Τρίτη, Μαΐου 29, 2007

Γκράφιτι στις πρώην φυλακές της Λαγκάδας

O αποστολέας του e-mail υπογράφει ως Βαγγέλης Τ. Στο ηλεκτρονικό μήνυμα είναι συνημμένες τέσσερις φωτογραφίες. Στη πρώτη διακρίνεται ένα σιδερένιο τραπέζι στη μέση ενός άδειου δωματίου. Άκαμπτη σαν τη μοναξιά. Στο βάθος ένα φωτεινό, καγκελόφραχτο παράθυρο. Πάνω στον βρώμικο τοίχο επιγραφές στα αραβικά. Καταγράφω τα σχόλια που συνοδεύουν τις φωτογραφίες...

«Πέρυσι είχα μείνει για ένα διάστημα στη πόλη της Μυτιλήνης. Μια μέρα επισκέφθηκα τις πρώην φυλακές στηνπεριοχή της Λαγκάδας. Οι τελευταίοι “ένοικοι” των φυλακών δεν ήταν βαρυποινίτες, αλλά πρόσφυγες που στοιβάχτηκαν εκεί. Εκείνοι οι πρόσφυγες άφησαν τα σημάδια τους, τα οποία κατέγραψα με τον φακό της φωτογραφικής μηχανής μου. Τα γκράφιτι των κρατουμένων προσφύγων μού έκαναν μεγάλη εντύπωση. Θεωρώ αυτές τις μαρτυρίες τόσο σημαντικές, όσο τιςτοιχογραφίες στις σπηλιές στο Λασκό. Δεν ξέρωτι λένε οι επιγραφές. Αναγνώρισα τη φράση “ο Αλλάχείναι μεγάλος”· η μόνη φράση που ξέρω γραμμένη στα αραβικά. Αναγνώρισα τις λέξεις με λατινικό αλφάβητο: Ηamid, Sudan, Βarcelona, Βruce Lee... Αναγνώρισα και μερικές ημερομηνίες. Στις αντίστοιχες περιόδους, κάπου αλλού στη Γη, άρχιζαν πόλεμοι, όπως εκείνος στο Ιράκ. Και κάπου αλλού γίνονταν γενοκτονίες, όπως στο Νταρφούρ στο Σουδάν.

Εκείνο όμως που προσείλκυσε περισσότερο την προσοχή μου ήταν το ζωγραφισμένο πουλί που μεταφέρει ένα γράμμα. Βλέποντάς το, μου ήρθαν στο μυαλό τα δημοτικά μας τραγούδια που διαβάζαμε στο σχολείο. Πολλές φορές στα δημοτικά τραγούδια υπάρχει ένα πουλί που μεταφέρει μηνύματα. Πολλά απ΄ αυτά αφορούν την ξενιτειά. Πρόκειται για πουλιά-αγγελιαφόρους που μεταφέρουν μηνύματα από τους συγγενείς, τον Θεό, τον Θάνατο ή τη Μοίρα. Συνήθως τα μηνύματα είναι νοσταλγικά και πολύ πικρά. Το γράμμα που μεταφέρει το πουλί της τοιχογραφίας στις πρώην φυλακές της Λαγκάδας, υποθέτω, πρέπει να έχει έναν αποδέκτη. Ποια πόλη, ποια χώρα να είναι άραγε ο προορισμός του: το Νταρφούρ, η Βαγδάτη, η Βαρκελώνη, η Αθήνα; Μήπως η “Γιουκάλι”; Σε ποιους να απευθύνεται άραγε; Σε μια όμορφη κοπέλα, σε μια μάνα που αγωνιά για την τύχη του παιδιού της, στα παιδάκια που περιμένουν την επιστροφή του πατέρα, ο οποίος μια μέρα επιβιβάστηκε σ΄ ένα σαπιοκάραβο μαζί με πολλούς άλλους πατεράδες και χάθηκε μέσα στα άγρια κύματα της θάλασσας, παίζοντας τη ζωή του κορώνα-γράμματα, για να πάει σε μια χώρα θαυμαστή όπου δεν υπάρχουν πόλεμοι, λιμοί, φανατισμοί; Ή μήπως αυτό το γράμμα απευθύνεται σε όλους μας; Ζούμε σε μια εποχή όπου μπορείς να έχεις πληροφορίες από οποιοδήποτε σημείο της Γης, αλλά πολλοί άνθρωποι δεν έχουν αυτήν τη δυνατότητα. Γι΄ αυτό ζωγραφίζουν πουλιά-αγγελιαφόρους πάνω στους τοίχους των πρώην φυλακών... Μπόρεσα να μάθω ότι οι πρόσφυγες των φυλακών στη Μυτιλήνη όχι μόνο δεν είχαν τη δυνατότητα να επικοινωνήσουν με τα αγαπημένα τους πρόσωπα, αλλά ούτε με κατοίκους του νησιού που επιθυμούσαν να τους βοηθήσουν...».


