Τρίτη, Οκτωβρίου 31, 2006

Ένας κόσμος χρώματος γκρι βαθύ...

Διαβάζω στην βρετανική «Guardian» ότι οι εποχές της πολυχρωμίας ξεθώριασαν. Από εδώ και πέρα ο κόσμος μας τείνει να βαφτεί γκρι. Για την ακρίβεια γκρι-ασημί. Η εφημερίδα γράφει πως κάποτε, πριν από δέκα χρόνια δηλαδή, το ψυγείο είχε μπλε χρώμα, ο βραστήρας τσαγιού άσπρο, ο υπολογιστής μπεζ, το αυτοκίνητο κόκκινο. Όλα αυτά πάνε τώρα. Ο τυφώνας του γκρι-ασημί χρώματος κινδυνεύει να τα παρασύρει όλα στο διάβα του. Το γκρι-ασημί επικρατεί πλέον στα κινητά, στις τηλεοράσεις, στα πλυντήρια, στους φούρνους μικροκυμάτων. Η Coca - Cola, έβγαλε τελευταίως την εκδοχή Diet Coke, αποκλειστικά για τα Χριστούγεννα, και το συγκεκριμένο μπουκάλι είναι και αυτό χρώματος γκρι-ασημί. Και όμως, είχαμε συνηθίσει να ταυτίζουμε τα Χριστούγεννα με το κόκκινο και το χρυσό (άντε και το λευκό για τους κλασικούς). Τώρα, τη θέση τους, φαίνεται να καταλαμβάνει πλέον το γκρι.
Το γκρι-ασημί δεν επικρατεί μόνο στα σπίτια αλλά και στους δρόμους. Πριν από τρία χρόνια η αστυνομία του Λονδίνου κυκλοφόρησε το πρώτο περιπολικό χρώματος γκρι. Όπως είπε ο εκπρόσωπος της αστυνομίας, τα άσπρα περιπολικά δεν συμφέρουν πια. Τα γκρι μεταχειρισμένα περιπολικά μπορείς να τα μεταπουλήσεις ακριβότερα, γιατί όλος ο κόσμος προτιμά αυτό το χρώμα. Οι πωλήσεις των αυτοκινήτων σε όλη την Ευρώπη επιβεβαιώνουν την τάση. Πρώτο έρχεται στις πωλήσεις το γκρι-ασημί και ακολουθεί, με διαφορά, το μπλε χρώμα.
Γιατί λοιπόν οι βιομηχανίες και οι καταναλωτές δείχνουν τέτοια αδυναμία για το γκρι; Επειδή, λένε οι ειδικοί, είναι το χρώμα που εκφράζει το μοντέρνο, το ψηφιακό, το γρήγορο, το ευέλικτο, το λεπτό, το εφήμερο. Λένε ακόμα ότι το γκρι είναι το χρώμα του παρόντος: όταν το παρόν «καταδιώκεται» από τις έγνοιες για το άγνωστο μέλλον. Όπως και να το κάνουμε, υπάρχει μια αντιστοιχία ανάμεσα στο επικρατέστερο χρώμα της εποχής μας, του γκρι, και του μολυσμένου αέρα που αναπνέουμε. Το γκρι ταιριάζει επίσης με την κακή μας διάθεση και με τον φόβο μας μπροστά στο μέλλον. Και, ίσως, το ασημί τού προσθέτει απλώς λίγη λάμψη, προσπαθώντας να κρύψει τα άγχη μας κάτω από το χαλί.
Ίσως πάλι η μόδα του γκρι σε κάποια χρόνια να περάσει. Ίσως το μπλε ξαναγίνει επικρατέστερο. Ίσως το κόκκινο. Το άσπρο, ίσως. Ποιος ξέρει; Και ας μη ξεχάσουμε, βέβαια, ότι το γκρι-ασημί είναι το επικρατέστερο χρώμα όσων μπορούν να επιλέγουν, να καταναλώνουν, να ακολουθούν την μόδα. Το επικρατέστερο χρώμα αυτών που δεν μπορούν να επιλέγουν, να καταναλώνουν, να ακολουθούν την μόδα, ποιο να είναι άραγε;
Τα σαπιοκάραβα με τα οποία ταξιδεύουν οι λαθρομετανάστες συνήθως είναι μαύρα: για να μην τους «τσακώσει» το μάτι της ακτοφυλακής. Οι άστεγοι συνήθως φοράνε μουντά χρώματα. Οι ζητιάνοι προτιμούν το καφέ ή το άσπρο. Το κοράνι, στο όνομα του οποίου, λιθοβολούνται και θάβονται ζωντανές οι «αμαρτωλές γυναίκες» έχει πράσινο χρώμα. Πράσινο είναι και το δολάριο, εξ αιτίας του οποίου το μαύρο ονομάζεται άσπρο και το άσπρο μαύρο. Το πετρέλαιο είναι μαύρο. Το αίμα του κάθε ανθρώπου είναι κόκκινο, ανεξαρτήτως από την καταγωγή του. Όπως και ο έρωτας. Η ανθρώπινη ανοησία μπορεί να είναι κόκκινη, λευκή, μαύρη ή κίτρινη. Και η ελευθερία τι χρώμα έχει άραγε; Ίσως, η ελευθερία, να είναι το κόκκινο χαλί, κάτω από τα πόδια μιας μοίρας χρώματος γκρι βαθύ;
ΤΑ ΝΕΑ , 31/10/2006

