Τετάρτη, Δεκεμβρίου 26, 2007

Σαν βγεις στον πηγαιμό για τα Βαλκάνια...

ΕΤΟΙΜΑΖΩ ΤΗ ΒΑΛΙΤΣΑ ΜΟΥ. Η ετοιμασία μιας βαλίτσας για το ταξίδι, ειδικά όταν είναι επαγγελματικό, νομίζω ότι μπορεί να σου χρησιμεύσει σαν ένα πολύτιμο μίνι μάθημα ζωής. Μαθαίνεις το κυριότερο: ότι τα μικρά πράγματα είναι αυτά που σου τρώνε τον περισσότερο χρόνο. Τα μικρά πράγματα είναι αυτά που σου τρώνε τη ζωή τελικά. Τα μικρά πράγματα, αυτά που δεν πιάνουν χώρο, που δεν φωνάζουν, τα ασήμαντα, ας πούμε. Γι΄ αυτό σκέφτομαι μόλις γυρίσω από το ταξίδι να καταρτίσω μια λίστα με τα μικρά, ασήμαντα πράγματα, απαραίτητα για το ταξίδι. Επίσης, εκείνη τη στιγμή ορκίζομαι ξανά ότι την επόμενη φορά θα ετοιμάσω τη βαλίτσα μου εγκαίρως, όχι την τελευταία στιγμή πάντως. Και σκέφτομαι ότι αυτό το κόλπο της τελευταίας στιγμής πρέπει να είναι ένα παν-βαλκανικό χαρακτηριστικό. Κληρονομιά σαφώς της έλλειψης σοβαρού προγραμματισμού. Και της υπερεκτίμησης των δυνατοτήτων μας, ίσως. Νομίζουμε πάντα εμείς οι Βαλκάνιοι ότι είμαστε οι πιο ταχείς και ότι έχουμε πάντα περισσότερο χρόνο στη διάθεσή μας.

Να επιλέξω ένα βιβλίο. Πίσω στη βαλίτσα μου. Αφού τα τακτοποιώ όλα και συνειδητοποιώ ότι έχω αργήσει πάρα πολύ, σκέφτομαι να επιλέξω και ένα βιβλίο να πάρω μαζί μου, να διαβάσω. Ή να ξαναδιαβάσω. Το ξέρω ότι ποτέ στο ταξίδι δεν βρίσκω τον χρόνο να διαβάσω αλλά έτσι από συνήθεια, δεν ξέρω... Ρίχνω μια γρήγορη ματιά, σχεδόν λαχανιασμένη, στη βιβλιοθήκη. Βλέπω την Ιστορία των Βαλκανίων του Μαζάουερ. Το προσπερνάω. Ξεφυλλίζω γρήγορα ένα βιβλίο που πρέπει να έχει κυκλοφορήσει σχετικά πρόσφατα από τις Εκδόσεις Κέδρος. «Ο αμαρτωλός των Βαλκανίων» λέγεται, του Βούλγαρου συγγραφέα Ντιμίτερ Κίρκοφ. Δίπλα του πάλι ένα βιβλίο του «Κέδρου»: «Κι Εσύ Έλληνας ρε»; του Βασίλη Χριστόπουλου. «Το Παλάτι των ονείρων» του Κανταρέ πιο πέρα. Ένα βιβλίο που μπαίνει με αριστουργηματικό τρόπο μέσα στους εφιαλτικούς διαδρόμους της τυραννίας. Κατάλληλο για ανάγνωση όταν ταξιδεύεις στα Βαλκάνια. Γιατί η ιστορία των Βαλκανίων είναι γεμάτη τυράννους. Και όταν παράγεις τόσους πολλούς τυράννους, πώς να μην παράγεις και πολέμους;

Ο καλός στρατιώτης Σβέικ. Λίγο πιο πέρα πιάνει το μάτι μου εντελώς τυχαία τον Αρχίλοχο. Δεν ξέρω πώς βρέθηκε εκεί, δίπλα στον Κανταρέ. Ο Αρχίλοχος που διακωμωδούσε τον πόλεμο: «Την ασπίδα μου κάποιος Σάιος χαίρεται/ αυτήν που ολοκαίνουργια παράτησα κοντά σ΄ ένα θάμνο άθελά μου./ Έσωσα όμως την ζωή μου./ Τι με νοιάζει η ασπίδα μου εκείνη./ Χαλάλι. Καλύτερη θε ν΄ αγοράσω άλλη», έγραφε. Ένας τέτοιος ποιητής στα Βαλκάνια θα είχε στιγματιστεί ως εθνοπροδότης και πράκτορας.
Δεν θα διδασκόταν ποτέ στα σχολικά βιβλία. Ο Αρχίλοχος ήταν, ίσως, ο στρατιώτης Σβέικ της εποχής του. Τώρα που είπα Σβέικ. Πιάνω τον πρώτο τόμο και τον ξεφυλλίζω γρήγορα. Και αυτό το βιβλίο με τα Βαλκάνια αρχίζει.
Αρχίζει με τον διάλογο της κυρίας Μιλέροβα και του Σβέικ, για τη δολοφονία του αρχιδούκα Φερδινάνδου στο Σαράγεβο, που έγινε αφορμή για τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Τον αγαπώ πολύ τον Σβέικ. Όπως γράφει ο ίδιος ο δημιουργός του, ο Γιάροσλαβ Χάσεκ, ο καλός στρατιώτης Σβέικ «δεν έβαλε φωτιά στο ναό της θεάς στην Έφεσο, όπως εκείνος ο χαζός Ηρόστρατος, για να γράψουνε γι΄ αυτόν οι εφημερίδες και τα σχολικά βιβλία».

«Η Γέφυρα του Δρίνα». Αφήνω τον Σβέικ και πιάνω τη «Γέφυρα του Δρίνα» του Ίβο Άντριτς (μου το έχει κάνει δώρο ένας φίλος μου, ο Ελληνοαλβανός ποιητής Νίκος Κατσαλίδας). Η γέφυρα του Δρίνα, ανάμεσα στην Ανατολή και στη Δύση, ανάμεσα στο παρελθόν και στο μέλλον, στα Βαλκάνια, εκεί όπου συνυπάρχουν όλες οι εποχές. Γι΄ αυτό και το ταξίδι στα Βαλκάνια έχει πάντα ενδιαφέρον. Η γέφυρα, αυτό το σύμβολο ενότητας και χωρισμού των Βαλκανίων. Μιτρόβιτσα, Μόσταρ, Σκόπια. Οι χωρισμένες πόλεις των Βαλκανίων, με ορατά και αόρατα σύνορα, από μια γέφυρα, από ένα ποτάμι. Η γέφυρα που συμβολίζει την αμφιθυμία των Βαλκανίων. Την αμφιθυμία ανθρώπων που έζησαν μαζί, εκούσια ή ακούσια, για αιώνες και κάποια στιγμή, την εποχή του έθνους-κράτους έπρεπε να φτιάξουν τη δικιά τους εθνοκρατική στέγη και αυτοί. Αλλά πώς να αποδείξεις ότι διαφέρεις εντελώς από αυτόν με τον οποίον σε δένουν χίλιοι δεσμοί και μοιάζεις τόσο πολύ; Γι΄ αυτό τρομάζει τόσο πολύ η διπλή ταυτότητα στα Βαλκάνια, γι΄ αυτό και ηχεί τόσο παράλογη, γιατί ξυπνά τις μνήμες μιας πρωθύστερης συνύπαρξης. Γι΄ αυτό και όταν πας στην Κροατία σου λένε ότι η γλώσσα που μιλούν δεν έχει καμία σχέση με τα σέρβικα, ενώ είναι εντελώς η ίδια. Ο βαλκανικός εθνικισμός είναι η επιβολή της διαφοράς εκεί όπου δεν υπάρχει. «Η γέφυρα του Δρίνα», το σύμβολο της σχιζοφρένειας των Βαλκανίων...

Γέφυρα της φιλίας, γέφυρα του μίσους. Και θυμάμαι ξανά τη γέφυρα της Μιτρόβιτσα που χωρίζει Σέρβους και Αλβανούς. Ειρωνεία της τύχης: το όνομά της είναι «Γέφυρα της Φιλίας». Φέτος τον Φεβρουάριο είχα φωτογραφίσει πάνω στη γέφυρα δυο φίλους, έναν Σέρβο και έναν Αλβανό. Η φιλία τους ήταν μια παραφωνία στον ωκεανό του αμοιβαίου μίσους. Θυμάμαι επίσης τη Φατίμε, Αλβανίδα από την Μιτρόβιτσα, που συναντιόταν κρυφά με μια Σέρβα φίλη της, τη Βέσνα, με την οποία είχαν μεγαλώσει μαζί. Κρυφά για να μην τους κράξουν οι Σέρβοι και οι Αλβανοί. Βαλκάνια, η γη του φόβου. Τώρα που θα περάσω ξανά από τη Μιτρόβιτσα δεν ξέρω εάν κατάφεραν να επιβιώσουν αυτές οι φιλίες...

Ο εθνικισμός των «αδυνάτων». Και δίπλα στη «Γέφυρα του Δρίνα» ένα σύντομο κείμενο του Τζον Πλάμεντατς για τα δυο είδη εθνικισμών. Υπάρχει ο εθνικισμός των δυνατών, λέει λίγο ώς πολύ ο Πλάμεντατς και εκείνος των αδύνατων, των φοβισμένων για την ταυτότητά τους, ημών των Βαλκάνιων. Συνήθως, ο Βαλκάνιος εθνικιστής, δεν αγαπά τη χώρα του από υπερηφάνεια αλλά από συμπόνια... Ο Βαλκάνιος που ονειρεύεται το μέλλον του στην Ενωμένη Ευρώπη, γιατί είναι μια μοναδική ευκαιρία για να ξεφύγει από τα φαντάσματα του παρελθόντος... Παντού όπου πάω στα Βαλκάνια ακούω, ειδικά από τους νέους, την ίδια πρόταση: «Το μέλλον μας είναι στην Ευρώπη, αλλιώς δεν έχουμε μέλλον»...

Καλά Χριστούγεννα. Τελικά δεν παίρνω μαζί μου κανένα βιβλίο. Ίσως βρω κάτι ενδιαφέρον στο ταξίδι να διαβάσω. Έτσι και αλλιώς έχω μαζί μου μπόλικη μουσική. Για όλες τις καταστάσεις. Νίνα Σιμόν, Φραντσέσκο ντε Γκρεγκόρι, Περλ Τζαμ. Και Μάνο Χατζιδάκι. Ποιος ξέρει πώς είναι να ακούς Χατζιδάκι στη θορυβώδη και επαρχιακή Πρίστινα, στο χιονισμένο, πανέμορφο Βελιγράδι, στο πληγωμένο Σαράγεβο, τα Χριστούγεννα... Καλά Χριστούγεννα...

Παρασκευή, Δεκεμβρίου 21, 2007

Όταν ο Οδυσσέας δεν νοσταλγεί την Ιθάκη


Μαθαίνω ότι οι Τσέχοι μετέφρασαν τελικά ένα από τα βιβλία του Κούντερα γραμμένα στα γαλλικά. Εάν οι πληροφορίες μου είναι σωστές, πρόκειται για το βιβλίο « Η Αθανασία». Εδώ και μερικά χρόνια ο Κούντερα δεν γράφει πια στα τσέχικα. Και γι΄ αυτόν τον λόγο οι συμπατριώτες του, του κρατούν κακία. Κάποιοι τον κατηγορούν ότι πρόδωσε τη μητρική γλώσσα. Άλλοι ότι δεν πάσχει από νοσταλγία για την πατρίδα του. Τώρα που είπα τη λέξη νοσταλγία, θέλω να μιλήσω για μια ιδιαίτερη πλευρά της. Είναι μεγάλος μπελάς, ξέρετε, το να βρίσκεσαι στη θέση του μετανάστη και να μη δείχνεις σημάδια νοσταλγίας για τη χώρα καταγωγής σου. Σε βλέπουν τουλάχιστον με καχυποψία. Αν είσαι μετανάστης και δηλώσεις ότι δεν πάσχεις από νοσταλγία, σοκάρεις και σκανδαλίζεις. Σε βλέπουν σαν έσχατη παραδοξολογία. Ο καθωσπρέπει μετανάστης πρέπει να καίγεται, οπωσδήποτε, από τον καημό της επιστροφής στην Ιθάκη. Όσοι έχουν διαβάσει την « Άγνοια» του Κούντερα θα θυμούνται την Ίρενα και τον εραστή της Γκούσταβ. Είναι και οι δύο μετανάστες στο Παρίσι. Η Ίρενα ήρθε στο Παρίσι από την Τσεχία. Εγκατέλειψε την Πράγα όταν εισέβαλαν εκεί τα σοβιετικά τανκς. Δούλεψε σκληρά για να μπορέσει να προσαρμοστεί στη νέα της πατρίδα. Ο Γκούσταβ είναι επιχειρηματίας και ήρθε στο Παρίσι από τη Σουηδία. Ο λόγος που εγκατέλειψε την πατρίδα του δεν ήταν ούτε η δικτατορία ούτε η ανέχεια. Απλά δεν χώνευε την πόλη όπου γεννήθηκε. Όταν το καθεστώς του «υπαρκτού» καταρρέει στην Τσεχία, ο Γκούσταβ είναι περιχαρής. Σκέφτεται ότι τώρα μπορούν μαζί με την Ίρενα να επισκεφθούν την Πράγα. «Είμαι ενθουσιασμένος που θα έρθω σε επαφή με την πόλη σου» της λέει. Και η Ίρενα απαντά: «Δεν είναι πια η πόλη μου η Πράγα». Ο Γκούσταβ σοκαρίστηκε. Οι Γάλλοι φίλοι της Ίρενα επίσης σοκάρονται όταν εκείνη κάνει δηλώσεις αυτού του τύπου. Τους εκπλήσσει το γεγονός που εκείνη, μια φτωχή Τσέχα πρόσφυγας, δεν πάσχει από νοσταλγία. Τον Γκούσταβ όμως, που είναι Σουηδός, κανείς δεν τον κοιτά στραβά επειδή δηλώνει ότι δεν θέλει να πατήσει το πόδι του στη πόλη όπου γεννήθηκε. Το αντίθετο, «όλοι τον επευφημούν σαν έναν συμπαθητικό Σκανδιναβό εξαιρετικά κοσμοπολίτη, που ξέχασε κιόλας πού έχει γεννηθεί». Ο Γκούσταβ είναι ο «τουρίστας» της υπόθεσης ας πούμε. Ως εκ τούτου, του επιτρέπονται οι ελεύθερες επιλογές. Η Ίρενα δεν είναι παρά μια φτωχή πρόσφυγας. Για να τη συμπαθούν, εκείνη πρέπει να είναι «μια νέα γυναίκα που υποφέρει εξόριστη από τη χώρα της». Για να τη συμπαθούν, εκείνη πρέπει να προκαλεί τον οίκτο. Από τη στιγμή που δεν θα προκαλεί πια τον οίκτο, αυτοί που τη συμπαθούν θα απομακρυνθούν. Θα πουν, ίσως, ότι είναι περίεργη και ύποπτη. Θα πουν, ίσως, ότι είναι και θρασύς. Το να δηλώσεις ότι δεν πάσχεις από νοσταλγία, αποτελεί μια πράξη επιλογής και ελευθερίας. Τέτοια πράγματα όμως ταιριάζουν στους «τουρίστες»: στον Σουηδό, στον Αυστραλό, στον Αμερικανό. Όχι στους Πακιστανούς, στους Αλβανούς, στους Ινδούς. Εκείνοι δεν παρουσιάζουν κανένα ενδιαφέρον αν μιλούν σαν κι εμάς, αν γράφουν σαν κι εμάς, αν επιλέγουν σαν κι εμάς. Δεν παρουσιάζουν κανένα ενδιαφέρον εάν δεν καίγονται από καημό και νοσταλγία.
Η ξενιτιά είναι ένα επικίνδυνο και επώδυνο ταξίδι. Μέσα στην τραγικότητά της υπάρχει και μια υπέροχη πλευρά: η συνάντηση με το άγνωστο. Υπάρχουν άνθρωποι που αγαπούν την επιστροφή στο γνωστό. Υπάρχουν άλλοι που αγαπούν το ταξίδι στο άγνωστο. Ο Οδυσσέας δεν βιάζεται πάντα να επιστρέψει στην Ιθάκη...

