Τρίτη, Ιουνίου 26, 2007

Από την Ομόνοια στην Ιstiklal

Κωνσταντινούπολη, σε ένα τα δρομάκια της οδού Ιstiklal, στο κέντρο της Πόλης. Μια γυναίκα με την ισλαμική μαντίλα τραγουδά με κιθάρα. Είναι η εικόνα ενός άλλου Ισλάμ, που δεν έχει καμιά σχέση με αυτούς που κραδαίνουν τα πανό: «Θάνατος στους άπιστους»...

Παρασκευή μεσημέρι. Ομόνοια, μπροστά στα Goody΄s. Περιμένω τον Αλί και την Κατερίνα. Ο Αλί είναι από την Τουρκία, η Κατερίνα από τη Σερβία. Και οι δύο, μεταπτυχιακοί φοιτητές στην Αθήνα. «Αθήνα, πρωτεύουσα των Βαλκανίων», όπως ο τίτλος του βιβλίου του Πέτρου Μάρκαρη... Κάνει ζέστη, πολλή ζέστη, από εκείνη που τα δελτία την αποκαλούν «αφρικανική». Ευτυχώς που την Αφρική την θυμόμαστε χάρη στον καύσωνα. Μπροστά μου προσπερνούν άνθρωποι διαφορετικών τάξεων, ηλικιών και χρωμάτων. Τους ενώνει όλους η βιασύνη. Στην Ομόνοια οι άνθρωποι είναι πάντα βιαστικοί. Σαν να κατάλαβαν ότι περνούν από εκεί κατά λάθος, προσπαθώντας να διασχίσουν την πλατεία όσο γίνεται πιο γρήγορα, να χωθούν στο Μετρό ή στα μαγαζιά τριγύρω. Την «αρμονία» της βιασύνης απορρυθμίζουν, κάθε τόσο, όσοι σταματούν στα περίπτερα για να αγοράσουν κάτι. Παρατηρώ μια γυναίκα, γύρω στα τριάντα πέντε, υποθέτω, που προσπαθεί να ισορροπήσει πάνω στα πανύψηλα τακούνια της. Φορά στενό φτηνό τζιν και ένα αμανίκωτο στενό μπλουζάκι. Έχει κουρασμένο πρόσωπο και χλωμό. Έχει βάψει τα χείλη της με μπόλικο κραγιόν, τόσο που για μια στιγμή μου μοιάζει με κλόουν. Σταματά, βλέπει τριγύρω, σαν να ψάχνει κάτι, κάποιον. Έχει ένα ύφος αστείο και πονεμένο μαζί. Την πλησιάζει ένας νεαρός με βρώμικα λευκά παντελόνια. Τα μάτια του είναι μισάνοιχτα, τα μπράτσα του «ξεραμένα», σαν εκείνα των πεινασμένων παιδιών της Αφρικής. Στο αριστερό χέρι κρατά ένα μπουκαλάκι νερό. Έτσι όπως περπατά μοιάζει με υπνοβάτη. Το αγόρι και η κοπέλα ψιθυρίζουν κάτι μεταξύ τους, με ύφος σχεδόν συνωμοτικό. Μετά χάνονται κάτω, στις σκάλες του Μετρό. Δυο άλλοι «υπνοβάτες» της Πλατείας Ομονοίας στέκονται λίγο πιο πέρα. Περπατούν σιγά, σαν να φοβούνται μην πληγώσουν τον δρόμο. Κάθε τόσο σταματούν κάποιον από τους περαστικούς. Βλέπω ένα χέρι στον αέρα, σε στάση επαιτείας. Οι περαστικοί ρίχνουν μια βιαστική ματιά και απομακρύνονται αυτοστιγμεί. Οι «υπνοβάτες» είναι οι μοναδικοί σε αυτή την πλατεία που δεν βιάζονται. Σκέφτομαι τότε εκείνο το νεαρό ζευγάρι που είχα γνωρίσει πριν από χρόνια, όταν δούλευα σε περίπτερο. Σέρνονταν και οι δυο, πιασμένοι από το χέρι κάθε φορά, μέχρι το περίπτερο για να αγοράσουν τσιγάρα. Τους έβλεπα πάντα μαζί. Μέχρι που ένα πρωί το αγόρι ήρθε να αγοράσει τσιγάρα μόνος του. Δεν ρώτησα τι είχε συμβεί. Το υπέθεσα. Ύστερα από κάποιες εβδομάδες εξαφανίστηκε και το αγόρι. Οι γείτονες είπαν τότε πως τον βρήκαν νεκρό, τα χαράματα, μπροστά στην είσοδο του ΟΤΕ, δίπλα στο περίπτερο. Μια overdose και η βελόνα δίπλα του. Κοιτάω ξανά τους δυο «υπνοβάτες» απέναντί μου. Τώρα είναι ακίνητοι. Με τα μάτια μισάνοιχτα, με το βλέμμα χαμένο, άδειο, χωρίς κανένα νόημα, χωρίς καμιά προσδοκία.
