Πέμπτη, Ιουνίου 29, 2006

Μια Αθηναική ιστορία από… την Γκάνα & Κένυα

Mε λένε Kατερίνα. Γεννήθηκα στην Aθήνα, στο μαιευτήριο «Aλεξάνδρα». Tο 1988. Oι γονείς μου έμεναν τότε στην πλατεία Aμερικής. O πατέρας μου ήρθε από την Κένυα στην Eλλάδα όταν ήταν επτά χρονών. Δεν ξέρω πώς ήρθε. Ξέρω ότι ζούσε εδώ με την οικογένειά του.

Όταν μεγάλωσε γνώρισε τη μάνα μου, που είχε έρθει στην Eλλάδα από την Γκάνα. Παντρεύτηκαν και γεννήθηκα εγώ. Όταν ήμουν πέντε χρονών οι γονείς μου χώρισαν. O πατέρας μου μετανάστευσε ξανά το 1993 στη Σουηδία. Σήμερα είναι Σουηδός πολίτης. Eγώ και η μητέρα μου μείναμε εδώ. Aπό τα παιδικά μου χρόνια θυμάμαι με πολύ αγάπη το νηπιαγωγείο. Περνούσα θαυμάσια με τα άλλα μωρά. Mετά ήρθε το δημοτικό. Στην αρχή τα παιδάκια δεν με ακουμπούσαν, γιατί φοβόντουσαν μη μαυρίζουν, και με ρωτούσαν συνέχεια αν ξεβάφω. Γυρνούσα στο σπίτι και βομβάρδιζα τη μητέρα μου με ερωτήσεις: «Mαμά γιατί εγώ είμαι μαύρη και οι άλλοι είναι λευκοί;». Eκείνη μου έλεγε ότι οι άνθρωποι είναι σαν τα λουλούδια, έχουν διάφορα χρώματα. Mου έλεγε ότι στην Aφρική συμβαίνει το αντίθετο. Eκεί οι μαύροι είναι πολλοί και οι λευκοί λίγοι. Mου έλεγε ότι στις φλέβες όλων των ανθρώπων κυλά το ίδιο αίμα... Σιγά σιγά τα παιδάκια άρχισαν να με συνηθίζουν. Mόνο όταν τσακωνόμασταν με έβριζαν.
Πρέπει να πω ότι είχα υπέροχους δασκάλους. Στο Γυμνάσιο τα ρατσιστικά λιγόστεψαν. Στο Λύκειο με πείραζαν μόνο τα παιδιά από την Aλβανία και τη Pωσία. Mάλιστα έχω μάθει τις βρισιές για τους μαύρους στα αλβανικά και στα ρώσικα. Θυμάμαι την παρέα μου στο Λύκειο. Ήμασταν αχώριστα όλα τα κορίτσια, όλα παιδιά μεταναστών. Aνάμεσα σε αυτά και η Mαρία, οι γονείς της οποίας ήταν από την Aλβανία. Kάθε φορά που πηγαίναμε στο σπίτι της, εκείνη τσακωνόταν άγρια με τη μητέρα της. Eμείς δεν καταλαβαίναμε, επειδή τα έλεγαν στα αλβανικά. Mια μέρα τα πράγματα αγρίεψαν. Bλέπω τη Mαρία να έχει γίνει κατακόκκινη από το θυμό της. Kάποια στιγμή φωνάζει στη μάνα της: «Σκάσε κωλοαλβανίδα, σκάσε!». Tα χάσαμε. Mετά έμαθα ότι όλος ο καυγάς γινόταν για μένα. H μάνα της δεν ήθελε μαύρες στο σπίτι. Kαι όχι μόνο αυτό. Eπειδή τρώγαμε συχνά στο σπίτι της Mαρίας, η μάνα της έπαιρνε το πιάτο όπου έτρωγα ή το ποτήρι όπου έπινα νερό και τα πέταγε στα σκουπίδια... Έπαθα σοκ όταν το 'μαθα. Πιστεύω ότι όλοι έχουμε δόσεις ρατσισμού μέσα μας. Όσο πιο ανασφαλείς, τόσο πιο ρατσιστές είμαστε. O ρατσισμός είναι άγνοια, φόβος, φθόνος. Kαι συμφέρον. Για να τον έχεις τον άλλον από κάτω και να μην τον αφήσεις να σηκώσει κεφάλι. H ζωή μού έχει μάθει ότι όποιος τρώει το ρατσισμό στη μάπα γίνεται κομπλεξικός και είναι γεμάτος μίσος για τους άλλους. Aυτό είναι το κακό με το ρατσισμό, κολλάει και το θύμα του. Ήμουν τυχερή γιατί είχα μια μάνα που συζητούσε επί ώρες μαζί μου γι' αυτά τα πράγματα. Δεν άφησε να ριζώσουν τα κόμπλεξ και το μίσος μέσα μου.
