Τρίτη, Μαρτίου 27, 2007

Μιτρόβιτσα, αγάπη μου...

Μιτρόβιτσα. Μια πόλη στο Βόρειο Κόσοβο, στα σύνορα με τη Σερβία, που σου θυμίζει το Βερολίνο του Ψυχρού Πολέμου. Μόνο που στη θέση του Τείχους υπάρχουν συρματοπλέγματα, μια γέφυρα και ο ποταμός Ίμπαρ που τρέχει από κάτω


ΓΙ' ΑΥΤΟ τον μελαγχολικό ποταμό υπάρχει ένα διάσημο τραγούδι.«Σταματήστε νερά του Ίμπαρ, μην τρέχετε με τόση βιασύνη / ακούστε λίγο τις αγωνίες μου». Ειρωνεία της Ιστορίας. Η ονομασία της γέφυρας είναι «γέφυρα της φιλίας». Γιατί κάποτε η Μιτρόβιτσα ήταν μια πόλη που, χάρη στα ορυχεία της Τρέπτσα, οι άνθρωποι ζούσαν καλά και συνυπήρχαν αρμονικά. Η πόλη με τα ωραία σινεμά και τα όμορφα κορίτσια. Η μοναδική πόλη στο Κόσοβο όπου οι Σέρβοι μιλούσαν και αλβανικά. Σήμερα η «γέφυρα της φιλίας» έχει γίνει γέφυρα του μίσους, χωρίζοντας την πόλη στα δύο. Στη Βόρεια Μιτρόβιτσα όπου κατοικούν 35.000 Σέρβοι, λίγοι Αλβανοί και Βόσνιοι, κλεισμένοι στο γκέτο τους. Και στη Νότια Μιτρόβιτσα όπου κατοικούν 65.000 Αλβανοί και ελάχιστοι φοβισμένοι Τσιγγάνοι. Η Μιτρόβιτσα δεν έχει θάλασσα, παρ' όλ' αυτά βυθίζεται. Περιμένοντας την απόφαση για το τελικό καθεστώς του Κοσόβου, περικυκλωμένη από τη φτώχεια και το αμοιβαίο μίσος. Τα ορυχεία δεν λειτουργούν πια και η ανεργία ανέρχεται στο 80% του πληθυσμού...


Νότια Μιτρόβιτσα. Μαθήτριες λυκείου τα λένε δίπλα σε κατάστημα στοιχημάτων. Η αλβανική σημαία καλύπτει τον Ροναλντίνιο της Μπάρτσα. Οι Αλβανοί περιμένουν την απόφαση για το τελικό καθεστώς του Κοσσόβου αν και θεωρούν το Κόσσοβο ντε φάκτο ανεξάρτητο κράτος


Βόρεια Μιτρόβιτσα. Στο βάθος τα πανό από την εκλογική εκστρατεία στη Σερβία. Εδώ αναγνωρίζουν μόνο την εξουσία του Βελιγραδίου. Σε ένα από τα πανό αναγράφεται: «Ρωσία, βοήθησέ μας!»

Μόλις έφθασα στη Μιτρόβιτσα ζήτησα έναν χάρτη της πόλης. Δεν βρήκα. Έμαθα μόνο πως η κάθε πλευρά, από το 1999 που η πόλη χωρίστηκε στα δυο, αλλάζει τις παλαιές ονομασίες των δρόμων. Οι Αλβανοί τα αλβανοποιούν, οι Σέρβοι αποκαθηλώνουν τις «ανεπιθύμητες» ονομασίες. Οι Αλβανοί θεωρούν το Κόσοβο ντε φάκτο ανεξάρτητο κράτος. Οι Σέρβοι αναγνωρίζουν μόνο την εξουσία του Βελιγραδίου. Εδώ η κάθε πλευρά έχει τις δικές της σημαίες, τους δικούς της ήρωες. Και τις δικές της ξεχωριστές πινακίδες αυτοκινήτου. Παρατηρώ έναν κύριο πάνω στη «γέφυρα του μίσους». Κατεβαίνει από το παλαιό κόκκινο Volkswagen που οδηγεί, βγάζει τις πινακίδες του και ύστερα διασχίζει τη γέφυρα περνώντας στη σερβική πλευρά. Τα χάνω. Μου εξηγούν ότι το κόκκινο Volkswagen έχει πινακίδες KS (Κόσοβο), τις οποίες δεν αναγνωρίζουν οι Σέρβοι (εκεί επιτρέπονται μόνο οι παλαιές πινακίδες ΜΚ). Εάν οι Σέρβοι bridgewatchers («φύλακες της γέφυρας») σε βλέπουν να περνάς με πινακίδες KS, τότε το πιο πιθανό είναι να επιστρέψεις πίσω (εάν επιστρέψεις) χωρίς το αυτοκίνητο... Μου εξηγούν επίσης ότι ο οδηγός είναι ίσως ένας από τους λίγους Αλβανούς που μένουν στη σερβική πλευρά και το πρωί, για να διασχίσει ξανά τη γέφυρα, ώστε να περάσει στην αλβανική πλευρά, θα πρέπει να ξαναβάζει τις πινακίδες...