TA NEA: 29 MAIOY 2007
www.tanea.gr

Τρίτη, Μαΐου 22, 2007

Αυτοβιογραφικές σημειώσεις


Τώρα που ταξιδεύω αρκετά στην Ελλάδα για να παρουσιάσω το βιβλίο μου, μια από τις πιο συχνές ερωτήσεις που ακούω αφορά την ταυτότητά μου. Το ακροατήριό μου έχει καμιά φορά την περιέργεια να μάθει εάν θεωρώ τον εαυτό μου Αλβανό ή Έλληνα. Απαντώ πως με θεωρώ ένα πολιτισμικό υβρίδιο, Αλβανός και Έλληνας, Έλληνας και Αλβανός. Γεννήθηκα στην Αλβανία. Πέρασα εκεί τα παιδικά και τα εφηβικά μου χρόνια. Μετανάστευσα στην Ελλάδα πριν από δεκαέξι χρόνια. Έζησα και ζω εδώ τα πιο δημιουργικά χρόνια της ζωής μου. Μιλώ και τις δυο γλώσσες, γράφω και στις δυο γλώσσες, ονειρεύομαι και στις δυο γλώσσες. Νιώθω βέβαια πολύ πιο δεμένος με την Ελλάδα. Γιατί εδώ ζω τον περισσότερο χρόνο, εδώ είναι η δουλειά μου, οι φιλίες και τα στέκια μου, οι περισσότερες στιγμές, καλές ή κακές, της ζωής μου.

Δύσκολα ζητήματα αυτά της ταυτότητας. Ειδικά στα Βαλκάνια. Και το διαπιστώνω μερικές φορές όταν κάποιοι από το ακροατήριο, Έλληνες ή Αλβανοί, παραξενεύονται. «Πώς μπορείς να είσαι και τα δυο πράγματα μαζί;» με ρωτούν. Γιατί στα Βαλκάνια μάς έχουν μάθει ότι όποιος έχει δύο ταυτότητες είναι κάτι το μπερδεμένο. Το πολιτισμικό υβρίδιο το θεωρούμε ύποπτο, κάτι σαν μπάσταρδο, ένα είδος ταυτοτικής αναπηρίας. Δεν θα υπήρχε κανένα πρόβλημα νομίζω εάν δήλωνα Αλβανός και Κογκολέζος, αλλά το να δηλώσω Αλβανός και Έλληνας, Έλληνας και Αλβανός, δημιουργεί πρόβλημα σε κάποιους. Γιατί; Γιατί στα Βαλκάνια έχουμε συνηθίσει με ασύμβατες και φονικές ταυτότητες. Δεν μπορούν, σύμφωνα με την «ιστορική λογική», να συνυπάρχουν δύο βαλκανικές ταυτότητες μέσα στον ίδιο άνθρωπο. Βέβαια, μέχρι χθες αυτό το σχήμα λειτουργούσε μια χαρά. Σήμερα όμως που ο κόσμος μας αλλάζει- αργά, επώδυνα και με μύριες αντιφάσεις αλλά αλλάζει- το σχήμα αρχίζει και μπάζει νερά...