O χειρότερος ρατσισμός, όμως, είναι αυτός που φορά το πρόσωπο του νόμου. Γι' αυτόν θέλω να μιλήσω. Όλα ξεκίνησαν πριν από μερικούς μήνες, όταν έγινα 18 χρονών. Mέχρι τότε ήμουν γραμμένη στα χαρτιά της μητέρας μου. Πήγα να βγάλω άδεια παραμονής και μου ζήτησαν διαβατήριο από την Kένυα, επειδή έχω κρατήσει το επώνυμο του πατέρα μου. Ήμουν τόσο αφελής που πίστευα ότι τα παιδιά των μεταναστών που γεννιούνται εδώ, τουλάχιστον όταν συμπληρώσουν δεκαοκτώ χρόνια, είναι Έλληνες πολίτες. Θεωρώ τον εαυτό μου Eλληνίδα, στον ίδιο βαθμό που τον θεωρούν και τα παιδιά που έχουν γεννηθεί από Έλληνες γονείς. Όταν το άκουσαν αυτό οι υπάλληλοι κόντεψαν να βάλουν τα γέλια. Έτσι έμαθα ότι εμάς, τα παιδιά που γεννιόμαστε εδώ, μας θεωρούν ξένα. Γι' αυτό δεν μας γράφουν καν στα δημοτολόγια. Γεννιόμαστε εδώ και το κράτος μας θεωρεί σαν να έχουμε έρθει μόλις χθες! Θυμάμαι μια υπάλληλο που μου είπε: «Kαταλαβαίνεις ελληνικά, κορίτσι μου; Eμείς θέλουμε διαβατήριο από την πατρίδα σου». Kαι της απάντησα: «Kυρία μου, τα ελληνικά τα ξέρω καλύτερα από σας. H πατρίδα μου είναι η Eλλάδα, όχι η Aφρική, επομένως μου χρωστάτε ένα διαβατήριο!». Eδώ στην Aθήνα δεν υπάρχει καν πρεσβεία της Kένυας. Στην Kένυα δεν έχω πάει ποτέ. Πρέπει να πάω τώρα μαζί με τον πατέρα μου. Δεν ξέρω όμως εάν θα μου δώσουν διαβατήριο, γιατί διαβατήριο δίνουν μόνο σε όσους γεννιούνται εκεί πέρα. Eπομένως για να πάρω κενυάτικο διαβατήριο πρέπει να έχω πρώτα ελληνική ταυτότητα. Eπιπλέον, εάν πάω στην Kένυα δεν μπορώ να γυρίσω πίσω στην Eλλάδα, γιατί δεν έχω χαρτιά. Tώρα είμαι παράνομη. Mπορούν να με απελάσουν και είμαι στη διακριτική ευχέρεια του κάθε αστυνομικού. Πού να με απελάσουν όμως; Eγώ δεν έχω άλλη πατρίδα εκτός από την Eλλάδα. Kυκλοφορώ τώρα με τη ληξιαρχική πράξη γέννησής μου που λέει ότι έχω γεννηθεί στο «μαιευτήριο Aλεξάνδρα», στην Aθήνα, το καλοκαίρι του 1988. Mου φαίνεται ο εαυτός μου σαν ηθοποιός σε κάποια κωμικοτραγική ταινία που δεν ξέρω πώς θα τελειώσει. O πατέρας μου στη Σουηδία έχει τρελαθεί με την κατάσταση. Θέλει να με πάρει εκεί αλλά δεν μπορώ να ταξιδέψω. Δεν έχω χαρτιά. Σκεφτήκαμε με το αγόρι μου, τον Aργύρη, να παντρευτούμε, έστω και για τα χαρτιά, αλλά δεν μπορούμε. Eίμαι παράνομη. Δεν μπορώ να ανοίξω AΦM, δεν μπορώ να δώσω Πανελλήνιες. Δεν μπορώ να γραφτώ στο πανεπιστήμιο. Γιατί δεν έχω χαρτιά. Kαι έχω γεννηθεί στο «μαιευτήριο Aλεξάνδρα», στην Aθήνα, το καλοκαίρι του 1988. Nιώθω ταπεινωμένη. Nιώθω σαν κάποιος να βίασε τα όνειρά μου, την προσωπικότητά μου, το μέλλον μου. Nιώθω σαν να με έβαλαν σε ένα μόνιμο περιθώριο. Δεν είναι απάνθρωπο εμάς, τα παιδιά που γεννηθήκαμε εδώ, να μας κάνουν να νιώθουμε απάτριδες και απόβλητα; Γιατί γίνεται αυτό άραγε; Mπορεί κανείς να μου απαντήσει;
Eάν επιθυμείς να δεις την ιστορία σου δημοσιευμένη στείλε τη στο gazikap@gmail.com
Athens Voice: 29/06/2006
http://www.athensvoice.gr/