Ιnfo.Μίλαν Κούντερα, «Η άγνοια», Εκδ. Εστία. (Να σημειώσω την καταπληκτική μετάφραση του Γιάννη Χάρη)

Κυριακή, Δεκεμβρίου 16, 2007

Πολιτισμικές ιδιαιτερότητες


Ακούστε το εξής περιστατικό: Ένας Ιταλός μετανάστης στο Ανόβερο της Γερμανίας βιάζει μια κοπέλα, η οποία ήταν (κάποτε) η αρραβωνιαστικιά του. Πριν από μερικές εβδομάδες καταδικάστηκε. Και ο δικαστής αναγνώρισε «ελαφρυντικά λόγω εθνικών και πολιτισμικών ιδιαιτεροτήτων». Ο μετανάστης είναι από τη Σαρδηνία, γράφει στην απόφασή του ο δικαστής, όπου οι σχέσεις ανάμεσα στον άνδρα και τη γυναίκα χαρακτηρίζονται από κάποια ιδιαιτερότητα... «Αυτό δεν αποτελεί δικαιολογία για την πράξη του, αλλά πρέπει να το λάβουμε υπ΄ όψιν ως ελαφρυντικό», καταλήγει. Σύμφωνα με αυτήν τη λογική, θα κάνω και εγώ (προσωρινά) τον δικαστή για τα εξής φανταστικά περιστατικά:
Ένας Γερμανός βάζει βόμβα σε συναγωγή και τινάζει στον αέρα δεκάδες Εβραίους. Καταδικάζεται σε τρεις μήνες με αναστολή, με την υποχρέωση να ακούει για έναν χρόνο το κήρυγμα του ραβίνου. «Πρέπει να αναγνωρίζουμε τις εθνικές και πολιτισμικές ιδιαιτερότητες του υπόδικου. Η παράδοση του αντισημιτισμού στην ιδιαίτερη πατρίδα του δεν δικαιολογεί την πράξη του, αλλά πρέπει να το λάβουμε υπ΄ όψιν ως ελαφρυντικό».

***
Πακιστανός μετανάστης σφάζει τη γυναίκα του γιατί φλέρταρε με άλλον άνδρα. Καταδικάζεται με το ποσό των 500 ευρώ, το οποίο πρέπει να πληρώσει σε μια φεμινιστική οργάνωση. «Πρέπει να αναγνωρίζουμε τις εθνικές και πολιτισμικές ιδιαιτερότητες του υπόδικου: Η σχέση ανάμεσα στους άνδρες και τις γυναίκες στην πατρίδα του, την οποία έχει εμπεδώσει από τα παιδικά του χρόνια. Το γεγονός ότι έκανε παρέα με κάποιον Αλβανό μετανάστη που του είχε μιλήσει για το Κανούνι των Βουνών (σύμφωνα με το οποίο ο άνδρας μπορεί να κάνει ό,τι θέλει στη γυναίκα του). Το επιπλέον γεγονός ότι είχε δουλέψει για μεγάλο χρονικό διάστημα στα Σφακιά της Κρήτης, όπου πιθανόν άκουσε ιστορίες με βεντέτες, δεν δικαιολογεί την πράξη του, αλλά πρέπει να το λάβουμε υπ΄ όψιν ως ελαφρυντικό».
Ένας Αμερικανός τουρίστας κραδαίνει το όπλο του και αρχίζει να πυροβολεί όποιον βρει μπροστά του, μέχρι που του τελειώνουν οι σφαίρες. Καταδικάζεται με απαγόρευση εισόδου στη χώρα τους καλοκαιρινούς μήνες. «Πρέπει να αναγνωρίζουμε τις εθνικές και πολιτισμικές ιδιαιτερότητες του υπόδικου. Είναι Αμερικανός και είναι γνωστό πως στην Αμερική τα όπλα πωλούνται με το κιλό και κάθε τόσο βρίσκεται κάποιος τρελός που παίρνει το όπλο του και ξεκληρίζει ολόκληρο σχολείο. Αυτό δεν δικαιολογεί την πράξη του, αλλά πρέπει να το λάβουμε σοβαρά υπ΄ όψιν ως ελαφρυντικό».

***

Κάποιος υπουργός στην Ελλάδα απορρόφησε μεγάλα ποσά που ήταν προορισμένα για υποδομές της χώρας και τα έβαλε στην τσέπη του ή των συνεργατών του. Του επιβάλλεται ποινή αποχής από το καζίνο της Πάρνηθας για εξήντα ημέρες. «Πρέπει να αναγνωρίζουμε τις εθνικές και πολιτισμικές ιδιαιτερότητες του υπόδικου. Στην Ελλάδα είναι πολύ αναπτυγμένες οι πελατειακές σχέσεις και η διαφθορά δεν είναι άγνωστο φαινόμενο. Αυτό δεν δικαιολογεί την πράξη του, αλλά πρέπει να το λάβουμε υπ΄ όψιν ως ελαφρυντικό».

***

Συνελήφθη επικίνδυνος δολοφόνος που έγδερνε τα θύματά του αφού τα σκότωνε. Καταδικάστηκε σε έξι μήνες εθελοντικής εργασίας σε βυρσοδεψείο. «Πρέπει να αναγνωρίζουμε τις εθνικές και πολιτισμικές ιδιαιτερότητες του υπόδικου. Αγαπούσε ιδιαίτερα τον πολιτισμό των Αζτέκων, σύμφωνα με τον οποίο ήταν αρκετά διαδεδομένη η θυσία των ανθρώπων και το γδάρσιμο των θυμάτων. Αυτό δεν δικαιολογεί την πράξη του, αλλά πρέπει να το λάβουμε υπ΄ όψιν ως ελαφρυντικό».

Η λίστα μπορεί να είναι ατέλειωτη. Μπορεί να αφορά τον κάθε πολιτισμό και την κάθε πολιτισμική ιδιαιτερότητα. Αυτό που μένει, όμως, είναι το εξής: αυτή η μορφή «σεβασμού της διαφορετικότητας των άλλων» σημαίνει τη συντριβή των αδύναμων και την προστασία των πολιτισμικών και πολιτικών μαντραχαλάδων...

Τετάρτη, Δεκεμβρίου 12, 2007

Ένας εχθρός ιδανικός

Τις προάλλες στο Παρίσι είχα την ευκαιρία να γνωρίσω από κοντά την Κατρίν Κοκιό. Μια Γαλλίδα διανοούμενη, που συνηθίζει να πάει ενάντια στο ρεύμα. Ειδικά ενάντια στο ρεύμα της λήθης και της μισαλλοδοξίας- τόσο της μόδας στην εποχή μας (τόσο της μόδας είναι η μισαλλοδοξία στην εποχή μας, που πριν από μερικούς μήνες στο Ισραήλ αποκαλύφθηκε ομάδα Ισραηλινών νεοναζί που λάτρευαν τον Χίτλερ και τους SS!). Εδώ και δέκα χρόνια η Κοκιό διευθύνει τη Διεθνή Εταιρεία Έρευνας για τα Εγκλήματα κατά της Ανθρωπότητας. Τις προάλλες κυκλοφόρησε ένα συγκλονιστικό βιβλίο, το οποίο επιμελείται η ίδια. Πρόκειται για αφηγήσεις ατόμων που ως παιδιά κατάφεραν να βγουν ζωντανά από το ναζιστικό Ολοκαύτωμα. Εβραίοι και Τσιγγάνοι, από δεκαπέντε χώρες της Ευρώπης, επώνυμοι και ανώνυμοι, αφηγούνται τον όλεθρο με το βλέμμα του παιδιού.
Ξεφυλλίζοντας το βιβλίο, θυμήθηκα τη φράση ενός επιζήσαντος του Ολοκαυτώματος, του Κερτέζ: «Ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο, ο άνθρωπος το Άουσβιτς». Το Άουσβιτς: η μεγαλύτερη ήττα του Θεού και του ανθρώπου. Το αποκορύφωμα του αντισημιτισμού, σπρωγμένη σε όρια που ξεπερνούν ακόμα και τους κρυφούς πόθους του «κλασικού» μισαλλόδοξου, φτιαγμένο, ειδικά, για να εξαφανίσει από το Σύμπαν τον ιδανικότερο εχθρό της Ιστορίας: τους Εβραίους. Όσο και αν περνούν τα χρόνια και οι εποχές, ο «Εβραίος» παραμένει το Α και το Ω του φαντασιακού της μισαλλοδοξίας. Δεν μπορούν να τον αντικαταστήσουν πλήρως ούτε οι μετανάστες ούτε οι Τσιγγάνοι. Kαι το απύθμενο μίσος για το κράτος του Ισραήλ σήμερα εμπεριέχει, πιστεύω, γενναιόδωρες δόσεις νοσταλγίας για τον καλό παλαιό καιρό των πογκρόμ ενάντια στους Εβραίους.
Τον Μεσαίωνα, όταν σάρωνε η μαύρη πανούκλα, έφταιγαν οι Εβραίοι. Και όταν έπεφτε λιμός έφταιγαν, φυσικά, οι Εβραίοι. Τη Γαλλική Επανάσταση την έκαναν οι Εβραίοι. Πίσω από τους μπολσεβίκους βρίσκονταν, φυσικά, οι Εβραίοι. Και τον καπιταλισμό τον έφεραν οι Εβραίοι. Την παγκοσμιοποίηση, ασυζητητί. Πίσω από την γρίπη των πτηνών, τους Δίδυμους Πύργους, τα στεγαστικά δάνεια, τα δάση που καίγονται, τη μεταγραφή του Μουρίνιο από την «Τσέλσι» άγνωστο πού, βρίσκονται- οπωσδήποτε- οι Εβραίοι. Οι Εβραίοι είναι οι πασπαρτού του μισαλλόδοξου. Ένοχοι γιατί διατηρούσαν την ταυτότητά τους, κλεισμένοι από τους Ευρωπαίους στα γκέτο. Ένοχοι, ειδικά, όταν ήθελαν να βγουν από τα γκέτο, με την έλευση της νεωτερικότητας και της εποχής της χειραφέτησης. Ήταν τότε που ο «κρυφός Εβραίος» έγινε ο μεγάλος στόχος της μισαλλοδοξίας. «Το ότι ο Ντρέιφους είναι ικανός για προδοσία το συμπεραίνω από τη φυλή του», έγραφε ο Μορίς Μπαρές. Οι ναζί ούρλιαζαν: «Ο πιο επικίνδυνος Εβραίος είναι αυτός που δεν μοιάζει με Εβραίο». Έτσι, από τη νεωτερικότητα και μετά, ο αντισημίτης βρίσκεται σε μια άγρια αναζήτηση και «αποκάλυψη» των «κρυφών Εβραίων», που βρίσκονται πίσω από τα πάντα. Μέχρι το Άουσβιτς. Μέχρι τις ημέρες μας... Στο αεροπλάνο της επιστροφής για την Ελλάδα, ξεφυλλίζω ελληνικές εφημερίδες. Πέφτω πάνω στην είδηση της δίκης ενάντια στο βιβλίο του Πλεύρη. Η εφημερίδα αναφέρει ένα απόσπασμα από το βιβλίο: «Έτσι θέλουν οι Εβραίοι. Διότι μόνον έτσι καταλαβαίνουν: εντός 24 ωρών και εκτελεστικό απόσπασμα». Μετά το Άουσβιτς, γράφει ο Κερτέζ, η κλασική ιστορία του αντισημιτισμού τέλειωσε. «Δηλαδή συνεχίζεται, αλλά με ένα είδος κούρασης και με έναν τρόπο λιγότερο κρυφό ταυτόχρονα. Έτσι στο μέλλον, ο παράσιτος θόρυβος της αντισημιτικής ιδεολογίας- η οποία δεν μπορεί να πείσει πια κανέναν για τίποτα- θα χρησιμεύσει, το πολύ, σαν άναρθρο σύνθημα ενθάρρυνσης, σαν μετρονόμος που σημαδεύει τον ρυθμό της καταστροφής των ανθρώπων»...

Ιnfo: Catherine Coquio και Αurelia Κalisky, L΄enfant et le genocide.Τemoignages sur l΄enfance pendant la Shoah, Εκδ. Robert Laffont

TA NEA: 11 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2007
www.tanea.gr

Σάββατο, Δεκεμβρίου 08, 2007

Ξεφυλλίζοντας εφημερίδες στο Παρίσι

Κυριακή μεσημέρι. Αεροδρόμιο «Σαρλ ντε Γκολ», Παρίσι. Σε μια από τις εξόδους ένας μεσήλικας καλοντυμένος κύριος, αραβικής καταγωγής, επαναλαμβάνει ρυθμικά στους ταξιδιώτες που σέρνουν τις βαλίτσες τους: «taxi, taxi , taxi»... Το προαστιακό που συνδέει το Παρίσι με το αεροδρόμιο ακόμα δεν λειτουργεί. Το μοναδικό μέσο για να φθάσεις στο Παρίσι είναι τα ταξί. Αλλά σήμερα είναι Κυριακή, βρέχει με το τουλούμι και τα ταξί σπανίζουν.Εάν είσαι τυχερός, θα βρεις μια θέση στα λιγοστά, πολυτελή βαν που χρησιμεύουν ως ταξί. Ο μεσήλικας που μαζεύει τους ταξιδιώτες μας λέει τις τιμές της κούρσας: «σαράντα ευρώ το άτομο. Εξήντα για δυο άτομα». Μετά, μας παραδίδει στον οδηγό. Ίσως με κόβει για Άραβα και μου παραχωρεί τη θέση μπροστά μπροστά, δίπλα στον οδηγό, ο οποίος είναι ένας νεαρός γύρω στα τριάντα. Στον δρόμο τον ρωτάω για την απεργία στα μέσα μεταφοράς. «Στο Παρίσι όλα λειτουργούν κανονικά» λέει «έξω από το Παρίσι είναι ακόμα δύσκολα»…

