Τρίτη, Νοεμβρίου 28, 2006

«Θέλω να πω στον Πάπα...»


«Αγαπητέ Ποντίφικα,

Ζητώ συγγνώμη που σας ενοχλώ. Άκουσα ότι έχετε πολλά ντράβαλα με το ταξίδι στην Τουρκία. Επίσης, ζητώ συγγνώμη που το θέμα μου δεν είναι μεγάλο και τρανό. Δεν αφορά το Σχίσμα, ούτε την είσοδο της Τουρκίας στην Ε.Ε. Το θέμα μου είναι ένα ταπεινό αντικείμενο: το προφυλακτικό.
Με λένε Louis Ndadaye. Γεννήθηκα και ζω στο Μπουρούντι, στην Αφρική, είμαι είκοσι χρόνων. Αυτή τη στιγμή αργοπεθαίνω από το AIDS. Γι' αυτό και βιάστηκα να σας γράψω. Δεν ξέρω εάν στον άλλο κόσμο υπάρχουν ταχυδρομεία και φάκελοι αλληλογραφίας. Κατοικώ στη Citiboke, μια από τις πολυπληθέστερες γειτονιές της πρωτεύουσάς μας, της Bujumbura. Οι δρόμοι μας είναι γεμάτοι λακκούβες, αν και εδώ κυκλοφορούν ελάχιστα αυτοκίνητα. Κυκλοφορούν όμως πολλά παιδιά. Τα περισσότερα είναι ορφανά. Οι γονείς τους πέθαναν από το AIDS. Τα δύο τρίτα των κατοίκων της γειτονιάς μας είναι φορείς του AIDS.
Χθες ήρθε ξανά στα δικά μας μέρη ο πατήρ Ιγνάτσιο, μέσα σε ένα 4Χ4, από αυτά που βλέπω να οδηγώ μόνο στα πιο θαρραλέα όνειρά μου. Μάζεψε ένα μεγάλο πλήθος στην πλατεία. «Έχετε χρησιμοποιήσει προφυλακτικό;» μας ρώτησε. «Όχιιιιι» απάντησε το πλήθος. «Πείτε μου, γιατί;». «Γιατί κάνει τον Πάπα να κλαίει» απάντησε μια γυναίκα. «Γιατί θα πάμε στην Κόλαση» απάντησε ένα μικρό παιδί. Ο πατήρ Ιγνάτσιο ευχαριστήθηκε. Δεν ήταν όμως εντελώς σίγουρος ότι όλοι του λέμε την αλήθεια. Ψάχνει λοιπόν και ανακαλύπτει ένα προφυλακτικό στη τσέπη ενός νεαρού. Ο νεαρός ορκίζεται ότι ήθελε να το δώσει στα αδέλφια του, να το χρησιμοποιούν σαν μπαλόνι, να παίξουν. Τα παιδάκια εδώ δεν έχουν λεφτά για μπαλόνια. Ο πατήρ Ιγνάτσιο τον βάζει να κρατήσει στο χέρι το αμαρτωλό αντικείμενο. Βγάζει έναν αναπτήρα και του βάζει φωτιά. Το αμαρτωλό αντικείμενο φλέγεται, η φλόγα γλείφει τα δάχτυλα του νεαρού, εκείνος βγάζει μια μικρή κραυγή και αφήνει το αμαρτωλό αντικείμενο να πέσει χάμω. «Σε πόνεσε;» τον ρωτά. «Ναι» απαντάει ο νεαρός. «Οι φλόγες της Κόλασης όπου θα πας αν χρησιμοποιήσεις το προφυλακτικό, θα σε πονέσουν ένα εκατομμύριο φορές περισσότερο». Και έτσι, φοβούμενοι μήπως μας καίνε οι φλόγες της Κόλασης, μας καίνε, καθημερινά, οι φλόγες της εξαθλίωσης και του AIDS. Πολλαπλασιαζόμαστε και πεθαίνουμε σαν τις μύγες γιατί φοβόμαστε την Κόλαση που μας έχει τάξει ο πατήρ Ιγνάτσιο...
Αγαπητέ Ποντίφικα, δεν θέλω να καταχρώμαι τον πολύτιμο χρόνο σας. Δεν ξέρω όμως εάν σας έχουν πληροφορήσει ότι τα δικά μας νεκροταφεία είναι γεμάτα και από δικούς σας ιεραποστόλους. Νεαρά παιδιά που έρχονται εδώ να αναθεματίζουν τα προφυλακτικά. Αφού και εκείνα όμως από σάρκα είναι καμωμένα, ενδίδουν μερικές φορές στους πειρασμούς της. Επειδή θέλουν να μείνουν πιστοί στις διδαχές της Εκκλησίας, κολλάνε το AIDS και πεθαίνουν με φρικτό τρόπο.
Σας παρακαλώ, μετά από όλα αυτά, και αφού έμαθα ότι τελευταία σκέφτεστε το «ναι» για τα προφυλακτικά, να άρετε το ανάθεμα από πάνω του. Εσείς που είστε ένας τόσο καλόψυχος Πάπας, που ευλογήσατε ακόμα και τα Φεράρι στην Πλατεία του Αγίου Πέτρου, βρείτε λίγο θάρρος για να ευλογήσετε και το προφυλακτικό. Σας ικετεύω. Στο όνομα δεκάδων εκατομμυρίων ανθρώπων που αργοπεθαίνουν σαν κι εμένα. Βέβαια, μέχρι τότε, δεν θα βρίσκομαι σε αυτόν τον κόσμο. Θα σας επιδοκιμάζω όμως από τον άλλο κόσμο.