Ένα άλλο ερώτημα που ακούω επίσης είναι το εάν με άλλαξε η μετανάστευση. Μου το κάνουν συχνά αυτό το ερώτημα και όταν βρίσκομαι στην Αλβανία. Νομίζω ότι έχω αλλάξει πάρα πολύ, απαντώ. Και τότε βλέπω ότι μερικοί από τους συνομιλητές μου απογοητεύονται από την απάντησή μου. Ίσως θα περίμεναν να τους απαντήσω: «Όχι δεν έχω αλλάξει καθόλου. Έχω μείνει αυτός που ήμουν στο χωριό μου. Μάλιστα, στην Ελλάδα έγινα ακόμα πιο Αλβανός από όσο ήμουν στην Αλβανία». Γιατί έτσι μας έχουν μάθει στα Βαλκάνια. Όπου και αν πάει ο Βαλκάνιος μετανάστης, δεν αλλάζει. Μένει έτσι όπως ήταν στο χωριό του. Κάτι τέτοιο θεωρείται μεγάλο επίτευγμα και επιτυχία. Θεωρείται ένα είδος πιστοποιητικού της προσκόλλησής του στο ιδεώδες της πολιτισμικής καθαρότητας. Υπάρχει όμως μεγαλύτερη αποτυχία και δυστυχία για κάποιον από το να πάει κάπου αλλού και να μην αλλάξει; Θυμάμαι εκείνον τον ήρωα του Μπέρτολτ Μπρεχτ, τον κύριο Κούνερ («Ιστορίες του κυρίου Κούνερ»). Ένας γνωστός του που είχε πολλά χρόνια να δει τον κύριο Κούνερ, τον συναντά τυχαία στον δρόμο και τον χαιρετά λέγοντάς του: «Γεια σας κύριε Κούνερ. Δεν έχετε αλλάξει καθόλου!». «Α!» απάντησε ο κύριος Κούνερ και το πρόσωπό του χλώμιασε. Ήταν το χειρότερο κομπλιμέντο που μπορούσε να του κάνει κάποιος. Τζάμπα το ταξίδι. Γιατί εάν υπάρχει κάτι που κάνει τον άνθρωπο ενδιαφέροντα και δημιουργικό, είναι η ικανότητά του να αλλάξει. Ίδια με τον εαυτό τους μένουν μόνο τα κειμήλια, τα αγάλματα και οι τάφοι...

Και κάτι τελευταίο. Με ρωτούν επίσης εάν αισθάνομαι περισσότερο Αλβανός ή Έλληνας. Εξαρτάται από αυτόν που μου απευθύνει την ερώτηση. Εάν με ρωτήσει κάποιος Ελληναράς, τότε είμαι περισσότερο Αλβανός. Και εάν με ρωτήσει κάποιος Αλβαναράς, τότε είμαι περισσότερο Έλληνας...

***

Πρόσφατα, στην 4η Διεθνή Έκθεση της Θεσσαλονίκης, ήμουν καλεσμένος για να συμμετέχω σε στρογγυλό τραπέζι με θέμα «Ταξίδι σε μια άλλη γλώσσα», μαζί με τους Αμπντελκαντέρ Μπεναλί και Περικλή Μονιούδη. Ο Μπεναλί γεννήθηκε στο Μαρόκο, μετανάστευσε στην Ολλανδία και γράφει στα ολλανδικά. Ο Μονιούδης γεννήθηκε από Έλληνες γονείς στην Ελβετία, ζει στο Βερολίνο, γράφει στα γερμανικά. Εγώ γεννήθηκα στην Αλβανία, ζω στην Ελλάδα και γράφω στα ελληνικά. Και οι τρεις γράφουμε σε γλώσσες που δεν ακούσαμε από τα χείλη των γονέων μας. Γλώσσες που μάθαμε εκ των υστέρων. Σε αυτές τις γλώσσες επιβιώνουμε και δημιουργούμε. Αυτές οι «ξένες» γλώσσες μας χάρισαν τη δημόσια αναγνώριση. Στο «Ημερολόγιο Συνόρων» σκοπεύω να προσεγγίσω εκτενέστερα το θέμα. Εδώ αποτυπώνω κάποιες σκόρπιες σκέψεις.

