Σάββατο, Σεπτεμβρίου 22, 2007

Την ημέρα ανεργία, την νύχτα βία και ναρκωτικά

Με τον Αμπντελαζίς συναντηθήκαμε στην περιοχή Ντεφάνς, εκεί όπου δεσπόζουν οι ουρανοξύστες και το φουτουριστικό στοιχείο συναντά το ντεμοντέ. Από εδώ παίρνουμε το λεωφορείο για το προάστιο του Παρισιού. Καθώς ανεβαίνουμε στο λεωφορείο μού εξηγεί ότι εκεί που πάμε, στο Ηauts- de-Seine, δεν άνοιξε μύτη κατά τη διάρκεια των ταραχών στα προάστια, πριν από δύο χρόνια. «Είναι κέντρο διακίνησης ναρκωτικών και η “μπίζνα” απαιτεί ησυχία», προσθέτει ειρωνικά. Ο μεγάλος χαμός έγινε στο δίπλα προάστιο, στο Seine-Saint-Denis. Ο Αμπντελαζίς γνωρίζει το προάστιο σαν την τσέπη του. Εκεί γεννήθηκε και μεγάλωσε. Στις παραγκουπόλεις όπου στεγάστηκαν οι Αλγερινοί μετανάστες τη δεκαετία του ΄60. Οι γονείς του ήρθαν από την Αλγερία το 1967, πέντε χρόνια μετά την εκδίωξη των Γάλλων από την Αλγερία και την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας. Ο πατέρας του υποστήριζε το FLΝ (Εθνικό Μέτωπο Απελευθέρωσης της Αλγερίας). «Ο πατέρας μου, μου έχει διηγηθεί πως οι Γάλλοι στρατιώτες τον συνέλαβαν, του έκαναν ηλεκτροσόκ και τον κατουρούσαν στ΄ αυτιά. Αυτά δεν ξεχνιούνται», λέει. Από τότε πέρασαν πολλά χρόνια. Σήμερα, ο Αμπντελαζίς έχει μια καλή δουλειά: επιβλέπει τη βοήθεια του Δήμου για τους ανέργους του προαστίου (που μειώνεται όλο και πιο πολύ, «χάρη» στον Σαρκοζί). Είναι Γάλλος πολίτης. Όταν μιλά όμως για τη Γαλλία νιώθει άβολα. «Εγώ αγαπώ τη Γαλλία. Η Γαλλία όμως δεν με αγάπησε ποτέ», λέει. «Πρέπει να είσαι Αλγερινός, μελαψός και μουσουλμάνος για να καταλάβεις τι εννοώ»...

●●●

Στους δρόμους βλέπω νεαρές κοπέλες ντυμένες με τον ισλαμικό μανδύα, από την κορυφή μέχρι τα νύχια. Εικόνες που σου φέρουν στον νου το Ραμπάτ ή την Τεχεράνη. Ρωτάω τον Αμπντελαζίς εάν η μητέρα του φορούσε ισλαμική μαντίλα. «Οι γονείς μου αδιαφορούσαν για τη θρησκεία», απαντά. «Εκείνοι διψούσαν να γίνουν αποδεκτοί από τη γαλλική κοινωνία. Δεν έγιναν ποτέ. Εμείς νιώσαμε τον ρατσισμό εις διπλούν γιατί γεννηθήκαμε εδώ. Όταν νιώθεις αποκλεισμένος, η θρησκεία γίνεται καταφύγιο»...

●●●

Ο Αμπντελαζίς προτείνει να επισκεφθούμε το σπίτι μιας εξαδέλφης του. Στην πόρτα μάς καλωσορίζει ο μικρός Τζελάλ, που αμέσως μετά κατευθύνεται προς τον υπολογιστή. Τα κουνέλια είναι η μεγάλη του αγάπη και προσπαθεί να αγοράσει ένα μέσω του Ίντερνετ. Πάνω στον υπολογιστή παρατηρώ το Κοράνι, ενώ στον τοίχο απέναντι υπάρχει ένας πίνακας με τα ωράρια της καθημερινής προσευχής

Η εξαδέλφη του Αμπντελαζίς χτυπά τον τοίχο, ειδοποιώντας πως τα φλιτζάνια με το ζεστό τσάι για τους επισκέπτες είναι έτοιμα. Η ίδια, ως πιστή μουσουλμάνα, δεν εμφανίζεται μπροστά σε άγνωστους άνδρες. Είναι άνεργη και μεγαλώνει τέσσερα παιδιά με το επίδομα ανεργίας: 600 ευρώ τον μήνα. Ο άνδρας της την εγκατέλειψε πριν από δύο χρόνια. Η άλλη μάστιγα των προαστίων: οι διαλυμένες οικογένειες...