Εκείνη τη στιγμή, περνά μπροστά μου ένας αστυνομικός. Γύρω στα πενήντα. Φαίνεται και αυτός βιαστικός. Βάζει το χέρι του στη δεξιά πλευρά, πιάνει το κλομπ του. Μπαίνει με φούρια στα Goody΄s. Ακούω φωνές, εντολές, βρισιές. Οι πελάτες παρακολουθούν με απαθές βλέμμα. Ύστερα από λίγο, ένας νεαρός «υπνοβάτης» με κόκκινη μπλούζα και μαύρη τσάντα στην πλάτη πετάγεται έξω, «κυνηγημένος» από το κλομπ του αστυνομικού.
Αστυνομικός
: «Δεν σου έχω πει να μην πατήσεις εδώ;» (τον χτυπά στην πλάτη με το κλομπ).
Νεαρός « υπνοβάτης »: «Θέλω να φάω κάτι, κακό είναι;».
Αστυνομικός: «Εξαφανίσου, κάθαρμα» (τον χτυπά ξανά στα πόδια).
Νεαρός « υπνοβάτης »: «Χτύπα όσο θες, χτύπα κι άλλο...».
Αστυνομικός: «Εξαφανίσου...».
Ο αστυνομικός τον χτυπά ξανά. Βάζει και βγάζει το κλομπ του από τη θήκη πάνω από πέντε φορές. Μετά τον σπρώχνει. Ο νεαρός πάει προς την είσοδο του Μετρό. Όλη την ώρα κάτι μουρμουρίζει. Ο αστυνομικός εκνευρίζεται ξανά. Τον απειλεί με το κλομπ του. Οι ιδιοκτήτες των δίπλα μαγαζιών που πουλάνε ρολόγια παρακολουθούν τη σκηνή. Κάθε τόσο χαμογελούν. Φαίνεται να το διασκεδάζουν. Έχουν ένα ύφος λες και βλέπουν τσίρκο. Ο αστυνομικός κατευθύνεται τότε προς τους άλλους δυο «υπνοβάτες». Εκείνοι σηκώνουν με νωχέλεια τα χέρια τους στον αέρα. Σαν να του λένε «είμαστε ήδη εξουδετερωμένοι». Ο αστυνομικός απομακρύνεται. Βγάζει ένα κλειδί, ανοίγει την πόρτα δίπλα στα Goody΄s, μπαίνει μέσα. Είναι κάτι σαν αποθήκη, με πολύ ψηλό ταβάνι, γεμάτη εφημερίδες και κιβώτια. Στη μέση ένα μεταλλικό τραπέζι και μια καρέκλα. Βγάζει το καπέλο του, το ακουμπά στο τραπέζι, κάθεται στην καρέκλα, ξετυλίγει το πακέτο με το φαγητό και αρχίζει να τρώει. Η πόρτα μένει μισάνοιχτη- κοιτάζω μέσα. Ο αστυνομικός έχει κουρασμένο ύφος. Τα βλέμματά μας διασταυρώνονται. Με κοιτάζει κι εκείνος, κάπως έκπληκτος. Απομακρύνω το βλέμμα μου. Ψάχνω ξανά τους δυο «υπνοβάτες». Ο ένας έχει σωριαστεί κάτω. Ο άλλος ρίχνει νερό στο πρόσωπό του. Εγώ περιμένω ακόμα τους φίλους μου. Οι περαστικοί περπατούν βιαστικά, σαν να πέρασαν από εκεί κατά λάθος...
Σάββατο πρωί. Πετάω για την Κωνσταντινούπολη. Στο αεροπλάνο ξεφυλλίζω διάφορες εφημερίδες. Πέφτω πάνω σε ένα άρθρο που μιλάει για τους πλαστούς ήρωες που οι ΗΠΑ κατασκευάζουν στον πόλεμο του Ιράκ. Η Τζέσικα Λιντς, Αμερικανίδα στρατιώτης στο Ιράκ, αφηγείται ξανά την ιστορία της. Έγραψαν γι΄ αυτήν ότι πολέμησε μέχρι την τελευταία σφαίρα ενάντια στους «εχθρούς της Αμερικής». «Όλα αυτά είναι χοντρά ψέματα», διέψευσε η ίδια. Διαβάζοντας την ιστορία της Τζέσικα, θυμήθηκα τον στρατιώτη Κροπ, τον ήρωα του Ρεμάρκ στο «Ουδέν νεώτερον από το δυτικό μέτωπο». Είναι στο πολεμικό μέτωπο- το γαλλογερμανικό- ο στρατιώτης Κροπ, όταν