Τρίτη, Ιουλίου 31, 2007

Βlogs ενάντια στερεοτύπων

«Δεν μοιάζεις με Αλβανό». Δεν ξέρω πόσες φορές το έχω ακούσει, έχω χάσει τον λογαριασμό. Το άκουσα ξανά τις προάλλες από μια ηλικιωμένη κυρία, η οποία έκανε εμένα να της χαμογελάσω και την κόρη της, που είναι καλή μου φίλη, να κοκκινίσει και να την αγριοκοιτάξει. «Γιατί, πώς μοιάζουν οι Αλβανοί;» αντερωτώ συνήθως. Ο συνομιλητής μου, συνήθως, σηκώνει τους ώμους. «Να, μοιάζουν κάπως...» λέει και σέρνει το τελευταίο σίγμα, μήπως και βρει το περιερχόμενο του «κάπως». Δεν θα το βρει. Εγώ ξέρω το περιεχόμενό του. «Κάπως» σημαίνει: «δεν μοιάζεις με τους Αλβανούς που δείχνει η ΤV και αυτούς που έχω στο κεφάλι μου». «Κάπως» σημαίνει: «ταλαιπωρημένο πρόσωπο, που σου προκαλεί οίκτο ή απέχθεια, φτωχό ντύσιμο, έμφυτη έφεση στις βαριές χειρωνακτικές εργασίες». Κοντολογίς, "κάπως" σημαίνει ότι ο Αλβανός μοιάζει στον παππού του συνομιλητή μου...
Κάπως έτσι. Αυτό το «κάπως» λοιπόν λέγεται στερεότυπο. Και νομίζω ότι το στερεότυπο είναι μια από τις μεγαλύτερες αγάπες του ανθρώπου. Το αγαπούμε περισσότερα και από το αυτοκίνητό μας γιατί μας οδηγεί στον περίπλοκο κόσμο μας. Το βάζεις σαν αυτόματο πιλότο και το μυαλό σου προχωρεί χωρίς απορίες και δυσκολίες: η ζωή είναι ωραία, οι καλοί από εδώ, οι κακοί από εκεί. Είναι θαυματουργό το στερεότυπο γιατί αποδίδει το μέγιστο αποτέλεσμα με την ελάχιστη προσπάθεια. Δεν είναι άλλωστε αυτό το όνειρο του καθενός; Το στερεότυπο μας φτιάχνει τη φαντασία και τις σχέσεις εξουσίας. Γι΄ αυτό, όταν συναντούμε κάποιον που δεν μοιάζει στον Αλβανό, στον Έλληνα, στον Εβραίο που έχουμε στο κεφάλι μας τον βαφτίζουμε «εξαίρεση», «απόκλιση» (ή και «πουλημένο»), για να μην ταραχθεί ο τρόπος που βλέπουμε τον εαυτό μας και τους άλλους.
Συν αυτού, αγαπητοί μου φίλοι, το στερεότυπο πουλά. Οι αναγνώστες και οι θεατές θα καταναλώσουν με κέφι την ιστορία ενός Αλβανού που δαγκώνει. Θα σκαλώσουν ενδεχομένως με την ιστορία ενός Αλβανού που δεν δαγκώνει. Σε κάποιους μπορεί να προκληθεί και μια παράξενη επιθυμία να τον δαγκώσουν αυτόν τον Αλβανό που δεν μοιάζει με Αλβανό. Να, αυτά τα πράγματα, για τα οποία μιλώ, εξόργισαν και τη Χουλιάνα Ρινκόν Πάρα, μια Κολομβιανή που έχει γίνει από τις πιο διάσημες μπλόγκερ στον κόσμο και την οποία διαβάζω τακτικά. Η Κολομβία είναι η χώρα της κοκαΐνης. Το Πουέρτο Ρίκο του φτηνού σεξ. Έτσι παρουσιάζονται τις περισσότερες φορές αυτές οι χώρες στις ειδήσεις και στα βιβλία, γράφει η Χουλιάνα. «Αν καταφέρω να παρουσιάζω μια Κολομβία διαφορετική, κινδυνεύω να με κατηγορήσουν για πλαστογραφία». Ευτυχώς λοιπόν που υπάρχουν και τα μπλογκ, συνεχίζει, τα οποία είναι το βασίλειο της ελευθερίας της αφήγησης. Κανένας εκδότης ή συντάκτης δεν θα μας πει: «Αυτό το πράγμα δεν πουλά ή προκαλεί τις ΄΄ευαισθησίες΄΄ των αναγνωστών/θεατών μας».
Όταν ένας Ιρακινός μπλόγκερ γράφει τη μια μέρα για μια γιορτή και την άλλη για το πώς περπάτησε ανάμεσα στα πτώματα, μας περιγράφει την αντιφατική πραγματικότητα στο Ιράκ. Ναι, στο Ιράκ υπάρχουν και κήποι γεμάτοι λουλούδια. Ναι, η Ιερουσαλήμ είναι μια μοντέρνα πόλη, όχι αυτή που βλέπουμε στις ταινίες για τη ζωή του Χριστού. Ναι, στην Κολομβία υπάρχουν μεταπτυχιακοί φοιτητές που συχνάζουν στα ιρλανδέζικα μπαρ karaoke. Ναι, στην Ελλάδα οι μετανάστες δεν περνούν τον καιρό τους στα κελιά των αστυνομικών τμημάτων αλλά και διασκεδάζουν τα βράδια, δεν δουλεύουν μόνο για ένα κομμάτι ψωμί αλλά και για να κάνουν διακοπές. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν με νοιάζουν τα παιδιά που πεθαίνουν στο Ιράκ, η μαφία στην Κολομβία, οι αστυνομικοί που κακοποιούν μετανάστες, οι μετανάστες που «δαγκώνουν». Θέλω να μάθω όμως πώς ζουν και όλοι οι άλλοι. Και οι «άλλοι» είναι πολλοί. Σας εγγυώμαι εγώ, που δεν μοιάζω με Αλβανό...

INFO: Blogs μεταναστών που ζουν στην Ελλάδα:


http://deviousdiva.com/

http://silviaokaliova2.blogspot.com/

http://wunderbar-donnie.blogspot.com/

http://betabug.ch/blogs/ch-athens

http://hmeramoy.blogspot.com/

http://agonek.blogspot.com/

ΤΡΙΤΗ: 31 ΙΟΥΛΙΟΥ 2007

Σάββατο, Ιουλίου 28, 2007

Ένα μυστικό σωτήριο, αβάσταχτο...

Η δουλειά μου είναι να ερευνήσω την κρυφή γλώσσα των ονείρων. Είμαι ψυχαναλύτρια. Με λένε Σοφία Ρίτσμαν. Γεννήθηκα στις 28 Ιανουαρίου 1941, στην πόλη Λβoφ (Lwow) όπου ζούσαν μαζί Πολωνοί, Εβραίοι και Ουκρανοί. Την αποκαλούσαν Βιέννη της Ανατολής. Το Λβόφ άλλαξε πολλές φορές όνομα και επίσημη γλώσσα. Στα τέλη του 18ου αιώνα οι Αυστριακοί το μετονόμασαν Λέμπεργκ. Μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο οι Πολωνοί το ανακατέλαβαν και επανέφεραν το παλαιό όνομα. Το 1939, όταν οι Γερμανοί επιτέθηκαν στην Πολωνία, το Λβοφ βρέθηκε υπό σοβιετική διακυβέρνηση. Οι ναζί είχαν υπογράψει συνθήκη με τον Στάλιν για να διαμοιράσουν την Πολωνία. Άλλαξε ξανά όνομα και επίσημη γλώσσα. Το πιστοποιητικό γέννησής μου έχει σαν επικεφαλίδα το «Προλετάριοι όλου του κόσμου ενωθείτε». Σήμερα το Λβοφ βρίσκεται στην Ουκρανία. Δυσκολεύομαι πάντα να απαντήσω στο ερώτημα «από πού είσαι;». Για τους ανθρώπους που τους έχει ξεριζώσει η ιστορία δεν υπάρχει μια απλή απάντηση. Οι γονείς μου είναι Εβραίοι. Πριν πέσει το Λβοφ στα χέρια των Σοβιετικών ο πατέρας μου, ο Λέον Ράιχμαν, ήταν κομμουνιστής. Όταν τον γνώρισα, είχε γίνει αντικομμουνιστής. Είδε την εφαρμογή της θεωρίας στην πράξη και φρικίασε. Πάντως, τα δυο χρόνια υπό τους Ρώσους δεν μοιάζουν τόσο άσχημα, γνωρίζοντας τι επρόκειτο να συμβεί αργότερα. Πέντε μήνες μετά τη γέννησή μου οι χειρότεροι φόβοι των Εβραίων έγιναν πραγματικότητα.Οι ναζί επιτέθηκαν στη Σοβιετική Ένωση και κατέλαβαν το Λβοφ. Οι Ουκρανοί εθνικιστές τούς υποδέχτηκαν πανηγυρικά. Πόνταραν στην υποστήριξη των ναζί. Γρήγορα κατάλαβαν πως είχαν υπολογίσει λάθος. Μόλις οι ναζί κατέλαβαν την πόλη, οι Εβραίοι υποχρεώθηκαν να φορούν το γαλάζιο αστέρι του Δαβίδ σε λευκό περιβραχιόνιο. Όλοι οι άνδρες, μεταξύ 14 και 60 χρόνων, υποχρεώθηκαν να δουλέψουν στα στρατόπεδα εργασίας. Ο πατέρας μου κατέληξε στο στρατόπεδο Γιανόβσκα (Janowska).