●●●

Περπατάμε στους δρόμους της γειτονιάς Κολόμπ, δίπλα σε μαγαζιά με αραβικές επιγραφές. Πριν από δεκαπέντε χρόνια τα μαγαζιά ανήκαν σε «καθαρόαιμους Γάλλους». Τώρα ανήκουν σε Άραβες. Οι «καθαρόαιμοι Γάλλοι» εδώ αποτελούν πλέον μια ελάχιστη μειοψηφία. Στα υποβαθμισμένα σχολεία της περιοχής, οι μαθητές που φέρουν κλασικά γαλλικά ονόματα μετρούνται στα δάχτυλα των χεριών. Οι μαθητές είναι Γάλλοι πολίτες αλλά αποκλειστικά αραβικής και αφρικανικής καταγωγής. Επιπλέον, χρειάζεται να έχεις θάρρος για να διδάσκεις εδώ πέρα. Η βία απειλεί τους δασκάλους επί μονίμου βάσεως. Το προάστιο, όλο και πιο πολύ, αποκτά τα γνωρίσματα ενός γκέτο...


Είχα διαβάσει ότι στους δρόμους του προαστίου βλέπεις πολλούς νεαρούς άνεργους να γυρνούν άσκοπα. Βλέπω ελάχιστους. Ο Αμπντελαζίς χαμογελά. «Οι νεαροί, σχεδόν όλοι άνεργοι, κοιμούνται την ημέρα», λέει. «Το προάστιο ζει τη νύχτα. Τότε είναι επικίνδυνο να γυρνάς στη γειτονιά. Ακόμα και οι αστυνομικοί το σκέφτονται δυο φορές». Από τότε που ο Αμντελαζίς θυμάται τον εαυτό του, το προάστιο έχει αλλάξει αρκετά. Στη θέση της παραγκούπολης χτίστηκαν εργατικές πολυκατοικίες, όπου σήμερα βλέπεις παράθυρα ερμητικά κλειστά και δορυφορικές κεραίες. «Βλέπουν μόνο αραβικά κανάλια», λέει ο Αμπντελαζίς. Ενώ τραβάω φωτογραφίες, ακούω μια δυνατή μουσική πίσω από την πλάτη μου. Δυο νεαροί, από τη Ρενό όπου επιβαίνουν, ρίχνουν εχθρικές ματιές. Ο Αμπντελαζίς δείχνει ανήσυχος. Μου κάνει νόημα να βάζω στην τσάντα μου τη φωτογραφική μηχανή. Αυτό κάνω. Οι νεαροί απομακρύνονται. Ο Αμπντελαζίς χαλαρώνει. «Οι ναρκέμποροι έχουν αλλεργία με τις φωτογραφικές μηχανές», ψιθυρίζει...