Ο καθένας «συναντά» την «άλλη» γλώσσα με τον δικό του τρόπο. Κάποιοι τη «συναντούν» ως τουρίστες, κάποιοι ως επαγγελματίες, κάποιοι άλλοι ως μέτοικοι. Η «συνάντηση» με τη μητρική γλώσσα έχει αποφασιστεί για εσένα προτού γεννηθείς. Η «συνάντηση» με την άλλη γλώσσα αποτελεί μια κατάκτηση. Μπορείς όμως ποτέ να έχεις με την άλλη γλώσσα τη σχέση της απόλυτης οικειότητας που έχεις με τη μητρική γλώσσα; Το να γράψεις σε μια «άλλη» γλώσσα δεν δηλώνει μια πράξη φυγής, μια πράξη έστω και ασυνείδητης «προδοσίας» της μητρικής γλώσσας; Ακούω συχνά την ερώτηση: «Σε ποια γλώσσα ονειρεύεσαι, ελληνικά ή αλβανικά;». Ονειρεύομαι και στις δύο γλώσσες. Γράφω και στις δύο γλώσσες. Μιλάω και στις δύο γλώσσες. Η «συνάντησή» μου με την ελληνική γλώσσα ήταν προϊόν τύχης. Είναι η συνάντηση ενός μετοίκου, ενός μετανάστη. Η συνάντηση αυτή ήταν, μάλιστα, «προϊόν» λάθος υπολογισμού. Επειδή γνώριζα άριστα τα ιταλικά, ήρθα στην Ελλάδα ως μετανάστης με την ιδέα ότι θα έφευγα έπειτα στην Ιταλία. Δεν ήξερα ούτε μία λέξη στα ελληνικά. Τελικά δεν έφυγα ποτέ. Έμεινα στην Ελλάδα. Η «συνάντησή» μου με τα ελληνικά, εκτός από θέμα τύχης, ήταν και θέμα ανάγκης: ως μετανάστης έπρεπε να επιβιώσω. Εάν δεν ξέρεις τη γλώσσα, ενώ πρέπει να επιβιώσεις, είσαι χαμένος από χέρι. Έπρεπε, επιπλέον, από μια βουβή παρουσία να γίνω συνομιλητής. Η «συνάντησή» μου με τα ελληνικά ήταν επίσης θέμα επιρροών. Για καλή μου τύχη, από τις πρώτες ημέρες της άφιξής μου στην Ελλάδα άκουγα τη μουσική του Χατζιδάκι και είχα τη δυνατότητα να περιεργάζομαι μια μεγάλη βιβλιοθήκη. «Ψηλαφούσα» συγγραφείς που είχα ακούσει στην Αλβανία αλλά δεν είχα κατορθώσει να διαβάσω: Καζαντζάκης, Καβάφης, Σεφέρης. Τώρα μου δινόταν η δυνατότητα να τους διαβάσω κατ΄ ευθείαν στα ελληνικά. Κάπως έτσι άρχισε για εμένα αυτό το ταξίδι «κατάκτησης» της ελληνικής γλώσσας. Κατάκτηση σημαίνει πως διψάς αυτή την άλλη γλώσσα να την κάνεις πάση θυσία δική σου. Να τη μιλήσεις, να τη γράφεις όπως οι ντόπιοι. Ίσως καλύτερα από αυτούς. Και η δίψα αυτή δεν τελειώνει ποτέ. Γιατί ποτέ δεν σκέφτεσαι την «άλλη» γλώσσα ως δεδομένη. Ποτέ δεν ταυτίζεσαι απόλυτα μαζί της, όπως συμβαίνει με τη μητρική γλώσσα. Ποτέ δεν κτίζεις μια σχέση μονοτονίας και ρουτίνας. Κάποια στιγμή, όταν το ταξίδι στην άλλη γλώσσα αρχίζει και γίνεται παραμονή, αναρωτιέσαι: «Κατά πόσον είναι για εμένα αυτή η γλώσσα “ξένη” πλέον;». Αυτό όμως δεν εξαρτάται από εσένα. Φίλοι και εχθροί, εκούσια και ακούσια, θα φροντίσουν να σου θυμίζουν ότι αυτή η γλώσσα δεν είναι δική σου. «Ωραία τη μιλάτε τη γλώσσα μας. Χρησιμοποιείτε λεξικό όταν γράφετε;» θα σε ρωτήσουν οι ντόπιοι. «Γιατί δεν γράφεις στη γλώσσα μας;», θα σε ρωτήσουν με βλοσυρό βλέμμα οι «δικοί σου». Και εσύ τι είσαι, τελικά; Εγχώριος ή ξένος συγγραφέας;

Ο τυπικός εγχώριος δεν είσαι, γιατί αυτή η γλώσσα δεν είναι η μητρική σου. Ούτε ξένος όμως, εφ΄ όσον η πραγματική πατρίδα του συγγραφέα είναι η γλώσσα στην οποία γράφει. Ούτε εγχώριος ούτε ξένος. Είσαι μάλλον παρά-ξενος (με όλες τις σημασίες της πρόθεσης «παρά»). Δεν κατοικείς στην «άλλη» γλώσσα, ούτε ως εγχώριος ούτε ως ξένος. Κατοικείς ως παράξενος. Και - από τη δική μου εμπειρία - μπορώ να πω πως κάτι τέτοιο, για τη γραφή, αποτελεί πραγματικό προνόμιο...