Πέμπτη, Οκτωβρίου 26, 2006

«Δεν υπάρχει φτάσιμο. Όλα είναι δρόμος...»

«Αγαπητέ "Υπάρχουμε. Συνυπάρχουμε;".
Με λένε Μαίρη και είμαι Ελληνίδα. Έχω υπάρξει ξένη στη Γερμανία. Μετανάστρια. Gastarbeiterin. Ήμουν παιδί όταν βρέθηκα εκεί. Δεν είχα καμία επιλογή. Με πήγανε. Άφησα πίσω όλα όσα ήξερα και βρέθηκα σε μια χώρα άγνωστη. Με μια γλώσσα άγνωστη και με άγνωστους ανθρώπους. Έζησα στη Mainz και τη Mannheim.
Σπίτι δεν βρίσκαμε στην αρχή για να νοικιάσουμε. Έλληνες με τρία παιδιά; Αδύνατον να βρεις κάτι να χώσεις μέσα το κορμί σου. Μας είπανε, από την τοπική κοινότητα των Ελλήνων, να απευθυνθούμε στην ορθόδοξη εκκλησία. Από εκεί μας έστειλαν στο "Πάρκο των Ελλήνων". Πήγαμε. Μας βρήκαν ένα σπίτι με δύο υπνοδωμάτια, στο ένα εκ των οποίων θα έμενε ένα ζευγάρι Ελλήνων. Δεχτήκαμε. Λεφτά για έπιπλα δεν είχαμε. Ούτε για ηλεκτρικά σκεύη. Βρίσκαμε ό,τι χρειαζόμασταν, αφημένα από τους Γερμανούς, πλάι στα σκουπίδια για να τα μαζέψει ο παλιατζής. Τα παίρναμε ντροπιασμένοι, κρυφά, τη νύχτα, και τα κουβαλάγαμε με μία Mercedes τεράστια σα νεκροφόρα, μισοσαπισμένη...
Στο σχολείο η κατάσταση ήταν απελπιστική. Πώς να παρακολουθήσω μάθημα σε μια γλώσσα άγνωστη; Από άριστη μαθήτρια, βρέθηκα να πασχίζω να συλλαβίσω. Μόνη. Χωρίς φίλους. Υπήρξαν βέβαια και Γερμανοί που μας βοήθησαν. Όπως η Evi, που μου έκανε σχεδόν δωρεάν μαθήματα γερμανικών για να αρχίσω να παίρνω τα πάνω μου, καθώς οι γονείς μου έβλεπαν ότι όσο κυλούσε ο καιρός τόσο βυθιζόμουν στη σιωπή, τη μοναξιά, τη μελαγχολία.
Εγώ, ξανθιά και λευκή, έμοιαζα με Γερμανίδα. Η μαμά μου, μελαχρινή και σκούρα, "φώναζε" ότι ήταν ξένη. Κι εγώ ντρεπόμουν να είμαι δίπλα της στο τρόλεϊ, στα μαγαζιά, στον δρόμο. Ήθελα να είμαι κι εγώ Γερμανίδα. Ήθελα να ανήκω στους πολλούς. Ήθελα να βγω από τη γειτονιά μας, που ήταν κατοικημένη κυρίως με Τούρκους και Έλληνες. Ήθελα να μην είμαι αυτό που ήμουν. Να μη χορεύω τσάμικο ή καλαματιανό, να μη συμμετέχω στους εορτασμούς της 28ης Οκτωβρίου, να μην κάνω παρέα με Ελληνάκια, να μην τρώω σουβλάκια, να μην, να μην, να μην...
Κάποιες φορές κατάφερνα να κρυφτώ, και ήμουν πολύ χαρούμενη γι' αυτό. Όταν - με οποιονδήποτε τρόπο - προδιδόταν η πραγματική μου καταγωγή, ένιωθα μπερδεμένη, ζαλισμένη. Ένιωθα ότι ήθελα να ξεχάσω όλα τα πριν και να ριζώσω εδώ. Κι ας λέγεται αυτό το εδώ Γερμανία ή όπως αλλιώς.
Η ζωή αποφάσισε για μένα αλλιώς. Μια μέρα φτιάξαμε ξανά βαλίτσες, αλλά τώρα για να γυρίσουμε πίσω. Ήταν μια άλλη μετανάστευση. Ήμουν ξανά ξένη σε έναν τόπο που είχα ξεχάσει. Ήμουν ξανά ξένη, σε έναν τόπο που θα έπρεπε κανονικά να τον νιώσω δικό μου.
Και εδώ βρήκα και είδα τους άλλους ξένους που είχαν μεταναστεύσει στην Ελλάδα, ενώ εγώ έλειπα ως μετανάστρια στην Γερμανία. Οι δικοί μας ξένοι μου έμοιαζαν με κάποιους ξένους που είχα δει στην Γερμανία, που ακόμα και ύστερα από 20 - 30 χρόνια συνέχιζαν να είναι ξένοι: ξένοι με την έννοια τού εκτός. Και όμως, κανείς, περισσότερα από έναν μετανάστη, γνωρίζει καλύτερα τον πόθο τους για να μη μείνουν εκτός. Τον πόθο τους για να γίνουν ίσοι και ίδιοι με τους πολλούς. Τον πόθο τους για να ριζώσουν στην καινούργια πατρίδα. Όλοι αυτοί οι εκτός, πάντως, ήταν σε πολλά πράγματα ίδιοι μ' εμένα. Ήμασταν τόσο "διαφορετικοί", που καταλήγαμε να είμαστε ίδιοι.
Αν κάτι έμαθα από το ταξίδι, είναι ότι "πατρίδα" είναι αυτή που ο καθένας φτιάχνει για τον εαυτό του. Ότι δεν υπάρχει ρίζα. Δεν υπάρχει φτάσιμο. Όλα είναι δρόμος...
Ευχαριστώ για τη φιλοξενία