Στον πέμπτο όροφο μιας πολυκατοικίας μάς περιμένει ο Αμάρ, που κηρύσσει κάθε Παρασκευή σε κάποιο τζαμί στη γειτονιά Ναντέρ. Μας καλωσορίζει, κεφάτος και σκερτσόζος, ενώ η γυναίκα του μάς προσφέρει γλυκά. Η γυναίκα του, η Μπενεντίκτ, είναι Γαλλίδα που ασπάστηκε το Ισλάμ. Φορά ισλαμικό μανδύα και λέει πως εξαιτίας του έχασε την οικογένειά της και τις φιλίες της. Έχασε και τη δουλειά της, γιατί είναι αδύνατο να βρεις δουλειά στη Γαλλία ντυμένη ισλαμικά. «Αν και η καθωσπρέπει μουσουλμάνα δεν εργάζεται», προσθέτει... Οι γονείς του Αμάρ είναι από την Αλγερία. Ο ίδιος γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Γαλλία. Ξεκίνησε την ιδεολογική του διαδρομή από την άκρα Αριστερά, πριν στραφεί προς το Ισλάμ. Μιλά για τη φτώχεια στο προάστιο, την ανεργία που κάνει θραύση, τα ναρκωτικά, τον ρατσισμό των αστυνομικών. Όσο για το Ισλάμ, εκείνος υποστηρίζει τις ιδέες του Ταρίκ Ραμαντάν και μιλά για την ανάγκη να αποδεχθούν οι μουσουλμάνοι τις αξίες της Δύσης και η Δύση να αποδεχθεί το Ισλάμ. «Και πώς μπορεί να γίνει αυτό;» τον ρωτάω. «Με διάλογο και αμοιβαίους συμβιβασμούς», απαντά. Ο Αμάρ είναι μετριοπαθής μουσουλμάνος. Στο προάστιο υπάρχουν και εκείνοι που ευδοκιμούν χάρη στα χρήματα από τη Σαουδική Αραβία. Είναι οι Ουαχαμπίτες, που κηρύσσουν ότι οι μουσουλμάνοι βρίσκονται στην Ευρώπη για να την κατακτήσουν. Μέσα στην ανεργία, τον ρατσισμό, τα ναρκωτικά, τα κηρύγματά τους δεν πάνε χαμένα...

●●●

Μπροστά στην πολυκατοικία του Αμάρ υπάρχει ένα ποδοσφαιρικό γήπεδο, όπου τα παιδιά που παίζουν ονειρεύονται να γίνουν οι Ζιντάν του μέλλοντος. Σε κάποιον πάγκο, δίπλα στο γήπεδο, κάθονται ανέμελες δυο μαθήτριες λυκείου, η Νιάντ και η Λεϊλά.

Τις πλησιάζω και πιάνω κουβέντα. Παραπονιούνται ότι τα ΜΜΕ δείχνουν μόνο τις σκοτεινές πλευρές των προαστίων. «Άνθρωποι ζουν και εδώ, που αγωνιούν και ονειρεύονται», λέει η Νιάντ. Τις ρωτώ για τις ταραχές. «Οι αστυνομικοί είναι ρατσιστές και προκαλούν τους νέους», λέει η Λεϊλά. «Οι νέοι ψάχνουν για δουλειά και δεν τους προσλαμβάνει κανείς», προσθέτει η Νιάντ. Και οι δύο τονίζουν ότι είναι Γαλλίδες. Στα χαρτιά ή και στην καρδιά; Λεϊλά:«Είμαι Γαλλίδα, αλλά υπάρχουν στιγμές που νιώθω περισσότερο Αλγερινή». Νιάντ: «Εγώ νιώθω μόνο Γαλλίδα. Η Αλγερία είναι μια ξένη χώρα για μένα...».

●●●

Έχει βραδιάσει και ο Αμπντελαζίς μού προτείνει να πάμε για βραδινό σε ένα μουσουλμανικό φαστφουντάδικο, καθώς έχει καλό και φθηνό φαγητό. Μουσάτοι νεαροί άνδρες, ευγενικοί και ευκίνητοι, πηγαινοέρχονται με τις παραγγελίες, ενώ το μαγαζί είναι γεμάτο από πιτσιρίκια που δεν έχουν καμία σχέση με το Ισλάμ. Ρωτάω τον Αμπντελαζίς τι ψήφισε στις εκλογές. «Σεγκολέν» απαντάει. Μετά προσθέτει: «Η οργάνωση των “αδελφών μουσουλμάνων”, που έχει και αυτό το φαστφουντάδικο, ζήτησε από τους μουσουλμάνους να ψηφίσουν τον Σαρκοζί. Η θέση της γυναίκας, έλεγαν, είναι στο σπίτι, όχι στην εξουσία...». Έχει νυχτώσει. Είναι καιρός να φύγω, αν και τώρα αρχίζει η πραγματική ζωή στο προάστιο. Η ζωή με την ανεργία, τους ισλαμιστές, τα ναρκωτικά, τα όνειρα της Νιάντ και της Λεϊλά. Η ζωή με την αστυνομία, τον ρατσισμό, τη βία που «λαγοκοιμάται» στη γωνία...

