Τρίτη, Ιουνίου 26, 2007

Από την Ομόνοια στην Ιstiklal

Κωνσταντινούπολη, σε ένα τα δρομάκια της οδού Ιstiklal, στο κέντρο της Πόλης. Μια γυναίκα με την ισλαμική μαντίλα τραγουδά με κιθάρα. Είναι η εικόνα ενός άλλου Ισλάμ, που δεν έχει καμιά σχέση με αυτούς που κραδαίνουν τα πανό: «Θάνατος στους άπιστους»...

Παρασκευή μεσημέρι. Ομόνοια, μπροστά στα Goody΄s. Περιμένω τον Αλί και την Κατερίνα. Ο Αλί είναι από την Τουρκία, η Κατερίνα από τη Σερβία. Και οι δύο, μεταπτυχιακοί φοιτητές στην Αθήνα. «Αθήνα, πρωτεύουσα των Βαλκανίων», όπως ο τίτλος του βιβλίου του Πέτρου Μάρκαρη... Κάνει ζέστη, πολλή ζέστη, από εκείνη που τα δελτία την αποκαλούν «αφρικανική». Ευτυχώς που την Αφρική την θυμόμαστε χάρη στον καύσωνα. Μπροστά μου προσπερνούν άνθρωποι διαφορετικών τάξεων, ηλικιών και χρωμάτων. Τους ενώνει όλους η βιασύνη. Στην Ομόνοια οι άνθρωποι είναι πάντα βιαστικοί. Σαν να κατάλαβαν ότι περνούν από εκεί κατά λάθος, προσπαθώντας να διασχίσουν την πλατεία όσο γίνεται πιο γρήγορα, να χωθούν στο Μετρό ή στα μαγαζιά τριγύρω. Την «αρμονία» της βιασύνης απορρυθμίζουν, κάθε τόσο, όσοι σταματούν στα περίπτερα για να αγοράσουν κάτι. Παρατηρώ μια γυναίκα, γύρω στα τριάντα πέντε, υποθέτω, που προσπαθεί να ισορροπήσει πάνω στα πανύψηλα τακούνια της. Φορά στενό φτηνό τζιν και ένα αμανίκωτο στενό μπλουζάκι. Έχει κουρασμένο πρόσωπο και χλωμό. Έχει βάψει τα χείλη της με μπόλικο κραγιόν, τόσο που για μια στιγμή μου μοιάζει με κλόουν. Σταματά, βλέπει τριγύρω, σαν να ψάχνει κάτι, κάποιον. Έχει ένα ύφος αστείο και πονεμένο μαζί. Την πλησιάζει ένας νεαρός με βρώμικα λευκά παντελόνια. Τα μάτια του είναι μισάνοιχτα, τα μπράτσα του «ξεραμένα», σαν εκείνα των πεινασμένων παιδιών της Αφρικής. Στο αριστερό χέρι κρατά ένα μπουκαλάκι νερό. Έτσι όπως περπατά μοιάζει με υπνοβάτη. Το αγόρι και η κοπέλα ψιθυρίζουν κάτι μεταξύ τους, με ύφος σχεδόν συνωμοτικό. Μετά χάνονται κάτω, στις σκάλες του Μετρό. Δυο άλλοι «υπνοβάτες» της Πλατείας Ομονοίας στέκονται λίγο πιο πέρα. Περπατούν σιγά, σαν να φοβούνται μην πληγώσουν τον δρόμο. Κάθε τόσο σταματούν κάποιον από τους περαστικούς. Βλέπω ένα χέρι στον αέρα, σε στάση επαιτείας. Οι περαστικοί ρίχνουν μια βιαστική ματιά και απομακρύνονται αυτοστιγμεί. Οι «υπνοβάτες» είναι οι μοναδικοί σε αυτή την πλατεία που δεν βιάζονται. Σκέφτομαι τότε εκείνο το νεαρό ζευγάρι που είχα γνωρίσει πριν από χρόνια, όταν δούλευα σε περίπτερο. Σέρνονταν και οι δυο, πιασμένοι από το χέρι κάθε φορά, μέχρι το περίπτερο για να αγοράσουν τσιγάρα. Τους έβλεπα πάντα μαζί. Μέχρι που ένα πρωί το αγόρι ήρθε να αγοράσει τσιγάρα μόνος του. Δεν ρώτησα τι είχε συμβεί. Το υπέθεσα. Ύστερα από κάποιες εβδομάδες εξαφανίστηκε και το αγόρι. Οι γείτονες είπαν τότε πως τον βρήκαν νεκρό, τα χαράματα, μπροστά στην είσοδο του ΟΤΕ, δίπλα στο περίπτερο. Μια overdose και η βελόνα δίπλα του. Κοιτάω ξανά τους δυο «υπνοβάτες» απέναντί μου. Τώρα είναι ακίνητοι. Με τα μάτια μισάνοιχτα, με το βλέμμα χαμένο, άδειο, χωρίς κανένα νόημα, χωρίς καμιά προσδοκία.
Εκείνη τη στιγμή, περνά μπροστά μου ένας αστυνομικός. Γύρω στα πενήντα. Φαίνεται και αυτός βιαστικός. Βάζει το χέρι του στη δεξιά πλευρά, πιάνει το κλομπ του. Μπαίνει με φούρια στα Goody΄s. Ακούω φωνές, εντολές, βρισιές. Οι πελάτες παρακολουθούν με απαθές βλέμμα. Ύστερα από λίγο, ένας νεαρός «υπνοβάτης» με κόκκινη μπλούζα και μαύρη τσάντα στην πλάτη πετάγεται έξω, «κυνηγημένος» από το κλομπ του αστυνομικού.
Αστυνομικός
: «Δεν σου έχω πει να μην πατήσεις εδώ;» (τον χτυπά στην πλάτη με το κλομπ).
Νεαρός « υπνοβάτης »: «Θέλω να φάω κάτι, κακό είναι;».
Αστυνομικός: «Εξαφανίσου, κάθαρμα» (τον χτυπά ξανά στα πόδια).
Νεαρός « υπνοβάτης »: «Χτύπα όσο θες, χτύπα κι άλλο...».
Αστυνομικός: «Εξαφανίσου...».