Με εκτίμηση

Louis Ndadaye, Μπουρούντι

ΥΓ: Μια τελευταία απορία: πραγματικά, εσείς κλαίτε εάν χρησιμοποιήσουμε εμείς προφυλακτικό; Δεν κατάφερα επίσης να μάθω τη θέση του Οικουμενικού Πατριαρχείου για το θέμα. Εάν το σκέφτεται όπως εσείς, τότε η επιστολή ισχύει και για τους δύο. Εάν το σκέφτεται αλλιώς, τότε μακάρι να το μιμηθείτε».

ΤΑ ΝΕΑ , 28/11/2006

Τρίτη, Νοεμβρίου 14, 2006

Εάν κυβερνούσαν οι γυναίκες

Μ'αρέσουν πολύ τα αεροδρόμια και οι σταθμοί των τρένων. Μου φαίνονται μια καταπληκτική παραβολή της ίδιας της ανθρώπινης ύπαρξης. Εδώ τα πάντα ρει. Τίποτα δεν είναι αιώνιο και μόνιμο. Ακόμα και ο πιο βαρετός των ανθρώπων «αποκτά» εδώ κάτι από τη μαγεία και την ελευθερία ενός πλάνητα. Τι κρίμα που σήμερα τα αεροδρόμια μετατρέπονται σιγά σιγά σε σύμβολα του φόβου! Ήμουν στο αεροδρόμιο «Μητέρα Τερέζα» των Τιράνων προχθές, όταν παρέστην στον παρακάτω «διάλογο»:
«Τι έχετε εκεί, κύριε;». «Ένα μπουκάλι ρακί». «Δεν επιτρέπεται, θα το αφήσετε εδώ». Το παιδί με το μπουκάλι του ρακιού βλέπει απορημένος. Είναι μετανάστης, από την Αλβανία. Γυρίζει στην Ελλάδα. Προσπαθεί να εξηγήσει στον υπάλληλο ότι το μπουκάλι αυτό του το έδωσε ο πατέρας του. Ότι γι' αυτόν είναι κάτι περισσότερο από ένα μπουκάλι ρακί. «Είναι σπιτικό», λέει με μια αφέλεια που αγγίζει τα όρια της τρυφερότητας, «θέλω να το πάρω μαζί μου στην Ελλάδα». Ο υπάλληλος μειδιά. Τα υγρά είναι ύποπτα στην εποχή μας. Τέλος.
Αφήνω τη σκηνή με το ρακί και «σεργιανίζω» το βλέμμα μου στη μεγάλη οθόνη της τηλεόρασης, που είναι συντονισμένη στο CNN. Δείχνει τον Σαντάμ Χουσέιν. Από κάτω η λεζάντα ανακοινώνει την καταδίκη του σε θάνατο. Ακολουθεί η εικόνα του Μπους - πανηγυρίζει για την καταδίκη. Έπονται εικόνες γνώριμες από το Ιράκ: καμικάζι, καπνός, νεκροί, αίμα... Κάποια στιγμή η κάμερα πάει στην Αργεντινή. Δείχνει τις μανάδες των Αργεντινών desaparecidos, στην Plaza de Mayo, που ψάχνουν ακόμα τα εξαφανισμένα παιδιά τους - στη διάρκεια της δικτατορίας. Τόσα χρόνια περιμένουν, ζητούν δικαιοσύνη. Τόσα χρόνια τις βλέπουμε στις οθόνες μας. Και οι πατεράδες των desaparecidos πού είναι, άραγε; Γιατί δεν τους βλέπουμε ποτέ; Γιατί οι πόλεμοι συνδέονται αποκλειστικά με άνδρες και ο θρήνος με γυναίκες;
