Τρίτη, Οκτωβρίου 25, 2005

Φαντάσου πως είσαι γυναίκα

«Φαντάσου πως είσαι γυναίκα. Όταν γεννιέται ο αδελφός σου, ο κόσμος λέει: "Είναι αγόρι, δόξα τον Αλλάχ". Όταν εσύ γεννιέσαι, λένε: «Δόξα τον Αλλάχ, είναι κοριτσάκι», μη ξεχνώντας ποτέ το υποκοριστικό. Ο ερχομός σου στον κόσμο είναι καλοδεχούμενος, εάν είσαι το πρώτο ή το δεύτερο κοριτσάκι. Καλύτερα όμως να μην υπάρχουν περισσότερα από δύο: για να είμαστε σίγουροι ότι η μητέρα δεν θα πάθει κάτι το δυσάρεστο... Όσο για τα αδέλφια, αυτά είναι πάντα καλοδεχούμενα. Όσο περισσότερα, τόσο το καλύτερο.
Φαντάσου πως είσαι γυναίκα. Τότε χρειάζεσαι πάντα την έγκριση του κηδεμόνα σου. Όχι μόνο για τον πρώτο γάμο, αλλά για το κάθε τι που κάνεις ή θέλεις να κάνεις. Δεν μπορείς να σπουδάσεις χωρίς την έγκριση του κηδεμόνα σου. Δεν μπορείς να εργάζεσαι και να κερδίζεις τα προς το ζην, χωρίς την έγκριση του κηδεμόνα σου.
Φαντάσου πως είσαι γυναίκα και, για να πας οπουδήποτε, πρέπει να σε συνοδεύσει ο μεγαλύτερος γιος ή ο αδελφός σου. Ο δεύτερος συχνά το σκέφτεται, λέγοντας: «Τι λέτε ρε παιδιά, να της δώσω την έγκριση;». Καμιά φορά κάνει τον δύσκολο, για να πάρει κάποιο... μπαξίσι - με τη θέληση του Αλλάχ βέβαια! Το μπαξίσι όμως ο αδελφός σου δεν το θέλει σε μετρητά, γιατί σέβεται τον εαυτό του ο άνθρωπος και, προπαντός, δεν επιτρέπει στον εαυτό του να αγγίξει τα χρήματα μιας γυναίκας! Επομένως, το προτιμά με μορφή αυτοκινήτου, ψυγείου ή - εάν τα βρει σκούρα - και με δόσεις, που πρέπει να του τις δώσεις μέχρι ο Αλλάχ να τον βγάλει από τις οικονομικές δυσκολίες.
Φαντάσου πως είσαι γυναίκα και ασκούν βία επάνω σου· σε ξυλοκοπούν, σε σκοτώνουν. Όταν ο Τύπος δημοσιεύει τη φωτογραφία σου, πάντα δίπλα σε εκείνη των εγκληματιών, υπάρχει πολύς κόσμος που ρωτά: "Φορούσε ή όχι τη χιτζάμπ (σ.σ.: ισλαμική μαντίλα);". Εάν τη φορούσες, η επόμενη απορία είναι: "Ποιος την άφησε να βγει από το σπίτι τέτοια ώρα;". Σε περίπτωση που είναι ο άνδρας σου που σου έσπασε τα πλευρά, τότε ο κόσμος θα πει πως οπωσδήποτε θα υπήρχαν πολύ σοβαροί λόγοι για να κάνει κάτι τέτοιο ο καημένος.
Φαντάσου πως είσαι γυναίκα και ο δικός σου άνδρας σού έχει σπάσει τη μύτη, τα χέρια, τα πόδια και εσύ πηγαίνεις στον Καντί (σ.σ.: δικαστής του ισλαμικού νόμου) για να καταθέσεις τα παράπονά σου. Ο Καντί λοιπόν σε ρωτά ποια είναι τα παράπονά σου και εσύ απαντάς: "Με έσπασε στο ξύλο". Συνοφρυωμένος εκείνος λέει: "Για ένα τόσο δα ζήτημα ήλθες ώς εδώ;". Γιατί για τον Καντί, το ξυλοκόπημα της γυναίκας αποτελεί μια φυσική διαδικασία που απαντάται στα ζευγάρια. Το λέει εξάλλου και το ρητό: "Το να δείρεις αυτήν που αγαπάς είναι σαν να τρως σταφύλια".
Φαντάσου πως είσαι γυναίκα και μόλις αγόρασες ένα αυτοκίνητο. Τότε θα πρέπει να περιμένεις τον αδελφό σου να σε πάει στη δουλειά ή να φέρεις κάποιον άνδρα προκειμένου να μάθει να οδηγεί το αυτοκίνητό σου και να σε πηγαίνει εκείνος στη δουλειά· και εσύ να τον πληρώνεις, γιατί απαγορεύεται να οδηγείς.
Φαντάσου πως είσαι γυναίκα που γράφεις σε κάποια εφημερίδα. Κάθε φορά που γράφεις για τα προβλήματα των γυναικών, τη φτώχεια, την ανεργία, τη βία και το νομικό καθεστώς που τη διέπει, ο κόσμος λέει: "Μην της δώσετε σημασία. Γυναικείες κουβέντες είναι, τι περιμένεις;"».
ΥΓ: Τα παραπάνω αποσπάσματα ανήκουν σε άρθρο της Μπαντρίγια Αλ-Μπισρ, από τη Σαουδική Αραβία, η οποία είναι λέκτωρ Κοινωνικών Επιστημών στο King Saud University. Το πλήρες άρθρο της, «Φαντάσου πως είσαι γυναίκα», δημοσιεύθηκε στην αραβόφωνη εφημερίδα «Al-Sharq Al-Awsat» που εκδίδεται στο Λονδίνο.
ΤΑ ΝΕΑ , 25/10/2005

