Τρίτη, Ιανουαρίου 31, 2006

Iστορία και υστερία (2)

Πριν από δεκαπέντε χρόνια ήρθα στην Ελλάδα περνώντας παράνομα τα σύνορα μαζί με ένα καραβάνι ανθρώπων που με μανία έφευγαν από τον «κομμουνιστικό παράδεισο»... Ήξερα από πού έφευγα, δεν ήξερα καθόλου πού πήγαινα. Μου αρκούσε ότι έσπαγα το τρομερό ταμπού που λεγόταν σύνορα: τα σύνορα του κομμουνιστικού ολοκληρωτισμού. Ο άνθρωπος που κυριολεκτικά με έσωσε τότε ήταν κομμουνιστής. Το σχήμα ήταν άκρως τραγελαφικό: εγώ ήμουν το θύμα ενός κομμουνιστικού καθεστώτος, εκείνος ένας άνθρωπος που είχε πιστέψει σε αυτά τα καθεστώτα... Αυτήν την ιστορία την αφηγούμαι κάθε φορά που γίνεται συζήτηση για τη σύγκριση κομμουνισμού και ναζισμού. Ποτέ ένας ναζιστής δεν θα βοηθούσε ένα θύμα του ναζισμού, έναν Εβραίο ή το μέλος μιας κατώτερης φυλής, γιατί απλώς δεν του το επιτρέπουν η ιδεολογία και η κοσμοθεωρία του. Ο ναζισμός έχει μια σχέση πολύ καθαρή και απλή με τον εαυτό του, ενώ η σχέση του κομμουνισμού με τον εαυτό του είναι αντιφατική και τραγική.
Αυτό φάνηκε άλλωστε τη στιγμή της κατάρρευσης των κομμουνιστικών ολοκληρωτικών καθεστώτων. Όπως γράφει ο Τοντορόφ, αντί για νίκη, επρόκειτο μάλλον για την αναγνώριση ενός λάθους - «που διήρκεσε όσο και μια ανθρώπινη ζωή και στο λάθος αυτό υπήρξε συνένοχος σχεδόν όλος ο πληθυσμός. Τα έβαλε με ανεμόμυλους (ή, συχνότερα, υπέφερε εξαιτίας τους), πλήρωσε για ένα ψεύτικο περιδέραιο. Οι νικητές αξίζουν εξίσου περισσότερη συμπόνια παρά συγχαρητήρια»*... H καταδίκη των κομμουνιστικών καθεστώτων, των γκουλάγκ και των τρομακτικών εγκλημάτων τους απαιτούσε κυρίως μια επώδυνη διαδικασία αυτογνωσίας εκ μέρους των κοινωνιών που τα υπέστησαν. Αλλά κάτι τέτοιο δεν έγινε ποτέ. Πώς να γίνει άλλωστε όταν οι πρώην χαφιέδες έγιναν μεγάλοι επιχειρηματίες και λαθρέμποροι, οι πρώην γραμματείς του Κόμματος πρωθυπουργοί και οι πρώην βασανιστές διευθυντές φυλακών; Είναι πιο εύκολο να ψηφίζεις