Μαίρη Αλεξοπούλου"
ΤΑ ΝΕΑ , 24/10/2006

Τρίτη, Οκτωβρίου 17, 2006

«Πρόσεχε τι λες, πρόσεχε τι γράφεις»



Όταν άκουσα την είδηση ότι ο Ορχάν Παμούκ πήρε το Νόμπελ Λογοτεχνίας, ο νους μου δεν πήγε μόνο στην Πόλη. Πήγε και στο Βερολίνο. Εκεί όπου η Κίρστεν Χαρμς (διευθύντρια της Όπερας του Βερολίνου) είχε αποφασίσει, μερικές μέρες πριν, να λογοκρίνει τον Μότσαρτ. «Για να μην προσβληθούν οι μουσουλμάνοι» ήταν η επίσημη δικαιολογία. Η αληθινή αιτία ήταν επειδή η κυρία Χάρμς φοβόταν μήπως κάποιοι φανατικοί μουσουλμάνοι κόψουν τα κεφάλια των συντελεστών της όπερας, όπως είχε κάνει ο Μότσαρτ, στα πλαίσια της τέχνης, με τα κεφάλια του Μωάμεθ, του Ιησού, του Βούδα, του Ποσειδώνα...

Η λογοκρισία αυτή, πάντως, δεν αποτελεί κεραυνό εν αιθρία. Για όσους παρακολουθούν τα πράγματα, είχε προηγηθεί η απαγόρευση της παράστασης «Μωάμεθ» του Βολταίρου στην Ελβετία και στο Λονδίνο η απαγόρευση του «Ο Μέγας Ταμερλάνος» του Κρίστοφερ Μάρλοου. Όπως πάνε τα πράγματα, πρέπει να περιμένουμε πότε κάποιοι έξαλλοι του Κορανίου θα διαβάσουν τη «Θεία Κωμωδία» του Δάντη για να ζητήσουν να την εξορίσουμε αυτοστιγμεί από τα βιβλιοπωλεία. Σε σύγκριση με τον τρόπο που ο Φλωρεντίνος ποιητής «περιποιείται» τον Προφήτη στον όγδοο κύκλο της Κόλασης, οι «Σατανικοί στίχοι» του Ρούσντι μοιάζουν με βιβλίο κατήχησης κατάλληλο για τους μεντρεσέδες...