***

Οι σταθμοί Velib : Κοντά στο μουσείο Πικασό βλέπω έναν σταθμό Βελίμπ. Τα ποδήλατα στέκονται αραδιασμένα, περιμένοντας κάποιον να τα «νοικιάσει». Ένα ευρώ το μισάωρο ή είκοσι εννέα ευρώ ετήσια συνδρομή. Το Παρίσι, όπως το Άμστερνταμ, μετατρέπεται σε πόλη των ποδηλάτων. Στα μέσα του περασμένου Ιουλίου, όταν ο Δήμαρχος του Παρισιού, Μπερτράν Ντελανοέ, άρχισε να «φυτέψει» σε όλο το Παρίσι τους σταθμούς Βελίμπ - Βελίμπ (Velib) προκύπτει από τη σύντμηση των λέξεων Velo (ποδήλατο) και liberte (ελευθερία) -, καμία απεργία δεν φαινόταν στον ορίζοντα. Στα μέσα Νοεμβρίου το Παρίσι παρέλυσε. «Μη πειράξετε το «ειδικό καθεστώς» των συντάξεών μας» είπαν οι απεργοί και όλα τα μέσα μεταφοράς ακινητοποιήθηκαν. «Δεν μπορούσαμε να κινηθούμε, ήταν τρομερό» μου εξηγεί μια κυρία, με ένα ύφος έκτακτης ανάγκης, σαν να και αναφέρεται σε κάποια σκοτεινή συμφορά που χτύπησε ξαφνικά τη Πόλη του Φωτός. Τις μέρες της απεργίας στους σταθμούς Βελίμπ δεν έβρισκες ποδήλατα ούτε για δείγμα. Όποιος μπορούσε άρπαζε ένα για να φθάσει στη δουλειά του. Άλλοι περπατούσαν επί ώρες… Το Παρίσι έχει δει πολλές απεργίες. Αυτή τη φορά όμως υπερίσχυσε η αγανάκτηση, όχι η αλληλεγγύη με τους απεργούς. Ίσως γιατί η αγανάκτηση υπερπροβλήθηκε από τα ΜΜΕ. Και σαν να μην έφθανε αυτό, σχεδόν ταυτόχρονα με την απεργία, ξέσπασαν ταραχές στα προάστια. Ούτε αυτές ήταν σαν τις άλλες φορές. Αυτή τη φορά βγήκαν τα όπλα, με κανονικέ σφαίρες. Τα πράγματα, τώρα, έχουν ηρεμήσει. Το χειμερινό, μαγικό Παρίσι στολίζεται για τα Χριστούγεννα και τη Πρωτοχρονιά. Πολύχρωμες διαφημίσεις «καταλαμβάνουν» τους τοίχους του Μετρό. Ο Ρατατούιγ ακροβατεί στις βιτρίνες των βιντεοκλάμπ. Η απεργία στα μέσα μαζικής μεταφοράς έληξε. Τα προάστια φαίνονται ήρεμα και υπό έλεγχο. Τα συνδικάτα, για την ώρα, συνομιλούν με την κυβέρνηση. Η αστυνομία λέει πως επιτέλους θα διεξαχθεί σοβαρή έρευνα για τα ακριβή αίτια θανάτου των δυο εφήβων στα προάστια, που ήταν η αιτία για το ξέσπασμα των ταραχών. Το αύριο, όμως, είναι θολό. Πολλοί Παρισιάνοι περιμένουν και άλλη απεργία στα μέσα μεταφοράς. Κάποιοι λένε ότι θα αρχίσει την επόμενη εβδομάδα. Άλλοι μιλούν για τα Χριστούγεννα. Το Παρίσι ζει με το άγχος της επόμενης απεργίας και της επερχόμενης «εξέγερσης» στα προάστια. Η πιο ωραία πόλη του κόσμου είναι, αυτή τη στιγμή, μια σκηνή όπου «παίζονται» τα δυο πιο κρίσιμα ζητήματα της Ευρώπης του σήμερα και του αύριο: το κοινωνικό κράτος και η ένταξη των μεταναστών…

***

Το σύστημα Σαρκοζί. Σε κάθε περίπτωση, οι περισσότερες γαλλικές εφημερίδες συμφωνούν ότι το σύστημα Σαρκοζί ακόμα λειτουργεί. Η δημοτικότητά του έχει πάθει τελευταίως μια ελαφριά καθίζηση αλλά οι περισσότεροι Γάλλοι τον εμπιστεύονται. Έχουν πάθει ένα είδος εξάρτησης από την παρουσία του. Και ο Σαρκό είναι παντού παρόν ή σχεδόν παντού. Ένας φοβερός παίχτης της εικόνας. Τις πρώτες μέρες της απεργίας εξαφανίστηκε. Τα ΜΜΕ μετρούσαν τις μέρες. Μια εβδομάδα χωρίς Σαρκό! Μετά εμφανίστηκε, λέγοντας ότι δεν πρόκειται να παραδοθεί μπροστά στα αιτήματα των απεργών. Για τις ταραχές στα προάστια δήλωσε ότι το μοναδικό πρόβλημα που υπάρχει εκεί πέρα είναι η αλητοκρατία. Και καθάρισε. Υπάρχουν βέβαια και δύσκολες στιγμές. Ο Σαρκό είχε παρουσιάσει τον εαυτό του ως τον Πρόεδρο που θα αύξανε την αγοραστική δύναμη των Γάλλων. Τα στοιχεία, όμως, δείχνουν ότι οι Γάλλοι αγοράζουν λιγότερα ενώ η ακρίβεια καλπάζει. Ο Σαρκό εμφανίζεται τότε στην τηλεόραση, κρύβοντας επιμελώς το Rolex του κάτω από το μανίκι. Λέει με το πειστικό του ύφος: «δουλέψτε περισσότερα για να αγοράστε περισσότερα». Μόνο που οι επιχειρήσεις δεν επιθυμούν να προσφέρουν περισσότερες ώρες εργασίας στους εργαζόμενους. Η απάντηση του Σαρκό αναμένεται ακόμα. Ποιος ξέρει, μετά το Υπουργείο Εθνικής Ταυτότητας μπορεί να ιδρύσει και Υπουργείο Αγοραστικής Δύναμης…

***

Μια ιστορία (σοσιαλιστικής) αγάπης. Όσο για τους σοσιαλιστές, εκείνοι είτε «ερωτεύονται» τον Σαρκοζύ είτε αλληλοεξοντώνονται μεταξύ τους. Γι'αυτό, ίσως, η Σεγκολέν Ρουαγιάλ σκέφτηκε να κυκλοφορήσει τώρα το βιβλίο της. Είναι Δευτέρα και όλες οι εφημερίδες αναγγέλλουν το γεγονός. Το βιβλίο θα κυκλοφορήσει τη Τρίτη και πολλοί εκτιμούν ότι θα γίνει ένα πολιτικό Χάρρυ Πότερ. Η Σεγκολέν τα λέει έξω από τα δόντια και προειδοποιεί ότι θα επανέλθει δριμύτερη στη πολιτική σκηνή. Μιλά για τους ελέφαντες του Κόμματός της που ενοχλούνταν από τη παρουσία της, τους καρχαρίες που επιθυμούσαν διακαώς την συντριβή της, για τον υποκριτή Φρανσουά Χολόντ, τον φοβητσιάρη Φρανσουά Μπαιρού. Ο τίτλος του βιβλίου: «η πιο ωραία ιστορία αγάπης μου είστε εσείς», δανεισμένος, ίσως, από μια παλιά επιτυχία της γαλλίδας τραγουδίστριας Barbara. Δύσκολες εποχές, πάντως, για αγάπες και έρωτες. Ο Σαρκό χώρισε με τη Σεσίλια λίγο μετά τη νίκη. Η Σεγκολέν χώρισε επισήμως λίγο μετά την ήττα. Η κοινωνική αλληλεγγύη λιγοστεύει κάθε μέρα. Οι κοινωνικές τάξεις στρέφονται η μία ενάντια στην άλλη. Στα προάστια βράζει το μίσος. Οι τιμές ανεβαίνουν. Ανάμεσα στα άλλα και το ρεύμα. Ένα σκίτσο στη «CharlieHebdo» εμφανίζει τον αρμόδιο Υπουργό να μιλά από την οθόνη ενός τηλεοπτικού καναλιού: «Να κάνετε οικονομία στο ρεύμα! Φωτιστείτε μόνο από το φως αυτού του τηλεοπτικού καναλιού» (τι μου θυμίζει, τι μου θυμίζει;)…

«Je cherche du travail»

Από το παράθυρο του δωματίου στο ξενοδοχείο όπου μένω φαίνεται η είσοδος ενός Σουπερμάρκετ. Μια μεσήλικη κυρία, στέκεται στο πεζοδρόμιο, μπροστά στην είσοδο. Την είδα εκεί εχθές. Στέκεται εκεί και σήμερα, επί ώρες, δεν ξέρω πόσες, σιωπηλή, ακίνητη, κρατώντας ένα περιοδικό. Την πλησιάζω. Βλέπω τον τίτλο στο εξώφυλλο του περιοδικού που κρατά: «Web pour tout» («Ιντερνέτ για όλους»). Λίγο πιο πάνω από τον τίτλο, ένα σημείωμα, γραμμένο με το χέρι: «Je cherche du travail» («Ζητάω δουλειά»). Κάποια στιγμή στρίβει το βλέμμα της και με κοιτά. 'Ένα βλέμμα όπου ανακατεύονται η ντροπή, η προσμονή και η ήττα. Είναι το βλέμμα της ανεργίας, ολόιδιο, είτε στο Παρίσι, είτε στην Αθήνα…

Παρασκευή, Νοεμβρίου 30, 2007

«Όταν μιλάς ελληνικά σε κοιτούν σαν εξωγήινο»

«Με λένε Μιχάλη. Γεννήθηκα το 1980 στην Αθήνα, στο "Μητέρα". Οι γονείς μου τότε έμεναν στο Παγκράτι. Μετά τη γέννα μου μετακομίσαμε στα Πατήσια. Οι γονείς μου είναι από τη Νιγηρία. Ο πατέρας μου ήρθε στην Ελλάδα για να σπουδάσει, τη δεκαετία του ΄70. Ύστερα από κάποια χρόνια έφερε και τη μητέρα μου. Από τα παιδικά μου χρόνια δεν θυμάμαι πολλά πράγματα. Στο δημοτικό τα πήγαινα μια χαρά με τα άλλα παιδιά. Μόνο όταν τσακωνόμασταν στο ποδόσφαιρο με στολίζανε με βρισιές του τύπου «αράπης» και τα σχετικά. Ήμουν ο μόνος μαύρος στο σχολείο μου. Θυμάμαι επίσης ένα σκηνικό. Μια μέρα, έπειτα από τσακωμό, κάποια παιδιά με είχαν βάλει στη μέση και με έβριζαν. Τότε ένα παιδί που τον έλεγαν Ηλία όρμησε εναντίον τους για να με υπερασπιστεί. Από τότε γίναμε κολλητοί φίλοι. Τα πρώτα χρόνια στο σπίτι μιλούσαμε νιγηριανά και αγγλικά. Αυτό όμως με εμπόδιζε για τα μαθήματα. Μέχρι που ο δάσκαλος κάλεσε τους γονείς μου και τους είπε ότι έπρεπε να μιλήσουμε ελληνικά στο σπίτι. Με τα χρόνια επικράτησαν τα ελληνικά στο σπίτι μας.
Ελληνικά και hiphop. Από εννέα χρόνων μιλώ μόνο ελληνικά. Μιλώ επίσης άψογα αγγλικά, ενώ τα νιγηριανά τα καταλαβαίνω αλλά δεν τα μιλώ πια. Το πάθος για τη μουσική το «κόλλησα», ίσως, επειδή μεγάλωσα ανάμεσα σε διάφορους γλωσσικούς ήχους. Στο γυμνάσιο παθιάστηκα με τα γκράφιτι, τη hip-hop και τη Dram΄Ν΄ Βase. Είναι χρόνια που περνούν διοργανώνοντας πάρτι και ανταλλάσσοντας κασέτες με τα φιλαράκια. Εκείνη την περίοδο μπήκε έντονα η θρησκεία στη ζωή μου. Μαζί της και η πρώτη υπαρξιακή σύγκρουση. Γιατί η θρησκεία έλεγε «ειρήνη υμίν», ενώ το hip-hop μιλούσε για εξέγερση. Η θρησκεία ήταν ευχή, το hip-hop δράση. Το hip-hop και τα γκράφιτι ήταν για μένα ένα είδος ξεσπάσματος. Τότε, για πρώτη φορά, άρχισα να γράφω στίχους. Έγραφα και για τον ρατσισμό. Ξαφνικά συνειδητοποίησα κάτι που είχα απωθήσει: το χρώμα της επιδερμίδας μου.
Το να είσαι μαύρος. Εγώ είμαι περήφανος που είμαι μαύρος. Το να είσαι μαύρος όμως σημαίνει ότι συναντάς μπροστά σου έναν τοίχο. Σημαίνει ότι πρέπει να ξοδεύεις πολλή ενέργεια για να πείσεις τους γύρω σου ότι δεν είσαι γεννημένος μόνο για να πουλάς CD και να παίξεις μπάσκετ. Ότι μπορείς να γίνεις γιατρός, λογοτέχνης, σχεδιαστής μόδας, οτιδήποτε. Το να είσαι μαύρος σημαίνει ότι ζεις με αυτό το χρώμα, το αναπνέεις, ότι δεν σε αφήνουν ποτέ να νιώσεις αόρατος. Τη μεγαλύτερη έκπληξη την προκαλείς όταν μιλάς ελληνικά χωρίς προφορά. Παθαίνουν πλάκα. Μερικοί κάθονται με το στόμα ανοιχτό και σε κοιτάνε σαν εξωγήινο. Τέλος πάντων...
Ένα καλοκαίρι στη Σύρο. Η ανατροπή στη ζωή μου συνέβη ένα καλοκαίρι στη Σύρο. Μόλις είχα τελειώσει το λύκειο. Ήθελα τότε να μπω στη Σχολή Καλών Τεχνών και άρχισα να κάνω ιδιαίτερα μαθήματα ελευθέρου σχεδίου. Το καλοκαίρι πήγα στη Σύρο για να δουλέψω στο εργαστήριο της δασκάλας μου. Έκανα βόλτα ένα απόγευμα, όταν ξαφνικά μπροστά στα πόδια μου σταμάτησε ένα αστυνομικό τζιπ. Βγήκαν έξω δυο αστυνομικοί και μου ζήτησαν τα χαρτιά. Είχα μαζί μου τη ληξιαρχική πράξη γέννησης. Θεωρούσα ότι ήταν αρκετή, αφού είχα γεννηθεί στην Ελλάδα. Με πήγαν στο Τμήμα. Μου είπαν ότι τα χαρτιά μου είναι ελλιπή.
Ένας από τους αστυνομικούς μού είπε ότι θα με απελάσουν. «Πού θα με απελάσετε;» ρώτησα. «Στα σύνορα και να πας από εκεί που ήρθες», μου απάντησε. «Εγώ δεν ήρθα από πουθενά. Έχω γεννηθεί στην Ελλάδα», είπα. Δεν πήρα απάντηση. Απέλαση, σύνορα, όλα αυτά μου φαίνονταν σαν ταινία. Έφυγε η γη κάτω από τα πόδια μου και είχα κατατρομάξει. Έμεινα εκεί τρεις μέρες, στο σκοτάδι, κοιμόμουν χάμω, σε ένα μικροσκοπικό κελί με δυο Πακιστανούς που δεν μιλούσαν ούτε ελληνικά ούτε αγγλικά. Αυτές οι τρεις μέρες ανέτρεψαν τα πάντα μέσα μου. Με τη μεσολάβηση φίλων και δικηγόρων με άφησαν ελεύθερο. Τότε άρχισαν να με βασανίζουν τα ερωτήματα. Ποιος ήμουν; Τώρα καταλάβαινα γιατί δεν με καλούσαν φαντάρο, όπως συνέβαινε με όλους τους φίλους μου. «Φίλε μου, εσύ είσαι ξένος», έλεγα στον εαυτό μου. Και πάλι δεν ήθελα να το πιστέψω όμως. Σκεφτόμουν ότι οι αστυνομικοί είχαν κάνει λάθος. Ήταν ένας μηχανισμός άμυνας για να μη διαλυθώ.
Τα χαρτιά, τα χαρτιά, τα χαρτιά. Όταν εισέβαλε στη ζωή μου η λέξη χαρτιά και αλλοδαπός όλα καθάρισαν πλέον. Ρώτησα τους υπαλλήλους στον δήμο εάν μπορώ να βγάλω ελληνική ταυτότητα επειδή έχω γεννηθεί εδώ. Μου απάντησαν κοφτά: «όχι». Μετά ήρθαν οι ουρές, οι βεβαιώσεις, τα ένσημα, τα γραφεία, οι υπάλληλοι, η ατελείωτη αναμονή. Και όταν βγαίνει η άδεια παραμονής είναι ληγμένη. Ξανά ουρές, βεβαιώσεις, ένσημα, γραφεία, υπάλληλοι, ατελείωτη αναμονή. Με αυτά θα φας όλη τη ζωή σου. Τα καλύτερα χρόνια σου φεύγουν κυνηγώντας τα χαρτιά. Δεν μπορείς να πας πουθενά. Τα όνειρα για το πανεπιστήμιο τα εγκατέλειψα γιατί κυνηγούσα τα χαρτιά. Με κάλεσαν το 2002 στη Γαλλία για να εκπροσωπήσω την Ελλάδα σε ένα φεστιβάλ θεάτρου δρόμου. Δεν πήγα γιατί δεν είχα χαρτιά. Ήθελα να ανοίξω μια δική μου δουλειά, δεν μπόρεσα γιατί δεν είχα χαρτιά.
Τα ελληνικά είναι η γλώσσα σου...Νιώθεις σιγά σιγά να ανοίγει ένα χαντάκι ανάμεσα σε σένα και στους φίλους σου. Εκείνοι προχωράνε, κυκλοφορούν ελεύθεροι. Αυτό που για σένα αποτελεί ζήτημα ζωής και θανάτου, γι΄ αυτούς είναι ένα τίποτα. Επειδή δεν έχεις κανονικά χαρτιά δεν μπορείς να κάνεις σχέδια για το μέλλον. Σκέψου τι κατάπτωση. Να είσαι είκοσι χρόνων και να μη μπορείς να κάνεις σχέδια για το μέλλον.
Φθείρεσαι ανεπαίσθητα, γίνεσαι μικρός, κλείνεσαι στον εαυτό σου. Πρέπει να προσέχεις πολύ για να μη γίνεις ανθρωπάκι. Για να μη δεις όλους τους γύρω σου ως εν δυνάμει εχθρούς. Ύστερα έρχονται άλλες ερωτήσεις. Τι είσαι; Γεννήθηκες εδώ, τραγουδάς τον εθνικό ύμνο της Ελλάδας, στο σχολείο είπες ποιήματα για την 25η Μαρτίου. Και όμως σε θεωρούν αλλοδαπό. Στη Νιγηρία εσύ δεν έχεις πάει ποτέ. Τα ελληνικά είναι η γλώσσα σου. Τι είσαι λοιπόν; Πρέπει να είσαι τρεις φορές τρελός για να μην τρελαθείς. Πρέπει να παλέψεις με νύχια και με δόντια για να μην αφήσεις την πραγματικότητα να σε ξεκάνει. Τι κάνω αυτή τη στιγμή; Ασχολούμαι πολύ με τη μουσική και με το θέατρο του δρόμου. Τώρα δουλεύω στον «Κοσμοπολιτισμό», ένα πολιτιστικό κέντρο που διοργανώνει και πολλά ενδιαφέροντα event με μετανάστες καλλιτέχνες. Τα χαρτιά; Τα περιμένω ακόμα, εδώ και δυο χρόνια. Το μέλλον; Το μέλλον, φίλε μου, είναι τα όνειρά μου. Αυτά είναι η ασπίδα και η ελευθερία μου..."