νόμους παρά να ανοίγεις φακέλους... Δεν είναι τυχαίο άλλωστε πως στον πρωτόγονο αντι-κομμουνισμό πρωταγωνιστούν συχνά ορισμένα επιφανή μέλη της πρώην κομμουνιστικής νομενκλατούρας... Πρόσφατα στην Τσεχία ψηφίστηκε νόμος σύμφωνα με τον οποίο όποιος αρνείται ότι «το κομμουνιστικό καθεστώς έκανε γενοκτονία» θα αντιμετωπίζει ποινή φυλάκισης από 6 μήνες έως 3 χρόνια... Δεν είναι μόνο το γεγονός ότι απαξιώνεται η έννοια της γενοκτονίας και της Shoah... Τέτοιους νόμους έβγαζαν τα ολοκληρωτικά καθεστώτα: απλώς οι ανεμόμυλοι γυρίζουν τώρα με τον ίδιο τρόπο, αλλά προς την άλλη κατεύθυνση, δηλαδή προς τα εκεί όπου φυσά ο άνεμος...
Αυτό είναι το ένα μέρος του προβλήματος. Ενώ στην Τσεχία έμπαινε σε ισχύ ο παραπάνω νόμος, στην Αυστρία συνελήφθη ο απεχθέστατος, κατά τα άλλα, ιστορικός Ντέιβιντ Ίρβινγκ, γνωστός αρνητής τού Ολοκαυτώματος. Στη Γαλλία δε, πρόσφατος νόμος ζητεί από τα σχολεία «να προβάλουν τον θετικό ρόλο της γαλλικής αποικιοκρατίας»... Τρία γεγονότα άσχετα μεταξύ τους, τα οποία συνδέει όμως η ανησυχητική τάση που παρατηρείται τελευταίως στην Ευρώπη για την παραγωγή και τη θέσπιση του παρελθόντος μέσω της δικαστικής οδού. Σημείο των καιρών ίσως μιας Ευρώπης που στέκεται αμήχανη μπροστά στην πρόσφατη Ιστορία της; Αλλά όταν κάποιος στέκεται αμήχανα μπροστά στην Ιστορία του σημαίνει πως δυσκολεύεται προ παντός να αντιμετωπίσει το παρόν και το μέλλον του...
Όσοι θέλουν να γράψουν την Ιστορία με μνημόνια, πολιτικά σώματα και δικαστήρια επιβάλλουν τον αυταρχισμό, περιορίζουν την επιστημονική έρευνα και αδειάζουν την Ιστορία από το ίδιο της το νόημα. Από αυτήν την άποψη είναι α-νόητοι. Όπως και όσοι αρνούνται τα εγκλήματα των ολοκληρωτικών καθεστώτων είναι αμετανόητοι. Το θέμα είναι ότι, όπως πάμε, η Ιστορία κινδυνεύει να βρεθεί όμηρος ανάμεσα στους ανόητους και τους αμετανόητους...
* Τσβετάν Τοντορόφ, Ο εκπατρισμένος, Εκδ. Πόλις, σ. 81
ΤΑ ΝΕΑ , 31/01/2006