Η αλήθεια είναι πως ζούμε πλέον στην εποχή τού «πρόσεχε τι λες, πρόσεχε τι γράφεις». Σε μια εποχή όπου η ελευθερία της γνώμης αρχίζει και θεωρείται ως σύμπτωμα μιας διεφθαρμένης νοοτροπίας και ηθικής. Η ελευθερία της γνώμης πρέπει να περιορίζεται, συμφωνούν οι φανατικοί όλων των πλευρών, γιατί παράγει την ασέβεια. Και, εδώ που τα λέμε, έχουν δίκαιο. Οι φανατικοί προφέρουν μόνο απόλυτες, ιερές αλήθειες. Οι μη φανατικοί προφέρουν γνώμες. Και η ελευθερία της γνώμης εμπεριέχει πάντα, εν δυνάμει, την ασέβεια: δεν σέβεται τις απόλυτες, ιερές, συντριπτικές αλήθειες της πλειοψηφίας και των αλάθητων εξουσιών... Χωρίς την εν δυνάμει «ασέβεια» δεν υπάρχει ελευθερία της γνώμης. Δεν υπάρχει πραγματική δημοσιογραφία, τέχνη, σάτιρα, ιστορική έρευνα, ελεύθερες συνειδήσεις, ανεξιθρησκία. Χωρίς την «ασέβεια» δεν θα υπήρχαν οι Αριστοφάνης, Δάντης, Γαλιλαίος, Βολταίρος, Σάλμαν Ρούσντι, Ναγκίμπ Μαχφούζ, Ορχάν Παμούκ... Ένας κόσμος χωρίς «ασέβεια» και «ασεβείς» είναι ένας κόσμος που κυβερνιέται από αγγέλους ή από τυράννους. Κατά κανόνα, στον ανθρώπινο κόσμο συμβαίνει πάντα το δεύτερο.

Από αυτή την άποψη, το Νόμπελ Λογοτεχνίας πήγε σε έναν κατ' εξοχήν «ασεβή» συγγραφέα. Γιατί ο Παμούκ δεν σέβεται τα «εθνικά ταμπού» της χώρας όπου γεννήθηκε. Δεν σέβεται το κρατικό μονοπώλιο πάνω στην ιστορική αλήθεια. Μιλά για τη γενοκτονία των Αρμενίων και αντιτίθεται έτσι στις «ιερές αλήθειες» της πλειοψηφίας και της εξουσίας στην Τουρκία.

Όταν άκουσα την είδηση ότι ο Ορχάν Παμούκ πήρε το Νόμπελ Λογοτεχνίας, ο νους μου δεν πήγε μόνο στην Πόλη και στο Βερολίνο. Πήγε και στο Παρίσι. Εκεί όπου η Γαλλική Εθνοσυνέλευση ψήφισε νόμο που οδηγεί στο κελί όποιον του περνάει από το μυαλό να αρνείται τη γενοκτονία των Αρμενίων. Με έναν παρόμοιο νόμο ο Ντέιβιντ Ίρβινγκ φυλακίστηκε στην Αυστρία πριν από μερικούς μήνες επειδή στα βιβλία του αρνείται την ύπαρξη του Ολοκαυτώματος. Αντί να αντιμετωπίζουμε τους αρνητές με επιχειρήματα, τους βάζουμε στη φυλακή. Έτσι, αυτούς τους ίδιους τους καθιστούμε ήρωες και «θύματα καταδίωξης». Την ιστορική έρευνα δε, τη μετατρέπουμε σε υπόθεση των χωροφυλάκων και των δικαστών. Ό,τι συμβαίνει δηλαδή και στην Τουρκία. Ανάμεσα σε νόμους που ποινικοποιούν την ελευθερία της γνώμης και την αυτολογοκρισία απέναντι στον φόβο των φανατικών, η Ευρώπη αρχίζει και μοιάζει ένας χώρος όπου η ελευθερία δεν νιώθει πια σαν στο σπίτι της...

