
Όταν άκουσα την είδηση ότι ο Ορχάν Παμούκ πήρε το Νόμπελ Λογοτεχνίας, ο νους μου δεν πήγε μόνο στην Πόλη. Πήγε και στο Βερολίνο. Εκεί όπου η Κίρστεν Χαρμς (διευθύντρια της Όπερας του Βερολίνου) είχε αποφασίσει, μερικές μέρες πριν, να λογοκρίνει τον Μότσαρτ. «Για να μην προσβληθούν οι μουσουλμάνοι» ήταν η επίσημη δικαιολογία. Η αληθινή αιτία ήταν επειδή η κυρία Χάρμς φοβόταν μήπως κάποιοι φανατικοί μουσουλμάνοι κόψουν τα κεφάλια των συντελεστών της όπερας, όπως είχε κάνει ο Μότσαρτ, στα πλαίσια της τέχνης, με τα κεφάλια του Μωάμεθ, του Ιησού, του Βούδα, του Ποσειδώνα...
Η λογοκρισία αυτή, πάντως, δεν αποτελεί κεραυνό εν αιθρία. Για όσους παρακολουθούν τα πράγματα, είχε προηγηθεί η απαγόρευση της παράστασης «Μωάμεθ» του Βολταίρου στην Ελβετία και στο Λονδίνο η απαγόρευση του «Ο Μέγας Ταμερλάνος» του Κρίστοφερ Μάρλοου. Όπως πάνε τα πράγματα, πρέπει να περιμένουμε πότε κάποιοι έξαλλοι του Κορανίου θα διαβάσουν τη «Θεία Κωμωδία» του Δάντη για να ζητήσουν να την εξορίσουμε αυτοστιγμεί από τα βιβλιοπωλεία. Σε σύγκριση με τον τρόπο που ο Φλωρεντίνος ποιητής «περιποιείται» τον Προφήτη στον όγδοο κύκλο της Κόλασης, οι «Σατανικοί στίχοι» του Ρούσντι μοιάζουν με βιβλίο κατήχησης κατάλληλο για τους μεντρεσέδες...
Η αλήθεια είναι πως ζούμε πλέον στην εποχή τού «πρόσεχε τι λες, πρόσεχε τι γράφεις». Σε μια εποχή όπου η ελευθερία της γνώμης αρχίζει και θεωρείται ως σύμπτωμα μιας διεφθαρμένης νοοτροπίας και ηθικής. Η ελευθερία της γνώμης πρέπει να περιορίζεται, συμφωνούν οι φανατικοί όλων των πλευρών, γιατί παράγει την ασέβεια. Και, εδώ που τα λέμε, έχουν δίκαιο. Οι φανατικοί προφέρουν μόνο απόλυτες, ιερές αλήθειες. Οι μη φανατικοί προφέρουν γνώμες. Και η ελευθερία της γνώμης εμπεριέχει πάντα, εν δυνάμει, την ασέβεια: δεν σέβεται τις απόλυτες, ιερές, συντριπτικές αλήθειες της πλειοψηφίας και των αλάθητων εξουσιών... Χωρίς την εν δυνάμει «ασέβεια» δεν υπάρχει ελευθερία της γνώμης. Δεν υπάρχει πραγματική δημοσιογραφία, τέχνη, σάτιρα, ιστορική έρευνα, ελεύθερες συνειδήσεις, ανεξιθρησκία. Χωρίς την «ασέβεια» δεν θα υπήρχαν οι Αριστοφάνης, Δάντης, Γαλιλαίος, Βολταίρος, Σάλμαν Ρούσντι, Ναγκίμπ Μαχφούζ, Ορχάν Παμούκ... Ένας κόσμος χωρίς «ασέβεια» και «ασεβείς» είναι ένας κόσμος που κυβερνιέται από αγγέλους ή από τυράννους. Κατά κανόνα, στον ανθρώπινο κόσμο συμβαίνει πάντα το δεύτερο.
Από αυτή την άποψη, το Νόμπελ Λογοτεχνίας πήγε σε έναν κατ' εξοχήν «ασεβή» συγγραφέα. Γιατί ο Παμούκ δεν σέβεται τα «εθνικά ταμπού» της χώρας όπου γεννήθηκε. Δεν σέβεται το κρατικό μονοπώλιο πάνω στην ιστορική αλήθεια. Μιλά για τη γενοκτονία των Αρμενίων και αντιτίθεται έτσι στις «ιερές αλήθειες» της πλειοψηφίας και της εξουσίας στην Τουρκία.
Όταν άκουσα την είδηση ότι ο Ορχάν Παμούκ πήρε το Νόμπελ Λογοτεχνίας, ο νους μου δεν πήγε μόνο στην Πόλη και στο Βερολίνο. Πήγε και στο Παρίσι. Εκεί όπου η Γαλλική Εθνοσυνέλευση ψήφισε νόμο που οδηγεί στο κελί όποιον του περνάει από το μυαλό να αρνείται τη γενοκτονία των Αρμενίων. Με έναν παρόμοιο νόμο ο Ντέιβιντ Ίρβινγκ φυλακίστηκε στην Αυστρία πριν από μερικούς μήνες επειδή στα βιβλία του αρνείται την ύπαρξη του Ολοκαυτώματος. Αντί να αντιμετωπίζουμε τους αρνητές με επιχειρήματα, τους βάζουμε στη φυλακή. Έτσι, αυτούς τους ίδιους τους καθιστούμε ήρωες και «θύματα καταδίωξης». Την ιστορική έρευνα δε, τη μετατρέπουμε σε υπόθεση των χωροφυλάκων και των δικαστών. Ό,τι συμβαίνει δηλαδή και στην Τουρκία. Ανάμεσα σε νόμους που ποινικοποιούν την ελευθερία της γνώμης και την αυτολογοκρισία απέναντι στον φόβο των φανατικών, η Ευρώπη αρχίζει και μοιάζει ένας χώρος όπου η ελευθερία δεν νιώθει πια σαν στο σπίτι της...
ΤΑ ΝΕΑ , 17/10/2006