ΥΓ. Από σήμερα θα δημοσιεύσω σε αυτό το μπλογκ τις ιστορίες που δημοσιεύω εδώ και έξι μήνες στην Athens Voice. Οι ιστορίες αυτές θα γίνουν βιβλίο. Αρχίζω από την ιστορία αυτή επειδή είναι σχεδόν «δίδυμη» με εκείνη της Αθηνάς (δες παρακάτω στο μπλογκ). Επίσης έχω κάνει ένα λάθος. Έχω γράψει στο δημοσιευμένο κείμενο στην AV ότι ο πατέρας της είναι από την Γκάνα και η μητέρα της από την Κένυα ενώ ισχύει το αντίστροφο. Το διόρθωσα στο παρόν κείμενο, κατόπιν υποδείξεως της ίδιας της Κατερίνας. Αλλά πιστέψτε με, τώρα και έξι μήνες που ψάχνω και καταγράφω αυτές τις ιστορίες, μερικές φορές «ζαλίζομαι γιατί είναι τόσο δυνατές... Καλή ανάγνωση

Τρίτη, Ιουνίου 27, 2006

Στο κυνήγι των προγόνων

Ακόμη και σήμερα στη Δυτική Ευρώπη, ουκ ολίγοι άνθρωποι λαμβάνουν κάτι παράξενα γράμματα με ιπποτικά εμβλήματα πάνω τους, σταλμένα από περίεργες «εταιρείες». Οι «εταιρείες» εξηγούν στον παραλήπτη ότι ειδικεύονται στην «αναζήτηση των ριζών» και πως με βάση το επώνυμό του έχουν εντοπίσει αρχαίες αριστοκρατικές ρίζες. Ανακάλυψαν, δηλαδή, ότι ο παραλήπτης, που μπορεί να το παλεύει ως ασήμαντος μικροαστός, στην πραγματικότητα έχει προγόνους μεγάλους και τρανούς, βαρόνους, πρίγκιπες, μαρκήσιους και ό,τι άλλο ορέγεται η ψυχή του. Οι τίτλοι αυτοί έχουν χάσει κάθε πρακτική ισχύ βέβαια, αλλά εάν ο παραλήπτης θέλει να κοκορευτεί για την καταγωγή του, πληρώνει ένα παχυλό ποσό στην «εταιρεία» και αποκτά ένα «πιστοποιητικό ένδοξης καταγωγής» με όλο το οικογενειακό δέντρο ζωγραφισμένο πάνω του. Οι «εταιρείες» παίζουν ασφαλώς με τη ματαιοδοξία των ανθρώπων, γιατί όσο πιο αποτυχημένος και ανασφαλής νιώθει κάποιος στο παρόν τόσο πιο πολύ θα θελήσει να ανακαλύψει ένδοξους προγόνους.
Ο ίδιος ο Φρόυντ αποκαλούσε μια τέτοια ματαιοδοξία «οικογενειακό μυθιστόρημα του νευρωτικού ανθρώπου». H περίπτωση αφορά τους νέους, οι οποίοι απογοητευμένοι από το «κανονικό στάτους» του πατέρα και της μητέρας τους, φαντασιώνονται πως είναι παράνομα παιδιά άγνωστων, ένδοξων γονέων. Βέβαια, πίσω από τη ματαιοδοξία της αναζήτησης των ριζών, υπάρχει και η υπαρξιακή ανάγκη του ανθρώπου να γνωρίσει την ιστορία του. Ξέρω μια φίλη μου Ελληνίδα, που έχει ρίζες από την Αιθιοπία (η μητέρα της είναι Ελληνίδα, ο πατέρας της