TA NEA: 22 ΜΑΪΟΥ 2007

Τρίτη, Μαΐου 15, 2007

Μια πρόταση για τη Γιουροβίζιον

Τη Γιουροβίζιον δεν την είδα φέτος. Υπό την πίεση της παρέας αποφάσισα να πάω να δω το «Ιnland Εmpire», την καινούργια ταινία του Ντέιβιντ Λιντς. Κάκιστη επιλογή. Η ταινία του Λιντς λιντσάρισε κυριολεκτικά τον εγκέφαλό μου. Τέλος πάντων. Την επόμενη ημέρα έμαθα τα αποτελέσματα και είδα εκτενή αποσπάσματα από το ευρω-όραμα (έτσι μεταφράζεται κατά κυριολεξία η Εurovision). Χάρηκα που το πρώτο βραβείο το πήραν (ξανά) οι Βαλκάνιοι. Η Σέρβα που νίκησε, η Μαρία Σερίφοβιτς, δεν είναι μια τυχαία παρουσία. Έχει πίσω της την υπέροχη παράδοση των Τσιγγάνων μουσικών της Κραγκούγιεβατς. Όσο για τον δικό μας Σαρμπέλ, αυτός τα πήγε μέτρια, είπαν. Είδα εικόνες από τα τραγούδια της Γιουροβίζιον. Το ίδιο πράγμα. Ένα μουσικό τσίρκο. Μια παρέλαση του κιτς. Κάποια στιγμή οι ειδικοί άρχισαν τις γεωστρατηγικές αναλύσεις. Έμαθα τα εξής: στη Γιουροβίζιον έχουν δημιουργηθεί τρία μπλοκ. Το σκανδιναβικό μπλοκ, το μπλοκ της διαλυμένης Γιουγκοσλαβίας και το μπλοκ της διαλυμένης Σοβιετικής Ένωσης. Συμπέρασμα: στη Γιουροβίζιον επικρατούν πλέον οι λεγόμενες «συμμαχίες των διαλυμένων», πράγμα που το καθιστά συγκινητικό από συναισθηματικής άποψης και άκρως πρωτότυπο από πολιτικής άποψης.
Σε κάθε περίπτωση, η Γιουροβίζιον έχει γίνει ένα από τα σημαντικότερα καλλιτεχνικά γεγονότα της ευρωπαϊκής καλλιτεχνικής σκηνής. Τόσο σημαντικό που ο κ. Vladimir Spidla, επίτροπος της Ε.Ε, αρμόδιος για την απασχόληση, τις κοινωνικές υποθέσεις και την ισότητα των ευκαιριών, δήλωσε πως «η Εurovision αποτελεί ιδανικό χώρο για την ενημέρωση των ανθρώπων σχετικά με τα δικαιώματά τους στην ίση μεταχείριση, καθώς και για τη γνωστοποίηση των πλεονεκτημάτων της πολυμορφίας σε ολόκληρη την Ευρώπη»... Εν τω μεταξύ, οι φιλοσοφούντες παραπέμπουν στο βιβλίο του Καστοριάδη «Η άνοδος της ασημαντότητας» ώστε να εξηγήσουν την επιτυχία του φαινομένου.
Όπως και να ΄χει, η στήλη έχει και αυτή μια ταπεινή, όμως άκρως σοβαρή πρόταση. Προτείνουμε να ενταχθεί η Γιουροβίζιον στο πλαίσιο του καρναβαλιού. Κοντολογίς, να διεξάγεται παράλληλα με τις απόκριες σε κάθε νικήτρια χώρα. Έτσι κι αλλιώς, στη Γιουροβίζιον ευδοκιμούν οι μάσκες και οι μεταμφιέσεις. Επιπλέον, το καρναβάλι δεν είναι γιορτή της πλάκας. Είναι μια από τις πιο αρχαίες γιορτές. Οι ρίζες της είναι στην αρχαιότητα και τις διονυσιακές γιορτές. Με αυτόν τον τρόπο συμφιλιώνονται η αρχαία, η μεσαιωνική και η νέα ιστορία της Ευρώπης. Συμφιλιώνονται η παγανιστική και η μονοθεϊστική παράδοση. Εάν διεξαχθεί παράλληλα με το καρναβάλι, η Γιουροβίζιον μπορεί να γίνει μια πραγματική λαϊκή γιορτή. Να γίνει συνάμα ένα σόου ευρωπαϊκού αυτοσαρκασμού και σάτιρας. Έτσι κι αλλιώς τα διαθέτει σε μεγάλες ποσότητες. Φανταστείτε για λίγο τους θεατές να πλημμυρίσουν την αίθουσα μασκαρεμένοι και στο τσακίρ κέφι. Τόσο που οι Αλβανοί να ανεμίζουν σερβικές σημαίες, οι Σέρβοι αλβανικές, οι Λιθουανοί ρωσικές, οι Ρώσοι τσετσενικές. (Σε αυτή την περίπτωση, εάν νικήσει η Ελλάδα, η Γιουροβίζιον θα διεξαχθεί στην Πάτρα, όχι στην Αθήνα). Τέλος, προτείνουμε ο διαγωνισμός να αποκτήσει δικό του ύμνο: το «La vida es un carnaval» («Η ζωή είναι ένα καρναβάλι») που τραγουδά η Σεσίλια Κρουζ. «Για όλους αυτούς που νομίζουν ότι η ζωή είναι άσπλαχνη/ πρέπει να ξέρουν πως δεν είναι πάντα έτσι/ Κάντε το κορόιδο και θα δείτε ότι όλα θα περάσουν/ Για όλους αυτούς που όλη την ώρα παραπονιούνται/ Για όλους αυτούς που ζουν με την αμαρτία/ Για όλους αυτούς που οπλοφορούν/ Για όλους αυτούς που προκαλούν τους πολέμους/ Για όλους αυτούς που μας μεταδίδουν τις αρρώστιες / Για όλους αυτούς που μας κακοποιούν/ Για όλους αυτούς που μας μολύνουν/ Για όλους αυτούς που δεν μας αγαπούν/ Είναι καρναβάλι κύριοι/ Πρέπει να ζήσουμε τραγουδώντας»...