Μια μέρα οι ναζί ήρθαν να μαζέψουν τους Εβραίους της πολυκατοικίας μας. Καθώς ήμουν στην αγκαλιά της μητέρας, ενώ μας οδηγούσαν στα φορτηγά, έγειρα και άγγιξα το πρόσωπο ενός Γερμανού στρατιώτη. Η μητέρα μου τρομοκρατήθηκε. Ίσως να έπαιξαν ρόλο τα άρια χαρακτηριστικά μου, ίσως θυμήθηκε το δικό του παιδί, αλλά μου χαμογέλασε. Όταν ένας Ουκρανός προσπάθησε να μας σπρώξει με τη βία στα φορτηγά, ο Γερμανός άπλωσε το χέρι του: «Όχι», είπε, «αυτή μένει»... Εκείνη τη μέρα είδαμε τον χάρο με τα μάτια μας. Δεν είχαμε άλλη επιλογή παρά να κρυφτούμε.
Ο μοναδικός τρόπος ήταν να αποκτήσουμε πλαστές ταυτότητες. Η μητέρα μου ζήτησε τη βοήθεια μιας καθολικής φίλης της που είχε έναν συγγενή ιερέα... Η μητέρα μου, η Ντόνια Βάις, έγινε Μάρια Ολεσκιέβιτς. Της έδωσαν τα έγγραφα μιας καθολικής γυναίκας που είχε πεθάνει. Εγώ έγινα η Ζόσια Ολεσκιέβιτς... Φύγαμε από το Λβοφ πάλι με την βοήθεια φίλων της μαμάς, και εγκατασταθήκαμε σε ένα χωριό, το Ζίμα Βόντα. Εκεί νοικιάσαμε ένα σπίτι. Κανείς από τους αντισημίτες γείτονές μας δεν γνώριζε το μυστικό μας. Η μαμά κατάφερε να στείλει μήνυμα στον πατέρα για τη «νέα» ταυτότητα και τοποθεσία μας. Τη φρίκη που ο πατέρας μου έζησε στο στρατόπεδο την έμαθα πολύ αργότερα. Το 1975 όταν εξέδωσε το βιβλίο με τα απομνημονεύματά του. Σε κάποιο σημείο γράφει: « Μάθαμε ότι, την προηγούμενη νύχτα, είχαν εκτελεστεί ογδόντα κρατούμενοι. Δεν μας έκαναν πια εντύπωση οι αριθμοί. Αποδεχόμασταν αυτές τις ειδήσεις με ένα είδος παραίτησης. Γνωρίζαμε ότι ήταν τρομαχτική είδηση, αλλά παρέμενε ένα νούμερο, στατιστικό στοιχείο... ». Ο πατέρας μου κατάφερε να αποδράσει από την κόλαση στις 2 Δεκεμβρίου του 1943. Κρύφτηκε στο σπίτι ενός στενού φίλου της μαμάς.
Δυο μέρες αργότερα, κρατώντας εμένα στα χέρια, η μαμά πήγε και τον πήρε αργά τη νύχτα. Μόλις φθάσαμε στο σπίτι μπήκε και κρύφτηκε στη σοφίτα. Βγήκε από εκεί έπειτα από δεκαοκτώ μήνες. Θυμάμαι τη μαμά μου να μου λέει: «Μην πλησιάζεις εκεί, είναι ένας λύκος στη σοφίτα και άμα ανοίξεις την πόρτα, θα βγει και θα σε φάει...». Οι γονείς μου, στην απελπισμένη τους προσπάθεια να κρατήσουν μυστική την παρουσία του πατέρα μου, σκέφτηκαν αυτό το ψέμα. Ο λύκος είναι ένα ζώο που προκαλεί τον τρόμο σε εκείνη την περιοχή. Ήταν η τέλεια απειλή για να σταματήσει τις εξερευνήσεις ενός παιδιού, που ήταν γεμάτο περιέργεια. Μεγάλωσα χωρίς παιχνίδια. Πριν καλά καλά γίνω τριών χρόνων, ήξερα πόσο σημαντικό ήταν να κρατηθεί το μυστικό της ύπαρξης του πατέρα μου. Η μητέρα μου φρόντιζε να αφήνει την πόρτα της πάντα ξεκλείδωτη, για να δείξει ότι δεν έχει τίποτε να κρύψει...
Τον Ιούλιο του 1945 ήρθε η απελευθέρωση. Το Λβοφ, η αγαπημένη πατρίδα, ήταν ένα νεκροταφείο. Από τους 160.000 Εβραίους είχαν επιζήσει μόνο 823... Οι περισσότεροι συγγενείς μας είχαν σφαγιαστεί. Με τόσο θάνατο γύρω σου πώς να αντέχεις να ζήσεις σε έναν τόπο, όσο αγαπημένος και αν σου είναι; Οι γονείς μου αποφάσισαν να μεταναστεύσουν στην Αμερική

Η οικογένεια του Λέον Ράιχμαν, του πατέρα της Σοφία Ρίτσμαν, πριν τον πόλεμο. Ο Λέον Ράιχμαν (Ρίτσμαν) είναι ο νέος άντρας που στέκεται δεξιά, στην πίσω σειρά. Εκτός από τον Λέον Ράιχμαν (Ρίτσμαν), ο οποίος επέζησε κρυμμένος στη σοφίτα, όλοι οι υπόλοιποι χάθηκαν στο Ολοκαύτωμα.

ΚΑΝΑΜΕ ΠΟΛΛΑ ΤΑΞΙΔΙΑ. Τα περιγράφω στο βιβλίο μου «Ένας λύκος στη σοφίτα». Τα παιδικά μου χρόνια τα πέρασα στο Παρίσι. Μετά ξεκινήσαμε για την Αμερική, στη θεία μας, που είχε μεταναστεύσει πριν από τον πόλεμο. Στο νησί Εllis μάς πέρασαν από ανάκριση. Ο θείος Σαμ, ο άνδρας της θείας μου, δεν μας ήθελε εκεί και «κάρφωσε» τον πατέρα μου στις αρχές ως κομμουνιστή. Περάσαμε «επιτυχώς» την ανάκριση. Οι λέξεις που είναι χαραγμένες στο Άγαλμα της Ελευθερίας έμοιαζαν να είναι γραμμένες ειδικά για μας: «Φέρτε μου τους κουρασμένους, τους φτωχούς, τα σκυμμένα πλήθη που ποθούν ελευθερία»... Το 1957 γίναμε πολίτες των Ηνωμένων Πολιτειών. Αλλάξαμε επίθετο, το Ράιχμαν έγινε Ρίτσμαν. Ο πατέρας μου αγόρασε έναν τάφο. Σήμαινε ότι είχαμε φτάσει στον τελικό προορισμό μας. Οι σχέσεις με τους γονείς μου, ειδικά με τον πατέρα μου, ήταν πάντα προβληματικές. Αναρωτιέμαι, τι είδους άνθρωποι θα ήταν οι γονείς μου εάν δεν ήταν θύματα του Ολοκαυτώματος; Για το παρελθόν δεν μιλούσαμε ποτέ. Όσοι επέζησαν ήθελαν να το ξεχάσουν και η ανθρωπότητα, επίσης, ήθελε να ξεχάσει. Οι γονείς μου φοβόντουσαν τον οίκτο των άλλων, γιατί ο οίκτος συγγενεύει με την περιφρόνηση. Το 1972 γνώρισα τον σημερινό μου σύζυγο, τον Σπύρο Ορφανό, γιο Ελλήνων μεταναστών στην Αμερική. Έναν θαυμάσιο άνθρωπο. Όταν τον γνώρισα δούλευε ως σερβιτόρος. Σήμερα είναι ένας από τους πιο γνωστούς ψυχαναλυτές. Παντρευτήκαμε ενάντια στη θέληση των γονέων μας. Οι δικοί μου τον έβλεπαν με δυσπιστία. Οι δικοί του προτιμούσαν μια Ελληνίδα ως νύφη τους. Τα χρόνια κύλησαν. Οι σπουδές και η επαγγελματική μου καριέρα πήγαιναν από το καλό στο καλύτερο. Ήμουν σύζυγος, μητέρα και μια επιτυχημένη ψυχαναλύτρια. Τότε ακριβώς το παρελθόν άρχισε να εισβάλει στο παρόν μου.
Η πρώτη αφορμή ήταν το βιβλίο του πατέρα μου. Έπειτα στη δεκαετία του ΄80 και ΄90, ο πέπλος της σιωπής γύρω από το Ολοκαύτωμα έπεσε. Άρχισα να βρίσκομαι με άλλα «κρυμμένα παιδιά». Και για πρώτη φορά, ένιωσα την ανάγκη να βγάλω τον πατέρα μου από τον κρυψώνα. Να ξαναδιαβάσω όλη τη ζωή μου ξεκινώντας από το σωτήριο και αβάσταχτο ψέμα για τον κρυμμένο λύκο στη σοφίτα. Προσπάθησα να το κάνω γράφοντας αυτό το βιβλίο... Όλα αυτά τα χρόνια έβλεπα ένα όνειρο: πρέπει να πάρω ένα αεροπλάνο ή ένα πλοίο με μακρινό προορισμό. Δεν έχω αφήσει αρκετό χρόνο για να ετοιμάσω όλα μου τα πράγματα. Μαζεύω τα ρούχα και τα πράγματά μου απελπισμένη. Ο χρόνος περνάει. Αγωνίζομαι να προλάβω... Από τότε που άρχισα να γράφω, έπαψα να ονειρεύομαι το όνειρο για το ταξίδι. Δεν υπάρχει λόγος. Η ιστορία που περιγράφω στο βιβλίο είναι η εκπλήρωσή του...».
Info: Sophia Richman, Ένας Λύκος στη σοφίτα, η κληρονομιά ενός κρυμμένου παιδιού κατά το Ολοκαύτωμα, εκδ. Τυπωθήτω, Γιώργος Δαρδανός.