Ο αστυνομικός τον χτυπά ξανά. Βάζει και βγάζει το κλομπ του από τη θήκη πάνω από πέντε φορές. Μετά τον σπρώχνει. Ο νεαρός πάει προς την είσοδο του Μετρό. Όλη την ώρα κάτι μουρμουρίζει. Ο αστυνομικός εκνευρίζεται ξανά. Τον απειλεί με το κλομπ του. Οι ιδιοκτήτες των δίπλα μαγαζιών που πουλάνε ρολόγια παρακολουθούν τη σκηνή. Κάθε τόσο χαμογελούν. Φαίνεται να το διασκεδάζουν. Έχουν ένα ύφος λες και βλέπουν τσίρκο. Ο αστυνομικός κατευθύνεται τότε προς τους άλλους δυο «υπνοβάτες». Εκείνοι σηκώνουν με νωχέλεια τα χέρια τους στον αέρα. Σαν να του λένε «είμαστε ήδη εξουδετερωμένοι». Ο αστυνομικός απομακρύνεται. Βγάζει ένα κλειδί, ανοίγει την πόρτα δίπλα στα Goody΄s, μπαίνει μέσα. Είναι κάτι σαν αποθήκη, με πολύ ψηλό ταβάνι, γεμάτη εφημερίδες και κιβώτια. Στη μέση ένα μεταλλικό τραπέζι και μια καρέκλα. Βγάζει το καπέλο του, το ακουμπά στο τραπέζι, κάθεται στην καρέκλα, ξετυλίγει το πακέτο με το φαγητό και αρχίζει να τρώει. Η πόρτα μένει μισάνοιχτη- κοιτάζω μέσα. Ο αστυνομικός έχει κουρασμένο ύφος. Τα βλέμματά μας διασταυρώνονται. Με κοιτάζει κι εκείνος, κάπως έκπληκτος. Απομακρύνω το βλέμμα μου. Ψάχνω ξανά τους δυο «υπνοβάτες». Ο ένας έχει σωριαστεί κάτω. Ο άλλος ρίχνει νερό στο πρόσωπό του. Εγώ περιμένω ακόμα τους φίλους μου. Οι περαστικοί περπατούν βιαστικά, σαν να πέρασαν από εκεί κατά λάθος...
Σάββατο πρωί. Πετάω για την Κωνσταντινούπολη. Στο αεροπλάνο ξεφυλλίζω διάφορες εφημερίδες. Πέφτω πάνω σε ένα άρθρο που μιλάει για τους πλαστούς ήρωες που οι ΗΠΑ κατασκευάζουν στον πόλεμο του Ιράκ. Η Τζέσικα Λιντς, Αμερικανίδα στρατιώτης στο Ιράκ, αφηγείται ξανά την ιστορία της. Έγραψαν γι΄ αυτήν ότι πολέμησε μέχρι την τελευταία σφαίρα ενάντια στους «εχθρούς της Αμερικής». «Όλα αυτά είναι χοντρά ψέματα», διέψευσε η ίδια. Διαβάζοντας την ιστορία της Τζέσικα, θυμήθηκα τον στρατιώτη Κροπ, τον ήρωα του Ρεμάρκ στο «Ουδέν νεώτερον από το δυτικό μέτωπο». Είναι στο πολεμικό μέτωπο- το γαλλογερμανικό- ο στρατιώτης Κροπ, όταν ονειρεύεται τον πόλεμο ως μια γιορτή λαϊκή, με μουσικές και με εισιτήριο εισόδου όπως στις ταυρομαχίες. Ονειρεύεται να ανέβουν στην αρένα οι υπουργοί και οι στρατηγοί των δυο εχθρικών χωρών, με κοντά παντελονάκια μπάνιου και οπλισμένοι με ρόπαλα, και να ριχτούν ο ένας πάνω στον άλλον. «Η χώρα εκείνου που θα έμενε τελευταίος όρθιος θα εθεωρείτο νικήτρια. Θα ήταν ένα σύστημα πιο απλό και καλύτερο από κείνο, όπου δεν υπάρχουν οι πραγματικοί ενδιαφερόμενοι, να μάχονται μεταξύ τους»...
Κυριακή βράδυ στην Κωνσταντινούπολη. Περιμένω να περάσει η ώρα για να πάω στο ραντεβού μου. Στο φουαγιέ του ξενοδοχείου όπου μένω, του «Germir Ρalace» (ένα πολύ συμπαθητικό ξενοδοχείο πάνω στην πλατεία Τaxim), η τηλεόραση μεταδίδει ειδήσεις. Κάποια στιγμή στην οθόνη εμφανίζεται ο Σάλμαν Ρούσντι και το εξώφυλλο του βιβλίου του «Σατανικοί Στίχοι». Είναι πλάνα αρχείου. Έπεται ένα οργισμένο πλήθος. Κάπου στο Πακιστάν ή στη Μαλαισία. Αυτά δεν είναι πλάνα αρχείου. Είναι ολοκαίνουργια. Οργισμένες διαμαρτυρίες επειδή η βασίλισσα της Αγγλίας βράβευσε τον Ρούσντι. «Θάνατος στον Ρούσντι», «Θάνατος στους άπιστους» γράφουν τα πανό. Αφήνω το φουαγιέ και βγαίνω έξω. Το ραντεβού είναι στην οδό Ιstiklal, δίπλα στην πλατεία Τaxim. Ένας εντυπωσιακός δρόμος, δύο φορές πιο φαρδύς από την Ερμού. «Εδώ παρελαύνει όλη η Ιστανμπούλ», μου λέει ένας Τούρκος φοιτητής, ο Σελτσούκ. Φτωχοί και πλούσιοι, Ανατολιστές και Δυτικοί, κεμαλιστές και ισλαμιστές, τουρίστες και επαίτες. Απόψε η Ιstiklal είναι ένα «ηφαίστειο» πολυκοσμίας. Το κόκκινο τραμ, που τη διαπερνά, προχωρά με χίλια βάσανα. Από κάποιο δισκοπωλείο ακούγεται το «L΄ homme d΄ Ιstanbul» του Σαρλ Αζναβούρ. Το σάουντρακ της γνωστής ταινίας του ΄60 «Μan in Ιstanbul». Μια ταινία α λα Τζέιμς Μποντ, με πολλούς πράκτορες, άφθονες σφαίρες και πάμπολλα όπλα. Στην Ιstiklal εκείνη τη στιγμή περνούν τρεις Τούρκοι αστυνομικοί. Ο ένας κρατά στο δεξί του χέρι έναν πολυβόλο. Με τέτοια άνεση και ξεγνοιασιά, λες και πρόκειται για νεροπίστολο. Ξαφνικά σταματούν. Αρχίζουν και ψάχνουν μια μηχανή που στέκεται σταθμευμένη ολομόναχη. «Έλεγχοι ρουτίνας. Ο φόβος για βομβιστικές επιθέσεις», μου εξηγεί ο Σελτσούκ. Στην ταινία «Μan in Ιstanbul» βλέπεις, επίσης, πολλά μπικίνι. Στην Ιstiklal απόψε βλέπεις πολλές ισλαμικές μαντίλες. Οι οποίες περνούν, δίπλα ή παρέα με μοντέρνες και προκλητικές εμφανίσεις. Επειδή είναι το κύριο θέμα συζήτησης στην Τουρκία, τις παρατηρώ με μια περιέργεια σχεδόν νοσηρή. Στρίβω δεξιά σ΄ ένα από τα δρομάκια. Μια γυναίκα, με την ισλαμική μαντίλα, κάθεται στο πεζοδρόμιο και τραγουδά μελαγχολικά τραγούδια παίζοντας κιθάρα. Έχει στρώσει μπροστά της τη θήκη της κιθάρας για να μαζέψει την «αμοιβή» από τους περαστικούς. Είναι η εικόνα ενός άλλου Ισλάμ. Ενός Ισλάμ που δεν έχει καμιά σχέση με αυτούς που κραδαίνουν τα πανό: «Θάνατος στους άπιστους»...