Τρίτη, Ιανουαρίου 24, 2006

Iστορία και υστερία

Είμαστε με μια παρέα φίλων, σε κάποια ταβέρνα στα Πετράλωνα και περνάμε καλά. Συζητούμε για διάφορα, σοβαρά και ακόμα περισσότερα μη σοβαρά πράγματα... Ξαφνικά η συζήτηση γυρνά στα πολιτικά. Κάποια στιγμή, αναφέρω στην ομήγυρη ένα ντοκιμαντέρ που είχα δει τις προάλλες στο γαλλικό «Arte» για τη Βόρεια Κορέα και από το οποίο μου σηκώθηκε η τρίχα κάγκελο... Οι εικόνες που είδα μού ήταν οικείες. Τις έχω ζήσει μερικές δεκαετίες πριν: όχι στη Βόρεια Κορέα, στην Αλβανία. Αναγνωρίζω την ίδια παράνοια του Μεγάλου Ηγέτη, του Κιμ Γιονγκ Ιλ, τα ίδια αντιιμπεριαλιστικά γελοία συνθήματα στους τοίχους, τον ίδιο τρόμο στα μάτια των ανθρώπων...
Μία από τις γυναίκες της παρέας, η Σοφία, με διακόπτει κάπως απότομα: «Δεν ξέρω τι γίνεται στη Βόρεια Κορέα, αλλά μου άρεσε αυτός ο Κιμ όταν είπε στους Αμερικανούς ότι, εάν χρειαστεί, θα χρησιμοποιήσει την ατομική βόμβα... Έχει τσαμπουκά ο τύπος...». Αυτήν τη φορά έμεινα ο ίδιος κάγκελο... Μα, αν είναι για αντιαμερικανικές αρλούμπες, γιατί να κουραστείς να πας μέχρι τη Βόρεια Κορέα; Μπορείς να βρεις τόνους ολόκληρους στα βιβλία του Ενβέρ Χότζα... Πίσω όμως από τις αρλούμπες και την «πάλη των τάξεων», υπήρχε ένα τερατώδες καθεστώς που έστηνε γκούλαγκ και εξόντωνε τους ατελείωτους εχθρούς του: δηλαδή εμάς...
H Σοφία είναι πολυδιαβασμένη και ταξιδεμένη. Πρόπερσι τελείωσε τη διατριβή της. Με λίγα λόγια, δεν της λείπουν οι γνώσεις ούτε οι εμπειρίες. Αλλά γι' αυτήν υπάρχουν μόνο τα θύματα της αποικιοκρατίας, του ναζισμού και του ιμπεριαλισμού: όλα μαζί σε ένα τσουβάλι... Τα θύματα του Στάλιν, του Ενβέρ Χότζα και του Κιμ υπάρχουν μεν, αλλά εντάξει, μπορούμε και να τα προσπεράσουμε... Επιπλέον, η ίδια έχει μια επώδυνη προσωπική ιστορία... Ο πατέρας της, ως αριστερός, καταδιώχθηκε άγρια από τους δεξιούς εθνικόφρονες και τους χουντικούς. Στρατοδικεία, φυλακίσεις, εξορίες, βασανιστήρια ήταν για πολλά χρόνια η καθημερινότητά του...
H προσωπική ιστορία της Σοφίας με κάνει να σκέφτομαι πως υπάρχουν δύο τρόποι να τοποθετείται κανείς απέναντι στον δικό του πόνο. Ο πρώτος είναι εκείνος της εξομοίωσης και της συμπάθειας. Να προσεγγίζεις π.χ. την παράνοια του Πινοσέτ και την παράνοια του Κάστρο ως συγγενικές, αν και περιτυλίγονται με διαφορετικές ιδεολογίες και ρητορείες. Να τρέφεις την ίδια συμπάθεια για τα θύματα των δεξιών εθνικοφρόνων στα ξερονήσια, όπως για τους εξόριστους στα γκούλαγκ που έστηναν τα μέλη της κομμουνιστικής νομενκλατούρας. Ο δεύτερος τρόπος, εκείνος της Σοφίας, είναι να χωρίζεις τον κόσμο σε άσπρο και μαύρο, σε αγγελικό και δαιμονικό... Συχνά, σε έναν τέτοιο κόσμο, ο εχθρός τού εχθρού σου είναι φίλος σου· και τότε, αναπόφευκτα, κλείνεις τα μάτια ή κάνεις εκπτώσεις απέναντι στον πόνο των θυμάτων του εχθρού τού εχθρού σου. Εάν το δεις έτσι, εγώ που έζησα τον κομμουνιστικό ολοκληρωτισμό πρέπει να δικαιολογήσω ή να αδιαφορήσω για τα εγκλήματα της χούντας στην Ελλάδα ή του Πινοσέτ στη Χιλή... Αυτός, ο δεύτερος τρόπος λοιπόν, είναι ο τρόπος των τυφλών και των φανατικών...
Τα αίματα στο τραπέζι άναψαν. Μερικοί προσπαθούσαν να παίξουν τον ρόλο των κυανοκράνων... H Σοφία κοκκίνισε από τον θυμό της. Το ίδιο και εγώ. «Τότε, εσύ είσαι υπέρ του αντικομμουνιστικού μνημονίου που θέλουν να ψηφίσουν στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο;», με ρωτά. Απαντώ πως είμαι κατά. Όχι διότι δικαιολογώ τα εγκλήματα των ολοκληρωτικών καθεστώτων που έδρασαν στο όνομα του κομμουνισμού, αλλά κυρίως γιατί πιστεύω πως δεν μπορεί να γράψει κανείς την Ιστορία με μνημόνια και στα δικαστήρια: γιατί σε αυτήν την περίπτωση η Ιστορία μετατρέπεται σε υστερία. Γι' αυτό το θέμα όμως θα μιλήσουμε την επόμενη Τρίτη...
ΤΑ ΝΕΑ , 24/01/2006