Πέμπτη, Μαΐου 03, 2007

Kλειστόν λόγω αυστηρής λογοκρισίας

Φαντάσου ότι είσαι ένας νέος 25 χρονών που μένεις σε μια χώρα, η οποία συστηματικά καταπιέζει την ελευθερία της έκφρασης. Οι περισσότερες ιστοσελιδες με θέμα τα ανθρώπινα δικαιώματα “μπλοκάρονται” από ένα εθνικό φίλτρο και δεν εμφανίζονται ποτέ στην οθόνή σου. Θέλεις να επικοινωνείς με ανθρώπους από όλο τον κόσμο κι έτσι χρησιμοποιείς το PalTalk, ένα chat room που αν και η έδρα του είναι στην Νεά Υόρκη αλλά πολλοί χρήστες του μιλάνε τη γλώσσα σου. Στην ουσία είναι το παράθυρο του απομονωμένου κόσμου σου.

Μια μέρα που έχετε μαζευτεί στο σπίτι σου με φίλους και μιλάτε με άλλους χρήστες στο chat room, εισβάλλουν ξαφνικά στις τρεις το πρωί 50 αστυνομικοί, σας χτυπάνε και σε φυλακίζουν σε πλήρη απομόνωση για 9 ολόκληρους μήνες χωρίς ποτέ να σου απαγγελθούν κατηγορίες.