Στη Μιτρόβιτσα μπορείς να μαζέψεις χιλιάδες παράλογες ιστορίες. Αλλά και ιστορίες ανθρώπων όπως ο Μπεκίμ και ο Γιέσα. Αλβανός ο ένας, Σέρβος ο άλλος. Ο Μπεκίμ γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Μιτρόβιτσα. Λέει πως μέχρι το 1990 Σέρβοι και Αλβανοί συνυπήρχαν αρμονικά. «Όταν ήρθε ο Μιλόσεβιτς άρχισαν να διώχνουν τους Αλβανούς από τις κρατικές επιχειρήσεις. Μας χώρισαν και στο σχολείο. Οι Σέρβοι έκαναν μάθημα το πρωί, εμείς το απόγευμα. Μέχρι που οι Αλβανοί αποχώρησαν από το εκπαιδευτικό σύστημα, θεωρώντας το ταπεινωτικό. Τότε άρχισε η καχυποψία να μπαίνει στις ψυχές μας», αφηγείται. Ο ίδιος κληρονόμησε από τον πατέρα του ένα χρυσοχοείο και ένα κομμωτήριο. «Δεν ήμουν πλούσιος, δεν ήξερα όμως τι σημαίνει φτώχεια». Όλα αυτά μέχρι τις 4 Απριλίου του 1999. «Είχαν ήδη αρχίσει οι βομβαρδισμοί του ΝΑΤΟ όταν οι Σέρβοι στρατιώτες ήρθαν στο σπίτι και μας είπαν "έχετε πέντε λεπτά για να τα μαζέψετε και να φύγετε στην Αλβανία". Μαζί με τον πατέρα και τη μητέρα μου, με ένα ατελείωτο καραβάνι Αλβανών, πήραμε τους δρόμους... Οι γονείς μου συνέχισαν τον δρόμο, εγώ κρύφτηκα σε ένα χωριό μέχρι την ημέρα που τελείωσε ο πόλεμος...». Ο Μπεκίμ γύρισε στη Μιτρόβιτσα στις 20 Ιουνίου. «Βρήκα το σπίτι μου καμένο. Ήθελα να πάω να δω τι απέγιναν τα μαγαζιά μου αλλά η γέφυρα ήταν κλειστή. Η πόλη είχε χωριστεί στα δυο. Επί ένα χρόνο έμενα σε σκηνή. Με τα χρήματα που μου έστειλε ο αδελφός μου από την Ολλανδία και δουλεύοντας για διάφορους διεθνείς οργανισμούς ως οδηγός κατάφερα να μαζέψω χρήματα και ξαναέχτισα το σπίτι»... Ο Μπεκίμ μένει σήμερα στη Νότια Μιτρόβιτσα. Τα ένα μαγαζί του στη Βόρεια Μιτρόβιτσα είναι καμένο, το άλλο το έχει καταλάβει κάποιος Σέρβος...


Το χρυσοχοείο του Μπεκίμ στη Βόρεια Μιτρόβιτσα σήμερα

Ο ΓΙΕΣΑ δεν γεννήθηκε στη Μιτρόβιτσα. Γεννήθηκε στο Πετς (κοντά στην Πρίστινα) και μεγάλωσε στο σπίτι του παππού του στο χωριό Ντέβεντ Γιούγκοβιτς. Οι Σέρβοι ήταν λίγοι στο χωριό και από μικρός ο Γιέσα έμαθε και αλβανικά. «Αφού έκανα παρέα κυρίως με Αλβανάκια», λέει. Το πρώτο ράγισμα ανάμεσα σε Σέρβους και Αλβανούς το ένιωσε όταν οι Αλβανοί άρχισαν να διαδηλώνουν στους δρόμους. «Τότε σπούδαζα στην Πρίστινα. Δεν κατάλαβα πολλά πράγματα όμως, γιατί με ενδιέφεραν περισσότερο τα κορίτσια παρά η πολιτική... Μόνο μια φορά θυμάμαι, όταν κατέβαινα στο χωριό, ο οδηγός του λεωφορείου μού είπε να το βουλώσω και να μη μιλήσω σέρβικα... Ο παππούς μου πέθανε και μου έμεινε το σπίτι στο χωριό... Όταν ξέσπασε ο πόλεμος μετακόμισα αρχικά στο σπίτι της μάνας μου, στο Πετς. Θυμάμαι την ημέρα που είδα τους Αλβανούς να εγκαταλείπουν μαζικά την πόλη. Τότε αποφάσισα να πάω στο Βελιγράδι, στη θεία μου... Επέστρεψα όταν τελείωσε ο πόλεμος. Το σπίτι το είχαν καταλάβει οι Αλβανοί και η μάνα μου είχε καταφύγει στο μοναστήρι του Πετς, για να γλιτώσει. Κατέβηκα στο χωριό. Και εκεί το σπίτι το είχαν καταλάβει οι Αλβανοί. Έπαθα σοκ όμως όταν είδα ότι τα σπίτια των Αλβανών ήταν όλα καμένα... Βρήκα τη μάνα μου ύστερα από περίπου ένα μήνα και αποφασίσαμε να πάμε στη Μιτρόβιτσα, όπου είχαμε το εξοχικό μας. Οι Σέρβοι από όλες τις περιοχές του Κοσόβου μαζεύονταν τότε στη Βόρεια Μιτρόβιτσα για να γλιτώσουν από την εκδίκηση των Αλβανών, που επέστρεφαν μετά την αποχώρηση του σερβικού στρατού...».