ΤΑ ΝΕΑ , 17/10/2006

Τετάρτη, Οκτωβρίου 11, 2006

Στη μνήμη της Άννας Πολιτκόφσκαγια



Μόσχα, Πλατεία Πούσκιν. Ένας διαδηλωτής κρατά τη φωτογραφία της δημοσιογράφου Άννας Πολιτκόφσκαγια, σφοδρής επικρίτριας του Ρώσου προέδρου Πούτιν, η οποία δολοφονήθηκε το περασμένο Σάββατο, από αγνώστους, μέσα στο ασανσέρ της πολυκατοικίας της

«Αυτά που μας έλεγε το κόμμα για τον σοσιαλισμό ήταν όλα ψέματα. Όσα μας είπε για τον καπιταλισμό βγήκαν αληθινά». Αυτή είναι μια από τις πιο «επιτυχημένες» ατάκες της σημερινής καπιταλιστικής Ρωσίας. Στα καθεστώτα του «υπαρκτού σοσιαλισμού», τα σχολικά βιβλία που επιμελούνταν οι κομματικοί ινστρούχτορες, περιέγραφαν τον καπιταλισμό ως ζούγκλα. Έλεγαν ότι όλη η εξουσία βρίσκεται στα χέρια μιας ολιγαρχίας, που ελέγχει τα μέσα παραγωγής, τις μυστικές υπηρεσίες, την αστυνομία και τον στρατό. Αυτή η ολιγαρχία μοιάζει αρκετά με τη μαφία. Οι πλουτοκράτες διαθέτουν συμμορίες του υποκόσμου που όλη την ώρα ξεκαθαρίζουν τους λογαριασμούς μεταξύ τους. Η ανθρώπινη ζωή δεν έχει καμία αξία. Όταν κάποιος γίνεται ενοχλητικός για το σύστημα, τον εξαφανίζουν στο πιτς φιτίλι. Η μεγάλη μάζα των προλετάριων πεινάει και τρέφεται κυρίως με εθνικισμό, θρησκευτικές λιτανείες, διαφημίσεις και με ελπίδες ότι θα κερδίσει κάποτε το λαχείο. Οι κοπέλες δε, πωλούν το κορμί τους για να επιβιώσουν: ο καπιταλισμός, μας έλεγαν, είναι ένα απέραντο πορνείο. Μάλιστα, για να μας προστατεύσουν από την «δυτική Κόλαση», το κόμμα είχε περικυκλώσει τον «σοσιαλιστικό παράδεισο» με συρματοπλέγματα, στρατιώτες και ειδικά σκυλιά, ώστε να μη αποδράσουμε...

Τα χρόνια πέρασαν. Οι «σοσιαλιστικοί παράδεισοι» κατέρρευσαν. Τη θέση τους πήρε το «καπιταλιστικό όνειρο». Και αυτό που συνέβη, από τη Ρωσία μέχρι την Αλβανία, μοιάζει με ένα απίστευτο κωμικοτραγικό σενάριο. Εν μια νυχτί, κυριολεκτικά, οι πράκτορες των μυστικών υπηρεσιών έγιναν μάνατζερ. Οι γραμματείς του κόμματος μεταμορφώθηκαν σε μπίζνεσμαν. Εκείνοι που μας ζάλιζαν τραγουδώντας τη Διεθνή, ξαφνικά άρχισαν να τραγουδούν με λύσσα τον εθνικό ύμνο. Εκείνοι που μας διάβαζαν όλη την ώρα το «Κεφάλαιο» έγιναν ξαφνικά θεούσοι. Το «Προλετάριοι όλων των χωρών ενωθείτε!» έγινε «Εθνικιστές όλων των χωρών ενωθείτε!». Το «η θρησκεία είναι το όπιο του λαού» έγινε «πατρίς, θρησκεία, οικογένεια». Το «καπιταλιστικό όνειρο» ανέλαβαν να τον κτίσουν οι ίδιοι άνθρωποι που έκτιζαν και τον «σοσιαλιστικό παράδεισο». Λίγο ώς πολύ, με τις ίδιες πρακτικές και μεθόδους. Γι' αυτό το «καπιταλιστικό όνειρο» που φτιάχνουν σήμερα μοιάζει πάρα πολύ με την περιγραφή του καπιταλισμού που δίδασκαν οι ίδιοι χθες στον «σοσιαλιστικό παράδεισο»...
Καμία χώρα όμως δεν ενσαρκώνει καλύτερα αυτή την μετάβαση όπως η σημερινή Ρωσία: εκεί όπου το «καπιταλιστικό όνειρο» έχουν αναλάβει να το κτίσουν αποκλειστικά οι πρώην πράκτορες της KGB. Σε ένα τέτοιο «σύμπαν» λοιπόν η Άννα Πολιτκόφσκαγια αποτελούσε μια ανυπόφορη παραφωνία. Δεν συμβιβαζόταν. Μιλούσε πολύ. Ήξερε πολλά για τους πρώην πράκτορες της KGB που επανήλθαν στην εξουσία. Ήξερε πολλά για το έγκλημα που συντελείται μακριά από τις κάμερες στην Τσετσενία. Διαβάζω αποσπάσματα από το ημερολόγιό της, που δημοσίευσε χθες η «Novaya Gazeta»: «Η Ρωσία βρίσκεται σε αδιέξοδο... Αυτό που συνέβη οφείλεται στο γεγονός ότι στις θέσεις κλειδιά της κυβέρνησης της χώρας βρίσκονται τώρα όλοι οι άνθρωποι που ήταν κάποτε στην KGB... Η πλειοψηφία του πληθυσμού συμφωνεί. Τι θα γίνει όμως με την μειοψηφία; Εγώ γράφω βιβλία και δημοσιεύω άρθρα. Πρέπει να εξηγήσω πού πάνε τα πράγματα, πρέπει να εξηγήσω ότι εάν το σύστημα νιώθει την ανάγκη να εξουδετερώσει κάποιον που τον ενοχλεί, θα το κάνει χωρίς κανένα δισταγμό»...