ΣΑΒΒΑΤΟ: 28 ΙΟΥΛΙΟΥ 2007

Τρίτη, Ιουλίου 24, 2007

Ο εφιάλτης της εφηβείας μου


Έβλεπα τις προάλλες στη τηλεόραση ένα αφιέρωμα για το καλάσνικοφ, το πιο «λαϊκό όπλο του εικοστού αιώνα». Κάποια στιγμή, εμφανίστηκε στην οθόνη και ο Μιχαήλ Καλάσνικοφ, ο εφευρέτης του. Έλεγε αυτός, λοιπόν, ότι είναι πολύ στενοχωρημένος επειδή ενώ έφτιαξε το καλάσνικοφ για να σκοτώσουν οι καλοί τους κακούς, τώρα, στα βαθιά γεράματα, βλέπει να συμβαίνει το ανάποδο. Έτσι είναι τα ανθρώπινα, ταβάρις Μιχαήλ... Τι να πει και ένας Τιτάνας όπως ο Προμηθέας π.χ., που έγινε κλέφτης για να χαρίσει στους ανθρώπους την τέχνη της φωτιάς ώστε να προοδεύσει ο ανθρώπινος πολιτισμός; Πού να το φανταστεί ότι η φωτιά θα γινόταν η χαρά των εμπρηστών και του «πολιτισμού των αυθαιρέτων»;
Πάντως, εδώ που τα λέμε, δεν πρέπει να παραπονιέται και πολύ ο Μιχαήλ Καλάσνικοφ. Σε τελευταία ανάλυση, τα όπλα φτιάχνονται με σκοπό να σκοτώσουν. Και το καλάσνικοφ τον σκοπό του τον έχει πετύχει και με το παραπάνω. Όσο για το άλλο που είπε, με τους καλούς που σκοτώνουν τους κακούς και τούμπαλιν, το θέμα είναι αρκετά μπερδεμένο. Γιατί αυτοί που σκοτώνουν νομίζουν ότι είναι πάντα οι καλοί. Σκοτώνουν, λένε, για να αμυνθούν από τους κακούς. Άλλωστε αυτός είναι ο λόγος που δεν έχουν τελειωμό οι αλληλοσκοτωμοί. Ενώ όλα περνούν κρίση- το σεξ, το περιβάλλον, τα χρηματιστήρια, οι θρησκείες, το αναπαραγωγικό σύστημα των λευκών καρχαριών-, το μοναδικό πράγμα που δεν χαμπαριάζει είναι το εμπόριο όπλων. Ακριβώς επειδή όλοι νομίζουν ότι οι κακοί βρίσκονται πάντοτε απέναντι.
Μπορεί βέβαια να με ρωτήσετε τι με έπιασε και ασχολούμαι με το καλάσνικοφ, ενώ μας τσουρουφλίζει ο καύσωνας. Ασχολούμαι, κυρίες και κύριοι, γιατί αποτελεί τον εφιάλτη της εφηβείας μου. Στην Αλβανία, από τη Β΄ Λυκείου κάναμε ειδικό «μάθημα στρατιωτικής κατάρτισης». Ένα από τα κύρια πράγματα που μαθαίναμε ήταν να αποσυναρμολογήσουμε και να συναρμολογήσουμε στη συνέχεια το καλάσνικοφ. Εγώ το αποσυναρμολογούσα με θαυμαστή ταχύτητα, αλλά δεν μπορούσα με τίποτε να το συναρμολογήσω. Με αποτέλεσμα ο καθηγητής των Στρατιωτικών να δηλώσει, μπροστά σε όλη την τάξη, ότι ήμουν εκατό τοις εκατό στούρνος... Δεν έφθανε αυτό. Στην Γ΄ Λυκείου έπρεπε να κάνουμε σκοποβολή, πάλι με καλάσνικοφ. Η σκοποβολή ήταν ο εφιάλτης μου. Έστελνα τις σφαίρες σε ανεξιχνίαστες κατευθύνσεις, χωρίς να πετύχω ποτέ τον στόχο. Με αποτέλεσμα να αριστεύω στα υπόλοιπα μαθήματα, ενώ στο «μάθημα της στρατιωτικής κατάρτισης» χρειαζόμουν μέσον για να περάσω.
Εκτός αυτού, νομίζω πως σπάνια βρίσκεις λαούς που έχουν πληρώσει πιο ακριβά το καλάσνικοφ από τους Αλβανούς. Περιμένοντας πάντα τους εχθρούς, από απέναντι ή πλάγια, να επιτεθούν στον σοσιαλιστικό μας παράδεισο, το καθεστώς μάζευε στις αποθήκες τα καλάσνικοφ όπως οι μέλισσες μαζεύουν το μέλι στις κυψέλες τους. Οι εχθροί, βέβαια, δεν αξιώθηκαν ποτέ να μας επιτεθούν. Μέχρι που το 1997 άνοιξαν οι αποθήκες και τα καλάσνικοφ χρησιμοποιήθηκαν για την απόπειρα συλλογικής αυτοκτονίας των Αλβανών. Είναι ένα από τα πιο τραγικά παραδείγματα για το πού οδηγεί ο εθνικισμός και ο απομονωτισμός. Τρέφονται με το φάντασμα των εχθρών που επιβουλεύονται το περιούσιο έθνος μας. Στο τέλος οδηγούν αναπόφευκτα στην αυτοκτονία. Τέλος πάντων...
Και κάτι τελευταίο. Στην πορεία του χρόνου το καλάσνικοφ έγινε μόδα, έγινε και βότκα. Η επιγραφή στην ετικέτα λέει ότι «πίνεται καλύτερα παρέα με ωραίες γυναίκες». Ως βότκα, το έχω συνηθίσει το καλάσνικοφ. Αυτό που δεν μπορώ να συνηθίσω με τίποτε είναι κάτι εικόνες που κυκλοφορούν, στη σημερινή Ρωσία ειδικά, όπου δίπλα στην Παναγία στέκεται ένας στρατιώτης με το καλάσνικοφ στο χέρι. Αυτό το πράγμα, μπορεί κανείς να μου το εξηγήσει τι σημαίνει; Γιατί ούτε εκείνος ο τύπος, ο Χάντιγκτον, δεν μπορεί να με συνδράμει...

ΤΡΙΤΗ: 24 ΙΟΥΛΙΟΥ 2007

Σάββατο, Ιουλίου 21, 2007

Παραμονές εκλογών στην Πόλη

Ο ηλικιωμένος κύριος στέκεται ακίνητος, μπροστά από το τζαμί Hysein Aga, στο κέντρο της Πόλης. Σου δίνει την εντύπωση πως υπακούει στις εντολές ενός αόρατου, τρομερού στρατηγού. Το μουστάκι του σε παραπέμπει σε στρατηγό της Αυστροουγγρικής αυτοκρατορίας, όπως αυτούς που περιγράφει ο καλός στρατιώτης Σβέικ. Στο δεξί χέρι κουβαλάει ένα τεράστιο κομπολόι, στο αριστερό μια εφημερίδα και το πορτοφόλι του. Φοράει καπέλο με την τουρκική σημαία, έχει καρφώσει μια τουρκική σημαία στη τσέπη του σακακιού του, ενώ δεκάδες κονκάρδες πατριωτικού περιεχομένου και φωτογραφίες του Ατατούρκ στολίζουν το στήθος του. Δίπλα του, στην είσοδο του τζαμιού, μια ηλικιωμένη γυναίκα, με την παραδοσιακή ισλαμική μαντίλα, προσπαθεί να πουλήσει χαρτομάντιλα. Ένας νεαρός, με μοντέρνο ντύσιμο και κόμμωση, μπαίνει στο τζαμί, ενώ ο γραφικός κύριος ποζάρει ασμένως. Ο νεαρός κοντοστέκεται και με κοιτά με έκπληξη και δυσφορία μαζί. Εκείνη τη στιγμή ακούγεται η φωνή του χότζα από το μιναρέ. Ο νεαρός μπαίνει μέσα. Ο γραφικός κύριος κάνει νόημα να τελειώσω με την φωτογράφιση. Η ηλικιωμένη γυναίκα προσπαθεί ακόμα να πουλήσει τα χαρτομάντιλά της. Τα μαζεύω και συνεχίζω τον δρόμο μου προς την πλατεία Taxim

Εκεί εξελίσσεται κάτι σαν πολιτική συγκέντρωση. Πιο συγκεκριμένα γίνεται εκστρατεία εγγραφής νέων μελών στο AKP. Πάνω σε ένα μισάνοικτο βαν, μια νεαρή κοπέλα με μικρόφωνο στο χέρι, η οποία μοιάζει με παρουσιάστρια τηλεοπτικών βραβείων, πηγαινοέρχεται συνεχώς ανάμεσα στην φωτογραφία του Ερντογάν και τον λαμπτήρα (σύμβολο του AKP), καλώντας τους περαστικούς να πλησιάσουν.

Για κάποιον που έχει ακούσει ότι το AKP είναι ισλαμικό κόμμα, αυτή εδώ είναι μια σουρεαλιστική εικόνα. Γύρω από τον πάγκο παρατηρώ γυναίκες με ισλαμικές μαντίλες και άλλες χωρίς. Ένας σκληρός κεμαλιστής, κοντά στο στρατιωτικό κατεστημένο, θα σου πει πως πίσω από τις όμορφες νεαρές και το μοντέρνο στυλ κρύβεται το σχέδιο της μετατροπής της Τουρκίας σε Ιράν. Αρκεί να πας στις φτωχές γειτονιές της Πόλης, θα πει, για να δεις το πραγματικό πρόσωπο των ισλαμιστών. H Νουρίγιε πάντως, μια από τις γυναίκες χωρίς μαντίλα στην συγκέντρωση που βλέπω, μου λέει πως ψηφίζουν AKP όσοι επιθυμούν το τέλος της μονοκρατορίας του στρατιωτικού κατεστημένου και διεκδικούν μερίδιο στο πολιτικό και οικονομικό παιχνίδι…

Ακριβώς απέναντι στη συγκέντρωση των ισλαμιστών βρίσκεται το μνημείο της τουρκικής εθνικής ανεξαρτησίας. Το άγαλμα του Ατατούρκ, στο κέντρο, με τη πλάτη γυρισμένη στη συγκέντρωση. Κάτω από το άγαλμα έχω ραντεβού με την Νεσλιχάν. Μια νεαρή μουσουλμάνα (είκοσι πέντε χρονών) από εκείνες που προβάλλουν την θρησκευτική τους ταυτότητα μέσω της ισλαμικής μαντίλας. Έχει κανονίσει να πάμε σε μια εργατική γειτονιά της Πόλης, όπου βρίσκονται τα γραφεία της οργάνωσης Akder, που αγωνίζεται ενάντια στις διακρίσεις που υφίστανται οι γυναίκες με μαντίλα στην Τουρκία. Στην είσοδο των γραφείων με καλωσορίζουν η αντιπρόεδρος της οργάνωσης Φατμά Μπενλί, η Χαϊσέ και η Φατμά. Πάνω στο γραφείο ένας κατάλογος με τις περιπτώσεις των διακρίσεων ενάντια στις γυναίκες με μαντίλα. Γυναίκες διωγμένες από το πανεπιστήμιο, γυναίκες στις οποίες απαγορεύεται να πάρουν δίπλωμα οδήγησης, διωγμένες από το νοσοκομείο, από τις δουλειές ακόμα και από τα βιβλιοπωλεία λόγω της μαντίλας. Πάνω στον τοίχο, κορνιζαρισμένη, η εικόνα του σουλτάνου Μεχμέτ και το φιρμάνι για την προστασία του χριστιανικού πληθυσμού και των εκκλησιών τους στη Βοσνία, μετά την κατάληψή της από τους Οθωμανούς το 1463. Από κάτω: «αυτή είναι η παλαιότερη διακήρυξη των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, πολύ πριν από την Γαλλική Επανάσταση». Κάθε κατακτητική ιδεολογία, όμως, δεν τρέφεται από τον μύθο της γενναιοδωρίας προς τους κατακτηθέντες;