Ο Μπεκίμ και ο Γιέσα είναι φίλοι και δουλεύουν μαζί για το Δανέζικο Συμβούλιο για τους Πρόσφυγες. Ένας Σέρβος και ένας Αλβανός, που μιλούν και τις δυο γλώσσες, προσπαθούν να ξαναχτίσουν τη ζωή τους πάνω στα ερείπια. Δυο φίλοι σε μια πόλη που δεν έχει πλέον θέση για τις καλές παλαιές μνήμες... Σε αυτή την πόλη υπάρχουν ίσως πολλοί σαν τον Μπεκίμ και τον Γιέσα. Η φωνή τους όμως δεν ακούγεται. Γιατί εδώ τον πρώτο λόγο έχουν οι ακραίοι των δυο πλευρών. Και οι λαθρέμποροι: ο μοναδικός «θεσμός» όπου Σέρβοι και Αλβανοί συνεργάζονται άψογα.



Δυο φίλοι, ο Μπεκίμ (Αλβανός) αριστερά και ο Γιέσα (Σέρβος) δεξιά, πάνω στη γέφυρα του μίσους στην πόλη Μιτρόβιτσα στο Κόσοβο, που χωρίζει από το 1999 τους Σέρβους και τους Αλβανούς. Κάποτε, χάρη στα ορυχεία της Τρέπτσα, η Μιτρόβιτσα ήταν μια πόλη όπου οι άνθρωποι ζούσαν καλά και συνυπήρχαν αρμονικά. Τώρα, περιμένοντας την απόφαση για το τελικό καθεστώς του Κοσόβου, μαραζώνει από τη φτώχεια και το μίσος...

Έχει πέσει το λυκόφως και τα φώτα ανάβουν. Λουσμένη στο φως, η Μιτρόβιτσα φαίνεται σαν μια πανέμορφη γυναίκα, γερασμένη πρόωρα, κακοποιημένη, που προσπαθεί να κρύψει τις πληγές της. Ακόμα και η γέφυρα του μίσους, φωτισμένη με τα μπλε φώτα, ομορφαίνει και καταφέρνει να κρύψει, έστω και για λίγο, το μίσος που κανείς δεν κατάλαβε πώς άρχισε και κανείς δεν ξέρει πότε θα τελειώσει...

ΥΓ. Ευχαριστώ για την πολύτιμη βοήθεια τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό για την Ανασυγκρότηση των Βαλκανίων.

ΤΑ ΝΕΑ: 23-03-2007

Τρίτη, Μαρτίου 13, 2007

Σημειώσεις από ένα βαλκανικό ταξίδι

«Η κάποτε ωραία μου χώρα», του Βόσνιου φωτογράφου Αμέρ Καπετάνοβιτς

Μόλις γύρισα από τα Βαλκάνια. Πήγα στα Σκόπια, στην Πρίστινα, στη Μητροβίτσα, στην Γκρατσάνιτσα... Από τη Θεσσαλονίκη μέχρι τα Σκόπια ταξίδεψα με τρένο. Ένα τρένο που μοιάζει με το φάντασμα της Γιουγκοσλαβίας. Πριν από πολλά χρόνια πρέπει να ήταν τρένο πολυτελείας. Με μεγάλες καμπίνες και άνετες πολυθρόνες. Τώρα είναι εντελώς «γερασμένο», βρώμικο, σκουριασμένο, θλιβερό. Σαν σκελετός που συνεχίζει και ταξιδεύει μέσα στον χρόνο. Οι επιβάτες είναι λιγοστοί. Κυρίως φοιτητές ή μετανάστες που επιστρέφουν από τη Θεσσαλονίκη στα Σκόπια, στην Πρίστινα, στο Βελιγράδι. Ο καθένας «κλεισμένος» στη δική του καμπίνα. Οι περισσότεροι μιλούν ή καταλαβαίνουν ακόμα σερβοκροάτικα (τη γλώσσα της κάποτε ενιαίας Γιουγκοσλαβίας), αλλά προτιμούν να μην έχουν παρτίδες μεταξύ τους. Μου κάνει εντύπωση πως στις στάσεις στέκονται στον διάδρομο, δίπλα δίπλα, κοιτώντας από το παράθυρο, χωρίς να απευθύνουν ποτέ τον λόγο ο ένας στον άλλον. Σαν να προέρχονται από άλλους πλανήτες. Ή μήπως φοβούνται να μάθουν ποιος είναι ο διπλανός τους;