ΤΑ ΝΕΑ: 17 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 2007
www.tanea.gr

Τρίτη, Νοεμβρίου 27, 2007

Μια θλίψη, σχεδόν φουτουριστική

Πέμπτη πρωί. Το λεωφορείο 450 είναι μισογεμάτο. Άνθρωποι διαφορετικών ηλικιών, εθνοτήτων και τάξεων φτερνίζονται και βήχουν. Μπροστά στις ιώσεις είμαστε όλοι ευάλωτοι. Και αυτός ο καιρός, με τη συνέργεια της ρύπανσης, είναι ιδανικός. Ιδανικός για τις ιώσεις εννοώ... Μια ηλικιωμένη κυρία περπατά με το κεφάλι ψηλά. Ανοίγει διάδρομο μέσα στο λεωφορείο και πλησιάζει τον οδηγό. Ξαφνικά, αρχίζει να διαμαρτύρεται. Ακούω μόνο τη φράση «δεν είναι δυνατόν να διαφημίζετε ποπούς!». Δεν καταλαβαίνω. Ρωτάω έναν κύριο δίπλα μου τι συμβαίνει. Μου εξηγεί ότι η κυρία διαμαρτύρεται γιατί οι φωτογραφίες κάποιων μισόγυμνων κυριών, πάνω στη λαμαρίνα του λεωφορείου, διαφημίζουν μια κρέμα σώματος. Δεν τις είχα προσέξει τις μισόγυμνες κυρίες όταν ανέβηκα. «Ο καθένας με την τρέλα του», λέει ο κύριος και βάζει τα γέλια. Ο κόσμος γελάει, φτερνίζεται και βήχει.
Εγώ βυθίζομαι στην εφημερίδα μου. Κάπου αναφέρονται οι προβλέψεις ενός μελλοντολόγου. Δεν ξέρω εάν το έχετε προσέξει, αλλά τελευταίως έχουν μεγάλη πέραση οι μελλοντολόγοι. Πάντα είχαν, αλλά τελευταίως, κυριολεκτικά σκίζουν. Και οι παρελθοντολόγοι το ίδιο. Όλοι ασχολούνται μανιακά με το παρελθόν και το μέλλον. Σαν να έχουν παραιτηθεί τελεσίδικα από το παρόν. Το παρόν μοιάζει πια με ακυβέρνητο καράβι ή με ξεχασμένο πρόσφυγα σε χώρο κράτησης. Αυτόν τον μελλοντολόγο, λοιπόν, τον λένε Ηammond ή κάτι τέτοιο. Λέει ότι, σε ένα όχι και τόσο μακρινό μέλλον, τους ηλικιωμένους θα τους φροντίζουν τα ρομπότ. Η ιατρική θα κάνει θαύματα έτσι ώστε να ζούμε πάνω από εκατό χρόνια. Αλλά, επειδή δεν θα ξέρουμε πώς να σκοτώσουμε τον χρόνο, θα μας απειλήσει η κατάθλιψη. Γι΄ αυτό, θα ικετεύουμε γονατιστοί τους εργοδότες να μη μας διώξουν από τη δουλειά μέχρι τα ογδόντα, τουλάχιστον! Οι άνεργοι, βέβαια, είναι χαμένοι από χέρι έτσι κι αλλιώς. Λέει ακόμα ότι λόγω των κλιματικών αλλαγών θα μοιάζει η ζωή μας με εξτρίμ γκέιμ. Θα λειώνουν οι σόλες των υποδημάτων μας περιμένοντας στο πεζοδρόμιο να ανάψει το φανάρι. Θα... λαθρομεταναστεύουν προς τα εδώ οι καμήλες. Θα κάνουν θραύση τα πράσινα εσώρουχα, ενώ γνήσιο πράσινο μόνο σε ειδικές περιοχές φρουρούμενες από τις δυνάμεις της Αντιτρομοκρατικής- θα καταφέρνουμε να βλέπουμε. Θα βασιλεύσουν κάτι φονικές ιώσεις. Θα σαρώνουν οι τυφώνες και θα πλημμυρίζουμε τουλάχιστον δέκα φορές τον χρόνο - είτε μένουμε σε αυθαίρετα είτε σε κανονικά σπίτια. Για τέτοιο πράγμα μιλάμε. Να μην ανησυχούμε, πάντως (λένε πάλι οι μελλοντολόγοι), γιατί μέχρι τότε θα έχουμε βρει το κόλπο και θα την σκαπουλάρουμε. Γυρίζω σελίδα. Πέφτω σε άλλη είδηση. Και αυτή αφορά το μέλλον. Ύστερα από τρία χρόνια η Κίνα θα καταναλώνει περισσότερη ενέργεια από τις ΗΠΑ. Η Μεγάλη Ενεργειακή Κρίση έχει προβλεφθεί για το 2030. Πολλοί προβλέπουν ότι τότε θα μείνουμε όλοι στο σκοτάδι. Κλείνω τα μάτια. Παραδίδομαι στη φαντασίωση. Θα επιστρέψουν ξανά οι πυρσοί και τα άλογα. Τα άλογα των πλουσίων θα μυρίζουν Dolce & Gabbana ή Ηugo Βoss. Εκείνα των φτωχών ιδρώτα και τα επακόλουθα. Χρηματιστήρια δεν θα υπάρχουν. Θα ανταλλάσσουμε ξανά ένα κιλό ρύζι με ένα κιλό τραχανά. Δεν θα μας παρακολουθούν πια οι κάμερες. Ούτε θα μας υποκλέπτουν στα κινητά. Έχει και ο Μεσαίωνας τα καλά του. Τέρμα τα ΡC και το σατανικό Ιnternet. Και ο Τρίτος Κόσμος, που ήδη βρίσκεται σε βαθύ σκοτάδι, τι θα κάνει τότε; Θα κάθεται στις όχθες του ποταμού και θα βλέπει το πτώμα του αφεντικού του να περνάει; Το λεωφορείο σταματά. Η κυρία κατεβαίνει, σε ένδειξη διαμαρτυρίας για τους ποπούς στη λαμαρίνα του λεωφορείου. Ο κόσμος φτερνίζεται, βήχει και γελά. Και εμένα, δεν ξέρω γιατί, με κατέλαβε μια θλίψη, σχεδόν φουτουριστική...

Τετάρτη, Νοεμβρίου 14, 2007

Η ψήφος και τα δάκρυα

Ο τίτλος της εφημερίδας «ΤΑ ΝΕΑ», έτος 1953. Οι γυναίκες ψηφίζουν για πρώτη φορά στις βουλευτικές εκλογές στην Ελλάδα. Μέχρι τότε το δικαίωμα ψήφου στις γυναίκες θεωρούνταν αδιανόητο. Στη θέση των τότε γυναικών, βρίσκονται σήμερα τα παιδιά των μεταναστών που έχουν γεννηθεί στην Ελλάδα

Δεν ξέρω πόσοι μετανάστες ψήφισαν τελικά στις εκλογές στο ΠΑΣΟΚ. Ξέρω απλά ότι πήγαν αρκετοί. Ήταν μια μοναδική ευκαιρία γι΄ αυτούς. Η πρώτη, άλλωστε, για να θεωρούν τον εαυτό τους πολίτες. Ήταν εκεί και οι δυο γενιές των μεταναστών στην Ελλάδα. Οι μετανάστες της πρώτης γενιάς. Αυτοί που μένουν πάντα μετέωροι. Που πίστευαν ότι βρίσκονταν στην Ελλάδα προσωρινά. Που ανέβαλλαν την επιστροφή τους για έξι ή εννιά μήνες. Για να διαπιστώσουν, ύστερα από χρόνια, ότι δεν υπάρχει πλέον επιστροφή. Γιατί οι έξι μήνες έγιναν έξι, δεκαέξι χρόνια. Η πρώτη γενιά των μεταναστών: εκείνη που δεν καταφέρνει ποτέ να αποσείσει από πάνω της το στίγμα του ξένου. Γιατί, εκτός των άλλων, τα ελληνικά της δεν είναι ποτέ τέλεια. Η πρώτη γενιά των μεταναστών: η γενιά των πιο άχαρων εργασιών, η γενιά της λάντζας, που θυσιάζει τα πάντα για χάρη των παιδιών της. Τα παιδιά τους έχουν γεννηθεί στην Ελλάδα. Δεν πάσχουν από διλήμματα επιστροφής. Η χώρα καταγωγής των γονέων τους είναι γι΄ αυτούς μια τουριστική αναφορά. Η προφορά τους είναι η ίδια με εκείνη την ντόπιων. Τα όνειρά τους είναι ίδια με εκείνα των ντόπιων. Επειδή είναι εντελώς από εδώ, νιώθουν ακόμα πιο έντονα το στίγμα του ξένου στην Ελλάδα. Γιατί για τους θεσμούς εκείνοι είναι σαν να ήρθαν μόλις χθες. Ξένοι χωρίς ημερομηνία λήξεως. Στήνονται στις ουρές των δήμων για μια άδεια παραμονής, με τον ίδιο τρόπο που στήνονταν και οι γονείς τους. Επειδή είναι εντελώς από εδώ, δυσκολεύονται να χωνέψουν ότι χρειάζονται άδεια, κάθε χρόνο, περνώντας από αμέτρητες διαδικασίες, για να παραμείνουν σε μια χώρα που θεωρούν δική τους. Προχθές λοιπόν, σε όλους αυτούς, αναγνωρίστηκε το δικαίωμα να ψηφίσουν. Αναγνωρίστηκε η ύπαρξή τους. Γιατί ένας άνθρωπος που δεν έχει το δικαίωμα να ψηφίζει, δεν υπάρχει. Για τους θεσμούς είναι, σχεδόν, το απόλυτο μηδέν, αν και πληρώνει φόρους, δημοτικά τέλη, πληρώνει όλα αυτά που πληρώνει ο κάθε πολίτης αυτής της χώρας. Ένας άνθρωπος που δεν έχει το δικαίωμα να ψηφίζει δεν δικαιούται να θεωρεί τον εαυτό του πολίτη. Ένας άνθρωπος που δεν έχει το δικαίωμα να ψηφίζει, ενώ ζει επί χρόνια ή έχει γεννηθεί εδώ, νιώθει κοινωνικά εξόριστος.
Σε κάποιο εκλογικό κέντρο- μου ανέφεραν αυτόπτες μάρτυρες - κάποιος μετανάστης δάκρυσε επειδή ήταν η πρώτη φορά που του δόθηκε η ευκαιρία να ψηφίσει στην Ελλάδα. Έστω και στις εκλογές ενός κόμματος. Για κάποιον που θεωρεί το δικαίωμα της ψήφου ως αυτονόητο, η εικόνα αυτή ίσως του φανεί πέρα για πέρα δακρύβρεχτη. Σχεδόν «κλεμμένη» από σαπουνόπερα. Πρέπει να ξέρεις πώς νιώθουν οι μετανάστες κάθε φορά που έρχονται οι εκλογές, ώστε να μη δεις αυτά τα δάκρυα ως σαπουνόπερα. Είναι δάκρυα ανθρώπων που διψούν για ένταξη στη νέα τους πατρίδα. Δεν είναι ένα φολκλορικό στιγμιότυπο. Ούτε μια εξωτική εικόνα. Μεταφέρουν ελπίδα, πόνο και φόβο. Και μεταφέρουν ένα κρίσιμο πολιτικό ερώτημα: «Τα παιδιά μας θα ζουν σε μια κοινωνία ισότιμων πολιτών, με υποχρεώσεις και δικαιώματα, ή σε μια κοινωνία χωρισμένη στα δύο: την κοινωνία των ντόπιων και εκείνη των ξένων χωρίς ημερομηνία λήξεως;»...

ΥΓ: Μια και τελευταίως ακούμε συχνά για την ανάγκη «αριστερής στροφής» του ΠΑΣΟΚ. Υπάρχει κάτι πιο αριστερό από το να δώσεις φωνή σε αυτούς που δεν έχουν; Αυτό σημαίνει, έμπρακτα, Αριστερά του 21ου αιώνα. Γιατί υπάρχει και μια άλλη «αριστερή στροφή», εκείνη στη λίθινη εποχή...