ονειρεύεται τον πόλεμο ως μια γιορτή λαϊκή, με μουσικές και με εισιτήριο εισόδου όπως στις ταυρομαχίες. Ονειρεύεται να ανέβουν στην αρένα οι υπουργοί και οι στρατηγοί των δυο εχθρικών χωρών, με κοντά παντελονάκια μπάνιου και οπλισμένοι με ρόπαλα, και να ριχτούν ο ένας πάνω στον άλλον. «Η χώρα εκείνου που θα έμενε τελευταίος όρθιος θα εθεωρείτο νικήτρια. Θα ήταν ένα σύστημα πιο απλό και καλύτερο από κείνο, όπου δεν υπάρχουν οι πραγματικοί ενδιαφερόμενοι, να μάχονται μεταξύ τους»...
Κυριακή βράδυ στην Κωνσταντινούπολη. Περιμένω να περάσει η ώρα για να πάω στο ραντεβού μου. Στο φουαγιέ του ξενοδοχείου όπου μένω, του «Germir Ρalace» (ένα πολύ συμπαθητικό ξενοδοχείο πάνω στην πλατεία Τaxim), η τηλεόραση μεταδίδει ειδήσεις. Κάποια στιγμή στην οθόνη εμφανίζεται ο Σάλμαν Ρούσντι και το εξώφυλλο του βιβλίου του «Σατανικοί Στίχοι». Είναι πλάνα αρχείου. Έπεται ένα οργισμένο πλήθος. Κάπου στο Πακιστάν ή στη Μαλαισία. Αυτά δεν είναι πλάνα αρχείου. Είναι ολοκαίνουργια. Οργισμένες διαμαρτυρίες επειδή η βασίλισσα της Αγγλίας βράβευσε τον Ρούσντι. «Θάνατος στον Ρούσντι», «Θάνατος στους άπιστους» γράφουν τα πανό. Αφήνω το φουαγιέ και βγαίνω έξω. Το ραντεβού είναι στην οδό Ιstiklal, δίπλα στην πλατεία Τaxim. Ένας εντυπωσιακός δρόμος, δύο φορές πιο φαρδύς από την Ερμού. «Εδώ παρελαύνει όλη η Ιστανμπούλ», μου λέει ένας Τούρκος φοιτητής, ο Σελτσούκ. Φτωχοί και πλούσιοι, Ανατολιστές και Δυτικοί, κεμαλιστές και ισλαμιστές, τουρίστες και επαίτες. Απόψε η Ιstiklal είναι ένα «ηφαίστειο» πολυκοσμίας. Το κόκκινο τραμ, που τη διαπερνά, προχωρά με χίλια βάσανα. Από κάποιο δισκοπωλείο ακούγεται το «L΄ homme d΄ Ιstanbul» του Σαρλ Αζναβούρ. Το σάουντρακ της γνωστής ταινίας του ΄60 «Μan in Ιstanbul». Μια ταινία α λα Τζέιμς Μποντ, με πολλούς πράκτορες, άφθονες σφαίρες και πάμπολλα όπλα. Στην Ιstiklal εκείνη τη στιγμή περνούν τρεις Τούρκοι αστυνομικοί. Ο ένας κρατά στο δεξί του χέρι έναν πολυβόλο. Με τέτοια άνεση και ξεγνοιασιά, λες και πρόκειται για νεροπίστολο. Ξαφνικά σταματούν. Αρχίζουν και ψάχνουν μια μηχανή που στέκεται σταθμευμένη ολομόναχη. «Έλεγχοι ρουτίνας. Ο φόβος για βομβιστικές επιθέσεις», μου εξηγεί ο Σελτσούκ. Στην ταινία «Μan in Ιstanbul» βλέπεις, επίσης, πολλά μπικίνι. Στην Ιstiklal απόψε βλέπεις πολλές ισλαμικές μαντίλες. Οι οποίες περνούν, δίπλα ή παρέα με μοντέρνες και προκλητικές εμφανίσεις. Επειδή είναι το κύριο θέμα συζήτησης στην Τουρκία, τις παρατηρώ με μια περιέργεια σχεδόν νοσηρή. Στρίβω δεξιά σ΄ ένα από τα δρομάκια. Μια γυναίκα, με την ισλαμική μαντίλα, κάθεται στο πεζοδρόμιο και τραγουδά μελαγχολικά τραγούδια παίζοντας κιθάρα. Έχει στρώσει μπροστά της τη θήκη της κιθάρας για να μαζέψει την «αμοιβή» από τους περαστικούς. Είναι η εικόνα ενός άλλου Ισλάμ. Ενός Ισλάμ που δεν έχει καμιά σχέση με αυτούς που κραδαίνουν τα πανό: «Θάνατος στους άπιστους»...

