστος είναι ο πιο ειρηνικός από όλους... Τον Σεπτέμβριο οι βρισιές αρχίζουν ξανά, μαζί με τον θόρυβο, την επιστροφή στη δουλειά, το μποτιλιάρισμα και το άγχος... Τον Οκτώβριο... χτυπάνε κόκκινο. Τα Χριστούγεννα υποχωρούν αισθητά. Επιστρέφουν με ιδιαίτερη ένταση τον Ιανουάριο. Το Πάσχα είναι η πιο γλυκιά περίοδος... «Έτσι μετράς τους μήνες όταν είσαι μαύρος», προσθέτει με μια δόση αυτοειρωνείας. Αυτό σημαίνει να μετράς τους μήνες κυριολεκτικά πάνω στο πετσί σου, σκέφτομαι...
***
O Ανδρέας εγκατέλειψε την Κένυα όταν ήταν τριών χρόνων. Δεν επέστρεψε ποτέ. H Κένυα, με τη σειρά της, τον «επισκέπτεται» μόνο στα όνειρά του. Στην Ελλάδα τον έφερε ο πατέρας του με τον οποίο αργότερα συγκρούστηκε άγρια. Εκείνος ήθελε να τον μεγαλώσει σύμφωνα με τα έθιμα και τη νοοτροπία της φυλής στην οποία ανήκε, τους Κικουγιού. Ο Ανδρέας όμως δεν ήθελε να διαφέρει, αλλά να αφομοιωθεί. «Γιατί ήθελα να απαλλαγώ από εκείνο το ιδιαίτερο βλέμμα των λευκών που στιγματίζει τους μαύρους, εκείνο το βλέμμα που μόνο ένας μαύρος ξέρει πόσο σε ταπεινώνει και σε συντρίβει...», συνεχίζει. Ο Ανδρέας έμαθε ελληνικά χωρίς προφορά, απέφευγε τις παρέες με τους συμπατριώτες του, βαφτίστηκε, έγινε ο «εξαίρετος μαθητής», πήγαινε για καφέ ενώ οι Αφρικανοί δεν το συνηθίζουν, άκουγε μόνο ελληνική μουσική, διάβασε μανιωδώς ελληνική λογοτεχνία: μιμήθηκε όλους τους «τρόπους των λευκών». Οι δικοί του άρχισαν να τον φωνάζουν «greek boy»: έτσι φωνάζουν, με ένα μείγμα περιφρόνησης και φθόνου, όσους επιλέγουν την αφομοίωση...
***
«Αλλά η αφομοίωση τελικά αποδείχθηκε ουτοπία», λέει ο Ανδρέας. «Μου το θυμίζουν τα χαρτιά μου. H λέξη αλλοδαπός που ακούω σε κάθε ευκαιρία. Το βλέμμα εκείνο που σε συντρίβει και οι βρισιές που επιστρέφουν ξανά τον Σεπτέμβρη... Αμφιβάλλω εάν έκανα τη σωστή επιλογή. Για ένα πράγμα μόνο είμαι σίγουρος: ότι περνώ μια καραμπινάτη κρίση ταυτότητας»... Τα παιδιά στο στέκι μάς λένε πως πρέπει να κλείσουν. Βγαίνουμε, κατεβαίνουμε την Αχαρνών. Μια παρέα Αλβανών μάς προσπερνά και μια λέξη ακούγεται υπόκωφα: «Ζεζάκ»... «Άκουσες τι είπαν;», με ρωτά χαμογελώντας πικρά... Ξέρει τι σημαίνει «ζεζάκ»: είναι βρισιά στα αλβανικά για τους μαύρους. Νιώθω αμήχανος. «Ξέρεις», μου λέει, «οι Αλβανοί είναι οι πιο ρατσιστές προς τους μαύρους. Πώς το εξηγείς αυτό;»... Πώς να το εξηγήσω; Μια πρόχειρη εξήγηση: το να έχεις δοκιμάσει τον ρατσισμό στο πετσί σου δεν είναι αρκετό για να μην εκπέμπεις ρατσισμό... Ότι η απέχθεια των καταπιεσμένων ενάντια σε άλλους καταπιεσμένους είναι ό,τι πιο γελοίο και ανελέητο. Δεν σέβεται καν την «ανακωχή» του Αυγούστου...
ΤΑ ΝΕΑ , 16/08/2005