Τρίτη, Νοεμβρίου 06, 2007

Στιγμιότυπα ενός Σαββατοκύριακου

Σκηνή από τις παλαιές καλές μέρες στην Ευρώπη, τα πογκρόμ ενάντια στους Εβραίους, στις αρχές του 19ου αιώνα. Καθώς όλοι ξέρουμε οι Εβραίοι εξαφανίστηκαν σχεδόν, δηλαδή τους εξαφάνισαν, από την Ευρώπη. Και τώρα τι θα κάνουμε χωρίς Εβραίους;

Σάββατο μεσημέρι στην Ερμού. Κόσμος πολύς, μπαινοβγαίνει στα μαγαζιά. Μπροστά στο κατάστημα με τα καλλυντικά κάθεται ένας σακατεμένος άνθρωπος. Ζητιανεύει, προσπαθώντας να συγκινήσει με την παρουσία του τους περαστικούς. Του λείπουν τα δύο χέρια και το ένα πόδι. Στο πρόσωπό του είναι εμφανή τα σημάδια των εγκαυμάτων. Στέκεται εκεί, μπροστά στο κατάστημα με τα εκλεκτά αρώματα και τις κρέμες που υπόσχονται αιώνια νεότητα. Σαν να θέλει να θυμίζει ότι το ανθρώπινο σώμα είναι το πιο ευάλωτο πράγμα στον κόσμο: ένα παιχνίδι, σχεδόν, της τύχης. Σαν να θέλει να θυμίζει το άλλο πρόσωπο της ζωής, το άλλο πρόσωπο της ανθρωπότητας. Αυτό που προσπαθούμε να απωθήσουμε, με κάθε τρόπο, στην αφάνεια και στη λήθη...

Το βράδυ στο σινεμά για «4 μήνες, 3 εβδομάδες, 2 μέρες». Το έργο του Ρουμάνου Κριστιάν Μουνγκίου, που πήρε το πρώτο βραβείο στις Κάννες. Μια μαρτυρία από τη Ρουμανία του Τσαουσέσκου. Έχουν γίνει και άλλες ταινίες για τον κόσμο του «υπαρκτού». «Goodbye Lenin», «Οι ζωές των άλλων»... Ταινίες που άρεσαν στον κοινό, που άφησαν μια γλυκόπικρη γεύση. Αυτή εδώ σου κόβει την ανάσα. Ο Μουνγκίου ανοίγει ένα παράθυρο σε εκείνη την εποχή και ακολουθεί κατά βήμα τις πρωταγωνίστριές του: δυο κορίτσια που προσπαθούν να κάνουν έκτρωση, παράνομα, για να αποφύγουν το στίγμα και τη φυλακή. Δεν προσπαθεί να αποδείξει τίποτα ο σκηνοθέτης. Ούτε να καταγγείλει. Του αρκεί ο ρόλος του αυτόπτη μάρτυρα, παρασύροντας τον θεατή σε έναν κόσμο εφιαλτικό, όπου επικρατεί η στέρηση, η βία και ο παραλογισμός. Η έκτρωση, το έμβρυο, ο ανεπιθύμητος καρπός μιας άγνωστης σχέσης, αιματοβαμμένο, πεταμένο χάμω. Αυτή η ταινία δεν «χωνεύεται» εύκολα. Σου κάθεται στο στομάχι και σε καταδιώκει...

Από την ταινία, στην πραγματικότητα. Στην Ιταλία, ομαδικές απελάσεις Ρουμάνων. «Ρουμάνοι κτήνη!», γράφουν οι δεξιές εφημερίδες. «Ρουμάνοι, σμήνη από μύγες που μολύνουν τις πόλεις μας» γράφει η «Ουνιτά», αριστερή εφημερίδα, υποτίθεται. Ζούμε ιστορικές στιγμές. Η μισαλλοδοξία διαπερνά τις κομματικές γραμμές. Δεξιά και αριστερά, μαζί, ενάντια στον νέο εχθρό της Ευρώπης: τους μετανάστες. Αφορμή το ειδεχθές έγκλημα σε προάστιο της Ρώμης, με θύμα μια Ιταλίδα. Τη βίασαν, την ξυλοκόπησαν και την πέταξαν στα σκουπίδια. Ο δράστης είναι Ρουμάνος. Τσιγγάνος της Ρουμανίας. Και Ρουμάνος και Τσιγγάνος... χειρότερα δεν γίνεται! Οι Τσιγγάνοι είναι δυο φορές ανεπιθύμητοι. Δεν τους θέλουν ούτε οι Ανατολικοί ούτε οι Δυτικοί. Άνθρωποι χωρίς πατρίδα, που στοιβάζονται σε παραγκουπόλεις όπου βρουν λίγη ελεύθερη γη να σταθούν. Όλοι οι «πολιτισμένοι» έχουν προεξοφλήσει ότι είναι αναφομοίωτοι. Ότι η ροπή της κλοπής και της αταξίας είναι χαραγμένη στα γονίδιά τους... Τον δολοφόνο τον κατήγγειλε μια Ρουμάνα, Τσιγγάνα και αυτή. Η είδηση πέρασε στα ψηλά. Σε αυτές τις περιπτώσεις, τα ΜΜΕ ξέρουν ότι δεν πρέπει να χαλάσουν το κλίμα ομοψυχίας ενάντια στους Ρουμάνους. Η μισαλλοδοξία πουλάει. Ο νέος εχθρός ενώνει. Το πρωί της Κυριακής τα πρακτορεία μεταδίδουν την είδηση ότι ομάδα Ιταλών επιτέθηκε και προσπάθησε να λιντσάρει μια παρέα Ρουμάνων. Έτσι απλά, επειδή ήταν Ρουμάνοι. Οι ύαινες της μισαλλοδοξίας βγαίνουν από το κλουβί, παντού, σιγά σιγά. Από την εποχή των πογκρόμ ενάντια στους Εβραίους είχαμε να δούμε συλλογικές τιμωρίες στην Ευρώπη με βάση την καταγωγή. Και τα λόγια ενός Ρουμάνου μετανάστη, ονόματι Νικίτα: «Εγώ ξέρω ότι εσείς οι Ιταλοί δεν είστε όλοι μαφιόζοι. Γιατί εσείς πιστεύετε ότι εμείς οι Ρουμάνοι είμαστε όλοι δολοφόνοι και ληστές;». Όπως γράφει ένας συμπατριώτης του Νικίτα και πατέρας του Θεάτρου του Παραλόγου: «Το Δίκαιο είναι η παραφροσύνη του ισχυρού. Το δίκαιο του αδύναμου μοιάζει με παραφροσύνη» (Ιονέσκο)...

Παρασκευή, Νοεμβρίου 02, 2007

Έναν ύμνο θα σου πω


Αυτοί οι Ισπανοί, τελικά, δεν παύουν να σε εκπλήσσουν. Πρόσφατα έμαθα ότι είναι, ίσως, το μοναδικό έθνος επί γης που έχουν εθνικό ύμνο χωρίς λόγια. Έχουν μόνο μουσική. Το είχα παρατηρήσει ότι οι Ισπανοί ποδοσφαιριστές ήταν οι μόνοι που, όταν έπαιζε ο εθνικός τους ύμνος, δεν κουνιόταν ούτε το πάνω ούτε το κάτω χείλος τους. Το είχα αποδώσει, όμως, στη συγκίνηση που τους κυρίευε. Τώρα πλέον καταλαβαίνω ότι ο Καμάτσο και η παρέα του δεν είχαν τι να τραγουδήσουν. Μαθαίνω επίσης ότι το θέμα προέκυψε ακριβώς λόγω του ποδοσφαίρου. Πέρσι, λοιπόν, στο Μουντιάλ, οι Ισπανοί φίλαθλοι έβλεπαν τους Ιταλούς που τραγουδούσαν μέχρι τελευταίας πτώσης «Αδέλφια ξεσηκωθείτε, η Ιταλία ξυπνά, την περικεφαλαία του Σκιπίωνα Αφρικανού στο κεφάλι κρατά». Έβλεπαν και τους Γάλλους που τραγουδούσαν μέχρις εξαντλήσεως «Μπροστά παιδιά της Πατρίδας, η μέρα της δόξας έφθασε». Ενώ οι Ισπανοί τίποτα. Έβλεπαν τους άλλους και έσκαγαν από το κακό τους. Τι να έκαναν άλλωστε σ΄έναν ποδοσφαιρικό αγώνα; Να απάγγελλαν Λόρκα ή να τραγουδούσαν το «Μalo» της Βebe; Όταν είδαν όμως ότι Ιταλοί και Γάλλοι έφθασαν στο τελικό του Μουντιάλ, τότε τα πήραν στο κρανίο. Έστειλαν επιστολή διαμαρτυρίας στον Θαπατέρο. Του ζήτησαν εδώ και τώρα λόγια για το «Μarcha Granadera» ή «Marcha Real» (έτσι λέγεται ο ισπανικός εθνικός ύμνος).
Την υπόθεση ανέλαβε αμέσως η Ισπανική Ολυμπιακή Επιτροπή που κήρυξε διαγωνισμό για το κείμενο του εθνικού ύμνου. Μετά μπήκαν στη μέση ποδοσφαιριστές, παπάδες και ΜΜΕ και η υπόθεση πήρε εθνικές και παγκόσμιες διαστάσεις. Μέσα σε έξι μήνες γράφτηκαν δεκάδες χιλιάδες υποψήφια ποιήματα για τον ισπανικό εθνικό ύμνο. (Μαθαίνω ότι υπάρχουν διάφορα κείμενα για τον ισπανικό εθνικό ύμνο. Όλα όμως ανήκουν στο παρελθόν, όταν οι μισοί Ισπανοί μισούσαν τους άλλους μισούς. Επομένως καλύτερα να βρεθεί ένα νέο κείμενο που δεν θα ξυπνά τα φαντάσματα του παρελθόντος. Οι διανοούμενοι της χώρας, εν τω μεταξύ, έχουν διχαστεί. Οι μισοί λένε ότι δεν χρειάζονται λόγια για τον εθνικό ύμνο. Οι άλλοι μισοί επιμένουν ότι χρειάζονται. Υπάρχει και ο «τρίτος πόλος» (όπως αυτό στο ΠΑΣΟΚ), που λέει ότι ο εθνικός ύμνος πρέπει να έχει λόγια αλλά αυτά πρέπει να συνάδουν με την εποχή μας. Δηλαδή, λένε αυτοί του «τρίτου πόλου», όλοι οι εθνικοί ύμνοι υπερασπίζονται την ανεξαρτησία και την ελευθερία του έθνους. Και ο ισπανικός αυτό πρέπει να κάνει. Πολλοί εθνικοί ύμνοι, όμως, υπερχειλίζουν από σπαθιά και μπαρούτι, ενώ σήμερα ζούμε σε διαφορετικές εποχές. Σήμερα ο καλός πατριώτης δεν είναι αυτός που ξέρει να χειρίζεται άψογα το σπαθί αλλά το ΡC. Στον παγκοσμιοποιημένο μας κόσμο ο καλός πατριώτης δεν είναι αυτός που μισεί τις γλώσσες των γειτόνων αλλά αυτός που τις μαθαίνει. Είναι αυτός που δεν κάνει εχθρούς αλλά συμμάχους. Ο καλός πατριώτης είναι εκείνος που δεν κλέβει την εφορία. Και τώρα, την εποχή του καυσαερίου και της υπερθέρμανσης της Γης, καλός πατριώτης είναι αυτός που δεν καταστρέφει τη φύση και δεν χτίζει αυθαίρετα. Όπως γράφει ένας αναγνώστης στην «Εl Pais»: «Όταν οι άλλοι έφτιαχναν τους εθνικούς ύμνους, εμείς είχαμε εμφύλιο. Κάποιοι ούρλιαζαν ότι είναι καθαρόαιμοι Ισπανοί, άλλοι κατέληγαν σε φυλακές και εξορίες. Αυτές οι εποχές πέρασαν ανεπιστρεπτί. Ας βρουν λοιπόν ένα κείμενο για τον εθνικό ύμνο. Κάποιοι θα το δεχτούν, άλλοι θα το περιγελούν. Κάποιοι θα το κρίνουν υπερπατριωτικό, άλλοι όχι αρκετό εθνικόφρων. Με κείμενο ή χωρίς, πάντως, η ευημερία του έθνους θα εξαρτηθεί από το κατά πόσον σεβόμαστε το Σύνταγμα και φροντίζουμε τις αξίες της δημοκρατίας». Τελικά, στις 4 Νοεμβρίου, σήμερα δηλαδή, μια ειδική επιτροπή θα επιλέξει το κείμενο του ισπανικού εθνικού ύμνου. Αδημονώ να το ακούσω. Και όταν τελικά το τραγουδήσουν, λέτε να λύσουν και το πρόβλημα με τους Βάσκους; Λέτε να ανέβει το βιοτικό επίπεδο και να πέσει η τιμή της βενζίνης; Λέτε να πάρουν και το Κύπελλο;

Δευτέρα, Οκτωβρίου 29, 2007

Χειμερινή ώρα

Μια ώρα πίσω, λοιπόν, μετακινήθηκαν οι δείκτες των ρολογιών. Έρχεται χειμώνας, λένε. Μιας και μιλάμε όμως για ρολόγια, καιρό τώρα, κρατάω στο αρχείο μου την εικόνα ενός πολύ ιδιαίτερου ρολογιού. Πρόκειται για γαλλικό ρολόι του ΧVIII αιώνα. Και η επιγραφή, σε αρχαϊκά γαλλικά, λέει: «Έτσι Περνάμε την Ώρα». Ένα μικρό αριστούργημα της ερωτικής τέχνης...

Σάββατο, Οκτωβρίου 20, 2007

Στις γειτονιές του βιβλίου στη Φρανκφούρτη

Ήταν η πρώτη φορά που πήγαινα στην Έκθεση του Βιβλίου της Φρανκφούρτης. Ο δρόμος από το ξενοδοχείου, όπου μένω, μέχρι το τεράστιο κτήριο ήταν σε μια απόσταση δεκαπέντε λεπτών με τα πόδια. Διαπερνάς τις γραμμές του τραμ, περνάς μπροστά στο όμορφο κτήριο του κεντρικού σταθμού των τρένων, στην είσοδο του οποίου ακούς να μιλιούνται όλες οι γλώσσες της υφηλίου, ενώ απέναντι από τον σταθμό, στο πεζοδρόμιο, μαζεύονται συνήθως ζητιάνοι και ναρκομανείς. Από εκεί συνεχίζεις ευθεία, προσπερνάς κορεατικά και ιταλικά εστιατόρια, μια ευαγγελική εκκλησία, ουρανοξύστες, πέντε-έξι τράπεζες, ποδαλοτόδρομους, από αυτούς που δεν βρίσκεις στην Αθήνα ούτε για δείγμα. Μετά από όλα αυτά, φτάνεις στην είσοδο της έκθεσης.

Δίπλα στην είσοδο ένα τεράστιο κινούμενο άγαλμα κρατά στο αριστερό του χέρι ένα μεγάλο σφυρί που ανεβάζει και κατεβάζει ρυθμικά. Πρόκειται για τον «Άνθρωπο με το σφυρί», έργο του Τζόναθαν Μπορόσφσκι, το οποίο συμβολίζει τον παγκόσμιο, βιομηχανικό, εργάτη. Μπροστά στην είσοδο απλώνεται ένα παζάρι που προσφέρει από παλαιά βιβλία μέχρι παντόφλες προορισμένες για τον βαρύ γερμανικό χειμώνα.

Η Έκθεση χωρίζεται σε τεράστιες αίθουσες, τις οποίες δύσκολα προλαβαίνεις να τις επισκεφθείς μέσα στις πέντε μέρες που διαρκεί. Επιλέγω να ξεκινήσω τη περιπλάνησή μου με τη αίθουσα 5.0. Περπατώ στον κυλιόμενο διάδρομο, στρίβω δεξιά και βρίσκω μπροστά μου ένα τεράστιο πλήθος. Είναι ο χώρος όπου το γερμανικό κανάλι ZDF οργανώνει συναντήσεις με γνωστούς συγγραφείς. Εκείνη τη στιγμή, πάνω στο πλατό, βρίσκεται ο Ουμπέρτο Έκο.