TA NEA: ΣΑΒΒΑΤΟ, 23 ΙΟΥΝΙΟΥ 2007

Παρασκευή, Ιουνίου 22, 2007

Κόσοβο: έτος μηδέν

Το Κόσοβο «αρχίζει» στο Gazimestan. Μια περιοχή δεκαπέντε χιλιόμετρα βορειοδυτικά της πρωτεύουσας Πρίστινα. Οι μύθοι, οι λαϊκοί θρύλοι, οι εκ διαμέτρου αντίθετες εθνικές αφηγήσεις των Σέρβων και των Αλβανών, όλα αυτά μαζί βρίσκονται εδώ. Στο Γκαζιμεστάν έγινε η περίφημη «Μάχη του Κοσόβου». Το 1389 συγκρούστηκαν οι στρατοί του Σέρβου πρίγκιπα Λαζάρου και του σουλτάνου Μουράτ Α΄. Οι Σέρβοι νικήθηκαν. Την παλαιά αυτή ήττα όμως τη μετέτρεψαν σε τοτέμ της νεώτερης ιστορίας τους και σε «αδιάσειστο στοιχείο» ότι το Κόσοβο είναι αποκλειστικά δικό τους. Οι Αλβανοί αντιλέγουν ότι στο πλευρό του Σέρβου πρίγκιπα πολεμούσαν και Αλβανοί πρίγκιπες της εποχής, αλλά οι Σέρβοι το αποσιωπούν. Οι Σέρβοι προβάλλουν τα μεσαιωνικά τους μεγαλεία. Οι Αλβανοί ανταπαντούν με την αρχαιότητά τους: εμείς ήμασταν πάντα εδώ, οι Σέρβοι ήρθαν από τα Ουράλια τον πέμπτο αιώνα μ.Χ. Η κάθε πλευρά προσπαθεί να φτιάξει έναν δικό της χρόνο, που συνήθως αφήνει απ΄ έξω την άλλη. Ίσως να είναι αυτός ο λόγος που οι αφηγήσεις της κάθε πλευράς ηχούν μονίμως άχρονες και αναχρονιστικές...

***
Στο Γκαζιμεστάν δεσπόζει το μνημείο της μάχης του Κοσόβου, χτισμένο μετά τον Β΄ Παγκόσμιο. Στα πόδια αυτού του μνημείου, ύψους είκοσι πέντε μέτρων, μπροστά σε ένα τεράστιο πλήθος που ξεχείλιζε από εθνικιστικό πάθος, ο Μιλόσεβιτς ανήγγειλε το 1989 την κατάργηση της αυτονομίας του Κοσόβου και την ιστορική ρεβάνς των Σέρβων. Άφησε πίσω του ταπείνωση και ερείπια. Τώρα το μνημείο βρίσκεται περικυκλωμένο από συρματοπλέγματα, στρατιώτες, τανκς και πολυβόλα. Είναι οι στρατιώτες της ΚFΟR που το προστατεύουν από την εκδικητική μανία των Αλβανών. Ένας από τους στρατιώτες, οπλισμένος σαν αστακός, με πλησιάζει και με ρωτά τι γυρεύω. Του εξηγώ πως επιθυμώ να βγάλω μια φωτογραφία του μνημείου. Ζητά τα χαρτιά μου ενώ με «ψαχουλεύει» με ένα καχύποπτο βλέμμα. «Πρέπει να μιλήσουμε με τον στρατηγό, αυτός δίνει το ΟΚ» λέει κοφτά. Περιμένω είκοσι λεπτά περίπου. Επιστρέφει και μου ανακοινώνει πως δεν γίνεται: «Λόγοι ασφαλείας». Βλέπω την εθνικότητά του πάνω στη στολή: Slοvcon (Σλοβακία). Σκέφτομαι πως Σλοβάκοι και Τσέχοι χώρισαν κι εκείνοι το 1991. Κατάφεραν όμως να χωρίσουν ειρηνικά. Χωρίς ομαδικούς τάφους και εθνοκαθάρσεις. Φεύγω...

Σε μια απόσταση τριακοσίων μέτρων από το μνημείο, στην άλλη πλευρά του δρόμου, βρίσκεται ο τάφος του σουλτάνου Μουράτ Α΄. Σύμφωνα με τον λαϊκό θρύλο τον σουλτάνο τον έσφαξε, στη τέντα του, ένας Σέρβος στρατιώτης, ονόματι Μίλος Όμπιλιτς. Για τους Σέρβους ο Όμπιλιτς είναι εθνικός ήρωας. Προς τιμήν του υπάρχει και η ομώνυμη κωμόπολη, σε απόσταση πεντακοσίων μέτρων από τον τάφο του σουλτάνου. Είναι από τις λίγες που συγκατοικούνται ακόμα από Αλβανούς και Σέρβους. Οι Αλβανοί όμως προσπαθούν να αλλάξουν το όνομα της κωμόπολης, να τη μετονομάσουν «Καστριότ». Να της δώσουν δηλαδή το όνομα του δικού τους εθνικού ήρωα Gjergj Κastrioti Skenderbej. Το «χαράτσι» αυτής της διαμάχης το πληρώνει η ειδική πινακίδα που υπάρχει πάνω στην «εθνική» οδό που συνδέει την Πρίστινα με τη Μιτρόβιτσα. Την ημέρα η πινακίδα γράφει «Οbilic». Την νύχτα το «Οbilic» εξαφανίζεται και γίνεται «Κastrioti». Την ημέρα το «Οbilic» επανέρχεται. Την νύχτα γίνεται ξανά «Κastrioti». Αναρωτιέμαι γιατί Αλβανοί και Σέρβοι δεν συμφωνούν να συνυπάρχουν και οι δυο εθνικοί ήρωες στην πινακίδα. Αλλά η απάντηση είναι σχετικά «εύκολη»: η συνύπαρξη, για την ώρα, είναι μια λέξη σχεδόν ανύπαρκτη...