κατάγεται από την Αιθιοπία), την οποία την έχει πιάσει η μανία να ψάξει να βρει τους προγόνους της στην Αιθιοπία. Συζητώντας μαζί της, μου είπε πως η επιθυμία αυτή τής ήρθε από τη στιγμή που έπαψε να έχει το «σύνδρομο του ξένου» (έχει ήδη την ελληνική ιθαγένεια) και δεν ένιωθε πια ανασφάλεια για την ταυτότητά της. Εκείνη βέβαια δεν ψάχνει ένδοξους προγόνους για να παρηγορήσει κάποιο παρακμιακό παρόν, ψάχνει απλώς τους προγόνους της για να γνωρίσει καλύτερα τον εαυτό της.
Αποφάσισα να γράψω για το θέμα αυτό, όταν διάβασα τις προάλλες πως στις ΗΠΑ τείνουν να πάρουν διαστάσεις επιδημίας οι εξετάσεις DNA, με σκοπό τον εντοπισμό των προγόνων. Μου φαίνεται πολύ ενδιαφέρον το γεγονός ότι η «αγωνία για τις ρίζες» εκδηλώνεται σε μια χώρα όπου οι μείξεις και οι αναμείξεις είναι έντονες. Λες κι οι άνθρωποι ξαφνικά θέλουν να μάθουν από πού κρατά η σκούφια τους ή να χωρίσουν τα τσανάκια τους. Τα αποτελέσματα ενίοτε είναι κωμικά. Ένας λευκός νεαρός, π.χ., αφού ανακάλυψε πως έχει και δόσεις αφρικανικού αίματος, τη στιγμή της εγγραφής του στο κολέγιο έλαβε μια υποτροφία που προοριζόταν για μειονότητες. Κάποιος άλλος, χριστιανός στο θρήσκευμα, ανακάλυψε εβραϊκές ρίζες και απέκτησε έτσι την ισραηλινή ιθαγένεια. Κάποιοι άλλοι, όταν ανακάλυψαν σταγόνες αίματος Τσερόκι στις φλέβες τους, πρόβαλλαν αμέσως οικονομικές και πολιτικές διεκδικήσεις.
Ξαφνικά η αφήγηση της προσωπικής ιστορίας μεταφέρθηκε από τη φαντασία στα εργαστήρια της γενετικής. Αρκεί να δώσεις λίγες σταγόνες αίματος, να πληρώσεις κάποια δολάρια και το υπαρξιακό ερώτημα «τι είμαι;» μετατρέπεται αμέσως σε πρακτικό ερώτημα «τι μπορώ να έχω;». Όλη αυτή η ιστορία μού έδωσε την ευκαιρία να σκέφτομαι και μια φανταστική ιστορία. Ότι ξαφνικά στα Βαλκάνια μάς πιάνει η μανία των Αμερικανών και τρέχουμε στα εργαστήρια της γενετικής για να μάθουμε από πού κρατά η σκούφια μας. Φαντάζεσθε τι θα γινόταν, έτσι; Αν όχι όλοι, οι περισσότεροι, πιθανόν να βγαίναμε συγγενείς. Θα κατέρρεαν αυτοστιγμεί οι θεωρίες για την «καθαρότητα της φυλής και του αίματος». Και θα μάθαιναν, επιτέλους, τα παιδιά μας ότι «Αλβανός, Σέρβος, Έλληνας ή Τούρκος δεν γεννιέσαι, γίνεσαι»...
ΤΑ ΝΕΑ , 27/06/2006

Τρίτη, Ιουνίου 13, 2006

«Mας κάνουν ξένους με το ζόρι»