Μια Ιταλίδα δημοσιογράφος, η Concita de Gregorio, μας λύνει την απορία στο βιβλίο της «Μια μάνα ξέρει»*. Υπήρχε λοιπόν, πριν από μερικά χρόνια, και η οργάνωση των «πατεράδων των desaparecidos». Αλλά στην πρώτη συνεδρίαση οι πατεράδες τσακώθηκαν άγρια μεταξύ τους. Οι σοσιαλιστές πατεράδες τα έβαλαν με τους περονιστές, οι δυο μαζί επιτέθηκαν στους κομμουνιστές και οι κομμουνιστές, ως συνήθως, τα έβαλαν με όλους. Μέσα σε λίγο καιρό προέκυψαν επτά φράξιες μέσα στους κόλπους των πατεράδων. Το αποτέλεσμα ήταν ότι κανένας πατέρας δεν σκεφτόταν πια τα εξαφανισμένα παιδιά. Οι μανάδες, όμως, ενώ οι σύζυγοί τους είχαν επιδοθεί στους ιδεολογικούς σπαραγμούς, έμειναν προσηλωμένες στον κοινό πόνο. Ήταν και αυτές σοσιαλίστριες, κομμουνίστριες, περονίστριες ή καθολικές. Πριν από όλα, όμως, ήταν μάνες. Ο κοινός πόνος και ο κοινός στόχος τις κράτησαν μαζί.
Μια απλή ιστορία αυτή που, ειδικά στις δύσκολες στιγμές που περνάει η ανθρωπότητα, μας κάνει να αναρωτιόμαστε: πώς θα ήταν άραγε ο κόσμος εάν τον κυβερνούσαν οι γυναίκες; Ίσως πιο προσηλωμένος στον ανθρώπινο πόνο και στους κοινούς στόχους της ανθρωπότητας; Ίσως. Φοβάμαι μόνο πως, όταν οι γυναίκες κινούνται στα υψηλά δώματα της εξουσίας, συνήθως καλούνται να αποδείξουν ότι είναι πιο άνδρες και από τους άνδρες. Γιατί, αν και η εξουσία είναι γένος θηλυκού, κατά βάθος εκείνη είναι απλώς γιούνισεξ...
Περιμένω ακόμα την πτήση μου. Και βλέποντας όλα αυτά που παρελαύνουν στην οθόνη, τον Σαντάμ, τον πόλεμο στο Ιράκ, τον Μπους, το αίμα, τις μανάδες της Plaza de Mayo στη Αργεντινή, θυμήθηκα το τραγούδι του Bruce Springsteen, το «Mrs. McGrath»: «Όλοι οι πόλεμοι που κάνω/ ζουν πάνω στο αίμα και τον πόνο των μανάδων...».
* Concita de Gregorio, «Una madre lo sa», Mondadori
ΤΑ ΝΕΑ , 14/11/2006