Πίσω στην Πρίστινα. Στην είσοδό της δεκάδες αφίσες. «Τhank you USΑ!» («Ευχαριστούμε ΗΠΑ!»). «Ανήκουν» στους Αλβανούς. Οι Σέρβοι, στους θυλάκους τους, προτιμούν άλλες: «Fuck USΑ. Russia help us!» («Γάμα την Αμερική. Ρωσία βοήθα μας!»). Εδώ πέρα ο Ψυχρός Πόλεμος δεν έχει τελειώσει ακόμα. Κατά τα άλλα, οι Αλβανοί, που αποτελούν το 90% του πληθυσμού(2.4 εκατ.), περιμένουν την τυπική ανακήρυξη της ανεξαρτησίας. Οι Σέρβοι, όσοι έμειναν μετά την αποχώρηση του σερβικού στρατού το 1999, είναι διχασμένοι. Κάποιοι το έχουν πάρει απόφαση ότι το παιχνίδι χάθηκε τελεσίδικα. Άλλοι ελπίζουν ακόμα στο θαύμα ή στη διχοτόμηση του Κοσόβου. Για την ώρα πάντως το Κόσοβο είναι μια σουρεαλιστική χώρα. Προτεκτοράτο του ΟΗΕ όπου το επίσημο νόμισμα είναι το ευρώ. Οι κωδικοί της σταθερής τηλεφωνίας είναι σέρβικοι. Της κινητής τηλεφωνίας είναι του...

Πριγκιπάτου του Μονακό. Τώρα το Κόσοβο καλείται να επιλέξει δική του σημαία. Η οποία, σύμφωνα με τις οδηγίες του ΟΗΕ, δεν πρέπει να έχει την παραμικρή σχέση με την αλβανική και τη σερβική σημαία. Ο διαγωνισμός για το καινούργιο εθνόσημο προσφέρεται για καλλιτέχνες με άφθονη φαντασία...

Η Πρίστινα είναι μια άσχημη πόλη. Πολύ ζωντανή όμως. Στην κεντρική λεωφόρο της δεσπόζουν οι παλαιές πολυκατοικίες, με μια δορυφορική κεραία «φυτεμένη» σε κάθε μπαλκόνι. Δεσπόζουν επίσης εκατοντάδες κόκκινες αφίσες με το γράμμα «R» ζωγραφισμένο με μαύρο χρώμα στη μέση. Εάν δεν ξέρεις αλβανικά νομίζεις ότι πρόκειται για διαφημίσεις επώνυμου ρούχου. Όταν πλησιάζεις διαβάζεις την επιγραφή: «Μe Ramushin» («Με τον Ραμούς»). Πρόκειται για εκστρατεία υποστήριξης του Ραμούς Χαραντίναϊ, πρώην αρχηγού του UCΚ που δικάζεται για εγκλήματα πολέμου από το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης. Δίπλα στις αφίσες νεαρά κορίτσια προσπερνούν ξέγνοιαστα. Δίπλα στα κορίτσια ξένοι στρατιώτες από όλες τις φυλές του Ισραήλ. Δίπλα στους ξένους στρατιώτες ανήλικα παιδιά κρατούν κούτες με τσιγάρα. Σε προσκαλούν να αγοράσεις υπό το αυστηρό βλέμμα του αγάλματος του εθνικού ήρωα των Αλβανών, του Σκεντέρμπεη. Δίπλα στο άγαλμα βρίσκεται το Κοινοβούλιο του Κοσόβου. Στα κάγκελά του κρέμονται εκατοντάδες φωτογραφίες αγνοούμενων νεαρών Αλβανών. Οι συγγενείς τους ακόμα τους ψάχνουν. Και ακόμα ελπίζουν πως δεν θα τους βρουν σε κάποιον ομαδικό τάφο...


Τα όνειρα του Ντέγιαν...

Κατευθύνομαι προς την Γκρατσάνιτσα. Είναι ένας από τους πιο σημαντικούς σερβικούς θυλάκους, ξακουστή και για το παλαιό ορθόδοξο μοναστήρι της, χτισμένο το 1321. Με το που μπαίνω στην πόλη ένα μήνυμα φθάνει στο κινητό μου: «Welcome. Ηave a pleasant stay with Τelekom Srbija». Στο κτίριο του αστυνομικού τμήματος κυματίζει η σερβική σημαία. Απέναντι από το κτίριο, πάνω στο πεζοδρόμιο, στη λαϊκή αγορά ηλικιωμένοι άνδρες και ηλικιωμένες γυναίκες προσπαθούν να πωλήσουν την πραμάτειά τους.

Προχωράω ανάμεσα σε σπίτια και μαγαζιά. Στην τζαμαρία των μαγαζιών είναι ακόμα κολλημένες αφίσες από την προεκλογική εκστρατεία στη Σερβία. Λίγο πιο πέρα εμφανίζεται το προαύλιο ενός σχολείου. Είναι το Λύκειο της πόλης. Δίπλα του, το κτίριο του Τμήματος Μαθηματικών και Φυσικών Επιστημών, παράρτημα του Πανεπιστημίου της Μιτρόβιτσα. Μπαίνω μέσα. Με υποδέχονται δύο Σέρβοι καθηγητές του Εργαστηρίου Πληροφορικής. Μου διευκρινίζουν αμέσως ότι δεν θέλουν να μιλήσουν για πολιτική. Η κουβέντα προχωρά μετ΄ εμποδίων και τη σιωπή γεμίζουν οι εκατέρωθεν φιλοφρονήσεις, ρουφώντας τον ζεστό τούρκικο καφέ. Εκείνη τη στιγμή έρχονται δύο φοιτητές. Ο Ντέγιαν και ο Αλεξάντερ. Ο Ντέγιαν μου εξηγεί ότι λατρεύει το Ίντερνετ και πως μόλις άνοιξε ένα computer shop.
«Σπουδάζω και δουλεύω ασταμάτητα» μου λέει. Ζητάω τη γνώμη του για τους Αλβανούς. «Παντού υπάρχουν καλοί και κακοί. Εγώ συνεργάζομαι και κάνω παρέα με Αλβανούς».

Και για ποια πράγματα μιλάτε;

«Για σπουδές, μπίζνες και κορίτσια».

Πας συχνά στην Πρίστινα;

«Κάθε μέρα, για να συναντήσω τους Αλβανούς φίλους μου».