Η Άννα Πολιτκόφσκαγια είχε προβλέψει, κατά κάποιον τρόπο, το ίδιο της το τέλος. Ας ευχηθούμε μόνο ότι η δολοφονία της δεν θα ξεχαστεί στο άψε σβήσε. Όπως έχουν ξεχαστεί τόσα χρόνια, από ιμπεριαλιστές και αντιιμπεριαλιστές, οι Τσετσένοι, για τους οποίους επέμενε να γράφει η Άννα...

ΤΑ ΝΕΑ , 10/10/2006

Παρασκευή, Οκτωβρίου 06, 2006

Θα σε δω στην διαδήλωση;

Διαδήλωση Διαμαρτυρίας: Σάββατο 7 Οκτωβρίου 2006, Ώρα 3 μ.μ.
Πλατεία Δημαρχείου (οδός Αθηνάς) απέναντι από το παλιό Δημαρχείο της Αθήνας.
"Επανερχόμαστε με την απαίτηση:ΟΧΙ ΣΤΟ ΡΑΤΣΙΣΜΟ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΟΥΝΙΑ!Να εκδίδεται πιστοποιητικό γέννησης στα παιδιά των μεταναστών/τριώνπου γεννιούνται στην Ελλάδα και να εγγράφονται στα δημοτολόγια.