TA NEA: ΣΑΒΒΑΤΟ, 23 ΙΟΥΝΙΟΥ 2007

4 σχόλια:

Νέαρχος Γαλανάκης είπε...

Πραγματικά όμορφες αντιθέσεις, αλλά ακόμη πιο όμορφη η περιγραφή τους

zouri1 είπε...

πολυ καλο.

Μενελαος είπε...

Γεια σου Γκαζμέντ. Πρώτη φορά γράφω στο ημερολόγιό σου. Είναι πολύ ωραίο και φαίνεται να σε απορροφάει. Έχεις ντίκιο κόουτς!

sorry_girl είπε...

Η διαδρομή χαράχτηκε από την πλατεία Μαβίλη για αρχή. Στους δρόμους απέναντι από την πρεσβεία, υπάρχουν κάτι ψηλά κουρασμένα από το συνεχόμενο πράσινο δέντρα. Από αυτά που φυτρώνουν στην Αθήνα και κάτι περιστασιακές στολές τα κατουράνε. Στις ώρες της περιπολίας, μέχρι να αλλάξει βάρδια. Μέχρι να ελαχιστοποιηθεί η πιθανότητα καμιάς ρουκέτας να σπάσει κανα παράθυρο και καμιά μονοτονία ταυτόχρονα. Καπνίζουν πολύ οι στολές και σβήνουν αυτά τα τσιγάρα στους κορμούς των δέντρων. Και σου ‘ρχεται η εικόνα μιας ξηρασίας. Τόσο έντονη, που θες να βοηθήσεις. Αλλά τι να κάνεις; Να φτύσεις;
Ομόνοια. Με το τραίνο. Χρόνια έχω να κατέβω με το τραίνο στο σταθμό ετούτο. Με το που ανοίγουν οι πόρτες, μια γριά με σακούλες πλαστικές στους καρπούς και ζαρωμένο καλσόν στους αστραγάλους, με σπρώχνει για να μπει. Το μόνο που σκέφτομαι είναι πώς δεν ζεσταίνεται με αυτό το καλσόν και τους τριάντα βαθμούς. Αλλά μετά θυμάμαι τον θείο τον Γιάννη που αναστέναζε πως αραιώνει το αίμα κορίτσι μου, τι θαρρείς. Και κάνω στην άκρη για να περάσει.
Η μυρωδιά του σταθμού. Ίδια, ολόιδια. Περάσαν χρόνια, επιχειρήσεις καθαριότητας, κυβερνήσεις, δημάρχοι και εργάτες βυσματούχοι, αλλά η μυρωδιά ίδια. Πάει σετ με το πλακάκι. Ανασαίνω βαθιά. Κλείνω τα μάτια. Με προσπερνάνε αγκώνες. Στέκω ακίνητη στην αποβάθρα-mind the gap- κι ανασαίνω. Τραίνα, ταγγισμένο τσιγάρο και κρεμμύδι. Αν είχε χρώμα όλο αυτό θα ήταν γκρι-μαύρο του καπνού μιας εξάτμισης.