Πάτε μαζί για διασκέδαση τα βράδια;

«Όχι, φοβόμαστε. Υπήρχαν περιπτώσεις που Αλβανοί επιτέθηκαν σε Σέρβους. Είναι επικίνδυνο και για τους Αλβανούς φίλους μου να μας δουν μαζί. Με καλούν στα πάρτι στα σπίτια τους».
Σε τι γλώσσα μιλάτε; «Σέρβικα και αλβανικά. Πριν από έναν χρόνο άρχισα να μαθαίνω αλβανικά».
Γιατί;

«Γιατί έτσι είναι το σωστό νομίζω. Άλλωστε πώς μπορώ να κάνω δουλειές εάν δεν ξέρω αλβανικά...».

Το μέλλον σου πού το βλέπεις;

«Εδώ».

Και εάν το Κόσοβο γίνει ανεξάρτητο;

«Κοίταξε, δεν με νοιάζει ποιο θα είναι το αφεντικό εδώ πέρα. Με νοιάζει να υπάρχουν ελευθερία και δουλειές».
Φεύγω από την Γκρατσάνιτσα χωρίς να είμαι σίγουρος ε
άν αυτό που επικρατεί στο Κόσοβο λέγεται εύθραυστη ειρήνη ή παρατεταμένη εκεχειρία. Στον δρόμο της επιστροφής, στη μέση ενός λιβαδιού, βλέπω ξανά εκείνη την αφίσα με το γράμμα «R». «Για τον στρατηγό Ραμούς» γράφει από κάτω. Αρχίζω τότε και μουρμουρίζω το τραγούδι του Ντε Γκρεγκόρι «Στρατηγέ, πίσω από τον λόφο υπάρχει η νύχτα, μαύρη και δολοφονική/ και στη μέση του λιβαδιού μια χωριάτισσα που μοιάζει με παιδί/ ένα παιδί πενήντα ετών και πέντε παιδιών/ που ήρθαν στον κόσμο σαν κουνέλια/ που διασκορπίστηκαν στον κόσμο σαν στρατιώτες και ακόμα δεν επέστρεψαν»...

ΣΑΒΒΑΤΟ: 16 ΙΟΥΝΙΟΥ 2007

Τετάρτη, Ιουνίου 13, 2007

My dear watch!


Dear all,

Καθώς ξέρετε ο Πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών Γιώργος Μπούσης (ελληνιστί), Gjergj Bushi (αλβανιστί), George Walker Bush (αγγλιστί), επεσκέφθη την Αλβανία τις προάλλες. Στη κωμόπολη FushKrujë, "ασπάστηκε" το πλήθος, το οποίο και τον αποθέωσε σαν rockstar, βγάζοντας ίσως, με αυτό τον τρόπο, τα απωθημένα της κομμουνιστικής εποχής, όπου το ροκ εν ρολ απαγορευόταν και η Αμερική θεωρούνταν ο "Μεγάλος Σατανάς". Αυτή όμως είναι μια άλλη, μεγάλη συζήτηση.

Μεγάλη έκπληξη, που μετατράπηκε σχεδόν σε αγαλλίαση, προκάλεσε η είδηση ότι οι Αλβανοί έκλεψαν το ρολόι του Πλανητάρχη. Ένας φίλος μου, που εργάζεται σε ελληνικό τηλεοπτικό κανάλι (για ευνόητους λόγους δεν μπορώ να αναφέρων το όνομά του), μου περιέγραψε με τι χαρά υποδέχτηκαν την είδηση αυτή οι συντάκτες. Η είδηση ότι οι Αλβανοί έκλεψαν το ρολόι, διαδόθηκε και «χαροποίησε ακόμα και τις καρδιές των κοριτσιών που βρίσκονταν στο μακιγιάζ» μου είπε. Ιδού λοιπόν που από την Αλβανία έρχονται και καλές ειδήσεις!!! Ακόμα και ο μεγάλος δημοκράτης Φιντέλ Κάστρο, εκεί στη «Nήσο της Eπανάστασης», πήδηξε απο τη χαρά του, στο κρεβάτι του νοσοκομείου όπου βρίσκεται, μόλις έμαθε την είδηση. (Ζωή να έχει και αυτός για να δουν άσπρη μέρα οι Κουβανοί…).

Το ζήτημα είναι ότι χθες το βράδυ, το αμερικανικό δίκτυο NBC, μετέδωσε εικόνες όπου φαίνεται ότι ο Bush βγάζει ο ίδιος το ρολόι και το βάζει στη τσέπη του. Λέτε να αληθεύει κάτι τέτοιο; Ή μήπως πρόκειται για φωτομοντάζ των ιμπεριαλιστών; Και γιατί ο Μπους έβγαλε το ρολόι του; Προφανώς γιατί φοβόταν μην του το κλέψουν οι Αλβανοί! Τώρα όμως, πρέπει να μπούμε στο κεφάλι του Bush και εγώ προσωπικά δεν έχω καμία διάθεση να μπω σ’εκείνο το κεφάλι... Θα περιμένω την ερμηνεία στα δελτία των οκτώ. Έχω ήδη στηθεί μπροστά στην οθόνη.

Όπως και να έχει, είτε το έκλεψαν οι Αλβανοί το ρολόι είτε όχι, αυτό που μένει είναι ότι: «Εάν δώσεις το χέρι σου στον Αλβανό, ψάξε για το ρολόι σου!». Ένα παρόμοιο ανέκδοτο κυκλοφορεί και για τους Έλληνες: «Εάν δώσεις το χέρι σου σε έναν Έλληνα, μετά μέτρα τα δάκτυλά σου!». Η πηγή όλων αυτών των «ανεκδότων» ξέρετε ποια είναι. Δεν χρειάζεται να σας τη πω εγώ. Μεγάλα παιδιά είστε…

Τέλος, δείτε με τα μάτια σας, τι σκάρωσαν οι ιμπεριαλιστές του NBC και του Reuters, για να διαψεύσουν την χαρμόσυνη είδηση ότι οι Αλβανοί έκλεψαν το ρολόι, κάνοντας κλικ εδώ: http://www.reuters.com/news/video?videoId=56619&videoChannel=1