«Το σώμα μου είναι δική μου υπόθεση»…

Η κυρία Μπενλί σπούδασε νομικά. Της απαγόρευσαν την άσκηση του επαγγέλματος λόγω της μαντίλας. Η Χαϊσέ σπούδασε ιατρική στην Ουγγαρία. Κανένα πανεπιστήμιο στην Τουρκία δεν την δεχόταν. Επέστρεψε στη Τουρκία αλλά ούτε οι ιδιωτικές κλινικές δεν την δέχονταν. Αναγκάστηκε να μεταναστεύσει στην Αγγλία. Η Νεσλιχάν κατάφερε να τελειώσει το Bilgi University. Ήταν το μοναδικό πανεπιστήμιο που δεχόταν φοιτήτριες με μαντίλα. Μέχρι το 2002 όμως, όταν ένας δημοσιογράφος έγραψε ότι «το Bilgi έχει γίνει φωλιά ισλαμιστριών». Την άλλη μέρα η Ασφάλεια έδιωξε από το πανεπιστήμιο όλες τις κοπέλες με μαντίλα. Η Νεσλιχάν δεν παραιτήθηκε. Φόρεσε καπέλο αντί της μαντίλας. Πάλι όμως δεν την άφηναν να μπει στο χώρο του πανεπιστημίου. «Οι φίλοι με βοηθούσαν. Δεν ήταν θρήσκοι, ήταν ενάντια στον παραλογισμό της απαγόρευσης. Έκαναν κύκλο γύρω μου για να μην με δουν οι φύλακες. Δεν έβγαινα στην αυλή, δεν πήγαινα στη καφετέρια με την παρέα μου. Έγινα αόρατη. Για τρία χρόνια κρυβόμουν στις τουαλέτες, πίσω από τις κολόνες της βιβλιοθήκης... Ένιωθα ταπεινωμένη αλλά ήθελα να τελειώσω το πανεπιστήμιο χωρίς να αρνιέμαι τη μαντίλα. Το 2005 κατάφερα και πήρα το πτυχίο μου!»...

Οι γονείς αυτών των γυναικών ήταν αμόρφωτοι. Οι μητέρες τους, πιστές στη παράδοση, δεν δούλεψαν ποτέ. Οι κόρες δεν υπάκουσαν στη παράδοση. Σπούδασαν και θέλουν να δουλέψουν, αλλά δεν μπορούν. Είναι γυναίκες που γεννήθηκαν λίγο πριν ή μετά το πραξικόπημα του 1980. Τότε που ο αρχηγός του στρατού έβγαινε στην τηλεόραση και απήγγελλε στίχους του κορανίου. Τότε η απειλή ήταν ο κομμουνισμός. Τα χρόνια κύλησαν και την θέση της κομμουνιστικής απειλής «κατέλαβαν» το Κουρδικό και το Ισλάμ. Στις αρχές του 1990, όταν αυτές οι γυναίκες αποφάσισαν να φορούν την ισλαμική μαντίλα οι γονείς τους διαφώνησαν. «Ο παππούς μου ειδικά στεναχωρήθηκε πολύ» λέει η Νεσλιχάν. «Εκείνοι ήθελαν να έχω μια ομαλή ζωή και μια καλή δουλειά».

Τις ρωτάω για τον ισλαμικό νόμο, τη Σαρία.

Φατμά Μπενλί: «Το σώμα μου είναι δική μου υπόθεση», αυτή είναι η φιλοσοφία μας. Αγωνιζόμαστε για την πλήρη ισότητα ανδρών και γυναικών. Είμαστε ενάντια στην απαγόρευση της μαντίλας και ενάντια στην επιβολή της. Έχω πολλές φίλες που δεν φορούν μαντίλα…»

Η μαντίλα είναι πολιτικό σύμβολο για σας;

Χαϊσέ: «η απαγόρευση τη μετέτρεψε σε πολιτικό σύμβολο»

Η γνώμη σας για τις γυναίκες που διαδήλωσαν εναντίον σας;

Νεσλιχάν: «Την ημέρα της διαδήλωσης έτυχε να περάσω κοντά. Έπεσα πάνω σε μια παρέα γυναικών που πήγαιναν στη διαδήλωση. Μια από αυτές με κοίταξε άγρια και ούρλιαξε: «σκοτώστε τους απολίτιστους!». Η απολίτιστη ήμουν εγώ… Επειδή πιστεύω στον Θεό και φοράω μαντίλα… Επειδή θέλω να μορφωθώ, να δουλέψω, επειδή υπερασπίζομαι τα ατομικά μου δικαιώματα, τα δικαιώματα των Κούρδων, των Αρμενίων, των Ελλήνων, των Εβραίων, των γκέι και των λεσβιών…»

***
Τις αποχαιρετώ. Η κυρία Μπενλί και η Νεσλιχάν μου δίνουν το χέρι. Η Χαϊσέ και η Φατμά αρνούνται, εφαρμόζοντας κατά γράμμα το κοράνι. Βγαίνω από το γραφείο. Παίρνω το μετρό. Στον έλεγχο εισιτηρίων αστυνομικοί με ανιχνευτές εκρηκτικών κάνουν σωματικό έλεγχο στους επιβάτες. Ο φόβος για βόμβες από το PKK… Βγαίνω από την αμαξοστοιχία και «πέφτω» πάνω σε μια κοπέλα που παίζει τσέλο. Κάθομαι και την παρατηρώ, καθώς παίζει παθιασμένα και γεμίζει με υπέροχους ήχους το υπόγειο του μετρό.

Δίπλα της, η φωτογραφία της πρώτης γυναίκας που κυκλοφόρησε στην Πόλη χωρίς την ισλαμική μαντίλα. Μου έρχεται στο νου η φράση της Φατμά Νεσιμπέ, μιας τουρκάλας φεμινίστριας, ειπωμένη πριν από έναν αιώνα: «Είμαστε στο κατώφλι μιας γυναικείας επανάστασης που δεν θα είναι αιματηρή όπως οι ανδρικές». Η κεμαλική «επανάσταση» ήταν αιματηρή και έχει φθάσει στα όριά της. Η επανάσταση της μαντίλας είναι αναίμακτη, άγνωστο όμως ποια είναι τα όριά της.


Προς τα πού βαδίζει η Τουρκία; Προς το πραξικόπημα ή τον ιστορικό συμβιβασμό στρατιωτικών και ισλαμιστών; Βγαίνω από το μετρό. Δίπλα μου ένα λεωφορείο. Ένα κοριτσάκι κολλημένο στο παράθυρο κοιτά τους περαστικούς. Από πίσω, το βλέμμα της μητέρας του, αγχωμένο και καχύποπτο, με συνοδεύει…



ΣΑΒΒΑΤΟ: 21 ΙΟΥΛΙΟΥ 2007
www.tanea.gr

Τετάρτη, Ιουλίου 18, 2007

Ο Αλάμ που σημαίνει κόσμος...

«Μα μπαίνει η άνοιξη στην πόλη κι απ΄ τ΄ ανοιχτό λεωφορείο μου φαίνεστε όλοι τόσο γλυκούτσικοι κι αγνοί στη θερινή σας τη στολή»
Διονύσης Σαββόπουλος


Τρίτη, 26 Ιουνίου 2007, ώρα 16.00. Ο Αλάμ περιμένει στη στάση το λεωφορείο της γραμμής Πανεπιστημιούπολη- Κέντρο. Δεν ξέρω από πού είναι ο Αλάμ. Η αυτόπτης μάρτυρας δεν το διευκρινίζει. Ξέρω μόνο ότι είναι μετανάστης. Από το όνομά του εικάζω πως είναι από την Αίγυπτο και η επιδερμίδα του αραβοφέρνει. Ψάχνω και ανακαλύπτω πως το όνομα Αλάμ στα αραβικά σημαίνει κόσμος. Ο Αλάμ λοιπόν που σημαίνει κόσμος περιμένει στη στάση του λεωφορείου. Κρατά ένα καροτσάκι-αποσκευή μεσαίου μεγέθους, γεμάτο ψώνια. Πιθανόν μόλις επέστρεψε από τη Λαϊκή. Δίπλα του, κολλημένες ακόμα οι αφίσες για την ποίηση του Εγγονόπουλου. Έχουν μείνει εκεί από τον Απρίλιο (δεν θυμάμαι ποιος έχει πει ότι η ποίηση είναι ένα λεωφορείο που μας χωρά όλους...). Το λεωφορείο φθάνει και ο Αλάμ ανεβαίνει. Εδώ όμως ακριβώς αρχίζει η ιστορία μας...
Ο οδηγός του λεωφορείου βλέπει τον Αλάμ και τον διατάζει με άγριο ύφος να κατεβεί κάτω. Στην αρχή ο Αλάμ νομίζει ότι φταίνε τα ελληνικά του, ότι δεν κατάλαβε καλά. Ο οδηγός δείχνει το καροτσάκι και τον διατάζει να κατεβεί. Οι άλλοι επιβάτες, που καταλαβαίνουν άριστα τα ελληνικά, διαμαρτύρονται. Έχει τύχει σε πολλούς από αυτούς να ανέβουν στο λεωφορείο με τέτοια καροτσάκια και κανείς δεν τους διάταξε ποτέ να κατεβούν. Ζητούν από τον οδηγό να αφήσει τον Αλάμ να συνεχίσει τη διαδρομή του. Ο οδηγός οχυρώνεται πίσω από το τιμόνι του και φωνάζει την Αστυνομία για να κατεβάσουν τον Αλάμ. Επί τριάντα λεπτά το λεωφορείο περιμένει ακίνητο. Ο Αλάμ που στα αραβικά σημαίνει κόσμος δεν μιλά. Περιμένει υπομονετικά τη μοίρα του, να συνεχίσει τη διαδρομή ή να τον κατεβάσουν κάτω. Δυσκολεύεται να καταλάβει γιατί συμβαίνει όλη αυτή η φασαρία. Ή το καταλαβαίνει αλλά δεν θέλει να το σκέφτεται.
Οι αστυνομικοί φθάνουν. Μόλις βλέπουν ότι πρόκειται για μετανάστη του ζητούν το εισιτήριο. Ο Αλάμ δείχνει την κάρτα διαρκείας του. Είναι δηλαδή από τους πιο συνεπείς «θαμώνες» των λεωφορείων. Οι επιβάτες συνεχίζουν να διαμαρτύρονται, ο οδηγός ορκίζεται πως δεν το κουνάει αν δεν κατεβεί κάτω ο Αλάμ. «Αφού το λέει ο οδηγός, έτσι πρέπει να είναι», λένε οι αστυνομικοί και διατάζουν τον Αλάμ να κατεβεί. Οι επιβάτες ζητούν να κληθεί η ΕΘΕΛ, γιατί μόνο εκείνη μπορεί να αποφασίσει. Οι αστυνομικοί βιάζονται. Ίσως να σκέπτονται πως δεν χάλασε κι ο κόσμος επειδή θα κατεβεί από το λεωφορείο ένας μετανάστης. Θα ευχόμουν εκείνη τη στιγμή να ανέβαινε στο λεωφορείο κάποιος ξανθός, ονόματι Τζον ή Κρίστιαν, από αυτούς τους πλανόδιους τουρίστες που κουβαλούν στη πλάτη τους κάτι σάκους τρεις φορές μεγαλύτερους από το καροτσάκι του Αλάμ. Να έβλεπα τον οδηγό και τους αστυνομικούς πώς θα αντιδρούσαν. Τον μετανάστη όμως δεν τον ευνοούν τέτοιες συμπτώσεις. Οι αστυνομικοί διατάζουν ξανά τον Αλάμ να κατεβεί. Εκείνος στρέφει το βλέμμα του προς τους επιβάτες. Κάτι ψελλίζει. «Ευχαριστώ», ίσως. Παίρνει το καροτσάκι του και κατεβαίνει. Το λεωφορείο ξεκινά για τον προορισμό του. Ο Αλάμ που στα αραβικά σημαίνει κόσμος κατέβηκε, τελικά, κάτω, πολύ κάτω...