Σε κάποια στάση προσπαθώ να πιάσω κουβέντα με μια νεαρή κοπέλα και έναν νεαρό άνδρα που στέκονται δίπλα μου στον διάδρομο. Ρωτάω στα αγγλικά την κοπέλα από πού είναι. «Από τη Σερβία», μου απαντάει. Σπουδάζει στη Θεσσαλονίκη και τη λένε Μίρκα. Τον νεαρό άνδρα τον λένε Μπλερίμ και είναι Αλβανός από το Κόσοβο. Μόλις το ακούει, η Μίρκα αποσύρεται διακριτικά μέσα στην καμπίνα της... Οι γονείς αυτών των παιδιών, που ταξιδεύουν με αυτό το θλιβερό τρένο, ανήκαν κάποτε σε μια ενιαία χώρα. Τώρα ανήκουν σε χώρες διαφορετικές και εχθρικές. Κάποτε οι γονείς τους ταξίδευαν χωρίς βίζα στις χώρες της Δύσης για να κάνουν διακοπές ή να ψωνίσουν. Τώρα, το μεγαλύτερο όνειρο των παιδιών τους είναι μια βίζα για τη Δύση. Για να αναζητήσουν εκεί ένα καλύτερο μέλλον, να ξεφύγουν από την εξαθλίωση και το δυσοίωνο μέλλον στις χώρες τους. Παντού όπου πήγα, στα Σκόπια, στην Πρίστινα, στη Μητροβίτσα, η παλαιά γενιά θυμάται με νοσταλγία τη Γιουγκοσλαβία πριν από τη διάλυση. «Τότε συνυπήρχαμε χωρίς πρόβλημα. Είχαμε υπόληψη και δουλειά» μου έλεγαν. Τώρα βλέπουν μόνο μίσος, ταπείνωση και ερείπια. Μίσος, ταπείνωση και ερείπια που άφησε πίσω του ο πόλεμος.

Ρώτησα πολλούς ανθρώπους για το πώς μπόρεσαν άνθρωποι που συνυπήρχαν σε μια ενιαία πατρίδα να αλληλοσκοτώνονται και να μη χωνεύουν πλέον ο ένας τον άλλον. Να μην μπορούν σήμερα να κάθονται μαζί ούτε στην καμπίνα ενός τρένου. Οι παλαιότεροι στέκονται αμήχανα. Σηκώνουν τους ώμους. Για τους νέους η απάντηση είναι πιο εύκολη: φταίνε οι άλλοι. Για τους Σέρβους φταίνε όλοι: ο Τίτο, οι Κροάτες, οι Αλβανοί, οι μουσουλμάνοι, το Βατικανό, οι Δυτικοί... Για τους Αλβανούς φταίνε οι Σέρβοι και μόνο αυτοί. Για τους Σλαβομακεδόνες φταίνε οι Αλβανοί και οι Σέρβοι... Εκείνοι που τολμούν να ψάξουν το κακό και μέσα τους είναι λίγοι. Η φωνή τους συνήθως πνίγεται από το τσίρισμα εκείνων που τρέφουν το μίσος και τις θεωρίες συνωμοσίας. Οι τελευταίοι αποτελούν μια άτυπη συμμαχία «πατριωτών», μαφιόζων και διεφθαρμένων πολιτικών που φουσκώνουν τα μυαλά των ανθρώπων με εθνικιστικό μίσος και τις τσέπες τους με πολλά φράγκα.

Είναι όμως πολλοί και εκείνοι που σου λένε, αλλά χαμηλόφωνα για να μην ακούγονται, ότι το παιχνίδι αυτό είναι βρώμικο, ότι έχουν κουραστεί, ότι το μόνο που θέλουν είναι μια ομαλή ζωή για τους ίδιους και τα παιδιά τους. Και η μάζα των «χαμηλόφωνων» ανθρώπων είναι ίσως η μεγαλύτερη ελπίδα για αυτές τις χώρες. Εδώ όμως σταματώ. Τη συνέχεια του βαλκανικού ταξιδιού θα τη διαβάζετε τις επόμενες μέρες...

ΤΑ ΝΕΑ , 13/03/2007