Τρίτη, Ιανουαρίου 17, 2006

Δεν ψηφίζεις; Δεν υπάρχεις

Αυτή την Παρασκευή βρέθηκα στη Θεσσαλονίκη σε εκδήλωση για τους μετανάστες. Είχα έτσι την ευκαιρία να γνωρίσω από κοντά έναν Έλληνα μετανάστη - Σουηδός πολίτης σήμερα -, έναν γοητευτικό άνθρωπο και ομιλητή, τον Νίκο Παπαδόπουλο. Ο κ. Παπαδόπουλος έφυγε από την Ελλάδα της Χούντας με προορισμό την Αμερική, με ενδιάμεσο σταθμό την Σουηδία. Επειδή όμως οι δρόμοι της ξενιτιάς είναι πάντα απρόβλεπτοι, η Σουηδία έγινε τελικά η άλλη πατρίδα του. Έκανε όλες τις δουλειές που κάνει συνήθως ο μέτοικος της πρώτης γενιάς: λαντζιέρης, καθαριστής… Ταυτόχρονα φοίτησε σε Σουηδικό Πανεπιστήμιο, εμπνεύστηκε από τον Ούλοφ Πάλμε, μπήκε στην πολιτική και έκανε αξιόλογη πορεία. Σήμερα είναι Ευρωβουλευτής του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος της Σουηδίας...
Ανάμεσα στα πολλά ενδιαφέρονται που είπε ο Νίκος Παπαδόπουλος ήταν και ένα περιστατικό από την ζωή του. Στο Πανεπιστήμιο όπου φοιτούσε, μαζί με άλλους μετανάστες φοιτητές, είχαν ιδρύσει την δικιά τους φοιτητική παράταξη. «Μια μέρα σκεφτήκαμε να διοργανώσουμε μια εκδήλωση» - αφηγήται – «με τους τοπικούς άρχοντες και τους πολιτικούς της περιοχής. Είχαμε ετοιμάσει και ένα κοκτέιλ… Τελικά, κανείς από τους καλεσμένους δεν ήρθε. Μείναμε μόνοι μας, απογοητευμένοι και στεναχωρημένοι αναγκαστήκαμε να φάμε οι ίδιοι αυτά που είχαμε παραγγείλει… Μετά από μερικές εβδομάδες ανάφερα το γεγονός στον Ούλοφ Πάλμε και εκείνος με ρώτησε: «Ρε συ Παπαδόπουλε ξέρεις τι είσαι;»
«Έλληνας» - του απάντησα.
«Ναι, αλλά ποιο είναι το καθεστώς σου εδώ που βρίσκεσαι;»
«Μετανάστης, με άδεια παραμονής»...
«Δικαίωμα ψήφου έχεις;».
«Όχι».
«Ε τότε γι’αυτούς δεν υπάρχεις. Εάν είχες δικαίωμα ψήφου θα έβλεπες πως θα έτρεχαν να γεμίσουν την αίθουσα»...