ΥΓ. Η αυτόπτης μάρτυρας Ελισάβετ Μπ., (τα στοιχεία της είναι στη διάθεση της στήλης), σημειώνει τα εξής: «Μπορείτε να μάθετε πληροφορίες για το περιστατικό της 26ης Ιουνίου και από το Α.Τ. Συντάγματος. Το περιστατικό συνέβη στις 16.10 και το λεωφορείο έφερε τις πινακίδες ΥΜΙ 1144». Ταξιδεύοντας σχεδόν καθημερινά με λεωφορείο, η στήλη πιστεύει ότι πρόκειται για μεμονωμένο περιστατικό. Γι΄ αυτό ελπίζουμε ότι οι αρμόδιοι θα το διερευνήσουν...

ΤΡΙΤΗ: 17 ΙΟΥΛΙΟΥ 2007

Σάββατο, Ιουλίου 14, 2007

Μια ελληνική ιστορία από την Ουρουγουάη


"Το όνομά μου είναι Εστέλα Μαρί Καρμπάλο. Γεννήθηκα στο Μοντεβιδέο στις 11 Σεπτεμβρίου 1951. Η οικογένειά μου ήταν μία από τις πλουσιότερες της γειτονιάς. Από τα παιδικά μου χρόνια θυμάμαι τον μεγάλο κήπο του σπιτιού μου, τα παιδάκια της γειτονιάς και την γκρίνια της μαμάς μου
Μεγάλωσα με έναν ανεκτικό πατέρα και μια αυταρχική μητέρα. Είχαμε ένα εξοχικό δίπλα στον ωκεανό. Περνούσαμε εκεί τρεις μήνες το καλοκαίρι. Ίσως την ιδέα της απόλυτης ελευθερίας την κόλλησα εκεί. Η παραλία του ωκεανού είναι απέραντη, χωρίς όρια. Ο ωκεανός επίσης είναι χωρίς όρια... Ένα από τα πράγματα που μου λείπουν σήμερα. Τις πρώτες τάξεις του Δημοτικού τις έκανα σε καθολικό σχολείο, όπου πήγαιναν πλουσιόπαιδα. Δεν μου άρεσε τίποτα εκεί πέρα. Κοντά στο σπίτι μας υπήρχε ένα φτωχό σχολείο.
Όταν περνούσα από εκεί άκουγα τη φωνή μιας δασκάλας. Με είχε μαγέψει εκείνη η φωνή. Καθόμουν κάτω από το παράθυρο και την απολάμβανα... Είπα ότι θέλω να πάω σε αυτό το σχολείο. Η μητέρα μου έβγαλε σπυράκια όταν το άκουσε. Έριξα το κλάμα του αιώνα και υποχώρησε. Στην Δ΄ Δημοτικού έκανα μεταγραφή στο φτωχό σχολείο. Τη δασκάλα την έλεγαν Ζούλμα Μάτος ντε Βίντα, Ισπανίδα. Ένας από τους ανθρώπους που με επηρέασαν βαθύτατα στη ζωή μου...
Θυμάμαι ότι ήμουν στην ΣΤ΄ Δημοτικού όταν ένας από τους δασκάλους μας πήγε ταξίδι στην Ευρώπη. Όταν επέστρεψε, τον ακούγαμε σαν να είχε επιστρέψει από το Διάστημα. Μας αφηγούνταν πως δυο χώρες τον εντυπωσίασαν: η Ελβετία και η Ελλάδα. Η Ελβετία γιατί ήταν όλα πεντακάθαρα και δεν έκλεβε κανείς.
Η Ελλάδα γιατί υπήρχαν πορτοκαλιές στα πεζοδρόμια και κάτι στρογγυλά ψωμάκια που ο πωλητής τα κρατούσε σαν βραχιόλια στο χέρι: εννοούσε τα κουλουράκια. Από τότε μου μπήκε η ιδέα της φυγής. Η φυγή, έτσι κι αλλιώς, είναι στο αίμα μας. Η χώρα μου έχει τρία εκατομμύρια κατοίκους και πέντε εκατομμύρια μετανάστες στο εξωτερικό... Από μικρή μού άρεσε να ζωγραφίζω. Στο Γυμνάσιο γνώρισα τη ζωγραφική των κυβιστών, των Βιλάρο και Γκαρθία, Ουρουγουανών ζωγράφων. Ήθελα να συνεχίσω στη Σχολή των Καλών Τεχνών. Τελικά πήγα στη Νομική. Στα δεκαεννέα μου παντρεύτηκα. Στα είκοσί μου γέννησα τη Μόνικα. Παράλληλα συνέχισα τις σπουδές μου.
Ήμουν στο τρίτο έτος του Πανεπιστημίου, Φεβρουάριος του 1973, όταν ξυπνήσαμε με δικτατορία υποστηριγμένη από τις ΗΠΑ. Θυμάμαι τον φόβο, τα απαγορευμένα βιβλία, τις απαγορεύσεις κυκλοφορίας. Και τα σινεμά. Συχνά έκαναν ντου οι στρατιωτικοί στους κινηματογράφους και μας ανάγκαζαν να τραγουδήσουμε τον εθνικό ύμνο. Όποιος αρνιόταν τον έλειωναν στο ξύλο ή τον εκτελούσαν επιτόπου. Ύστερα από χρόνια, πάντως, καταλάβαμε τι σήμαινε πραγματικά δικτατορία.
Όταν αποκαλύφθηκαν χιλιάδες ακρωτηριασμένα πτώματα αντιφρονούντων στο Ρίο ντελα Πλάτα, ένα ποτάμι στα σύνορα με την Αργεντινή. Κανείς δεν καταδικάστηκε για τα εγκλήματα αυτά. Υπό δικτατορία πήρα το πτυχίο μου. Διορίστηκα δασκάλα στο σχολείο όπου είχα τελειώσει το Δημοτικό. Πολλά παιδάκια σε εκείνο το σχολείο δούλευαν από τρυφερή ηλικία. Θυμάμαι ένα παιδάκι, τον Μαρίν, έντεκα χρόνων, δούλευε ως χαμάλης...
Μια μέρα ήρθε στην τάξη και μου χάρισε ένα τριαντάφυλλο. Το είχε αγοράσει για μένα. Δακρύζω κάθε φορά που φέρνω στον νου μου αυτή την ιστορία. Στα είκοσι πέντε μου γέννησα τη δεύτερη κόρη, την Αντριάνα. Αποφάσισα τότε να πάω στη Σχολή Καλών Τεχνών. Την έκλεισε όμως η δικτατορία... Το 1982 χώρισα με τον άνδρα μου. Σκέφτηκα τότε ότι είναι καιρός να φύγω. Άφησα τις δυο κόρες στη μητέρα μου και το 1983 πήγα στη Βαρκελώνη. Δεν είχα πρόβλημα να κινηθώ με το διαβατήριό μου.
Είχα επίσης και ιταλικό διαβατήριο, γιατί ο πρώην άνδρας μου ήταν ιταλικής καταγωγής. Ήθελα να φθάσω στην Ελβετία. Στη Βαρκελώνη με φιλοξένησε μια φίλη μου. Δούλευα βοηθός στην κουζίνα ενός εστιατορίου. Τότε απομυθοποίησα την Ισπανία. Την είχα εξιδανικεύσει, τη θεωρούσα πατρίδα μου. Είδα όμως ότι οι Λατινοαμερικανοί έτρωγαν πολύ ρατσισμό... Στην Ισπανία γνώρισα τον πατέρα του γιου μου. Φύγαμε μαζί για τη Γαλλία. Εκεί δούλεψα στα σταφύλια, σε ένα χωριό στα σύνορα με την Ισπανία.
Ήταν υπέροχοι άνθρωποι. Σε λίγους μήνες έμαθα γαλλικά. Δούλευα στη μαύρη, δεν είχα άδεια παραμονής. Κάποια στιγμή η δουλειά τελείωσε. Πέρασα στην Ελβετία. Δεν έβρισκα δουλειά. Από την Ελβετία πήγαμε στην Ιταλία. Εκεί αποφασίσαμε να έρθουμε στην Ελλάδα. Δεν θυμάμαι καν τον λόγο, γιατί. Ίσως για να δω τις πορτοκαλιές και τα κουλουράκια που περιέγραφε ο δάσκαλος στο Δημοτικό (γελάει). Πράγματι, η πρώτη μου δουλειά στην Ελλάδα ήταν να μαζέψω πορτοκάλια. Στην Αργολίδα. Μια εξαιρετική κυρία από τη Γουατεμάλα, η Χέμα, με έφερε σε επαφή με ανθρώπους που είχαν εργαστήρια κεραμικής.
Άρχισα ξανά να ζωγραφίζω. Το 1985 γέννησα τον γιο μου, τον Φελίπε, στην Ελλάδα. Τότε, ένας φίλος του άνδρα μου στη Γερμανία μάς υποσχέθηκε δουλειά και καλά λεφτά. Πήγαμε. Στην Κονστάντς, στα σύνορα με την Ελβετία. Ήταν σκέτη απογοήτευση. Αποφασίσαμε να πάμε στη Βόρεια Χιλή, στο πατρικό του άνδρα μου. Ο Πινοσέτ ήταν ακόμα στην εξουσία. Η κατάσταση ήταν φρικτή. Δικτατορία, εξαθλίωση, γκρι τοπίο, γκρι σπίτια, γκρι άνθρωποι... Είχαμε φέρει μαζί μας μια πλεκτομηχανή. Πλέκαμε ρούχα για τις γυναίκες των στρατιωτών. Δεν αντέξαμε, σηκωθήκαμε και φύγαμε. Τον Φελίπε τον αφήσαμε με τον παππού του...
Ξανά στην Ισπανία, Βαρκελώνη. Φρόντιζα μια γιαγιά αυτή τη φορά. Παράλληλα, άρχισα να κάνω σχέδια σε μπλουζάκια. Είχαν μεγάλη επιτυχία. Μάζεψα αρκετά χρήματα. Ήταν όμως εποχική δουλειά και τελείωσε. Αποφασίσαμε να πάμε ξανά στην Κονστάντς, στη Γερμανία. Έπλενα πιάτα. Ταυτόχρονα έκανα ιδιαίτερα ισπανικά σε Γερμανόπουλα. Επειδή μάζεψα αρκετά χρήματα, έφερα τον γιο μου από τη Χιλή και τις κόρες μου από την Ουρουγουάη. Ο γιος μου έμεινε μαζί μου. Οι κόρες μου τώρα βρίσκονται στη Γαλλία. Η μία σπουδάζει Αρχαιολογία και η άλλη Ζωγραφική. Στη Γερμανία είχε χρήματα αλλά καμία προοπτική. Ήμουν καταδικασμένη να πλένω πιάτα μια ζωή. Αποφάσισα τότε να πάω στο Στρασβούργο. Η αλήθεια είναι ότι ήθελα να φύγω από τον πατέρα του γιου μου. Η σχέση μας είχε γίνει ανυπόφορη. Στρασβούργο, τι υπέροχη πόλη! Στην αρχή καθάριζα σπίτια. Μετά έπιασα δουλειά σε νηπιαγωγείο. Η ζωή μου άλλαξε και έπιασα ξανά το πινέλο. Ζωγράφιζα ασταμάτητα. Κατάφερα να ανοίξω μια έκθεση.
Το 1995 όλα γκρεμίστηκαν. Η Γαλλία περνούσε μεγάλη οικονομική κρίση και έχασα τη δουλειά μου. Αποφάσισα να έρθω ξανά στην Ελλάδα. Εγκαταστάθηκα στο Ναύπλιο. Την λάτρεψα αυτή την πόλη. Βρήκα ανθρωπιά και ομορφιά. Τρεις πόλεις σημάδεψαν τη ζωή μου: το Μοντεβιδέο, το Στρασβούργο και το Ναύπλιο. Από το 1996 είμαι στην Ελλάδα. Έβγαλα άδεια διδασκαλίας Ισπανικών και άρχισα να δουλέψω ως καθηγήτρια. Παράλληλα ζωγράφιζα, έκανα εκθέσεις, ασχολήθηκα με το θέατρο.Το 2001 αποφάσισα να μετακομίσω στην Αθήνα. Αυτή τη στιγμή δουλεύω ως καθηγήτρια Ισπανικών στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, ζωγραφίζω ασταμάτητα και γράφω ένα βιβλίο με τα ταξίδια μου. Έχω κάνει αμέτρητα χιλιόμετρα, γέννησα τρία παιδιά, χώρισα δύο άνδρες, έζησα σε πολλές χώρες, έμαθα πολλές γλώσσες, δοκίμασα την απελπισία και τη χαρά, τον πόνο και την ανθρωπιά, την εγκατάλειψη και τη φιλία. Τι μου έμαθε το ταξίδι; Να διαβάζω τους ανθρώπους από τα μάτια τους, γιατί πολλές φορές δεν ήξερα τη γλώσσα. Να αποκαλύπτω αυτό που είναι κοινό σε όλους τους ανθρώπους, πέρα από τις διαφορετικές γλώσσες και κουλτούρες. Τι είναι ο άνθρωπος; Ένα ανεξήγητο μυστήριο. Κάτι που θα ήθελα πολύ; Να δω τον γιο μου, τον Φελίπε, να ριζώνει εδώ πέρα, να μην τον κάνουν να νιώσει ξένος. Τι έψαχνα σε αυτές τις περιπλανήσεις; Ίσως τον προορισμό μου. Η Ελλάδα, μάλλον, ήταν ο προορισμός μου. Δεν εξηγείται αλλιώς το δέσιμο που νιώθω με αυτή τη χώρα...