Τρίτη, Ιουνίου 12, 2007

Βιαστικές, καλοκαιρινές σημειώσεις

Τρίτη βράδυ. Παγκόσμια Ημέρα Περιβάλλοντος. Περιμένω να πάει η ώρα δέκα, να σβήσω τα φώτα για δέκα λεπτά. Δέκα λεπτά στο σκοτάδι για τη σωτηρία της Γης μας, που καμιά φορά είναι τόσο όμορφη «με τα θαύματα του κόσμου που είναι εκεί, πάνω στη Γη, παρέα με τις συμφορές, τους λεγεωνάριους, τους βασανιστές, τα αφεντικά αυτού του κόσμου, τα αφεντικά με τους παπάδες, τους τεμενάδες και τους χαφιέδες, με τις εποχές, με τα όμορφα κορίτσια και τους χοντρομαλάκες, με το άχυρο της φτώχειας που σαπίζει στο ατσάλι των όπλων» (Ζακ Πρεβέρ).
Δέκα λεπτά. Πάνω στη φούρια μου κατεβάζω τον γενικό. Βάζω τα γέλια. Σκέφτομαι ότι κάθε μέρα που περνά, δικαιώνονται οι υπερασπιστές του «πίσω ολοταχώς!». Τον πόθο για το φως τον αντικαθιστά, σιγά σιγά, η νοσταλγία για το σκοτάδι. Μέχρι τώρα το σκοτάδι ήταν σύμβολο φόβου και χαμού. Τώρα γίνεται mainstream. Γίνεται, επιπλέον, σύμβολο ελπίδας και σωτηρίας. Θεός φυλάξοι!
Περικυκλωμένος από το σκοτάδι του δωματίου μου, θυμάμαι την ιστορία εκείνου του δασκάλου που ρώτησε τους μαθητές του: «Παιδιά, ποιος μπορεί να μας πει, τι χρωστάει ο αιώνας μας στον Τόμας Έντισον;». Σε αυτόν δηλαδή που επινόησε τον λαμπτήρα. Κάποιος μαθητής πετάγεται και λέει: «Δάσκαλε, εγώ μπορώ να απαντήσω! Χωρίς τον κύριο Έντισον θα βλέπαμε τηλεόραση στο φως των κεριών»!
Περνάνε τα δέκα λεπτά. Ανεβάζω τον γενικό, ανάβω το φως, ανάβω την τηλεόραση. Ειδήσεις. Τίτλος: «ΗΠΑ-Ρωσία: επιστρέφει ο Ψυχρός Πόλεμος». (Μια άλλη ένδειξη ότι πάμε πίσω ολοταχώς!). Μετά, η επίσκεψη Μπους στην Αλβανία. Ενθουσιασμός. Τυφλός φιλοαμερικανισμός. Ο Μπους που αγκαλιάζεται με το πλήθος. Ο σαρκαστικός τίτλος μιας αλβανικής εφημερίδας: «Παρακαλώ, ελάτε να μας καταλάβετε!». Η αυτοσαρκαστική ατάκα μιας άλλης αλβανικής εφημερίδας: «τι το κοινό έχουν για την ώρα η Αλβανία με την Αμερική; Και στις δυο χώρες πωλούνται τα όπλα με το κιλό!». Μακάριοι όσοι ξέρουν να αυτοσαρκάζονται. Οι εθνικιστές δεν θα τη μάθουν ποτέ την τέχνη αυτή. Γιατί ο αυτοσαρκασμός σημαίνει κυρίως αυτογνωσία.
Κλείνω την τηλεόραση. Βγαίνω στον δρόμο. Πάω να δω την ταινία του Εμανουέλε Κριαλέζε για το ταξίδι των Ιταλών μεταναστών προς το αμερικανικό όνειρο. «Νέος Κόσμος» είναι ο πρωτότυπος τίτλος. «Χρυσή Πύλη» ο αγγλικός. «Χαμένα όνειρα» το μετέφρασαν στα ελληνικά. Βρήκαν ό,τι πιο μελό και φολκλορικό. Η ταινία του Κριαλέζε είναι αριστούργημα. Τραγική, κωμική, σπαρακτική, ανθρώπινη. Κοντολογίς, αυτό που ήταν και είναι η μετανάστευση. Πίσω από την πλάτη μου, δυο Ιταλίδες, μουρμουρίζουν συνέχεια: «οι μαλάκες οι Αμερικανοί», «το έχει παρακάνει ο σκηνοθέτης»... Πονάει να βλέπει κανείς τον κωμικοτραγικό «εαυτό» του πριν από δεκαετίες. Οι περισσότεροι προσπαθούν να τον ενταφιάσουν στα άδυτα της λήθης. Η αλήθεια πονάει. Είναι όμως, αν μη τι άλλο, ο μοναδικός τρόπος για να κάνεις αληθινή τέχνη. Η ταινία τελειώνει, με τους Ιταλούς μετανάστες, με τους μετανάστες όλου του κόσμου, να κολυμπούν στα ποτάμια γάλακτος των ονείρων τους, αφού πρώτα υποβλήθηκαν σε ταπεινωτικές εξετάσεις από τις αρχές της νέας τους πατρίδας. Επιστρέφω στο δωμάτιό μου. Ανάβω το φως, ανάβω τον υπολογιστή. Ελέγχω τα e-mail μου. Ανάμεσα στα άλλα ένα παράξενο μήνυμα. «Εσείς που βγάλατε πύρινους λόγους ενάντια σε όσους απαγόρευσαν τα σκίτσα του Μωάμεθ, γιατί δεν γράψατε τίποτα για την Εύα Στεφανή, φοβάστε;». Τι να απαντήσω; Έγραψαν άλλοι για το θέμα. Αλλά ναι, κύριε μου, φοβάμαι κιόλας. Με μια άδεια παραμονής κυκλοφορώ. Την οποία την κουβαλώ παντού. Ακόμα κι όταν πάω να πετάξω τα σκουπίδια. Άσε που πάσχω και από αστυνομοφοβία. Την έχω κληρονομιά από την Αλβανία της εποχής του τυφλού αντιαμερικανισμού. Ακόμα και σήμερα, όταν βλέπω περιπολικό μπροστά μου, μου κόβονται τα πόδια. Και σοβαρολογώ...

TA NEA: 12 IOYNIOY 2007

Τρίτη, Ιουνίου 05, 2007

Σόλωνος και Ασκληπιού γωνία... (αφιερωμένο στην Ί.)