Περνάνε αυτοί οι μήνες και αφήνεσαι «ελεύθερος». Δε φοβάσαι να κατακρίνεις δημόσια την κυβέρνηση και υποστηρίζεις την αναγκαιότητα ειρηνικής αλλαγής της πολιτικής κατάστασης (στη χώρα σου είναι νόμιμο μόνο ένα πολιτικό κόμμα). Περίπου έξι βδομάδες μετά όμως, εκεί που κάθεσαι σε ίντερνετ-καφέ παρέα με τον αδερφό σου και διαβάζεις τα email σου και ειδησεογραφικά sites, σε πλησιάζουν άντρες της Ασφάλειας, σου φοράνε χειροπέδες και σε αναγκάζουν να τους οδηγήσεις σπίτι σου, όπου βρίσκουν και κατάσχουν, μία κάμερα, ένα κασετόφωνο, 2 CD και ένα βιβλίο που για κακή σου τύχη είναι απαγορευμένο επειδή υποστηρίζει την αναγκαιότητα δημοψηφίσματος για πολυκομματισμό στη χώρα.

Αν σε έλεγαν Truong Quoc Tuan και έμενες στο Βιετνάμ, τι νομίζεις ότι θα συνέβαινε μετά;

Θα ήσουν σε ένα κελί σε πλήρη απομόνωση χωρίς καμιά επαφή με δικηγόρους ή συγγενικά πρόσωπα. Θα σε κατηγορούσαν για προπαγάνδα εναντίον του κράτους και θα αναρωτιόσουν, στα αλήθεια για ποιο λόγο και για πόσα κλικ του ποντικιού σου αντιμετωπίζεις 20 χρόνια κάθειρξη…

Ή φαντάσου να δουλεύεις ως δημοσιογράφος σε κινέζικη εφημερίδα.

Τις παραμονές της 15ης επετείου από τη σφαγή στην πλατεία Τιενανμέν, σε συνάντηση του προσωπικού της εφημερίδας, σάς δείχνουν ένα μέμο από το Κεντρικό Τμήμα Προπαγάνδας για το πώς θα πρέπει να καλύψετε τις επετειακές εκδηλώσεις. Σε αυτό δίνονται οδηγίες στους εργαζόμενους στα ΜΜΕ να «κατευθύνουν σωστά την κοινή γνώμη», να «μην δημοσιεύουν ποτέ απόψεις που δεν είναι σύμφωνες με την επίσημη πολιτική» και να καταδίδουν στις αρχές τυχόν υποψίες που έχουν για συναδέλφους τους που επικοινωνούν με δημοκρατικά στοιχεία στο εξωτερικό.

Εσύ κρατάς σημειώσεις από αυτό το μέμο και το στέλνεις με email από τον προσωπικό σου yahoo! λογαριασμό σε κάποιον γνωστό σου στην Αμερική που διαχειρίζεται ένα πολύ γνωστό κινέζικο website, το Δημοκρατικό Φόρουμ. Το email δημοσιεύεται την ίδια μέρα με το ψευδώνυμο “198964” στα ανεξάρτητα κινεζόφωνα websites του εξωτερικού που έτσι κι αλλιώς είναι απαγορευμένα στη χώρα.

Σε συλλαμβάνουν μερικούς μήνες αργότερα. Η εταιρία Yahoo! θα έχει πολύ απλά δώσει τα στοιχεία του λογαριασμού της ηλεκτρονικής σου διεύθυνσης και την ακριβή τοποθεσία από την οποία στάλθηκε το επίμαχο email.

Αν το όνομά σου ήταν Shi Tao και έμενες στην Κίνα, τι νομίζεις ότι θα συνέβαινε μετά;

Θα καταδικαζόσουν με την κατηγορία της προδοσίας κρατικών μυστικών σε 10ετή κάθειρξη. Η γυναίκα σου θα ανακρινόταν καθημερινά από τις αρχές και η δουλειά θα της πίεζε να σε χωρίσει, πράγμα που τελικά θα έκανε. Θα είχες ελάχιστη επαφή με την οικογένειά σου. Θα μεταφερόσουν σε φυλακές υψίστης ασφάλειας και θα σου απαγόρευαν να γράφεις ή να διαβάζεις. Η Επιτροπή Προστασίας Δημοσιογράφων θα σου απένειμε το Διεθνές Βραβείο Τύπου για την Ελευθερία, το οποίο φυσικά δε θα μπορούσες να παραλάβεις.

Φαντάσου να μπορούσες να απελευθερώσεις τον Truong Quoc Tuan και τον Shi Tao. Μπορείς!

Μπες στο www.amnesty.org.gr και πάρε μέρος στην εκστρατεία της Διεθνούς Αμνηστίας για την ελευθερία της έκφρασης στο ίντερνετ