ΣΑΒΒΑΤΟ: 14 ΙΟΥΛΙΟΥ 2007

Τρίτη, Ιουλίου 10, 2007

«Δεν θα αφήσω τη βλακεία να κυριαρχήσει»

Από τη διαδήλωση της Κυριακής, μπροστά στη Βουλή. «Τι μέλλον να με περιμένει άραγε;», φαίνεται να αναρωτιέται η μικρούλα

Κυριακή βράδυ, πλήθος μπροστά στη Βουλή, κυρίως νέες ηλικίες. Μια κοκκινοσκουφίτσα που φαίνεται να έχει βγει όχι από παραμύθι, αλλά από αρχαία ελληνική τραγωδία. Συνθήματα, ατάκες από αυτές που βρίσκεις συνήθως στα blogs. Ένα παιδάκι που ρωτά τη μητέρα του: «Μα γιατί κάηκε;». «Κάηκε», του απαντά εκείνη μονολεκτικά. Και το παιδάκι πάλι να ρωτά «γιατί κάηκε;». Τι να του απαντήσει η μητέρα του, ότι ήταν θέλημα Θεού; Δεν ξέρω τι του απάντησε τελικά γιατί τους έχασα, χώθηκαν μέσα στο πλήθος. «Περιμέναμε περισσότερους», λέει κάποιος. «Καλά είναι γι΄ αρχή» ανταπαντά ο διπλανός του. Είναι η διαδήλωση για την Πάρνηθα και το περιβάλλον. Αυτοί εδώ, λένε κάποιοι, είναι η γενιά των SΜS. Η γενιά των blogs. Την ιδεολογία τους τη διαμορφώνουν περισσότερο από τους στίχους των ροκ τραγουδιών παρά από τον λόγο των πολιτικών κομμάτων. Πολλοί από αυτούς μεγάλωσαν σε «εργατικές γειτονιές». Συνήθως δεν είναι οι τύποι που περιμένουν για μια θέση στο Δημόσιο. Δεν συγκρίνουν την Αθήνα με το χωριό τους, αλλά με το Άμστερνταμ, το Μόναχο, το Λονδίνο. Πόσοι είναι, πόση δύναμη έχουν; Το μέλλον θα δείξει...
Για την ώρα βλέπω ξανά εικόνες από τη Live Εarth, τις ροκ συναυλίες για τη σωτηρία της Γης. «Ευχαριστώ που είσαστε εδώ για να σώσουμε τη Γη», λέει ο Αλ Γκορ. Μετά βλέπω τους Νunatak να ροκάρουν πάνω στους παγετώνες της Ανταρκτικής. «Δεν θα αφήσω τη βλακεία να κυριαρχήσει», τραγουδούν. Οι πιγκουίνοι, γύρω, φαίνεται σαν να τα έχουν χάσει. «Θεέ των πιγκουίνων, τι είναι τούτοι;», σαν να αναρωτιούνται. Τρέχουν, ζαλισμένοι, στα παγωμένα μονοπάτια του Νότιου Πόλου. Μετά, τη σκηνή καταλαμβάνει η Μαντόνα. Χαμός. «Αυτή με τι ήρθε εδώ;», αναρωτιέμαι. Προφανώς, με ένα από αυτά τα ιδιωτικά jet της που ρυπαίνουν τα μέγιστα την ατμόσφαιρα. Αυτή και πολλοί αστέρες σαν κι αυτή. Αλλά αν είναι να σώσουν τη Γη, χαλάλι τους. Ας γίνει και λίγο μόδα η οικολογία, ας γίνει και λίγο σέξι, δεν χάλασε ο κόσμος, αρκεί να σωθεί ο κόσμος από τον χαλασμό. Αν και χλωμό το βλέπω. Γιατί η Γη για να σωθεί, δεν φθάνει να αναδασώσουμε και να φυτέψουμε δέντρα. Πρέπει να μετριάσουμε την κατανάλωσή μας. Και πώς θα γίνει αυτό, όταν στις πλούσιες χώρες- δηλαδή σε μας- η κάθε γενιά μεγαλώνει τα παιδιά της με την ιδέα να καταναλώνουν περισσότερα; Φανταστείτε έναν πολιτικό που ζητά την ψήφο σας με το σύνθημα: «Να καταναλώσουμε λιγότερα!». Τι λέτε, πόσο τοις εκατό θα έπαιρνε;
Και πού είσαστε ακόμα. Γιατί έρχονται η Κίνα και η Ινδία. Λένε οι επιστήμονες ότι εάν οι Κινέζοι χρησιμοποιούν χαρτί υγείας όπως εμείς, θα πρέπει να εξαφανιστούν μέσα σε λίγες δεκαετίες τα δάση του Αμαζονίου. Να δείτε μετά πως οι Νunatak δεν θα μπορέσουν να ροκάρουν πάνω στους παγετώνες της Ανταρκτικής, γιατί θα έχουν λειώσει ή θα έχουν... μετακομίσει στη Μεσόγειο. Ιδού και ο «Εξολοθρευτής», ο Σβαρτσενέγκερ δα, ο κυβερνήτης της Καλιφόρνιας. Τον ρωτούν αν σκέφτεται να παραιτηθεί από τα τεράστια τζιπ που οδηγεί, τα οποία καταστρέφουν το περιβάλλον και να επιλέξει ένα μικρότερο, πιο οικολογικό αυτοκίνητο. «Όσο ζω, δεν θα με δείτε να οδηγώ ένα από αυτά τα γυναικεία αυτοκίνητα», απαντά. Προχώρα «Εξολοθρευτή», είσαι ο πιο ειλικρινής εκφραστής της εποχής μας. Της εποχής «γαμάω και δέρνω». Γιατί, εδώ που τα λέμε, εάν η Γη μας κινδυνεύει, είναι διότι κατά βάθος όλοι, ας πούμε πολλοί από μας, θέλουμε να γίνουμε «Εξολοθρευτές»... Ακούω ξανά τους Νunatak να τραγουδούν: «Ήρθα να τραγουδήσω για μια επανάσταση/ ήρθα να τραγουδήσω για να αλλάξω τα μυαλά σας/ δεν θα αφήσω τη βλακεία να κυριαρχήσει». Μαζί σας παιδιά. Ας ευχηθούμε πως δεν είναι αργά...