Τρίτη, Οκτωβρίου 11, 2005

H ιστορία της Nικόλ

Τη λένε Νικόλ. Εκείνη δεν ξέρει ότι τη λένε έτσι. Οι «νονοί» και οι «κηδεμόνες» της δεν της το ανακοίνωσαν. Τη βάφτισαν Νικόλ γιατί στους ιδίους αρέσει η Νικόλ Κίντμαν... H Νικόλ, η οποία δεν ξέρει ότι τη λένε Νικόλ, είναι από τη Νότια Αφρική. Είναι λευκή, δεν έχει όμως καμία σχέση με τους λευκούς αποίκους. Εκείνη εκεί γεννήθηκε και μεγάλωσε. Από ό,τι ξέρουμε εκεί γεννήθηκαν, μεγάλωσαν και πέθαναν και οι προγονοί της... Εκτός από το όνομά της, η Νικόλ αγνοούσε επίσης ότι οι «κηδεμόνες» της είχαν «φυτέψει» στην κατάλευκη πλάτη της έναν «δορυφορικό κοριό» για να παρακολουθήσουν τις κινήσεις της. Όπως και να έχει πάντως, έτσι μάθαμε και εμείς οι υπόλοιποι την ιστορία της...
H Νικόλ, λοιπόν, είναι μια πανέμορφη γυναίκα. Αληθινό μοντέλο στο είδος της. Θα μπορούσε άνετα να γίνει η πρωταγωνίστρια ενός εντυπωσιακού ζωγραφικού πίνακα ή μιας πανέμορφης καρτ ποστάλ. Επιπλέον είναι φοβερή κολυμβήτρια. Παρά τα σπάνια προσόντα της, η Νικόλ είναι γυναίκα παραδοσιακών αρχών: μια γυναίκα άλλων εποχών θα λέγαμε. Λατρεύει τη θάλασσα, τις βουτιές στα κύματα, τα ψάρια και την καλή παρέα. Για κάμποσο καιρό μάς είχε πείσει πως δεν της χρειάζεται τίποτε άλλο για να είναι ευτυχισμένη και αυτάρκης... Μέχρι που μια μέρα γνώρισε έναν τύπο από την Αυστραλία και τον ερωτεύτηκε τρελά. Έχασε τόσο πολύ τα μυαλά της που όταν εκείνος επέστρεψε στο σπίτι του, εκείνη τον ακολούθησε. Τρελαμένη καθώς ήταν, παράτησε την άνετη ζωή της και έφυγε από τη Νότια Αφρική με προορισμό την Αυστραλία. Κολυμπώντας!
Οι «νονοί» και οι «κηδεμόνες» της δεν πίστευαν στα μάτια τους. Τέτοια πράγματα συμβαίνουν μόνο στα παραμύθια, έλεγαν με ειρωνικό ύφος. H αλήθεια είναι πως οι «κηδεμόνες» της είναι πολύ καλλιεργημένοι άνθρωποι. Διακεκριμένοι σχεδόν όλοι στον τομέα τους: δόκτορες εξέχοντες και πανεπιστημιακοί ξακουστοί. Εκείνοι γνωρίζουν, με το νι και με το σίγμα, τους νόμους της βαρύτητας και της σχετικότητας και πάρα πολλά άλλα πράγματα για τα οποία εμείς, οι κοινοί θνητοί, δεν έχουμε ιδέα... Αλλά οι νόμοι του έρωτα και της αγάπης, εκείνοι που κινούν τα πάντα και τους πάντες, δεν περιλαμβάνονται στην άμεση σφαίρα των ενδιαφερόντων τους. Επομένως, δεν δίστασαν να αποφανθούν πως η πράξη της Νικόλ πρόδιδε «σεξουαλική ανωριμότητα». Κάποιος από την παρέα, ονόματι Ραμόν Μπονφίλ και διάσημος επιστήμονας, εμμέσως πλην σαφώς κατηγόρησε τη Νικόλ για νυμφομανία. Αλλιώς δεν εξηγείται πώς εκείνη, μια γυναίκα παραδοσιακών αρχών, καταπάτησε τους παραδοσιακούς κανόνες, οι οποίοι θέλουν το θηλυκό σφόδρα στατικό και το αρσενικό αεικίνητο: όπως η Πηνελόπη και ο Οδυσσέας για να σχηματίσετε μια ιδέα...
Βέβαια με τη σεξουαλική επανάσταση τα ήθη έχουν αλλάξει κάπως. Αλλά όχι σε τέτοιο σημείο ώστε μια γυναίκα να κυνηγά έναν άνδρα κολυμπώντας... Και προπαντός, χάνοντας τόσο πολύ χρόνο: εννέα μήνες για την ακρίβεια... Και μια λεπτομέρεια: επειδή όταν ξεκίνησε δεν πρόλαβε να πάρει τίποτε μαζί της, για μπούσουλα και χάρτη η Νικόλ χρησιμοποιούσε τα αστέρια και τον ήλιο... Στο τέλος, η Νικόλ βρήκε τον εραστή της ο οποίος, όπως θα έκανε κάθε αρσενικό, κορδωνόταν που ένα τέτοιο θηλυκό τον είχε κυνηγήσει έως εκεί. Ακολούθησαν ερωτικές σκηνές, από αυτές που αρέσουν να σκηνοθετήσει ο Μπερνάρντο Μπερτολούτσι...
Δεν την βρίσκετε και εσείς καταπληκτική την ιστορία της Νικόλ; Ειδικά σε μια εποχή που οι άνθρωποι «ερωτεύονται» με τον θάνατο, που γίνονται όλο και λιγότερο ευάλωτοι, που τα δελτία ειδήσεων και τα ριάλιτι σόου δεν αφήνουν πια χώρο για ιστορίες χωρίς κυνισμό...
A, ξέχασα να σας το πω. H Νικόλ είναι καρχαρίας...
ΤΑ ΝΕΑ , 11/10/2005