Τώρα, από την Σουηδία ας έρθουμε στην Ελλάδα. Ας πάμε πίσω μερικές εβδομάδες, τότε που το Παρίσι φλεγόταν, από την εξέγερση των απογόνων των μεταναστών. Θυμάστε πως εκείνες τις μέρες είχαν παραγεμίσει τα τηλεοπτικά παράθυρα με πολιτικούς όλων των παρατάξεων, που έλεγαν και ξανάλεγαν πως «πρέπει να εντάξουμε τους μετανάστες», «πρέπει να αποκτήσουν δικαίωμα ψήφου στις τοπικές εκλογές όσοι μετανάστες διαμένουν πολλά χρόνια στην Ελλάδα» κλπ. κλπ.; Εγώ ο μετανάστης τα θυμάμαι πολύ καλά όλα αυτά. Το ερώτημα είναι: θα ακούσουμε τα ίδια τώρα με την ευκαιρία της Συνταγματικής αναθεώρησης; Το ΠΑΣΟΚ κατέθεσε ήδη ανάλογη πρόταση: αν και οι κακές γλώσσες ρωτούν γιατί δεν το έκανε όταν είχε την εξουσία, αλλά αυτή είναι μια άλλη συζήτηση… Σε τελευταία ανάλυση, στη πολιτική, σημασία έχει πάντα αυτό που έρχεται και όχι αυτό που φεύγει…
Δεν είχαν περάσει ούτε δέκα λεπτά από το τέλος της εκδήλωσης όταν το κινητό μου χτύπησε. Ήταν η φίλη μου η Ρόνη, μετανάστρια από την Βουλγαρία και δευτεροετής φοιτήτρια σε ΤΕΙ, στην Δραματική Σχολή. Η Ρόνη ήρθε οκτώ χρονών στην Ελλάδα, φοίτησε στο ελληνικό σχολείο, ήταν άριστη μαθήτρια και στις Πανελλήνιες κατάφερε να περάσει στη Σχολή που ήθελε. Την Ελλάδα η Ρόνη την βλέπει ως την πρώτη της πατρίδα. Επιμένουν όμως να της θυμίζουν πως είναι ξένη. Γιατί για την άδεια παραμονής της ακόμα περιμένει, άγνωστο μέχρι πότε... Γιατί πήγε προχθές να πάρει το φοιτητικό επίδομα που δικαιούται και της είπαν πως «αποκλείονται τα παιδιά των μεταναστών»!... Καθώς βλέπετε, λοιπόν, με γοργούς ρυθμούς προχωρά η ένταξη των μεταναστών: ξεκινώντας από τις άδειες παραμονής, συνεχίζοντας με τους μικροπωλητές και τελειώνοντας στα Πανεπιστήμια… Ίσως πρέπει να περιμένουμε να ξεσηκωθούν ξανά οι μαγκρεμπίνοι στην Γαλλία για ν’ακούσουμε πάλι τα περί ένταξης μεταναστών και πολλά, πάρα πολλά… Άλλα λόγια ν’αγαπιόμαστε…
ΥΓ. Η εν λόγω εκδήλωση διοργανώθηκε από τέσσερεις κινήσεις πολιτών: «Οι πολίτες», «Π 80», «Περίπου 30», «Νεανικός Όμιλος για τον πολιτικό προβληματισμό».
TA NEA: 17/01/2006