ΤΡΙΤΗ: 10 ΙΟΥΛΙΟΥ 2007

Σάββατο, Ιουλίου 07, 2007

Ιστορίες πεζών, πεζοδρομίων και χρωμάτων

Μαύρη, μαύρη, μαύρη μού έχεις κάνει τη ζωή μου μαύρη, μαύρη... σαν καμένη γη

Με έχουν φάει οι αναγνώστες της στήλης αυτές τις μέρες. Γράψε κάτι για τα βίντεο και γράψε κάτι για τα βίντεο. Τα βίντεο των πολισμάνων, εννοώ, όπου πέφτει το ξύλο της αρκούδας και η αρκούδα, κατά κανόνα, είναι μετανάστης της κακιάς ώρας, κακής προέλευσης και κακής διαγωγής.
Τι να γράψω που να μην έχει ακόμα γραφτεί; Έτσι κι αλλιώς, οι δράστες είπαν ότι βιντεοσκοπούσαν τα βασανιστήρια για πλάκα. Δεν ξέρω για σας, αλλά εμένα πάντα με τρόμαζαν οι τύποι που σε βασανίζουν για πλάκα, σε ευτελίζουν για πλάκα, σε σκοτώνουν για πλάκα, «γιατί έτσι τους αρέσει», όπως λέει η διαφήμιση της Αmstel. Συνήθως, οι πρωταγωνιστές των horror ταινιών, βασανίζουν και σκοτώνουν για πλάκα. Γι΄ αυτόν τον λόγο, εμένα να με βάλεις καλύτερα να διαβάσω φωναχτά δυο έργα του Ενβέρ Χότζα και τρεις αφίσες των ιπποτών της Κου Κλουξ Κλανπαρά να με αναγκάσεις να δω ταινία τρόμου. Επειδή περί «πλάκας» ο λόγος, θυμήθηκα μια γελοιογραφία του διάσημου Ιταλού γελοιογράφου Αltan. Υπάρχουν εκεί δύο καθωσπρέπει κύριοι που συναντιούνται στον δρόμο και ο ένας λέει με πονεμένο ύφος: «Κάτι σοβαρό συμβαίνει με μένα. Δεν μπορώ να μισήσω πια τους μετανάστες». Και ο άλλος λέει: «Σοβαρά μιλάς; Και πώς περνάς την ώρα σου;». Τέλος πάντων. Αποφάσισα, λοιπόν, να παραμερίσω τα «funny video» και να γράψω για την ιδιότυπη περιπέτεια ενός φίλου μου, του Τάσου Π. Ο Τάσος είναι γύρω στα 30, του αρέσουν το ροκ και η φωτογραφία και τον διαολίζουν τα κατειλημμένα πεζοδρόμια από τα αυτοκίνητα που παρκάρουν παράνομα. Και όταν λέω τον διαολίζουν, κυριολεκτώ. Με κάποια δόση ποιητικής αδείας, θα έλεγα ότι πάσχει από το σύνδρομο της παρανομο-παρκαρισμο-αηδίας. Ένα σύνδρομο που χαρακτηρίζει, ίσως, τη μειονότητα των κατοίκων αυτής της πόλης. Περνούσε, λοιπόν, μια μέρα, πριν από μερικές εβδομάδες, ο Τάσος Π. στα Εξάρχεια, στην οδό Αραχόβης, όταν συνάντησε μπροστά του ένα αυτοκίνητο που έκλεινε το πεζοδρόμιο απ΄ άκρη σ΄ άκρη, σταθμευμένο μπροστά από την είσοδο ενός γκαράζ. Μέχρι εκείνη την ημέρα είχε παρακάμψει τα παράνομα παρκαρισμένα αυτοκίνητα, κατεβαίνοντας από το πεζοδρόμιο. Εκείνη τη στιγμή αποφάσισε να μην το κάνει. Προχώρησε ευθεία και πέρασε το αυτοκίνητο από πάνω. Έκανε αυτό που θα ποθούσε να κάνει ο κάθε ανάπηρος, όταν βρίσκει κατειλημμένο το πεζοδρόμιο, αλλά δεν μπορεί να το κάνει. Γι΄ αυτό οι ανάπηροι σε αυτήν την πόλη δεν κυκλοφορούν σχεδόν καθόλου. Είναι άφαντοι, σαν τα φαντάσματα. Επειδή δεν ήταν ανάπηρος, ο Τάσος πέρασε το αυτοκίνητο σαν να ήταν κανονικό εμπόδιο, βάζοντας τα χέρια του πάνω στο καπό, με αποτέλεσμα να γίνει ένα μικρό βαθούλωμα. Χτύπησε ο συναγερμός και ο ιδιοκτήτης έτρεξε. Ο Τάσος δεν έτρεξε. Έμεινε ακίνητος, αποφασισμένος να υπερασπιστεί το δικαίωμά του ως πεζός. Ο ιδιοκτήτης του αυτοκινήτου θύμιζε σημερινή εκδοχή του Ηρακλή Μαινόμενου. Έβριζε, έσπρωχνε, απειλούσε. Κόσμος μαζεύτηκε. Ο Τάσος προσπαθούσε να εξηγήσει ότι παρέκαμψε ένα εμπόδιο που βρέθηκε μέσα στη μέση του δρόμου, που έχει φτιαχτεί για να μπορεί να κινείται ελεύθερα ο κάθε πεζός. Θα είχε κάνει το ίδιο εάν βρισκόταν μπροστά του ένα ψυγείο ή σακούλες με σκουπίδια, είπε. Προσπαθούσε να εξηγήσει πως πιστεύει ότι τα δικαιώματα ενός πεζού πάνω στο πεζοδρόμιο προηγούνται εκείνων του αυτοκινήτου. Τον αντιμετώπισαν με απαξίωση. Τον αντιμετώπισαν σχεδόν σαν εγκληματία. Τον είπαν θρασύ, ανώριμο, επικίνδυνο. Έμεινε μόνος του, μπροστά σε ένα πλήθος που θεωρούσε την πράξη του προσβολή της ιδιωτικής περιουσίας. Όσο για την προσβολή της δημόσιας περιουσίας, αυτό θεωρήθηκε αυτονόητο. Κανείς δεν διαμαρτυρήθηκε στον ιδιοκτήτη του αυτοκινήτου. Ούτε ένας μικρός ψόγος, ούτε ένα συγκρατημένο παράπονο για το παράνομο παρκάρισμα. Θύτης ο Τάσος, θύμα ο ιδιοκτήτης του αυτοκινήτου, γύρω γύρω ο κόσμος, όλοι μαζί δίπλα από το παράνομα παρκαρισμένο αυτοκίνητο, εκεί στο πεζοδρόμιο της Αραχόβης. Αποφάσισε τότε να φωνάξει την Αστυνομία. Κι ευτυχώς που το σκέφτηκε, λέει, πριν τον λιντσάρουν. Η σκηνή συνεχίστηκε στο Αστυνομικό Τμήμα. Εκεί τον αντιμετώπισαν σαν χούλιγκαν, ενώ τον ιδιοκτήτη του αυτοκινήτου σχεδόν σαν θύμα διάρρηξης. Καμία κλήση για παράνομη στάθμευση δεν δόθηκε. Ο Τάσος Π. είναι τώρα κατηγορούμενος και η συνέχεια θα δοθεί στα δικαστήρια. Στο πλευρό του βρίσκεται μία ομάδα δικηγόρων που έχει αναλάβει δωρεάν την υπεράσπισή του. Κοντά του και οι street panthers (www.streetpanthers.gr). Αυτοί οι τύποι που κoλλούν τα αυτοκόλλητα με τον γάιδαρο που καυχιέται: «Είμαι γάιδαρος! Παρκάρω όπου γουστάρω!»...