Συζητά για το τελευταίο του βιβλίο «Περί Ασχήμιας». «Σε αυτόν τον κόσμο δεν υπάρχουν μόνο ωραία και άσχημα πρόσωπα» λέει στον δημοσιογράφο δίπλα του. «Υπάρχουν και πρόσωπα που βρίσκονται στη μέση, σαν το δικό μου και το δικό σου». Το κοινό γελά ενώ το βλέμμα μου σταματά πάνω σε νεαρή κοπέλα που έχει ένα τεράστιο φιόγκο σε σχήμα γερμανικού λουκάνικου πάνω στα μαλλιά της και απολαμβάνει με απόλυτη αφοσίωση το παγωτό της…


Ενώ ο Έκο συζητά για την ιστορία της Ασχήμιας, στην αίθουσα 4.1, όπου υπάρχουν κυρίως τα φωτογραφικά λευκώματα, ένας επισκέπτης έχει μείνει με το στόμα ανοιχτό...

Στην αίθουσα 5.0. βρίσκονται Άραβες, Βαλκάνιοι και Ανατολικοί. «Σκοντάφτω» πάνω στο διαμπερές περίπτερο των Αραβικών Εμιράτων, με φωτογραφίες από το Αμπού Ντάμπι και καταπληκτικές εκδόσεις. Είναι ίσως το μοναδικό αραβικό περίπτερο όπου δεν επικρατεί το κοράνι…Στο περίπτερο της Σαουδικής Αραβίας το κοράνι το προσφέρουν δωρεάν, σε πενήντα γλώσσες. Στον τοίχο μια μεγάλη οθόνη προβάλλει εικόνες από τη «χώρα του Προφήτη».

Βλέπω μια γυναίκα να οδηγά αυτοκίνητο. Ρωτάω τον υπεύθυνο εάν είναι γυναίκα αυτή που βλέπω στο τιμόνι.

«Είναι άνδρας» μου απαντά «σας μπέρδεψε το κάλυμμα στο κεφάλι». Μου εξηγεί ότι οι γυναίκες δεν επιτρέπεται να οδηγούν στην Σαουδική Αραβία. «Μόνο στην έρημο επιτρέπεται, μακριά από τα μάτια των ανδρών». «Μόνο στην έρημο»: σαν να λέμε «μόνο στον τάφο»…

Απέναντι στο περίπτερο της Σαουδικής Αραβίας ο Πάπα Βοϊτίλα χαιρετά το πλήθος από το εξώφυλλο τριών βιβλίων. Το περίπτερο της Πολωνίας. Φτιαγμένο με ιδιαίτερο γούστο. Η Άννα, μια νεαρή Πολωνέζα, παραπονιέται: «η αίθουσα αυτή είναι σαν γκέτο. Έπρεπε να μας βάλουν τουλάχιστον στην 5.1, με την Ιταλία και την Ισπανία. Γιατί η Τουρκία να είναι εκεί και εμείς όχι;». Σε φυλλάδιο, πάνω σε ένα τραπέζι, οι στοίχοι του Miłosz: «Φαντάζομαι τη γη όταν δεν θα υπάρχω πια: Τίποτα δεν συμβαίνει, καμιά απώλεια, η ίδια η παράξενη παρέλαση… Κι όμως τα βιβλία θα είναι εκεί στα ράφια/ κρατούν από καλή γενιά / κατάγονται από τους ανθρώπους, αλλά και από τη λάμψη, τα ύψη». Δεξιά μου βρίσκονται τα περίπτερα των Τσέχων. Απέναντί τους εκείνο της Σλοβακίας. Κάποτε οι δυο χώρες ήταν μαζί. Τώρα βρίσκονται απέναντι, με τα δικά τους βιβλία η καθεμία. Τουλάχιστον χώρισαν χωρίς αίμα. «Οι παλαιότεροι πονάμε ακόμα για τον χωρισμό» λέει η Ντανιέλα, μια γυναίκα γύρω στα πενήντα, που μου δείχνει τον κατάλογο με τις τελευταίες επιτυχίες της σλοβάκικης λογοτεχνίας. «Στη Σλοβακία ένα μπεστ σέλλερ δεν ξεπερνά τα πέντε χιλιάδες αντίτυπα. Για μια χώρα με πέντε εκατομμύρια κατοίκους αυτό είναι συμφορά»... Εκείνοι που διαβάζουν είναι οι Σλοβένοι. Τα στοιχεία λένε ότι διαβάζουν περισσότερο και από τους Αυστριακούς. (Ίσως γι’αυτό κατάφεραν να τη σκαπουλάρουν από την κόλαση της Γιουγκοσλαβίας χωρίς αιματοχυσία). «Σε αυτή την αίθουσα δεν έρχονται οι ξένοι εκδότες» λέει ο Γκόραζτ, από τις εκδόσεις «Studentska». «Ίσως περιμένουν από μας τους «φτωχούς» μόνο να αγοράζουμε βιβλία». Δίπλα στη Σλοβενία βρίσκεται η Βοσνία. Το βίντεο παίζει τουριστικά σποτ του τύπου «Ζήσε τον μύθο σου στη Βοσνία». Πιο πέρα, στο κάτω ράφι, ένα βιβλίο στο εξώφυλλο του οποίου απεικονίζονται φέρετρα και η επιγραφή «Srebrenica»... Αριστερά της Βοσνίας βρίσκεται το φωτεινό περίπτερο της Κροατίας. Δεξιά τα ταπεινά περίπτερα των Σέρβων.

Η Λιλιάνα Μαρίνκοβιτς, υπεύθυνη των εκδόσεων «Kreativni Centar», μου δείχνει το πιο πετυχημένο βιβλίο των τελευταίων χρόνων στη Σερβία. Πρόκειται για ένα καρτούν που δίνει οδηγίες για το σεξ στη σημερινή εποχή. «Κυκλοφόρησε στην αγορά αμέσως μετά τον πόλεμο και σάρωσε» λέει.

Δεξιά του σερβικού περιπτέρου βρίσκεται το κεντρικό περίπτερο της Ρωσίας. Εκτός από τα βιβλία, τη παράσταση κλέβει ένα μεγάλο ψηφιακό τζάκι που καίει ασταμάτητα. Πιο πέρα βρίσκεται το περίπτερο του Ιράν, όπου δεσπόζει η διαφήμιση μιας κλωνοποιημένης προβατίνας ονόματι Ρογιάνα: η Ιρανική Ντόλλυ. Συνεχίζοντας ευθεία συναντώ το μικρό περίπτερο της Αλβανίας, δίπλα στο περίπτερο του Κοσσόβου, το οποίο είναι πέντε φορές μεγαλύτερο…

«Στη γειτονιά των φτωχών». Οι διάδρομοι της αίθουσας 5.0, όπου βρίσκονται Άραβες, Βαλκάνιοι και Ανατολικοί, είναι συνήθως άδειοι...

Ανεβαίνω με τις κυλιόμενες σκάλες και κάνω μια βόλτα στην αίθουσα 4.1. Εδώ υπάρχουν κυρίως τα φωτογραφικά λευκώματα και τα εικονογραφημένα ημερολόγια. Μοιάζει πιο πολύ με γκαλερί. Με το που μπαίνεις σου «επιτίθενται» γυμνές φωτογραφίες κοριτσιών από τη Ρωσία. Βλέπω έναν κύριο που παρατηρεί με ανοιχτό το στόμα μια από τις γυμνές αφίσες… Βγαίνω και περνάω απέναντι, στην αίθουσα 6.0, όπου βρίσκεται το ελληνικό τμήμα της Έκθεσης. Το κεντρικό ελληνικό περίπτερο είναι στην αρχή, δεξιά καθώς μπαίνεις. Ακολουθούν οι Γαλλόφωνοι και οι Κινέζοι. Τελευταίο είναι το περίπτερο της Ταϊλάνδης. Εδώ μαθαίνεις ότι η Πριγκίπισσα της Ταϊλάνδης, οι φωτογραφίες της οποίας καταλαμβάνουν τα τρία τέταρτα του περιπτέρου, γράφει και ποιήματα που, υποθέτω, εμπνέουν μόνο τους αυλικούς. Η αίθουσα 6.0 είναι πολυσύχναστη… Χαλασμός κόσμου πάντως γίνεται στην αίθουσα 8.0. Εδώ βρίσκονται Αμερικανοί, Αυστραλοί, Βρετανοί, Καναδοί, το Ισραήλ και η Τζαμάικα. Σε αυτή την αίθουσα μπαίνεις μετά από εξονυχιστικό έλεγχο. Ο πόλεμος κατά της τρομοκρατίας και τα σύνορα ισχύουν και στην Έκθεση του βιβλίου…


Στην αίθουσα 8.0 συναντώ τη Tasja Dorkofikis, υπεύθυνη των αγγλικών εκδόσεων Portobello. Σκόπευα να της μιλήσω για το βιβλίο μου, γρήγορα βρεθήκαμε να μιλάμε για την ιστορία της. Έτσι συμβαίνει όταν συναντιούνται δυο μετανάστες. Ο πατέρας της Tasja, Τάκης Δορκοφίκης, εγκατέλειψε την Ελλάδα, κυνηγημένος, στον Εμφύλιο. Βρήκε καταφύγιο στη Πολωνία, όπου δούλεψε ως δημοσιογράφος και παντρεύτηκε με Πολωνή. Από αυτό τον γάμο γεννήθηκε η Tasja. Ο Τάκης Δορκοφίκης έλεγε πράγματα που ενοχλούσαν σφόδρα το καθεστώς του «Υπαρκτού». Τον κήρυξαν ανεπιθύμητο και τον διέταξαν να εγκαταλείψει τη Πολωνία, την εποχή που στην Ελλάδα ήταν στην εξουσία η Χούντα. Ήταν άπατρις, καμία χώρα δεν τον δεχόταν. Τον δέχτηκε, τελικά, η Ιταλία. Πήγε εκεί μαζί με την οικογένειά του. Με τη βοήθεια του ΠΑΚ, κατάφερε να πάει στη Γερμανία, στο Μόναχο, όπου πέθανε μετά από μερικά χρόνια. Η Tasja και η μάνα της γύρισαν τότε στην Πολωνία. Η Tasja σπούδασε αγγλική φιλολογία. Εγκατέλειψε ξανά τη Πολωνία το 1991, μετά τη κατάρρευση του καθεστώτος. Πήγε στην Αγγλία, όπου συνέχισε τις σπουδές της και άρχισε τη σταδιοδρομία της στον εκδοτικό χώρο. Ενώ άκουγα την ιστορία, θυμήθηκα τους στοίχους ενός Σλοβάκου ποιητή, του Novomesky, που διάβασα στο περίπτερο της Σλοβακίας: «Κύριε Τελωνειακέ, αυτή η μικρή βαλίτσα ανήκει σε μένα/ και σε όλες τις λαχτάρες του κόσμου σε κάθε συνοριακή γραμμή»…


Κυριακή, Οκτωβρίου 14, 2007

Το κορίτσι του «Σπούτνικ»

Η ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΑ, σύσσωμη, θυμήθηκε την περασμένη εβδομάδα τα 50 χρόνια από την εκτόξευση του «Σπούτνικ». Πριν από 50 χρόνια ο άνθρωπος κατάφερε επιτέλους να νικήσει τον νόμο της βαρύτητας. Άρχισε να ονειρεύεται ότι σύντομα θα αποικήσει το φεγγάρι και τον Άρη. Στη Μόσχα, ειδικά, την επέτειο τη θυμήθηκαν με ξεχωριστή νοσταλγία. (Ιδιαίτερα τώρα που ο Πούτιν έχει βαλθεί να ξανακάνει τη Ρωσία αυτοκρατορία). Εμείς, οι προερχόμενοι από το Ανατολικό Μπλοκ, το θυμόμαστε καλά το «Σπούτνικ». Στο μάθημα του μαρξισμού- λενινισμού κατείχε περίοπτη θέση. Εκείνη η μεταλλική σφαίρα ήταν το σύμβολο της νίκης τού «υπαρκτού σοσιαλισμού» ενάντια στη Δύση. «Γιατί ο κομμουνισμός», μας έλεγε ο καθηγητής, «δεν είναι ιδεολογία, είναι ακριβής επιστήμη. Τους αιμοβόρους καπιταλιστές, τον έκφυλο τρόπο ζωής τους, θα τους νικήσουμε με την ανάπτυξη της επιστήμης και την αφοσίωσή μας στα διδάγματα του Ηγέτη». Ως αλάθητη επιστήμη, λοιπόν, το σύστημά μας ήταν υπεράνω κάθε κριτικής. Την ώρα όμως που το «Σπούτνικ» αγκάλιαζε τα αστέρια, οι υπήκοοι του «υπαρκτού» φοβούνταν να μιλήσουν ελεύθερα ακόμη και στον γείτονά τους. Την ώρα που το «Σπούτνικ» ξεπερνούσε τα σύνορα της Γης, στους υπηκόους του «υπαρκτού» δεν επιτρεπόταν να περάσουν τα σύνορα της πατρίδας τους για να δουν τι υπάρχει δίπλα. Αυτή η κραυγαλέα αντίφαση έκανε το «επιστημονικό» οικοδόμημα του «υπαρκτού σοσιαλισμού» να γκρεμιστεί, ξαφνικά, σαν χάρτινος πύργος. Οι άνθρωποι δεν ενδιαφέρονταν και τόσο να αγγίζουν τα άστρα. Ήθελαν προπαντός να περάσουν άφοβα, χωρίς να τους εκτελέσουν, τα σύνορα της δικής τους πατρίδας...
Το Μνημείο των Κατακτητών του Διαστήματος στη Μόσχα, αφιερωμένο στον «Σπούτνικ» και τους ήρωες του Διαστήματος

Τη δεκαετία του ΄60, στη Δύση, είχαν τους Βeatles. Εμείς, οι κάτοικοι του «υπαρκτού», είχαμε ένα θηλυκό σκυλί, ονόματι Λάικα. Η εικόνα της βρισκόταν παντού. Στα γραμματόσημα, τις καρτ ποστάλ, τα σχολικά βιβλία. Τη ζωγράφιζαν, συνήθως, δίπλα στο «Σπούτνικ», να κοιτά με βλέμμα αγέρωχο και άγρυπνο. Το επιβεβλημένο βλέμμα του «σοσιαλιστικού ρεαλισμού». Το αληθινό της βλέμμα, όμως, είναι μελαγχολικό και ηττημένο. Σαν να γνωρίζει ήδη την ολέθρια κατάληξή της.

Η Λάικα ήταν ένα ανώνυμο αδέσποτο που περιπλανιόταν στους δρόμους της Μόσχας. Από εκεί τη μάζεψαν και την πήγαν στο Κέντρο Διαστημικών Ερευνών της ΕΣΣΔ για να την προετοιμάσουν για μια ειδική αποστολή στο Διάστημα. Έπρεπε να δουν οι επιστήμονες τι παθαίνει το σώμα όταν ο νόμος της βαρύτητας παύει να ισχύει. Έπειτα από γερή προπόνηση, στις 3 Νοεμβρίου του 1957, η Λάικα εκτοξεύτηκε στο Διάστημα με το διαστημόπλοιο «Σπούτνικ 2». Ένα ταξίδι χωρίς επιστροφή. Η καρδιά της δεν άντεξε. Πέθανε από το άγχος και τον φόβο μερικές ώρες μετά την εκτόξευση. Έπειτα κάηκε μαζί με το μεταλλικό σκάφος εκεί επάνω, περικυκλωμένη από το σκοτάδι και τους διάττοντες αστέρες...