Μέρα μεσημέρι. Διασταύρωση Σόλωνος και Ασκληπιού, περιμένοντας κάποιον γνωστό. Άνθρωποι που περνούν, όλων των ειδών. Αυτοκίνητα και μηχανάκια που περνούν, όλων των ειδών. Δίπλα μου τρία νεαρά αγόρια και δίπλα τους ένας πάγκος με την επιγραφή «Jesus loves you» («Ο Ιησούς σε αγαπά»). Φορούν πουκάμισα λευκά και μπλε γραβάτες (εάν θυμάμαι καλά). Στέκομαι και τους κοιτάζω για μια στιγμή. Είναι και οι τρεις πολύ νέοι, πολύ ευγενικοί και πολύ ψηλοί: μοιάζουν με μπασκετμπολίστες. Κρατούν στα χέρια τους κίτρινα φυλλάδια, όπου με μεγάλα μαύρα γράμματα είναι γραμμένη η πρόταση: «God loves you» («Ο Θεός σε αγαπά»). Μου έρχεται στον νου το τραγούδι του Ζucchero «Υπερβολική δόση αγάπης»: «Μα τον Θεό, έχω ανάγκη για αγάπη/ διαφορετικά νιώθω χάλια/ Έχω ανάγκη για αγάπη/ καθ΄ όλη τη διάρκεια της ημέρας και από όσο γίνεται περισσότερους/ Έχω ανάγκη για την αγάπη μιας γυναίκας, ενός άνδρα, ενός αδέσποτου σκυλιού/ Χρειάζομαι τη δόση μου/ Χρειάζομαι μια υπερβολική δόση αγάπης/ Μα τον Θεό, τη χρειάζομαι την αγάπη σου»...
Τα τρία νεαρά αγόρια προσπαθούν να μοιράσουν τα κίτρινα φυλλάδια στους περαστικούς. Οι περαστικοί, από την πλευρά τους, προσπερνούν τον πάγκο και τα αγόρια. Κάποιοι αδιαφορούν παντελώς. Βιάζονται, απορροφημένοι καθώς είναι από τις έγνοιες τις εγκόσμιες. Άλλοι τους ρίχνουν μια ερευνητική ματιά, στα πεταχτά. Άλλοι τους κοιτούν με κάποια δόση καχυποψίας. Ελάχιστοι σταματούν για λίγο, παίρνουν το κίτρινο φυλλάδιο «Ο Θεός σε αγαπά» και συνεχίζουν τον δρόμο τους κανονικά... Κάποια στιγμή, μια νεαρή κοπέλα περνά. Κουβαλά στο χέρι της ένα βιβλίο, ίσως να είναι φοιτήτρια. Φορά ένα κοντομάνικο κίτρινο μπλουζάκι σαν το χρώμα του φυλλαδίου και μαύρη παντελόνα. Ένα από τα αγόρια τη ρωτά ευγενικά εάν γνωρίζει αγγλικά. Η κοπέλα σταματά και απαντά «ναι». Τότε το νεαρό αγόρι, σαν να τον έχουν κουρδίσει, αρχίζει και ρητορεύει. Οι χειρονομίες του μου θυμίζουν τους ευγενικούς γιατρούς που εξηγούν στους ασθενείς την αρρώστια από την οποία έχουν προσβληθεί ή μπορεί να προσβληθούν στο μέλλον εάν δεν προσέξουν τις συμβουλές τους. Τεντώνω τα αυτιά μου για να ακούσω κάτι από την κουβέντα. Τον ακούω να της εξηγεί για την οργάνωσή τους, τον λόγο του Θεού, την αληθινή αγάπη, την πραγματική ευτυχία. Η νεαρή κοπέλα τον ακούει χαμογελώντας. Ξαφνικά τον διακόπτει: «Ωχ, φίλε μου εγώ είμαι πολύ ευτυχισμένη. Ξέρεις κάτι, εγώ σ΄ αγαπώ, αγαπώ όλο τον κόσμο, γιατί είμαι ερωτευμένη. Η ζωή είναι όμορφη... Ι΄m sorry, God achieved his purpose with me» («Λυπάμαι, ο Θεός εκπλήρωσε τον σκοπό του μαζί μου»). Το νεαρό αγόρι έχει μείνει σαν χτυπημένος από κεραυνό. Έχει ένα τέτοιο αμήχανο ύφος σαν να είδε ξαφνικά τον Θεό καταπρόσωπο. Ή σαν να ανακάλυψε ότι ο Παντοδύναμος λείπει σε ταξίδι για δουλειές. Προσπαθεί να βάλει κάπου τα χέρια του. Ίσως, εκείνη τη στιγμή, να ευχόταν ο Θεός να είχε κάνει τον άνθρωπο χωρίς χέρια. Αφού τον έκανε με χέρια όμως, εκείνος ψάχνει πού να τα βάλει τώρα. Η κοπέλα τού πετά ένα ευγενικό «bye» και συνεχίζει τον δρόμο της. Στρίβει αριστερά και χάνεται... Λένε πως με τους ερωτευμένους και τους φτωχούς πρέπει να προσέχεις όταν μιλάς για τον Θεό. Την προηγούμενη μέρα είχα δει την «Αγία Ιωάννα των Σφαγείων» του Μπρεχτ. Λίγο πριν πεθάνει η Αγία είπε: «Και όσοι βγαίνουν μπροστά στους φτωχούς και φωνάζουν πως υπάρχει Θεός και πως είναι αόρατος, αυτούς λοιπόν να τους χτυπήσετε τα κεφάλια χάμω μέχρι να τους τιναχτούν έξω τα μυαλά». Για θεατρικό έργο πρόκειται, προς Θεού, μην πάρετε τοις μετρητοίς τα λόγια της...

TA NEA: 5 IOYNIOY 2007

Παρασκευή, Ιουνίου 01, 2007

ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΜΑΛΙΑ

«Ο ασθενής έχει το δικαίωμα του σεβασμού του προσώπου του και της ανθρώπινης αξιοπρέπειάς του»

(σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 47 του Ν. 2071/ 1992)


«Να γίνουν εξαίρεση οι αλμπάνηδες ρε παιδια, όχι ο κανόνας...»

(Αμαλία Καλυβίνου, 1977-2007)

Από την ηλικία των οκτώ ετών, η Αμαλία ξεκίνησε να πονάει. Παρά τις συνεχείς επισκέψεις της σε γιατρούς και νοσοκομεία, κανένας δεν κατάφερε να διαγνώσει εγκαίρως το καλόηθες νευρίνωμα στο πόδι της. Δεκαεπτά χρόνια αργότερα, η Αμαλία έμαθε ότι το νευρίνωμα είχε πια μεταλλαχθεί σε κακόηθες νεόπλασμα.

Για τα επόμενα πέντε χρόνια η Αμαλία είχε να παλέψει όχι μόνο με τον καρκίνο, αλλά και με την παθογένεια ενός Εθνικού Συστήματος Υγείας που επιλέγει να κλείνει τα μάτια στα φακελάκια και επιμένει να κωλυσιεργεί με παράλογες γραφειοκρατικές διαδικασίες. Πέρα από τις ακτινοβολίες και τη χημειοθεραπεία, η Αμαλία είχε να αντιμετωπίσει την οικονομική εκμετάλλευση από γιατρούς που στάθηκαν απέναντί της και όχι δίπλα της. Πέρα από τον πόνο, είχε να υπομείνει την απληστία των ιδιωτικών κλινικών και την ταλαιπωρία στις ουρές των ασφαλιστικών ταμείων για μία σφραγίδα.