Τρίτη, Ιανουαρίου 10, 2006

H κρυφή γοητεία του «μεμονωμένου συμβάντος»

«Είμαστε δύο Ρεθυμνιώτες, ο ένας πρώην, ο άλλος νυν μετανάστης, ο ένας Έλληνας, ο άλλος Αλβανός. Θέλουμε να αφηγηθούμε μια θλιβερή φανταστική ιστορία για να διαφωτίσουμε μια άλλη, δυστυχώς πραγματική. Βρισκόμαστε στο Pforzheim, μια μικρή γερμανική πόλη. Σε ένα μπαρ, μια παρέα Ελλήνων μεταναστών, δεύτερης γενιάς, "πλακώνεται" με μια ομάδα "καθαρόαιμων" Γερμανών. Αφορμή είναι η ελληνική σημαία στην μπλούζα ενός από την παρέα των Ελλήνων μεταναστών... Ο καβγάς τελειώνει με αμφίπλευρες φάπες... Ύστερα από πέντε ώρες, οι Γερμαναράδες συγκροτούν ομάδα επτά ατόμων, συγγενείς επί το πλείστον, για να δώσουν ένα μάθημα στους dreckiger Auslaender: ένα γερμανικό αντίστοιχο του δικού μας "κωλοαλβανού". Επειδή δεν βρίσκουν κάποιον από αυτούς που ήρθαν στα χέρια, επιλέγουν έναν άσχετο με τον καβγά, αρκεί που είναι Έλληνας, επειδή τυχαίνει να ξέρουν το σπίτι του. Έτσι εισβάλλουν στο σπίτι ενός ανήλικου Έλληνα μετανάστη, τα χαράματα της Πρωτοχρονιάς, φωνάζοντας πως θέλουν να πιούν ελληνικό αίμα, δέρνουν τον άρρωστο πατέρα του, κυνηγούν τον ίδιο στην ταράτσα του σπιτιού και τον σφάζουν με 17 μαχαιριές: μέχρι που η λάμα κόλλησε στο άψυχο σώμα του...
Κανείς δεν θα είχε αντίρρηση να ονομάσουμε τη φρικιαστική πράξη λιντσάρισμα. Και τη συμπεριφορά των Γερμαναράδων ακραιφνώς ρατσιστική... Βάλετε όμως στη θέση του Pforzheim το Ρέθυμνο, στη θέση του Έλληνα μετανάστη έναν πραγματικό Αλβανό μετανάστη, ονόματι Εντισόν Γιάχαϊ και στη θέση των Γερμαναράδων μια ομάδα Ελλήνων συμπατριωτών μας. Τα πάντα αλλάζουν: το λιντσάρισμα γίνεται "μεμονωμένο συμβάν", η ρατσιστική πρόθεση "ξεκαθάρισμα λογαριασμών".
Μας λένε πως δεν είναι το ίδιο. H Κρήτη φημίζεται για τα όπλα και τη βεντέτα. Αλλά το να εισβάλεις σε ξένο σπίτι τα χαράματα το απαγορεύουν ακόμα και οι κανόνες της πιο άγριας βεντέτας. Το να εισβάλεις σε ξένο σπίτι για να κατακρεουργήσεις έναν ανήλικο Αλβανό μετανάστη με 17 μαχαιριές, γιατί θέλεις να δώσεις ένα μάθημα στους "κωλοαλβανούς", αυτό φαίνεται να το υπαγορεύουν οι κανόνες της πιο άγριας μισαλλοδοξίας.
Οι Αλβανοί μετανάστες στο Ρέθυμνο διαδήλωσαν μετά τη δολοφονία. Όχι μόνο γιατί δολοφονήθηκε ένας συμπατριώτης τους, αλλά επειδή φοβούνται πως ο καθένας από αυτούς μπορεί να είναι το επόμενο "τυχαίο" θύμα ενός τέτοιου "μεμονωμένου συμβάντος". Και ακόμα χειρότερα: γιατί νιώθουν ότι τους Αλβανούς μπορείς να τους σφάζεις με το έτσι θέλω και πάλι να τη βγάζεις καθαρή. Έχουν άδικο άραγε που νιώθουν έτσι όταν βλέπουν στα δελτία των ειδήσεων να παρελαύνουν "έντιμοι πολίτες" που λένε "καλά να πάθουν οι Αλβανοί"; Όταν ο Μαξίμ Ζελίν, που φέρεται να κατακρεούργησε μια άτυχη Ελληνίδα με 17 μαχαιριές, είναι για τα MME "κτήνος" και προ παντός "Ρώσος κακοποιός", ενώ ο Έλληνας υπήκοος που κατακρεούργησε έναν ανήλικο Αλβανό μετανάστη με 17 μαχαιριές είναι "φαντάρος", "πρωταθλητής εφήβων στην άρση βαρών", "ήσυχο παιδί που δεν είχε δώσει ποτέ αφορμή" και προ παντός ποτέ "Έλληνας"; Τα μεγάλα κακά αρχίζουν από τη μικρή διαφθορά των λέξεων.
Αύριο, Τετάρτη, 11 Ιανουαρίου 2006, εδώ στο Ρέθυμνο, στις επτά το απόγευμα, Έλληνες και μετανάστες θα διαδηλώσουν μαζί. Για να δώσουμε το μήνυμα ότι δεν πρόκειται για σύγκρουση Ελλήνων και Αλβανών, αλλά για σύγκρουση όσων θέλουν μια δημοκρατική ελληνική κοινωνία της συνύπαρξης με εκείνους που θέλουν μια ελληνική κοινωνία των φυλετικών συγκρούσεων και της μισαλλοδοξίας... Ευχαριστούμε για τη φιλοξενία.
Αλβάρο Ντιμίτρι - Θανάσης Μαρβάκης»