Τρίτη, Οκτωβρίου 04, 2005

Όταν τα σύνορα ανταλλάσσουν τους ρόλους...

Στα ψιλά της διεθνούς ειδησεογραφίας πέρασε η είδηση ότι την περασμένη εβδομάδα οι Ισπανοί έστειλαν στρατό για να σταματήσουν τους λαθρομετανάστες να μπουν σε ισπανικό έδαφος. Μάθαμε απλώς πως (τουλάχιστον) πέντε Αφρικανοί σκοτώθηκαν και δεκάδες τραυματίστηκαν, όταν προσπάθησαν να περάσουν μαζικά τα συρματοπλέγματα στα ισπανικά σύνορα... Εδώ που τα λέμε, με τόσους καμικάζι και Κατρίνες, τέτοιες ειδήσεις μοιάζουν πλέον με ανακοινώσεις ρουτίνας. Ο κόσμος πάσχει από υπερκορεσμό σε καταστροφές, θανάτους και χάος: δεν έχει πια την «πολυτέλεια» της συμπόνιας...
Μια και μιλάμε, όμως, για ιστορίες με σύνορα και συρματοπλέγματα, θέλω να γυρίσω κάποια χρόνια πίσω και να διηγηθώ ένα μικρό επεισόδιο με τα σύνορα του ολοκληρωτισμού (όπως τα έζησα στην Αλβανία). Είναι μια ιστορία από τα παιδικά μου χρόνια, τότε που τα καλοκαίρια πηγαίναμε για διακοπές στις ακτές της Αδριατικής Θάλασσας. Το ολοκληρωτικό καθεστώς είχε γεμίσει ακόμα και τις παραλίες με τα περίφημα μπούνκερ: τα οποία περίμεναν καρτερικά την εισβολή του εχθρού... Έτσι κι αλλιώς, εμείς τον εχθρό τον περιμέναμε από παντού, αλλά φαίνεται πως ο πιο τρομακτικός εχθρός ήταν εκείνος που θα μας ερχόταν από τη θάλασσα... Αντί του τρομακτικού εχθρού, όμως, η θάλασσα έφερνε διάφορα ταπεινά αντικείμενα από τον «κόσμο-πέρα-από-τα-σύνορα»: σάπιους σάκους, άδεια μπουκάλια Coca-Cola, μπιντόνια απορρυπαντικών κ.λπ...
Συχνά, οι άνθρωποι έπαιρναν τα ταπεινά αυτά αντικείμενα και διακοσμούσαν τα σπίτια τους... Θυμάμαι μια εξαδέλφη μου, η οποία τρελάθηκε από τη χαρά της όταν βρήκε στη θάλασσα ένα πράσινο άδειο μπιντόνι, σε καλή κατάσταση μάλιστα... Ένας Θεός ξέρει ποιος το είχε πετάξει στην άλλη πλευρά της θάλασσας, χωρίς να φανταστεί πως θα μετατρεπόταν σε φετίχ. Πάνω του υπήρχε ακόμα το λογότυπο της εταιρείας, ένα γυναικείο εσώρουχο χέρι χέρι με ένα ανδρικό, και