Την ώρα που εμείς, οι μετανάστριες\ες στερούμεθα από πολλά απλά και αυτονόητα δικαιώματα και αγωνιζόμαστε εναντίον όλων των διακρίσεων που πλήττουν τις ζωές μας, υποχρεωνόμαστε να αναδείξουμε τον επείγοντα χαρακτήρα που έχουν οι διακρίσεις εναντίον των παιδιών που γεννάμε σ’ αυτή τη χώρα, που τα ίδια δεν είναι μετανάστες ή μετανάστριες, αφού βλέπουν για πρώτη φορά το φως στην Ελλάδα. Η Ελλάδα, η χώρα στην οποία ζούμε και η χώρα στην οποία τα παιδιά μας γεννιούνται, δε μας δίνει πιστοποιητικό γέννησης παρά μόνο ένα χαρτί νοσοκομείου που επιτρέπει την εγγραφή του νεογέννητου στο ληξιαρχείο. Ζητούμε νομοθετική ρύθμιση για την απόκτηση δικαιώματος εγγραφής στα δημοτολόγια όσων παιδιών γεννιούνται στην Ελλάδα, καθώς και την τροποποίηση του νόμου 3284/2004 «Νέος Κώδικας Ελληνικής Ιθαγένειας», ώστε να καλύπτει όλες τις περιπτώσεις παιδιών που γεννιούνται σε ελληνικό έδαφος ανεξάρτητα από το εάν οι γονείς τους έχουν την ελληνική υπηκοότητα. Στη συντριπτική πλειοψηφία των Ευρωπαϊκών κρατών, τα παιδιά, που γεννιούνται στο έδαφός τους παίρνουν την υπηκοότητα της χώρας στην οποία γεννήθηκαν. Σε αντίθεση η Ελλάδα ακολουθώντας το «δίκαιο του αίματος» και όχι αυτό «του εδάφους» ουσιαστικά αδιαφορεί για ένα θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμα και βάζει τις βάσεις για να παραμείνουν αυτά τα παιδιά στο περιθώριο σε μία συνεχή κατάσταση ανασφάλειας και με διαρκή κίνδυνο απέλασης. Μετά από δέκα μήνες προσπαθειών επανερχόμαστε με κινητοποίηση στις 7 Οκτώβρη, ημέρα διεκδίκησης όλων των δικαιωμάτων των μεταναστών σε πολλές χώρες σύμφωνα με την απόφαση του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Φόρουμ, για να αναδείξουμε αυτό το καίριο αίτημα που αφορά τα παιδιά. Τονίζουμε ότι ένας μεγάλος αριθμός από τα 200.000 παιδιά μεταναστριών/των (0-18 ετών) που υπάρχουν στην Ελλάδα έχουν γεννηθεί εδώ, και όπως είναι φυσικό διεκδικούν την ισότητα. Επίσης υπενθυμίζουμε ότι ενώ σε καμία χώρα της Ευρώπης δεν βρίσκεται ο παράδεισος για τους μετανάστες, πάντως δεν υπάρχουν τέτοιες διακρίσεις.

Για επικοινωνία, πληροφορίες : 6948118512, 6932295118, 6938387351, 6934773639, Διεύθυνση: Ελληνικό Φόρουμ Μεταναστών/μεταναστριών, Φερρών18, Πλατεία Βικτωρίας, Αθήνα

ΕΝΩΣΗ ΑΦΡΙΚΑΝΩΝ ΓΥΝΑΙΚΩΝ e-mail: africanwmen@ezilon.com
ΠΑΝΕΛΛΑΔΙΚΟ ΔΙΚΤΥΟ ΜΕΤΑΝΑΣΤΡΙΩΝ e-mail: womenmigrants@yahoo.gr "

Τρίτη, Οκτωβρίου 03, 2006

Ξένοι για πάντα;