ΥΓ: Δεν είχα τελειώσει την αντιγραφή της επιστολής όταν το γραφείο μου άρχισε να τρέμει από τον σεισμό... Πιασμένος από τον φόβο, σκέφθηκα πως σε αυτήν τη ζωή είμαστε όλοι μετανάστες: μέτοικοι με μια προσωρινή άδεια παραμονής πάνω στη γη, αθεράπευτα περαστικοί...
ΤΑ ΝΕΑ , 10/01/2006

Σάββατο, Ιανουαρίου 07, 2006

ΓΕΛΑ ΧΑΙΡΕΚΑΚΑ….*

Του Γιώργου Παπακωνσταντή
Αστυνομικός υποδιευθυντής
επόπτης Ασφαλείας το Ρέθυμνο
την ώρα της δολοφονίας του Αλβανού μετανάστη

Προσοχή ρατσισμός! Τον βλέπουμε παντού. Στα ρεπορτάζ των καναλιών, στα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων, στις δηλώσεις επισήμων. Συνήθως, συνοδεύεται από ένα κραυγαλέο επίθετο, όπως «άγριος», «επικίνδυνος», «κακοποιός» και δίπλα η καταγωγή. «Αλβανός», «Ρώσος», «Ρουμάνος» ή «Βούλγαρος», σχεδόν ποτέ «Έλληνας». Τον βλέπουμε στην καθημερινότητά μας, στο καφενείο, το σχολείο, την παρέα. Στο χωράφι ή το εργοστάσιο. Όπου ο αλλοδαπός, που για μας ονομάζεται «Γιάννης», «Πέτρος», ή «Θωμάς» και όχι «Ισμαήλ», «Γκεόργκι» ή «Χασάν» (αλήθεια τι απέγινε αυτός;), ζει κάτω από τη «αφιλάνθρωπη» ανοχή και βοθήθειά μας. Τον βλέπουμε σ’ένα ποινικό σύστημα που έχει καταφέρει το 50% των φυλακισμένων να είναι αλλοδαποί, ενώ η συνολική εγκληματικότητά τους δεν διαφοροποιείται ουσιαστικά από αυτή των γηγενών. Το βλέπουμε να αναπαράγεται ανάμεσα στα στερεότυπα και τις κραυγές και να γελά χαιρέκακα σε κάθε έγκλημα που έχει βάλει το χέρι του!