τα δυο «γδαρμένα» από το θαλασσινό νερό, γιατί είχαν κάνει μακρύ ταξίδι, καθώς φαίνεται. Το πήρε λοιπόν η εξαδέλφη μου το μπιντόνι των απορρυπαντικών και μαζί με τη μάνα της αποφάσισαν να το τοποθετήσουν στην πιο περίοπτη θέση του καθιστικού, λες και επρόκειτο για σπάνιο πίνακα του Βαν Γκογκ ή του Πικάσο... Υπήρχε κάτι το απέραντα κωμικό και τραγικό σε όλα αυτά. Αλλά, αν σκαλίσει κανείς με προσοχή πίσω από αυτή την τραγελαφικότητα, ίσως ανακαλύψει κάτι πέρα για πέρα ανθρώπινο: το πάθος των ανθρώπων να κρατήσουν την επαφή με τον «κόσμο-πέρα-από-τα-σύνορα». Όπως ο φυλακισμένος λατρεύει και τα πιο ταπεινά αντικείμενα του κόσμου έξω από τα σίδερα, γιατί του θυμίζουν την ελευθερία, έτσι και οι άνθρωποι με αυτό τον κωμικο-τραγικό τρόπο μάζευαν «αποδείξεις» πως ο «κόσμος-πέρα-από-τα-σύνορα» υπάρχει. Ήταν κι αυτός ένας - ίσως ασυνείδητος - τρόπος για να αψηφήσει κανείς την απόλυτη απομόνωση από τον έξω κόσμο, την παράνοια και τα αδιαπέραστα σύνορα. Ένας τρόπος για να «υποσχεθεί» στον εαυτό του και στους άλλους πως μια μέρα όλη αυτή η τρέλα θα τελειώσει...
Και πραγματικά, μια μέρα η τρέλα αυτή τελείωσε. Τα σύνορα του ολοκληρωτισμού κατέρρευσαν. Αλλά ξαφνικά τα σύνορα «άλλαξαν» τους ρόλους. Σαν ηθοποιοί, που υποχώρησαν για μια στιγμή στα παρασκήνια και επέστρεψαν επί σκηνής με εντελώς αλλιώτικα ρούχα. Κάποτε ήταν αδιαπέραστα τα σύνορα του ολοκληρωτισμού. Χιλιάδες άνθρωποι πέθαναν προσπαθώντας να τα περάσουν, προσπαθώντας να φτάσουν στον «κόσμο-πέρα-από-τα-σύνορα», στον «ελεύθερο κόσμο». Σήμερα, τα πρώην σύνορα του ολοκληρωτισμού είναι σχεδόν αφύλαχτα. Ενώ εκείνα του «ελεύθερου κόσμου» γίνονται όλο και πιο αδιαπέραστα... Και, επιπλέον, φονικά... Ποτέ στη νεώτερη Ιστορία της Δύσης δεν αντιμετώπισε κανείς τους επίδοξους μετανάστες με πολεμικά πλοία και ταξιαρχίες... Καλώς ήρθατε, αγαπητοί σύντροφοι, στη μεγάλη «επιστροφή των (αιματηρών) συνόρων»!
ΤΑ ΝΕΑ , 04/10/2005