«Παραπονεμένα λόγια έχουν τα τραγούδια μας
γιατί τ' άδικο το ζούμε μέσα από την κούνια μας
»
Η Τίτι είναι φίλη μου. Γεννήθηκε στην Ελλάδα το 1987. Ο πατέρας της ήταν από τη Νιγηρία (πέθανε σε αυτοκινητικό δυστύχημα όταν η Τίτι ήταν δέκα χρόνων) και η μητέρα της από το Καμερούν. Η Τίτι πέρασε από το Νηπιαγωγείο, το Δημοτικό και το Λύκειο. Όπως κάθε Ελληνόπουλο. Το μοναδικό πρόβλημα που αντιμετώπισε, κάποια στιγμή, ήταν το χρώμα της επιδερμίδας της. «Υπήρχαν στιγμές που καταράστηκα τον εαυτό μου που ήμουν μαύρη» - αφηγείται. «Παρακαλούσα τον Θεό να με ξεβάφει. Μου δημιουργήθηκαν πολλά κόμπλεξ, από κάποια σκληρά περιστατικά που έζησα έξω από το σχολείο κυρίως. Πάλεψα πολύ για να τα ξεπεράσω. Και τα κατάφερα...».
Το κόμπλεξ του χρώματος η Τίτι το ξεπέρασε. Αυτό που δεν μπορεί να ξεπεράσει είναι ο τοίχος του παραλόγου. Αυτόν τον ανακάλυψε στην Γ' Λυκείου. Έπρεπε να δώσει Πανελλήνιες και της ζήτησαν χαρτιά. Μέχρι τότε ήταν γραμμένη στα χαρτιά της μητέρας της. Έπρεπε να βγάλει δικά της. Το μόνο που διέθετε ήταν μια ληξιαρχική πράξη γέννησης από το μαιευτήριο. Πήγε στην αρχή στην Αστυνομία. Είχε την αφέλεια να ρωτήσει: «Εμάς τα παιδιά που γεννιόμαστε στην Ελλάδα γιατί δεν μας δίνετε ελληνική ταυτότητα;». Ο αστυνομικός της απάντησε μειδιώντας: «Ο παππούς μου δεν μου έχει δείξει κάποιον μαύρο Έλληνα για να σε θεωρώ Ελληνίδα». (Ο αστυνομικός ίσως δεν ξέρει ότι ουκ ολίγοι λευκοί Έλληνες έχουν μεταναστεύσει στην Αφρική και πως τα παιδιά τους που γεννιούνται εκεί παίρνουν αυτομάτως τις υπηκοότητες των χωρών της Μαύρης Ηπείρου. Γιατί οι απολίτιστοι Αφρικανοί αναγνωρίζουν το jus solis, το δίκαιο του εδάφους)... Από την Αστυνομία η Τίτι πήγε στον δήμο. Της είπαν: «Εάν δεν φέρεις διαβατήριο από το Καμερούν, δεν πληρώσεις 150 ευρώ παράβολο και 150 ένσημα θα σε απελάσουμε». Να την απελάσουν πού; Γιατί εκείνη δεν έχει άλλη πατρίδα εκτός από την Ελλάδα...
Ένιωσε ταπεινωμένη και τσακισμένη. Περιπλανήθηκε και ακόμα περιπλανιέται. Διαβατήριο δεν μπορεί να βγάλει. Η μητέρα της πήγε στο Καμερούν και της είπαν ότι η κόρη της πρέπει να έχει ελληνική ταυτότητα ή πιστοποιητικό γεννήσεως από την Ελλάδα. Στην Ελλάδα, όμως, στα παιδιά σαν την Τίτι δεν δίνουν καν ένα πιστοποιητικό γεννήσεως. Δεν εγγράφονται στα δημοτολόγια. Η Τίτι, που γεννήθηκε στην Ελλάδα και θεωρεί τον εαυτό της Ελληνίδα, σήμερα είναι άπατρις. Δεν μπορεί να εγγραφεί στο Πανεπιστήμιο, να πιάσει κανονική δουλειά, να ταξιδέψει, να αναπνεύσει...
Η Τίτι είναι ένα από τα 200.000 παιδιά μεταναστών που έχουν γεννηθεί στην Ελλάδα και που δεν τους χορηγείται πιστοποιητικό γεννήσεως: ο τοίχος του παραλόγου ζητά να βγάλουν πιστοποιητικό γεννήσεως στη χώρα καταγωγής των γονέων τους... Και όταν συμπληρώσουν δεκαοκτώ χρόνια να περάσουν από τις ίδιες διαδικασίες που πέρασαν και οι γονείς τους: παράβολα, ένσημα, ουρές και μια προσωρινή άδεια παραμονής που πολλές φορές την παίρνεις ληγμένη... Ένα από τα 200.000 παιδιά που μεγαλώνουν ως Έλληνες, θεωρούν τους εαυτούς τους Έλληνες και ξαφνικά στα δεκαοκτώ τους ανακαλύπτουν ότι θεωρούνται εντελώς ξένα. Σαν να έφθασαν μόλις χθες στην Ελλάδα. Η Τίτι είναι ένα από τα 200.000 παιδιά που βρίσκονται κυριολεκτικά στον αέρα. Ξένα για τη χώρα καταγωγής των γονέων τους, ξένα για τη χώρα όπου γεννήθηκαν και μεγάλωσαν: ξένοι χωρίς ημερομηνία λήξεως...
Το θέμα δεν είναι μόνο ανθρωπιστικό. Είναι βαθιά πολιτικό. Οι μετανάστες θα είναι πολίτες τρίτης κατηγορίας ή θα γίνουν κάποτε ισότιμοι, με ίσα δικαιώματα και υποχρεώσεις; Θα γίνουν μέλη της ελληνικής κοινωνίας ή θα βρίσκονται απέναντί της; Η Τίτι και άλλα 200.000 παιδιά αγωνιούν, ελπίζουν και περιμένουν μια απάντηση...
ΥΓ: Το Σάββατο 7/10/2006, στις 15.00, στην Πλατεία Δημαρχείου, οι μανάδες των παιδιών που γεννιούνται στην Ελλάδα διαδηλώνουν με το σύνθημα: «Όχι στις διακρίσεις και στον ρατσισμό από την κούνια».
ΤΑ ΝΕΑ , 03/10/2006