Πηγή: «Κόσμος του Επενδυτή», 6-8 Ιανουαρίου 2006, σ.15

Τρίτη, Ιανουαρίου 03, 2006

Πρωτοχρονιάτικες εξομολογήσεις μιας οικιακής βοηθού

«Αγαπητέ "Υπάρχουμε, Συνυπάρχουμε;", εύχομαι όσα θα σας γράψω να μη σας φανούν σκέτη ανοησία. Είμαι μετανάστρια και εργάζομαι ως οικιακή βοηθός, δηλαδή καθαρίζω σπίτια. Στην Αλβανία σπούδασα Μαθηματικά, αλλά η μαθηματική ελπίδα της ξενιτιάς είναι η επιβίωση... Έχω δύο παιδιά, μία κόρη και έναν γιο, που πηγαίνουν σε ελληνικό σχολείο...
Κάθε φορά που έρχονται οι γιορτές νιώθω μια ανεξήγητη μελαγχολία. Ίσως φταίει το γεγονός ότι νιώθω ακόμα ξένη, και όταν νιώθεις ξένη τις γιορτές αυτό σου αφήνει ένα κενό στην ψυχή. Τα παιδιά μου βέβαια δεν νιώθουν καμία μελαγχολία τις γιορτές, γιατί προφανώς δεν νιώθουν ξένα. Μη με παρεξηγήσεις όμως, γιατί τις γιορτές τις χαίρομαι πάντα. Έτσι και αλλιώς, μπακλαβά και κανταΐφι είχαμε εκεί πάνω, μπακλαβά και κανταΐφι έχουμε και εδώ... Για να διώξω τη μελαγχολία μου, προχθές που είχα άδεια, έβαλα τα καλά μου και μαζί με μια ξαδέλφη πήραμε το τρένο και πήγαμε στο Mall. Είχα ακούσει γι' αυτό στα σπίτια που καθαρίζω. Mall στα αλβανικά σημαίνει πόθος και πραμάτεια μαζί. Και το Mall ήταν ακριβώς έτσι. Περιπλανηθήκαμε, θαυμάσαμε και αφού δεν αγοράσαμε τίποτα γυρίσαμε στο σπίτι...
Με το που ανοίγω την πόρτα του σπιτιού μου, βλέπω τον άνδρα και τα παιδιά μου κολλημένα στην τηλεόραση. "Τι έγινε;", τους ρωτάω. "Ξέχασε το σπίτι...", μου απαντάει κοφτά ο άνδρας μου. Ψάχνουμε εδώ και τρεις μήνες ένα σπίτι να νοικιάσουμε, να φύγουμε από το υπόγειο που μένουμε τόσα χρόνια. Μεγάλωσαν και τα παιδιά, ξέρεις... Το πρόβλημα είναι ότι οι ιδιοκτήτες μόλις μαθαίνουν ότι είμαστε Αλβανοί βρίσκουν δικαιολογίες και μας διώχνουν. Όταν ο ιδιοκτήτης είναι άνδρας λέει ότι δεν θέλει η γυναίκα του. Όταν είναι γυναίκα λέει ότι δεν θέλει ο άνδρας της...
Προσπαθούσα να καταλάβω τι σχέση είχε η τηλεόραση με το σπίτι που ψάχναμε, όταν είδα στην οθόνη τη φάτσα ενός νεαρού και από κάτω τη λέξη "Αλβανός". Τότε έμαθα για το φονικό και τους δύο νεκρούς αστυνομικούς. Το αίμα μου πάγωσε. Κάθε φορά που κάποιος Αλβανός μετανάστης κάνει κάτι, νιώθω απελπισμένη. Μάλιστα μια φορά έχασα τη δουλειά μου γι' αυτόν τον λόγο. Πρόπερσι, με την απαγωγή έγινε αυτό... Το χειρότερο όμως είναι ότι κάθε φορά που γίνεται κάτι, και αρχίζει η τηλεόραση με το "Αλβανός έκανε" και "Αλβανός έσφαξε", μου κρατάνε μούτρα τα ίδια τα παιδιά μου... Δεν το έχετε δοκιμάσει αυτό, και εύχομαι να μην το δοκιμάσετε ποτέ, γιατί είναι σαν να σας σφάζουν τα ίδια τα παιδιά σας... Αλλά τα καταλαβαίνω τα παιδιά μου, γιατί και αυτά βρίσκουν κρεμασμένα μούτρα στο σχολείο και εκδικούνται εμένα για την καταγωγή τους, που τους τιμωρεί...
Αυτά σκεφτόμουν λοιπόν ενώ πήγαινα να ξεντυθώ στο υπνοδωμάτιο, όταν ακούω τον άνδρα μου να φωνάζει πανηγυρικά όπως κάνουν στο ποδόσφαιρο: "Δεν το έκανε ο Αλβανός, το έκανε ο Ρώσος, ο Ρώσος, ακούς, δόξα σοι ο Θεός...". Χάρηκαν όλοι, χάρηκα κι εγώ. Μετά φοβήθηκα με τη χαρά μου: "Μα δεν είναι τρελό, σκέφθηκα, αντί να θλίβεσαι για τους ανθρώπους που σκοτώθηκαν να χαίρεσαι που ο δολοφόνος είναι Ρώσος, Κινέζος ή Έλληνας;"...
Αυτά ήθελα να σας διηγηθώ... Ευχή μου είναι να ζούμε σε έναν κόσμο λιγότερο αιματηρό, όπου τα παιδιά των μεταναστών θα υπερηφανεύονται ή θα ντρέπονται μονάχα για τις δικές τους πράξεις και όχι για την καταγωγή τους... Τρομάζω στη σκέψη ότι μπορεί να ζήσουν σε μια κοινωνία όπου οι θύτες και τα θύματα θα είναι "δικά μας" και "δικά τους"...».
Γκαζμέντ Καπλάνι για την αντιγραφή
TA NEA, 03/01/2006