Η Αμαλία άφησε την τελευταία της πνοή την Παρασκευή 25 Μαϊου 2007. Ήταν μόλις 30 ετών.

Πριν φύγει, πρόλαβε να καταγράψει την εμπειρία της και να τη μοιραστεί μαζί μας μέσα από το διαδικτυακό της ημερολόγιο. Στην ηλεκτρονική διεύθυνση http://fakellaki.blogspot.com, η νεαρή φιλόλογος κατήγγειλε επώνυμα τους γιατρούς που αναγκάστηκε να δωροδοκήσει, επαινώντας παράλληλα εκείνους που επέλεξαν να τιμήσουν τον όρκο που έδωσαν στον Ιπποκράτη. Η μαρτυρία της συγκίνησε χιλιάδες ανθρώπους, που της στάθηκαν συμπαραστάτες στον άνισο αγώνα της μέχρι το τέλος.

«Ο στόχος της Αμαλίας ήταν να πει την ιστορία της, ώστε μέσα απ' αυτήν να αφυπνίσει όσο το δυνατόν περισσότερους ανθρώπους και συνειδήσεις. Κυρίως ήθελε να δείξει ότι υπάρχουν τρόποι αντίστασης στην αυθαιρεσία και την εξουσία των ασυνείδητων και ανάλγητων γιατρών, αλλά και των γραφειοκρατών υπαλλήλων του συστήματος υγείας.»

(Δικαία Τσαβαρή και Γεωργία Καλυβίνου - μητέρα και αδελφή της Αμαλίας)

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 77 του Ν. 2071/ 1992, θεωρείται πειθαρχικό παράπτωμα για τους γιατρούς του ΕΣΥ:

«Η δωροληψία και ιδίως η λήψη αμοιβής και η αποδοχή οποιασδήποτε άλλης περιουσιακής παροχής, για την προσφορά οποιασδήποτε ιατρικής υπηρεσίας»

Η Αμαλία Καλυβίνου αγωνίστηκε για πράγματα που θεωρούνται αυτονόητα σε ένα σύγχρονο ευρωπαϊκό κράτος. Δυστυχώς δεν είναι και τόσο αυτονόητα στην Ελλάδα. Συνεχίζοντας την προσπάθεια που ξεκίνησε η Αμαλία, διαμαρτυρόμαστε δημόσια και απαιτούμε:

* ΝΑ ΠΑΡΘΟΥΝ ΑΜΕΣΑ ΜΕΤΡΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΩΣΤΕ ΝΑ ΣΤΑΜΑΤΗΣΟΥΝ ΤΑ ΦΑΚΕΛΑΚΙΑ ΚΑΙ Η ΑΝΙΣΟΤΗΤΑ ΠΟΥ ΕΠΙΦΕΡΟΥΝ ΣΤΗΝ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΩΝ ΑΣΘΕΝΩΝ

* ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΠΙΟ ΕΥΕΛΙΚΤΟΣ Ο ΚΡΑΤΙΚΟΣ ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΣ ΩΣΤΕ ΝΑ ΜΗ ΘΡΗΝΗΣΟΥΜΕ ΞΑΝΑ ΘΥΜΑΤΑ ΕΞΑΙΤΙΑΣ ΧΡΟΝΟΒΟΡΩΝ ΓΡΑΦΕΙΟΚΡΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΩΝ

* ΝΑ ΕΠΙΒΛΗΘΕΙ ΑΥΣΤΗΡΟΤΕΡΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ ΣΤΗ ΔΙΑΠΛΟΚΗ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΚΑΙ ΙΑΤΡΙΚΟΥ ΚΑΤΕΣΤΗΜΕΝΟΥ

* ΝΑ ΑΞΙΟΠΟΙΗΘΟΥΝ ΟΙ ΑΝΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΤΕΣ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΑΚΕΣ ΥΠΟΔΟΜΕΣ ΚΑΙ ΝΑ ΥΠΑΡΞΕΙ ΣΥΝΕΧΗΣ ΚΑΙ ΑΡΤΙΑ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΚΑΤΑΡΤΙΣΗ ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ ΤΟΥΣ ΓΙΑΤΡΟΥΣ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΝΟΣΗΛΕΥΤΕΣ ΤΟΥ Ε.Σ.Υ.

* ΝΑ ΚΑΘΙΕΡΩΘΕΙ Η ΨΗΦΙΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΙΑΤΡΙΚΟΥ ΦΑΚΕΛΟΥ ΤΟΥ ΑΣΘΕΝΟΥΣ ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΩΣ, ΩΣΤΕ ΝΑ ΕΠΙΣΠΕΥΔΕΤΑΙ Η ΣΩΣΤΗ ΔΙΑΓΝΩΣΗ ΚΑΙ ΘΕΡΑΠΕΙΑ

ΑΣ ΠΑΨΕΙ ΠΛΕΟΝ Η ΥΠΟΚΡΙΣΙΑ ΤΩΝ ΚΥΒΕΡΝΩΝΤΩΝ, ΠΟΥ ΠΡΟΤΙΜΟΥΝ ΝΑ ΛΑΔΩΝΟΝΤΑΙ ΟΙ ΓΙΑΤΡΟΙ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΑΣΘΕΝΕΙΣ ΠΑΡΑ ΝΑ ΑΜΕΙΒΟΝΤΑΙ ΑΞΙΟΠΡΕΠΩΣ ΑΠΟ ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ.

* ΟΧΙ ΑΛΛΑ ΦΑΚΕΛΑΚΙΑ

* ΟΧΙ ΑΛΛΗ ΓΡΑΦΕΙΟΚΡΑΤΙΑ

* ΟΧΙ ΑΛΛΟΣ ΕΜΠΑΙΓΜΟΣ

ΔΙΚΑΙΟΥΜΑΣΤΕ ΔΩΡΕΑΝ ΚΑΙ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΗ ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ. ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ.

Την επόμενη φορά που θα χρειαστεί να δώσετε φακελάκι, μην το κάνετε. Προτιμήστε καλύτερα να κάνετε μια δωρεά. Η τελευταία επιθυμία της Αμαλίας ήταν η ενίσχυση της υπό ανέγερση Ογκολογικής Μονάδας Παίδων.
(Σύλλογος Ελπίδα, τηλ: 210-7757153, e-mail: inf0@elpida.org, λογαριασμός Εθνικής Τράπεζας: 080/480898-36, λογαριασμός Alphabank: 152-002-002-000-515) Θυμηθείτε να αναφέρετε ότι η δωρεά σας είναι "για την Αμαλία"