«Όσο πιο πολύ περνάει ο χρόνος τόσο πιο πολύ με πλημμυρίζουν οι τύψεις. Δεν γίναμε σοφότεροι από αυτή την αποστολή, για να δικαιολογήσουμε τον θάνατο της Λάικας», Ολέγ Γκαζένκο (υπεύθυνος της αποστολής του «Σπούτνικ 2»)

Εκατοντάδες ζώα πλήρωσαν ακριβά τον «πόλεμο των άστρων» των Σοβιετικών και των Αμερικανών. Οι Σοβιετικοί είχαν αδυναμία κυρίως στα σκυλιά. Οι Αμερικανοί στους πιθήκους. Ανύποπτοι χιμπαντζήδες βρέθηκαν, στα καλά καθούμενα, από την Αφρική στην έρημο του Αλαμογκόρντο, στο Νέο Μεξικό, όπου βρισκόταν το Κέντρο του Διαστημικού Προγράμματος των ΗΠΑ. Αρκετοί από αυτούς άφησαν εκεί την τελευταία τους πνοή. Συνήθως, τους ανέβαζαν σε διαστημικούς πυραύλους και τους εκτόξευαν προς τον ουρανό, χωρίς καμία ελπίδα σωτηρίας. Από την έρημο του Αλαμογκόρντο πέρασε και ο διάσημος πίθηκος Ηam. Τον έφεραν από το Καμερούν όταν ήταν τριών χρόνων. Οι επιστήμονες διαπίστωσαν ότι ήταν πανέξυπνος και υπάκουος, δηλαδή ο ιδανικός τύπος για επικίνδυνες αποστολές. Ύστερα από γερή προπόνηση, ο Ηam εκτοξεύτηκε με διαστημικό πύραυλο τον Ιανουάριο του 1961. Οι επιστήμονες έπρεπε να διαπιστώσουν εάν θα πέθαινε ή όχι από το άγχος που προκαλεί το ταξίδι στο Διάστημα. Εκείνος επιβίωσε, αν και αντιμετώπισε χειρότερες συνθήκες από αυτές που αντιμετωπί- σει ο Σταλόνε στις χολιγουντιανές ταινίες του. Όταν προσγειώθηκε στη Γη ήταν τρομοκρατημένος. Δεν είχε όμως σημάδια αρρώστιας, αποδεικνύοντας έτσι ότι το ταξίδι στο Διάστημα δεν σκοτώνει.

Ο πίθηκος Ηam εν ώρα «μαθήματος»...
Ο Ηam έγινε μεγάλος σταρ στη συνέχεια. Έγινε πρωτοσέλιδο στο περιοδικό «Life Μagazine». Τον ζήλευαν ακόμη και τα αστέρια του Χόλιγουντ. Το 1963 απαλλάχθηκε από τα καθήκοντά του και κατέληξε σε ζωολογικό κήπο στην Ουάσιγκτον. Είχε γίνει όμως αντικοινωνικός. Δεν ήθελε να κάνει παρέα με κανέναν από τους υπόλοιπους χιμπαντζήδες. Για να τον μαλακώσουν του έφεραν θηλυκούς χιμπαντζήδες αλλά ούτε οι άγριες και εκλεκτές ορμές του έρωτα δεν τον συγκινούσαν πλέον. Πέθανε μοναχικός και θλιμμένος το 1983, σε ηλικία είκοσι επτά χρόνων. Τα οστά του φυλάσσονται σήμερα στο Μουσείο του Διαστήματος, στο Νέο Μεξικό...
Τα εκατοντάδες ζώα που πλήρωσαν με τη ζωή τους τον Ψυχρό Πόλεμο και τον «Πόλεμο των Άστρων», δεν είχαν ιδέα για τον ανταγωνισμό ανάμεσα στον κομμουνισμό και τον καπιταλισμό. Αλλά έτσι συμβαίνει συνήθως: τον πόλεμο τον πληρώνουν κυρίως εκείνοι που δεν έχουν καμία σχέση με αυτόν, είτε πρόκειται για ζώα είτε για ανθρώπους. Οι περισσότεροι από τους αγνώστους ήρωες του «Πολέμου των Άστρων» δεν είχαν καν τη τύχη της Λαϊκα. Εκείνη τουλάχιστον άφησε εποχή. Το όνομά της μπήκε στα σχολικά βιβλία. Έγινε ροκ τραγούδι. Έγινε αιτία να γραφτούν μυθιστορήματα. Έγινε μάρκα φωτογραφικής μηχανής. Ακόμα και άγαλμα έγινε. Στο Μνημείο των Κατακτητών του Διαστήματος στη Μόσχα το άγαλμά της φιγουράρει δίπλα σε εκείνο του Λένιν! Μεγαλύτερη τιμή δεν θα μπορούσε να φανταστεί ούτε η ίδια ούτε ολόκληρη η φυλή της. Ο αγαπημένος μου Ιάπωνας συγγραφέας, Χαρούκι Μουρακάμι, έγραψε ένα μυθιστόρημα που εμπνεύστηκε από τη περίπτωσή της. «Το κορίτσι του Σπούτνικ» το ονόμασε. Ο Μουρακάμι μετατρέπει το ταξίδι χωρίς επιστροφή της Λαϊκα σε μια αλληγορία για την αθεράπευτη ανθρώπινη μοναξιά και την ακαταμάχητη φθορά του ανθρωπίνου σώματος. Όσους ουρανούς και αν κατακτήσουμε εμείς οι άνθρωποι, μπροστά στον χρόνο είμαστε σαν τη Λαϊκα μέσα στη μεταλλική, ιπτάμενη, φυλακή της. «Εκείνη τη στιγμή κατάλαβα.» γράφει ο Μουρακάμι «Είχαμε κάνει ένα υπέροχο ταξίδι μαζί, αλλά στο τέλος δεν ήμασταν παρά μοναχικά μεταλλικά σκάφη που χαράζαμε ο καθένας τη δική του τροχιά. Από μακριά μοιάζουμε ωραίοι, σαν διάττοντα αστέρια. Στην πραγματικότητα δεν είμαστε παρά όμηροι, κλεισμένοι ο καθένας στο κελί του χρόνου και του χώρου, χωρίς καμία πιθανότητα φυγής. Όταν οι τροχιές των δορυφόρων μας διασταυρώνονται, τα πρόσωπά μας συναντιούνται. Και ίσως, ποιος ξέρει, και οι ψυχές μας αγγίζονται. Αλλά αυτό δεν διαρκεί παρά μια στιγμή. Την μετέπειτα στιγμή, βρισκόμαστε πάλι στη δική μας απόλυτη μοναξιά. Μέχρι την ώρα που θα καούμε και θα γίνουμε το έσχατο μηδέν»…

Τρίτη, Οκτωβρίου 09, 2007

Με τη ματιά του ταύρου


Εκεί που καθόμουν λοιπόν και παρακολουθούσα με ενδιαφέρον τις εξελίξεις στο ΠΑΣΟΚ, μου φθάνει ένα άσχετο e-mail που με καλούσε να υπογράψω για μια διεθνή εκστρατεία για την απαγόρευση των ταυρομαχιών στην Ισπανία! «Είναι ανελέητο και βάρβαρο» γράφει το μήνυμα «να προκαλείς τόσο πόνο και να σκοτώσεις ένα άλλο ον για χάρη της παράδοσης και της διασκέδασης». Θυμήθηκα τότε τον Λόρκα που λάτρευε τις ταυρομαχίες. Θυμήθηκα και τον Πικάσο που συχνά απεικόνιζε τον εαυτό του σαν ταύρο... Οι καιροί, όμως, αλλάζουν. Οι περισσότεροι Ισπανοί σήμερα είναι κατά των ταυρομαχιών. Γιατί και οι παραδόσεις, κάποτε, ξεπερνιούνται...
Μετά, όμως, κάθησα για λίγο και προσπάθησα να δω την ταυρομαχία με τα μάτια ενός ταύρου. Δύσκολο έργο. Αλλά θέλω να μοιραστώ μαζί σας μερικές ταυροειδείς σκέψεις που έκανα. Ανάμεσα σε αυτούς που επιθυμούν την απαγόρευση των ταυρομαχιών, υποθέτω πως υπάρχουν αρκετοί φανατικοί των χάμπουργκερ, των μπιφτεκιών και των φιλέτων σε σχάρα. Έχουν αναρωτηθεί ποτέ με ποιον τρόπο πεθαίνουν τα βοδινά που εκείνοι καταβροχθίζουν; Απ΄ όσο ξέρω πεθαίνουν μέσα σε φρικτούς πόνους και εντελώς άδοξα. Αν η σκέψη αυτή σάς φαίνεται απλοϊκή, ας προχωρήσουμε παραπέρα. Ο άνθρωπος εκτρέφει τα βοδινά με μοναδικό σκοπό να τα σφάξει. Ας συγκρίνουμε λοιπόν τα βοδινά που προορίζονται για εκτροφή και τα άλλα που προορίζονται για ταυρομαχίες.
Τα πρώτα μεγαλώνουν συνήθως μέσα στο σκοτάδι. Τα ευνουχίζουν από μωρά για να μεγαλώσουν γρήγορα. Για να τα σφάξουν μια ώρα αρχύτερα, τα ταΐζουν με τέτοιο τρόπο που μερικές φορές τα τρελαίνουν. Ύστερα τα μεταφέρουν σε χώρους με συνθήκες χειρότερες και από εκείνες των λαθρομεταναστών στο Κέντρο Κράτησης Λαθρομεταναστών στη Σάμο. Τέλος, περνούν από τα σφαγεία όπου πεθαίνουν άδοξα και πολύ άσχημα, χωρίς να έχουν καμία πιθανότητα να ξεφύγουν. Οι ταύροι που προορίζονται για ταυρομαχίες, από την άλλη, από την αρχή αποκτούν τον τιμητικό τίτλο toro bravo (δηλαδή «γενναίος ταύρος»). Δεν μεγαλώνουν μέσα στα σκοτάδια, αλλά στα απέραντα φωτεινά λιβάδια των ganaderias. Δεν τρώνε ό,τι να ΄ναι, σαν στρατιώτες στο μέτωπο, αλλά εκλεκτό και δροσερό χορτάρι. Τα βοδινά που γίνονται χάμπουργκερ δεν τα ξέρει ούτε η μάνα τους. Οι toro bravo αποτελούν το καμάρι του αφεντικού τους. Έχουν υπέροχα ονόματα όπως Ranfanote. Και το πιο σημαντικό: κάνουν έρωτα όποτε το γουστάρει η ψυχή τους. Η αρένα δεν είναι σαν το σφαγείο. Οι ταύροι των ταυρομαχιών δίνουν μια μάχη με τον σφαγέα τους πολύ πιο ισότιμη από εκείνη που δίνουν τα άλλα βοδινά στα σφαγεία. Έχουν κάποιες πιθανότητες να βγουν ζωντανοί από την αρένα. Επιπλέον, αν κριθούν ως valientes, έχουν δικαίωμα να κάνουν τον γύρο της τιμής και να εισπράττουν τον θαυμασμό και τα χειροκροτήματα των θεατών. Τέλος, εάν νικήσουν, μπορούν να κοιμηθούν με τις πιο... σέξι αγελάδες της περιοχής. Και αν πεθαίνεις ως toro bravo θα σου φτιάξουν φλογερούς στίχους οι πιο ξακουστοί ποιητές, θα γίνεις πίνακας, ταινία, θα σε τιμήσουν οι ίδιοι σου οι δολοφόνοι. Εσείς, λοιπόν, εάν ήσασταν ταύρος, τι θα προτιμούσατε; Βέβαια, το καλύτερο θα ήταν να πεθάνουν τα ζωντανά φυσιολογικά, από γερατειά. Αλλά σε έναν κόσμο όπου ο άνθρωπος κάνει ό,τι θέλει, κάτι τέτοιο είναι αδύνατο για τα βοδινά. Επομένως, εάν ξέρατε ότι η μοίρα σας είναι να καταλήξετε στην κατσαρόλα, τι θα επιλέγατε, το σφαγείο ή την αρένα;

ΥΓ: Θα ήθελα να προχωρήσω λίγο ακόμα τον συλλογισμό μου, αλλά φοβάμαι μην ταυτιστώ απόλυτα με τον toro bravo. Και κάτι τέτοιο μπορεί να γίνει μπελάς για κάποιον μετανάστη σαν και μένα που θέλει μια ζωή ήσυχη και ασφαλή...

Τρίτη, Οκτωβρίου 02, 2007

Τύραννοι, μπλογκ και σαμουράι

Καλημέρα φίλες και φίλοι. Σήμερα σκέφτηκα να πω δυο λόγια για τη Βιρμανία. Ξέρω ελάχιστα για αυτή τη χώρα. Ξέρω ότι οι στρατηγοί που κυβερνούν τη χώρα των 60 εκατομμυρίων εξαθλιωμένων κατοίκων, διά πυρός και σιδήρου, κρατάνε ημιφυλακισμένη μια γυναίκα με γοητευτικό χαμόγελο, ονόματι Σούου Κίι. Πέρσι είδα και ένα υπέροχο φωτογραφικό λεύκωμα ενός μετανάστη από τη Βιρμανία. Τσαν Τσάο τον λένε. Μετανάστευσε το 1978 από τη Βιρμανία στις ΗΠΑ, όπου κάνει σπουδαία καριέρα. Αυτός πήρε τη φωτογραφική του μηχανή και πήγε πριν από μερικά χρόνια στα σύνορα μεταξύ Βιρμανίας και Ταϊλάνδης για να φωτογραφίσει πρόσωπα συμπατριωτών του. Ανάμεσα στα πρόσωπα που φωτογράφισε βρίσκονταν και φοιτητές που κατάφεραν να επιβιώσουν από τις σφαγές του 1988, τότε που η στρατιωτική χούντα της Βιρμανίας έπνιξε στο αίμα την εξέγερση εναντίον της. Η σφαγή πέρασε εντελώς απαρατήρητη.

Ο δικτάτορας της χώρας, ο Ταν Σουέ, αποφάσισε τότε να αλλάξει το όνομα της χώρας. Η Βιρμανία έγινε Μιανμάρ. Πρόπερσι ο δικτάτορας αποφάσισε να αλλάξει και την πρωτεύουσα της χώρας. Από τη Ρανγκούν αποφάσισε να την πάει στη μέση της ζούγκλας, στη Ναϊπιτάου. Η «μετακόμιση» άρχισε στις 6 το πρωί του 2005, 06.37 η ώρα, έπειτα από τις συμβουλές του προσωπικού αστρολόγου τού Σουέ. Γιατί ο τύραννος Σουέ, λένε, περνάει μεγάλο μέρος της ημέρας του «μελετώντας» την κίνηση των ουράνιων σωμάτων. Αυτή τη μανία των τυράννων- εξ αριστερών και εκ δεξιών- με την αστρολογία αδυνατώ να την καταλάβω.Όσο πιο φρικτά εγκλήματα κάνουν, τόσο πιο πολύ προσπαθούν να «διαβάζουν» τον ουρανό. Οι ναζί, μάλιστα, είχαν δημιουργήσει και ειδικό τμήμα αστρολόγων...