Αφήνω την
ιστορία του Τάσου και λέω να καταπιαστώ λίγο με τα χρώματα. Ίσως γιατί όλο στάχτη και μαύρο κυκλοφορεί τελευταίως. Είχα διαβάσει κάπου, ότι το επικρατέστερο χρώμα της εποχής μας είναι το γκρι. Λένε οι ειδικοί ότι το γκρι εκφράζει το μοντέρνο, το ψηφιακό, το γρήγορο, το ευέλικτο, το λεπτό, το εφήμερο. Ταιριάζει, λένε, και με τον μολυσμένο αέρα που αναπνέουμε. Μπορεί να είναι κι έτσι. Εγώ, πάλι, πιστεύω ότι το επικρατέστερο χρώμα της εποχής μας είναι το πράσινο.
Το ακούμε, το βλέπουμε, το νιώθουμε παντού αυτό το χρώμα. Και φοβόμαστε είτε την απουσία είτε την παρουσία του. Εννοώ κατ΄ αρχήν το πράσινο της φύσης. Μας το είπε και ο Αλ Γκορ εδώ στην Αθήνα, τις προάλλες, ότι έτσι όπως πάμε εμείς οι άνθρωποι, σε λίγες δεκαετίες το πράσινο θα το βλέπουμε μόνο ζωγραφιστό. Μερικές μέρες μετά τις δηλώσεις του Αλ Γκορ, ξέσπασε η φωτιά στην Πάρνηθα.
(Τέτοια δύναμη προφητείας, ούτε η Πυθία των Δελφών να ΄ταν ο άνθρωπος). Και μετά μιλώ για το άλλο πράσινο, το πράσινο του Ισλάμ, το πράσινο που τρομάζει κάθε φορά που εμφανίζεται. Ενώ εδώ σε μας καιγόταν η Πάρνηθα, στη Βρετανία η ισλαμική τρομοκρατία ήταν το κέντρο της συζήτησης. Να γιατί λέω ότι το πράσινο είναι το χρώμα της εποχής μας. Κάθε εποχή άλλωστε έχει το δικό της, ιδιαίτερο, χρώμα. Ο Μεσαίωνας είχε το μαύρο, του διαβόλου και των μοναχών. Η αποικιοκρατία είχε το λευκό. Ο 20ός αιώνας, με τις επαναστάσεις και τους ολοκληρωτισμούς, είχε το κόκκινο και το φαιό. Και ο κάθε πολιτισμός διαβάζει τα χρώματα με τον δικό του τρόπο. Στην αρχαία Ελλάδα το κίτρινο ήταν το χρώμα των τρελών. (Στην σημερινή Ελλάδα το κίτρινο φαίνεται να είναι το χρώμα που καθορίζει την πολιτική ατζέντα). Στην Ιαπωνία, όμως, το κίτρινο είναι το χρώμα της εξουσίας. Στη Μεσόγειο το μαύρο είναι το χρώμα του πένθους. Στην Κίνα το χρώμα του πένθους είναι το άσπρο.


Τώρα που τα γράφω αυτά, θυμήθηκα και τον διάσημο Ελβετό ψυχολόγο, τον Μax Luscher που καθιέρωσε το «τεστ των χρωμάτων». Έλεγε λοιπόν αυτός ο τύπος το εξής: «Πες μου ποιο χρώμα προτιμάς, να σου πω ποιος είσαι». Κι έφτιαξε έτσι έναν ολόκληρο κατάλογο με το τι συμβολίζει το κάθε χρώμα. Το κόκκινο, γράφει, συμβολίζει τη δύναμη και την αυτοπεποίθηση, την επιθυμία για δράση και την αναζήτηση του κινδύνου. Το μπλε, γράφει, συμβολίζει τη γαλήνη, την ασφάλεια, την εσωτερική ειρήνη, την ικανοποίηση, την αρμονία. Συμβολίζει τη δημιουργία, την αναζήτηση του πανανθρώπινου στην τέχνη και στη ζωή. Όλα αυτά. Αφήνω τον κατάλογο του Luscher και ανοίγω την τηλεόραση. Πρώτη εικόνα: κουκουλοφόροι, κουκούλες μαύρου χρώματος. Δεύτερη εικόνα: Πάρνηθα, μαύρο, μαύρο. Τρίτη εικόνα: τα βίντεο από τα βασανιστήρια στα κρατητήρια. Οι βασανιστές φορούν μπλε στολές. «Έπεσες εντελώς έξω καλέ μου Luscher», λέω μέσα μου. Τέλος οι ειδήσεις. Βάζω κάτι στο βίντεο. Έχω επιλέξει να δω τα «Τρία Χρώματα» του Κισλόφσκι. Αρχίζω με τη «Λευκή Ταινία». Έτσι, για χρωματική αποτοξίνωση...

ΣΑΒΒΑΤΟ: 7 ΙΟΥΛΙΟΥ 2007

Τρίτη, Ιουλίου 03, 2007

Ο Πίκτορ που μεταμορφώθηκε σε δέντρο


Μήνυμα που έφθασε χθες το βράδυ στο κινητό μου: "Κυριακή 8 Ιουλίου και ώρα 7 μ.μ όλοι έξω απο την Βουλή. Απαίτησε την αναδάσωση όλων των καμένων εκτάσεων. Απαίτησε δράση τώρα. Μην μείνεις άπραγος αυτή την φορά. Προώθησε αυτό το μήνυμα σε όσους πιο πολλούς μπορείς και κατέβα στους δρόμους στην πιο μαζική συγκέντρωση για το περιβάλλον". Ελπίζω να σας δω όλους εκεί...

Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε ένα νεαρό αγόρι που το έλεγαν Πίκτορ. Μια μέρα ο Πίκτορ βρέθηκε στον Παράδεισο. Μόλις έφθασε εκεί «σκόνταψε» πάνω σε ένα δέντρο που ήταν άνδρας και γυναίκα μαζί. «Εσύ είσαι το δέντρο της ζωής;» ρώτησε εκείνος. Αντί του δέντρου όμως απάντησε το φίδι και ο Πίκτορ απομακρύνθηκε γρήγορα. Περπατώντας συνάντησε άλλο ένα δέντρο που ήταν ήλιος και φεγγάρι μαζί. «Εσύ είσαι το δέντρο της ζωής;» ρώτησε ξανά ο Πίκτορ. Ο ήλιος έγνεψε και χαμογέλασε. Στον Πίκτορ άρεσε το καθετί εκεί στον Παράδεισο. Υπέροχα λουλούδια τον παρατηρούσαν. Ένα από αυτά είχε τη μυρωδιά του παιδικού του κήπου, του θύμιζε τη φωνή της μάνας του, κάποιο άλλο, λίγο πιο πέρα, εξέπεμπε μια άγρια μυρωδιά, ένα μείγμα από μέλι και ρετσίνι, κάτι σαν το φιλί μιας γυναίκας... Είχε χαθεί στο συναρπαστικό τοπίο όταν αντίκρυσε μπροστά του ένα πανέμορφο πουλί. «Πού βρίσκεται η ευτυχία;» το ρώτησε ο Πίκτορ. «Η ευτυχία, φίλε μου, βρίσκεται παντού» απάντησε το πουλί. Έπειτα το πουλί άνοιξε τα φτερά του και μεταμορφώθηκε ξαφνικά σε λουλούδι. Ύστερα από λίγο μεταμορφώθηκε ξανά σε θαυμαστή πεταλούδα. Πέρασε κάποια ώρα και η θαυμαστή πεταλούδα έγινε χρωματιστό κρύσταλλο που μεγάλωνε και μεγάλωνε μέχρι που έγινε πολύτιμη πέτρα. Ο Πίκτορ, ο οποίος παρακολουθούσε όλη τη σκηνή με μάτια γουρλωμένα, σπρωγμένος από μια ασυγκράτητη ορμή, άρπαξε τότε την πολύτιμη πέτρα. Εκείνη τη στιγμή άκουσε το φίδι να του ψιθυρίσει στο αυτί: «Η πέτρα σε μεταμορφώνει σε ό,τι θες. Πες την επιθυμία σου πριν είναι αργά». Φοβήθηκε ο Πίκτορ μη χάσει τη μεγάλη ευκαιρία της ζωής του. Αυτοστιγμεί είπε τι επιθυμούσε και μεταμορφώθηκε σε δέντρο. Πολλές φορές είχε ευχηθεί κάτι τέτοιο. Τα δέντρα του φαινόντουσαν γεμάτα ειρήνη, αξιοπρέπεια και δύναμη. Ο Πίκτορ, λοιπόν, έγινε δέντρο. Όπως όλα τα δέντρα έχωσε βαθιά τις ρίζες του στο χώμα, έβγαλε κλαδιά και φύλλα... Πέρασαν πολλά χρόνια πριν αντιληφθεί πως η ευτυχία του δεν ήταν τέλεια. Είδε πως εκεί στον Παράδεισο, όλα τα όντα υπόκεινται σε μια αιώνια μεταμόρφωση. Είδε λουλούδια να μεταμορφώνονται σε κροκόδειλους, ελέφαντες να μεταμορφώνονται σε κοτρόνες, χαμαιλέοντες να μεταμορφώνονται σε έλατα. Εκείνος όμως δεν μπορούσε πια να μεταμορφωθεί σε τίποτε άλλο. Όταν το κατάλαβε αυτό η θλίψη τον πλημμύρισε. Γιατί όσοι δεν διαθέτουν την ικανότητα της μεταμόρφωσης, χάνουν κάθε ομορφιά και όρεξη για ζωή... Μια από τις βαρετές εκείνες ημέρες, ένα όμορφο κορίτσι πέρασε από εκεί. Μόλις το είδε μια άγρια και γλυκιά επιθυμία κατέλαβε την καρδιά του Πίκτορ. Θυμήθηκε τη καταγωγή του, τα χρόνια που είχε ζήσει ως άνθρωπος, τη στιγμή που κρατούσε στο χέρι την πολύτιμη πέτρα, τη μεταμόρφωση σε δέντρο. «Ίσως βιάστηκα» σκέφτηκε. Η όμορφη κοπέλα άκουσε το δέντρο-Πίκτορ να θροΐζει και σπρωγμένη από μια άγνωστη δύναμη, κάθισε από κάτω του. Αυτό το δέντρο εξέπεμπε μελαγχολία και ομορφιά μαζί. Ακούμπησε στον κορμό του. Ένιωσε το δέντρο πως ανατρίχιασε και ένιωσε το ίδιο ρίγος να διασχίσει τη καρδιά της. Τότε είδε να κυλά κοντά στα πόδια της ένα χρωματιστό κρύσταλλο που μεγάλωνε και μεγάλωνε μέχρι που έγινε πολύτιμη πέτρα. Έσκυψε με ορμή και το άρπαξε. Αυτοστιγμεί χάθηκε, έγινε ένα με το δέντρο. Και ο Πίκτορ ένιωσε τότε τη θλίψη να τον εγκαταλείπει...

ΥΓ: Δεν ξέρω γιατί θυμήθηκα αυτό το παραμύθι του Έρμαν Έσσε βλέποντας στην τηλεόραση τα καμένα δέντρα της Πάρνηθας. Και σκέφτηκα πως εάν ο Έσσε ζούσε στη σημερινή Αθήνα, τότε τον Πίκτορ δεν θα τον είχε μεταμορφώσει σε δέντρο αλλά σε στάχτη και τσιμέντο...