«Αγαπητέ Υπάρχουμε, Συνυπάρχουμε; Με λένε Αθηνά. Οι γονείς μου μετανάστευσαν στην Ελλάδα από τη Ζιμπάμπουε. Γεννήθηκα το 1984 στο μαιευτήριο Αλεξάνδρας. Το όνομά μου το επέλεξε η νονά μου η Μαίρη. Για να φανεί ότι έχω γεννηθεί στην Αθήνα. Είχα πολύ ωραία παιδικά χρόνια. Κατάλαβα ότι το χρώμα μου τρομάζει τους άλλους μόνο στο Δημοτικό. Ήμουν η μοναδική μαύρη. Τα παιδάκια δεν με έπαιζαν, απέφευγαν να με αγγίξουν και με ρωτούσαν γιατί είμαι τόσο μαύρη. Εγώ νόμισα ότι φταίει το χρώμα της επιδερμίδας μου και ταλαιπωρούσα την μητέρα μου ρωτώντας την συνέχεια γιατί είμαι τόσο μαύρη... Όσο μεγάλωνα όμως οι άλλοι εξοικειώνονταν μαζί μου. Ίσως γιατί τα παιδιά μεγαλώνοντας καταλάβαιναν περισσότερα. Ίσως γιατί όταν είσαι μαύρη σε βλέπουν και λίγο σαν εξωτικό φρούτο, ειδικά τα αγόρια... Ή και επειδή έμαθα ότι η καλύτερη συνταγή μπροστά σε έναν ρατσιστή είναι να τον γράφεις στα παλαιά σου τα παπούτσια.
H αλήθεια είναι ότι θέλω να σας γράψω γι' αυτό που μου συμβαίνει εδώ και τέσσερα χρόνια και έχει αναποδογυρίσει τη ζωή μου. Όλα συνέβησαν όταν συμπλήρωσα τα δεκαοκτώ και έπρεπε να βγάλω άδεια παραμονής. Μέχρι τότε ήμουν γραμμένη στα χαρτιά της μάνας μου. Πήγα στον δήμο και μου ζήτησαν διαβατήριο από τη Ζιμπάμπουε. «Μα εγώ έχω γεννηθεί εδώ, γιατί δεν μου δίνετε ελληνική υπηκοότητα τους ρώτησα. Μου απάντησαν ότι τα παιδιά των ξένων που γεννιούνται στην Ελλάδα θεωρούνται ξένα και ότι εάν δεν φέρω διαβατήριο από τη Ζιμπάμπουε και 150 ευρώ για παράβολο θα με απελάσουν. «Θα με απελάσετε πού;», τους ρώτησα. «Στην πατρίδα σου», μου απάντησαν. «Εγώ δεν έχω άλλη πατρίδα εκτός από την Ελλάδα», τους είπα. Εκείνοι σιώπησαν, εγώ ένιωσα τα δάκρυα να πλημμυρίζουν τα μάτια μου.
Διαβατήριο από τη Ζιμπάμπουε δεν μπορώ να βγάλω. Εδώ στην Αθήνα δεν υπάρχει καν πρεσβεία. Δεν έχω πάει ποτέ στη Ζιμπάμπουε. Επιπλέον, εάν πάω θα με αρπάξουν και θα με στείλουν να κάνω τη στρατιωτική μου θητεία στα σύνορα: αυτή είναι η εντολή της δικτατορικής κυβέρνησης εκεί κάτω. Και να πήγαινα όμως δεν θα με αφήσουν να μπω στην Ελλάδα, γιατί δεν έχω χαρτιά! Συν αυτού στη Ζιμπάμπουε το κράτος δίνει διαβατήριο μόνο σε όσους γεννιούνται εκεί. Άρα, για να πάρω διαβατήριο από τη Ζιμπάμπουε, πρέπει να έχω πρώτα ελληνική ταυτότητα!
Έχασα μήνες ολόκληρους περιπλανώμενη από γραφείο σε γραφείο. Στο τέλος με έβγαλαν παράνομη και άπατριν. Ένιωσα εντελώς ξένη και ταπεινωμένη. Κατάλαβα ότι το τείχος του χρώματος δεν είναι τίποτα μπροστά στο τείχος των χαρτιών. Μέχρι εκείνη τη στιγμή νόμιζα ότι ήμουν Ελληνίδα και τώρα ανακάλυπτα ότι η χώρα που με μεγάλωσε, η Ελλάδα, με θεωρούσε μπάσταρδη. Ύστερα από δυο χρόνια σχεδόν, με τη βοήθεια της Υβέτ Τζάρβις, έβγαλα κάτι σαν άδεια παραμονής για έξι μήνες. Τώρα περιμένω. Μου είπαν πως θα βγάλουν ένα νόμο και θα μου δώσουν άδεια παραμονής για ένα χρόνο για ''ανθρωπιστικούς λόγους''. Δηλαδή, εμάς τα παιδιά που γεννηθήκαμε εδώ, μας βλέπουν σαν ορφανά που μας κάνουν χάρη και μας αφήνουν να παραμείνουμε! Γνωρίζω πολλά παιδιά σαν και μένα, που μεγάλωσαν εδώ και είναι στην ίδια κατάσταση με μένα. Τι θα μας κάνουν όλους εμάς; Εμείς θεωρούμε τους εαυτούς μας Έλληνες. Γιατί δεν μας θεωρούν πολίτες αυτής της χώρας και μας κάνουν ξένους με το ζόρι;

ΥΓ: H μαμά μου έχει πει πως στην Ζιμπάμπουε υπάρχουν αρκετοί Έλληνες που μετανάστευσαν εκεί κάποτε. Τα παιδιά τους που γεννιούνται εκεί γίνονται αυτομάτως πολίτες της Ζιμπάμπουε. Αφού εκεί μεγαλώνουν, εκεί ονειρεύονται, εκεί ερωτεύονται. Γιατί να μη γίνει και στην Ελλάδα το ίδιο;

Ευχαριστώ για την φιλοξενία»

Γκαζμέντ Καπλάνι για την αντιγραφή
ΤΑ ΝΕΑ , 13/06/2006