Τρίτη, Αυγούστου 02, 2005

Γεννήθηκα εκεί και ζω εδώ

«Αγαπητέ «Υπάρχουμε, Συνυπάρχουμε;». Γεννήθηκα εκεί και ζω εδώ. Είμαι μετανάστης. Έμαθα τη γλώσσα του τόπου όπου ζω. Αλλά δεν προσπάθησα να προσαρμόσω τον τρόπο σκέψης μου σ’ αυτόν της νέας μου πατρίδας. Ο δικός μου είναι καλός και δοκιμασμένος. Είχα διαβάσει και είχα μάθει ν’ αμφισβητώ πριν φύγω… Γιατί να τον αλλάξω άλλωστε; Σ’ όλον τον κόσμο οι διαφορετικοί, εξ ορισμού, είναι μειοψηφία, οπότε βρήκα κι εδώ φίλους κι ομοϊδεάτες. Ανεπαίσθητα αλλάζω βέβαια. Συνήθισα να πίνω αλλιώς τον καφέ μου, τα λογοπαίγνια της μητρικής μου γλώσσας είναι ακατανόητα εδώ, η περιγραφή του κόσμου σύμφωνα με τον πατέρα μου μπάζει νερά…
***
Μαθαίνω καινούργια πράματα, άγνωστοι δρόμοι γίνονται κομμάτι της προσωπικής μου γεωγραφίας. Όσο και να μην το έβαλα σκοπό να προσαρμοστώ, αλλάζω - και το απολαμβάνω. Τα παιδιά μου πάνε σχολείο. Εγώ τους μιλάω στη γλώσσα μου - όσο καλά και να έμαθα την καινούργια γλώσσα, ποτέ δεν θα αντικαταστήσει τις χαραγμένες μέσα μου μνήμες. Ας μάθει το παιδί από μικρό μια γλώσσα παραπάνω, σκέφτομαι - ούτως ή άλλως στο σχολείο τα ντόπια θα τα μάθει…Συχνά, όταν κάποιοι μου κάνουν φιλοφρονήσεις για το πόσο καλά έμαθα την καινούργια γλώσσα, μού ‘ρχεται κακοκεφιά γιατί διαβλέπω μέσα από τα καλά τους λόγια πόσο πολύ υποτιμούν όσους μετανάστες δεν τα καταφέρνουν σαν κι εμένα. (Μου ήρθε κάποιες φορές να πω: δεν έμαθα τη γλώσσα σου για να σου κάνω τη χάρη, για την πάρτη μου το έκανα).Ακούγεται σκληρό; Δεν είναι όμως. Η κοινωνία υποδοχής πρέπει να προσαρμοστεί στην ύπαρξή μας. Όχι να γίνει σαν και μας τους ξένους, αλλά να συνηθίσει στην ιδέα ότι ο καφές πίνεται κι αλλιώς, ότι η περιγραφή του κόσμου σύμφωνα με τον μπαμπά σηκώνει επανερμηνεία, γιατί εμείς οι μέτοικοι φέρνουμε ένα καινούργιο πρίσμα που δείχνει τον κόσμο από άλλη σκοπιά...
***
Μπορεί ο ρατσισμός να είναι κατά βάθος συνέπεια οικονομικών αιτιών, αλλά σε ένα πρώτο επίπεδο νομίζω ότι είναι συνδυασμός της ζήλειας για κάποιον που καταφέρνει να ζει σε άλλον τόπο απ’ αυτόν όπου γεννήθηκε. Εγώ, σκέφτεται ο ξενόφοβος, είμαι ακόμα στον αυλόγυρο της μάνας μου, κι αυτός ο ξεβράκωτος διάλεξε ζωή. Είναι επίσης απόρροια της δυσπιστίας για κάποιον που ξέρει να μιλάει και αλλιώς (ποιος μας διαβεβαιώνει ότι δεν μας βρίζει;)Εν πάση περιπτώσει είναι χρήσιμος ο διαχωρισμός ανάμεσα σε ρατσιστές και ξενόφοβους. Ας μην γενικεύουμε: ούτε όλα τα βιβλία είναι καλοί φίλοι του ανθρώπου, ούτε όλα τα ναρκωτικά σκοτώνουν. Πιστεύω ότι μ΄ένα στοιχειώδες γνώθι σ’αυτόν των ξένων και με λίγη μελέτη του «ξένου» από την μεριά των ντόπιων θα εξέλλειπε πολλή από την κατανυκτική μιζέρια που προκαλεί την ξενοφοβία. Αν μπορούσαν οι Έλληνες να μάθουν ένα βασικό λεξιλόγιο αλβανικών, είμαι σίγουρος ότι θα ήταν πολύ πιο εύκολη η προσέγγιση (πως έμαθαν οι Έλληνες αγγλικά δηλαδή; Από την ανάγκη επικοινωνίας. Κι άλλωστε η αλβανική είναι πολύ αρχαιότερη της αλβιονικής ή της γαλλικής, έτσι δεν είναι καλέ μου αρχαιολάτρη;)Και αν ο σημερινός ελληνικός πολιτισμός ήταν υπαρκτός στην καθημερινότητα, (αν η τηλεόραση π.χ. είχε κάποιο επίπεδο), τότε δεν θα χρειαζόταν να ανατρέξει κανείς σε αναδρομές χιλιετιών για να περιγραφεί το πόσο αξιοζήλευτο πράμα είναι η ελληνικότητα. Εδώ σταματώ και θα κλείσω απλώς με μια ερώτηση: πόσο διαφορετικά ακούγονται στ’ αυτιά σας αυτά που μόλις έγραψα, ανάλογα με το αν είμαι εν Ελλάδι Αλβανός ή εν Γαλλία Έλληνας;

Με εκτίμηση Κωνσταντίνος Γεωργίου»;
Γκαζμέντ Καπλάνι για την αντιγραφή
TA NEA: 02/08/2005