Κινούμαι. Στον πάγκο βλέπω το περιοδικό. Το αγοράζω με τα τελευταία ψιλά, δεν σκέφτομαι αν μένει τίποτα να βγάλω εισιτήριο επιστροφής. Το αγοράζω από έναν που μυρίζει ξινό ιδρώτα ημερών. Αν μη τι άλλο για το εξώφυλλο. Με τρελαίνει αυτό το μαύρο κόκκινο. Είναι τέχνη. Η δική μου τέχνη που είναι, αναρωτιέμαι μισοσαλεύοντας κεφάλι. Είναι, μου απαντάω. Στο κεφάλι μου. Μπορεί και στα μαλλιά μου.
Έξω από το σταθμό υπάρχει ήλιος. Άρρωστο φως. Περπατάω αργά. Δεν θέλω να με σπρώξουν ξανά. Ξεφυλλίζω το περιοδικό. Στέκομαι στο χιούμορ του. Και τον κυνισμό του. Ακόμα και στην ελαφριά σαν κουνουπιέρα φιλία στο θάνατο- τέλος του. Αναρωτιέμαι αν είμαι στα καλά μου. Πως γίνεται να διακρίνεις απολήξεις θανάτου και να σου φαίνεται ενδιαφέρον; Όπως γίνεται να ακούς τους Joy Division και να χορεύεις. Ακριβώς το ίδιο είναι. Γελάω σιγανά. Ένας μικροπωλητής με το σεντόνι απλωμένο μπροστά του- ένα σεντόνι σαν αυτό που τυλίγαν τα έπιπλα στα εξοχικά για το χειμώνα, με κοιτάει παράξενα. Είναι λίγο τρομακτικό που χαμογελάω μόνη μου, τον καταλαβαίνω. Μα δεν μπορώ να το σταματήσω και σε λίγο θα αρχίσω να γελάω κιόλας. Παριστάνω πως παρακολουθώ την ροή μιας ιστορίας κόμικς. Αχ νάτο. Γελάω κιόλας. Δυνατά.
Τρέχω, τρέχω. Σαν τότε που η Ομόνοια ήταν η στάση- αρχή για την εξάωρη κοπάνα στα Εξάρχεια. Που τα τσιγάρα σκίζανε σιγά- σιγά με τις αιχμηρές τους άκρες την κωλότσεπη σε τέσσερα σημεία.
Μου καρφώνεται στο δρόμο ένας σκύλος. Στο μυαλό ο σκύλος- άρχοντας- αριστοκράτης- πρωταγωνιστής σε κάποιες σελίδες του περιοδικού. Ο καλλιτέχνης που σύμφωνα με την πρώην γυναίκα του είναι ο μεγαλύτερος κλασικός συνθέτης της Μπανανίας. Ο σκύλος μου είναι gay, είχε γράψει. Αχ δεν μπορώ να σταματήσω να γελάω με τίποτα. Ούτε να τρέχω.
Άσπρο- κόκκινο στο χέρι, στα πόδια ψηλά δεμένα τα λουριά των παπουτσιών. Ο δρόμος μου είναι ο τρεχάτος, με περνάει μπροστά από 3 έργα σεξ κάθε 2 ώρες, το Εθνικό σε μπότοξ, μια γόπα που καπνίζει ακόμα σαν τους ήρωες του Νικολαίδη, κάτι γραβάτες σε ιδρωμένους κόκκινους λαιμούς και κάτι τσάντες με κεντημένες γάτες.
Νιάου και σας έγδαρα ρε.