Το άλλο προληπτικό μέτρο του Σουέ ήταν να ελέγχει απόλυτα τα σύνορα της Βιρμανίας. Τη μανία των τυράννων με τα σύνορα μπορώ να την καταλάβω. Ο τύραννος νιώθει σίγουρος μόνο με κλειστά σύνορα. Και οι υπήκοοι μιας τυραννίας είναι σαν τους νεκρούς στο νεκροταφείο: δεν μπορούν να αποδράσουν από τον τάφο τους. Όλα υπό έλεγχο τα είχε, λοιπόν, ο Σουέ. Αυτήν τη φορά όμως τον χτύπησαν πισώπλατα τα σατανικά εργαλεία της παγκοσμιοποίησης: τα κινητά και το Διαδίκτυο. Οι μοναχοί Βουδιστές βγάζουν φωτογραφίες και βίντεο με τα κινητά τους και τα δημοσιεύουν στο ΥouΤube. Ανώνυμοι μπλόγκερ από τη Ρανγκούν περιγράφουν την κατάσταση που επικρατεί. Αυτήν τη φορά η σφαγή δεν έμεινε κρυφή. Αλλά και στην εποχή του ΥouΤube η μπίζνα καθορίζει τις τύχες των ανθρώπων. Η Κίνα, η Ρωσία και η Ινδία, που αγοράζουν πετρέλαιο και πωλούν όπλα στη Βιρμανία, καλούν ευγενικά τον τύραννο σε μια «σωστή διαχείριση της κρίσης». «Σωστή διαχείριση», στη γλώσσα της τυραννίας, σημαίνει να καθαρίσει όλους τους αντιπάλους της. Η Αμερική δήλωσε ότι είναι με τους εξεγερμένους. Αυτός ο δικτάτορας δεν είναι δικός τους. Δεν φωνάζει όμως δυνατά για να μην ενοχλήσει το Πεκίνο. Ο Τσάβες δεν μίλησε ακόμα. Ούτε ο Φιντέλ. Ο Σουέ είναι «αντιιμπεριαλιστής», όπως και ο Κιμ της Βόρειας Κορέας. Άσε που τον Τσαν Τσάο τον είχε χρηματοδοτήσει το ίδρυμα Σόρος, που είχε χρηματοδοτήσει και το βιβλίο ιστορίας της κα. Ρεπούση. (Περισσότερες αποκαλύψεις για τις κρυφές πτυχές της υπόθεσης στις εκπομπές του Λακόπουλου και Γεωργιάδη όπως και στα μπλογκ των αναρχοκομμουνιστών της ελληνικής μπλογκόσφαιρας). Από την πλευρά της η Ευρωπαϊκή Ένωση απείλησε τον τύραννο ότι θα πάρει αυστηρά μέτρα εάν δεν σταματήσει η σφαγή. Ως πρώτο βήμα θα απαγορεύσει στην τροφαντή κόρη του να ψωνίζει διαμάντια στις Βρυξέλλες. Ήδη όμως οι Φλαμανδοί χρυσοχόοι κατηγόρησαν τους Γαλλόφωνους πως βρίσκονται πίσω από αυτό το εξοντωτικό μέτρο, επειδή με αυτό τον τρόπο σκοπεύουν να οδηγήσουν τις κόρες των τυράννων όλου του κόσμου να ψωνίσουν τα πανάκριβα διαμάντια τους, από εδώ και πέρα, στο Παρίσι. Και, μέσα σε όλα αυτά, βλέπω έναν ειδικό για τη μόδα που μιλάει σε κάποιο ξένο κανάλι. Λέει ότι μετά την εξέγερση των βουδιστών η Άπω Ανατολή αναμένεται να σκίσει. Το 2008 το κόκκινο χρώμα, ειδικά το πορτοκαλί, θα επικρατήσει. Θα φοράμε φούστες σε σχήμα παγόδας, πουκάμισα κορεατικά, παντελόνια α λα σαμουράι. Η ώρα ήταν προχωρημένη, ευτυχώς. Έβγαλα τα ρούχα μου και έπεσα για ύπνο...

Ιnfo: Διαβάστε το μπλογκ της Dawn, που γράφει από τη Ρανγκούν: http://www.xanga.com/dawn-1o9 ).

Σάββατο, Σεπτεμβρίου 22, 2007

Την ημέρα ανεργία, την νύχτα βία και ναρκωτικά

Με τον Αμπντελαζίς συναντηθήκαμε στην περιοχή Ντεφάνς, εκεί όπου δεσπόζουν οι ουρανοξύστες και το φουτουριστικό στοιχείο συναντά το ντεμοντέ. Από εδώ παίρνουμε το λεωφορείο για το προάστιο του Παρισιού. Καθώς ανεβαίνουμε στο λεωφορείο μού εξηγεί ότι εκεί που πάμε, στο Ηauts- de-Seine, δεν άνοιξε μύτη κατά τη διάρκεια των ταραχών στα προάστια, πριν από δύο χρόνια. «Είναι κέντρο διακίνησης ναρκωτικών και η “μπίζνα” απαιτεί ησυχία», προσθέτει ειρωνικά. Ο μεγάλος χαμός έγινε στο δίπλα προάστιο, στο Seine-Saint-Denis. Ο Αμπντελαζίς γνωρίζει το προάστιο σαν την τσέπη του. Εκεί γεννήθηκε και μεγάλωσε. Στις παραγκουπόλεις όπου στεγάστηκαν οι Αλγερινοί μετανάστες τη δεκαετία του ΄60. Οι γονείς του ήρθαν από την Αλγερία το 1967, πέντε χρόνια μετά την εκδίωξη των Γάλλων από την Αλγερία και την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας. Ο πατέρας του υποστήριζε το FLΝ (Εθνικό Μέτωπο Απελευθέρωσης της Αλγερίας). «Ο πατέρας μου, μου έχει διηγηθεί πως οι Γάλλοι στρατιώτες τον συνέλαβαν, του έκαναν ηλεκτροσόκ και τον κατουρούσαν στ΄ αυτιά. Αυτά δεν ξεχνιούνται», λέει. Από τότε πέρασαν πολλά χρόνια. Σήμερα, ο Αμπντελαζίς έχει μια καλή δουλειά: επιβλέπει τη βοήθεια του Δήμου για τους ανέργους του προαστίου (που μειώνεται όλο και πιο πολύ, «χάρη» στον Σαρκοζί). Είναι Γάλλος πολίτης. Όταν μιλά όμως για τη Γαλλία νιώθει άβολα. «Εγώ αγαπώ τη Γαλλία. Η Γαλλία όμως δεν με αγάπησε ποτέ», λέει. «Πρέπει να είσαι Αλγερινός, μελαψός και μουσουλμάνος για να καταλάβεις τι εννοώ»...

●●●

Στους δρόμους βλέπω νεαρές κοπέλες ντυμένες με τον ισλαμικό μανδύα, από την κορυφή μέχρι τα νύχια. Εικόνες που σου φέρουν στον νου το Ραμπάτ ή την Τεχεράνη. Ρωτάω τον Αμπντελαζίς εάν η μητέρα του φορούσε ισλαμική μαντίλα. «Οι γονείς μου αδιαφορούσαν για τη θρησκεία», απαντά. «Εκείνοι διψούσαν να γίνουν αποδεκτοί από τη γαλλική κοινωνία. Δεν έγιναν ποτέ. Εμείς νιώσαμε τον ρατσισμό εις διπλούν γιατί γεννηθήκαμε εδώ. Όταν νιώθεις αποκλεισμένος, η θρησκεία γίνεται καταφύγιο»...

●●●

Ο Αμπντελαζίς προτείνει να επισκεφθούμε το σπίτι μιας εξαδέλφης του. Στην πόρτα μάς καλωσορίζει ο μικρός Τζελάλ, που αμέσως μετά κατευθύνεται προς τον υπολογιστή. Τα κουνέλια είναι η μεγάλη του αγάπη και προσπαθεί να αγοράσει ένα μέσω του Ίντερνετ. Πάνω στον υπολογιστή παρατηρώ το Κοράνι, ενώ στον τοίχο απέναντι υπάρχει ένας πίνακας με τα ωράρια της καθημερινής προσευχής

Η εξαδέλφη του Αμπντελαζίς χτυπά τον τοίχο, ειδοποιώντας πως τα φλιτζάνια με το ζεστό τσάι για τους επισκέπτες είναι έτοιμα. Η ίδια, ως πιστή μουσουλμάνα, δεν εμφανίζεται μπροστά σε άγνωστους άνδρες. Είναι άνεργη και μεγαλώνει τέσσερα παιδιά με το επίδομα ανεργίας: 600 ευρώ τον μήνα. Ο άνδρας της την εγκατέλειψε πριν από δύο χρόνια. Η άλλη μάστιγα των προαστίων: οι διαλυμένες οικογένειες...

●●●

Περπατάμε στους δρόμους της γειτονιάς Κολόμπ, δίπλα σε μαγαζιά με αραβικές επιγραφές. Πριν από δεκαπέντε χρόνια τα μαγαζιά ανήκαν σε «καθαρόαιμους Γάλλους». Τώρα ανήκουν σε Άραβες. Οι «καθαρόαιμοι Γάλλοι» εδώ αποτελούν πλέον μια ελάχιστη μειοψηφία. Στα υποβαθμισμένα σχολεία της περιοχής, οι μαθητές που φέρουν κλασικά γαλλικά ονόματα μετρούνται στα δάχτυλα των χεριών. Οι μαθητές είναι Γάλλοι πολίτες αλλά αποκλειστικά αραβικής και αφρικανικής καταγωγής. Επιπλέον, χρειάζεται να έχεις θάρρος για να διδάσκεις εδώ πέρα. Η βία απειλεί τους δασκάλους επί μονίμου βάσεως. Το προάστιο, όλο και πιο πολύ, αποκτά τα γνωρίσματα ενός γκέτο...


Είχα διαβάσει ότι στους δρόμους του προαστίου βλέπεις πολλούς νεαρούς άνεργους να γυρνούν άσκοπα. Βλέπω ελάχιστους. Ο Αμπντελαζίς χαμογελά. «Οι νεαροί, σχεδόν όλοι άνεργοι, κοιμούνται την ημέρα», λέει. «Το προάστιο ζει τη νύχτα. Τότε είναι επικίνδυνο να γυρνάς στη γειτονιά. Ακόμα και οι αστυνομικοί το σκέφτονται δυο φορές». Από τότε που ο Αμντελαζίς θυμάται τον εαυτό του, το προάστιο έχει αλλάξει αρκετά. Στη θέση της παραγκούπολης χτίστηκαν εργατικές πολυκατοικίες, όπου σήμερα βλέπεις παράθυρα ερμητικά κλειστά και δορυφορικές κεραίες. «Βλέπουν μόνο αραβικά κανάλια», λέει ο Αμπντελαζίς. Ενώ τραβάω φωτογραφίες, ακούω μια δυνατή μουσική πίσω από την πλάτη μου. Δυο νεαροί, από τη Ρενό όπου επιβαίνουν, ρίχνουν εχθρικές ματιές. Ο Αμπντελαζίς δείχνει ανήσυχος. Μου κάνει νόημα να βάζω στην τσάντα μου τη φωτογραφική μηχανή. Αυτό κάνω. Οι νεαροί απομακρύνονται. Ο Αμπντελαζίς χαλαρώνει. «Οι ναρκέμποροι έχουν αλλεργία με τις φωτογραφικές μηχανές», ψιθυρίζει...

Στον πέμπτο όροφο μιας πολυκατοικίας μάς περιμένει ο Αμάρ, που κηρύσσει κάθε Παρασκευή σε κάποιο τζαμί στη γειτονιά Ναντέρ. Μας καλωσορίζει, κεφάτος και σκερτσόζος, ενώ η γυναίκα του μάς προσφέρει γλυκά. Η γυναίκα του, η Μπενεντίκτ, είναι Γαλλίδα που ασπάστηκε το Ισλάμ. Φορά ισλαμικό μανδύα και λέει πως εξαιτίας του έχασε την οικογένειά της και τις φιλίες της. Έχασε και τη δουλειά της, γιατί είναι αδύνατο να βρεις δουλειά στη Γαλλία ντυμένη ισλαμικά. «Αν και η καθωσπρέπει μουσουλμάνα δεν εργάζεται», προσθέτει... Οι γονείς του Αμάρ είναι από την Αλγερία. Ο ίδιος γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Γαλλία. Ξεκίνησε την ιδεολογική του διαδρομή από την άκρα Αριστερά, πριν στραφεί προς το Ισλάμ. Μιλά για τη φτώχεια στο προάστιο, την ανεργία που κάνει θραύση, τα ναρκωτικά, τον ρατσισμό των αστυνομικών. Όσο για το Ισλάμ, εκείνος υποστηρίζει τις ιδέες του Ταρίκ Ραμαντάν και μιλά για την ανάγκη να αποδεχθούν οι μουσουλμάνοι τις αξίες της Δύσης και η Δύση να αποδεχθεί το Ισλάμ. «Και πώς μπορεί να γίνει αυτό;» τον ρωτάω. «Με διάλογο και αμοιβαίους συμβιβασμούς», απαντά. Ο Αμάρ είναι μετριοπαθής μουσουλμάνος. Στο προάστιο υπάρχουν και εκείνοι που ευδοκιμούν χάρη στα χρήματα από τη Σαουδική Αραβία. Είναι οι Ουαχαμπίτες, που κηρύσσουν ότι οι μουσουλμάνοι βρίσκονται στην Ευρώπη για να την κατακτήσουν. Μέσα στην ανεργία, τον ρατσισμό, τα ναρκωτικά, τα κηρύγματά τους δεν πάνε χαμένα...

●●●

Μπροστά στην πολυκατοικία του Αμάρ υπάρχει ένα ποδοσφαιρικό γήπεδο, όπου τα παιδιά που παίζουν ονειρεύονται να γίνουν οι Ζιντάν του μέλλοντος. Σε κάποιον πάγκο, δίπλα στο γήπεδο, κάθονται ανέμελες δυο μαθήτριες λυκείου, η Νιάντ και η Λεϊλά.

Τις πλησιάζω και πιάνω κουβέντα. Παραπονιούνται ότι τα ΜΜΕ δείχνουν μόνο τις σκοτεινές πλευρές των προαστίων. «Άνθρωποι ζουν και εδώ, που αγωνιούν και ονειρεύονται», λέει η Νιάντ. Τις ρωτώ για τις ταραχές. «Οι αστυνομικοί είναι ρατσιστές και προκαλούν τους νέους», λέει η Λεϊλά. «Οι νέοι ψάχνουν για δουλειά και δεν τους προσλαμβάνει κανείς», προσθέτει η Νιάντ. Και οι δύο τονίζουν ότι είναι Γαλλίδες. Στα χαρτιά ή και στην καρδιά; Λεϊλά:«Είμαι Γαλλίδα, αλλά υπάρχουν στιγμές που νιώθω περισσότερο Αλγερινή». Νιάντ: «Εγώ νιώθω μόνο Γαλλίδα. Η Αλγερία είναι μια ξένη χώρα για μένα...».

●●●

Έχει βραδιάσει και ο Αμπντελαζίς μού προτείνει να πάμε για βραδινό σε ένα μουσουλμανικό φαστφουντάδικο, καθώς έχει καλό και φθηνό φαγητό. Μουσάτοι νεαροί άνδρες, ευγενικοί και ευκίνητοι, πηγαινοέρχονται με τις παραγγελίες, ενώ το μαγαζί είναι γεμάτο από πιτσιρίκια που δεν έχουν καμία σχέση με το Ισλάμ. Ρωτάω τον Αμπντελαζίς τι ψήφισε στις εκλογές. «Σεγκολέν» απαντάει. Μετά προσθέτει: «Η οργάνωση των “αδελφών μουσουλμάνων”, που έχει και αυτό το φαστφουντάδικο, ζήτησε από τους μουσουλμάνους να ψηφίσουν τον Σαρκοζί. Η θέση της γυναίκας, έλεγαν, είναι στο σπίτι, όχι στην εξουσία...». Έχει νυχτώσει. Είναι καιρός να φύγω, αν και τώρα αρχίζει η πραγματική ζωή στο προάστιο. Η ζωή με την ανεργία, τους ισλαμιστές, τα ναρκωτικά, τα όνειρα της Νιάντ και της Λεϊλά. Η ζωή με την αστυνομία, τον ρατσισμό, τη βία που «λαγοκοιμάται» στη γωνία...