Τρίτη, Σεπτεμβρίου 18, 2007

Πράγματα και θαύματα των Βρυξελλών


Ο Μanneken Ρis, γνωστός και ως «πρώτος πολίτης των Βρυξελλών». Από τα πιο γνωστά αγάλματα στο κέντρο των Βρυξελλών

Oι Βρυξέλλες, η Πρωτεύουσα της Ευρώπης, πάνε κατά διαόλου. Καλά λένε ότι ενός κακού μύρια έπονται. Δεν φθάνει που η Ενωμένη Ευρώπη έμεινε χωρίς Σύνταγμα. Δεν φθάνει που δεν μπορεί με τίποτα (μα με τίποτα!) να φτιάξει κοινή εξωτερική πολιτική. Τώρα προστίθεται κι άλλο κακό: η Πρωτεύουσά της, η πόλη των Βρυξελλών, απειλείται με διάλυση. Γιατί οι Βέλγοι, Φλαμανδοί και Γαλλόφωνοι, φαίνεται πως βαρέθηκαν να συγκατοικούν στην ίδια πόλη και στην ίδια χώρα και σκέφτονται σοβαρά να χωρίσουν. Οι Φλαμανδοί, ειδικά, το έχουν πάρει πολύ πατριωτικά το θέμα. Έχουν αρχίσει ήδη, στις επαρχίες τους, να απαγορεύουν τα γαλλικά σχολεία και τις επιγραφές στα γαλλικά στις πινακίδες. Επιπλέον, αλλάζουν τα τοπωνύμια διαφόρων πόλεων και χωριών. Από όλη αυτή την κατάσταση θα μπορούσε κανείς να βγάλει μερικά πολύτιμα συμπεράσματα. Το πρώτο και κύριο: ούτε η ευημερία μπορεί να νικήσει την ανθρώπινη ηλιθιότητα. Πώς εξηγείται αλλιώς το γεγονός ότι οι Βέλγοι όσο πιο πολύ ευημερούν τόσο πιο πολύ δυσκολεύονται να τα βρουν μεταξύ τους;
Βέβαια, οι Βέλγοι, δεν τσακώνονται όπως εμείς οι Βαλκάνιοι. Εμείς, σε μια τέτοια περίπτωση, θα τα είχαμε κάνει μπουρλότο. Θα είχαμε γεμίσει τα βιβλία της ιστορίας με νέους ήρωες. Φαίνεται ότι οι Βέλγοι είναι βουτυρομπεμπέδες και φοβούνται τον πόλεμο. Μάλλον τους λείπει εντελώς το πατριωτικό φρόνημα. Αλλιώς δεν εξηγείται τέτοια αναισθησία ενώ βρίσκονται στα πρόθυρα της διάλυσης. Τις προάλλες έγινε μια δημοσκόπηση όπου ρωτούνταν οι Βέλγοι πολίτες πώς βλέπουν την παρούσα κατάσταση και εκείνοι δίνουν μια απάντηση του τύπου: «Στεναχωριόμαστε, αλλά τουλάχιστον ας χωρίζουμε πολιτισμένα»... Μα τι τρέχει στις φλέβες σας, κύριοι, αίμα ή καπουτσίνο φρέντο; Πριν από έναν μήνα μάλιστα, είχε βγει ο υπηρεσιακός πρωθυπουργός τους, που δεν θυμάμαι ούτε το όνομά του τώρα, και αντί να τραγουδήσει τον εθνικό ύμνο της χώρας του, τραγούδησε εκείνον της Γαλλίας. «Μπερδεύτηκα» απολογήθηκε. Και αντί οι Βέλγοι να σηκωθούν να τον θάψουν ζωντανό τον προδότη, χαχάνισαν πίνοντας μπίρες, τρώγοντας σοκολάτες και λέγοντας ανέκδοτα για τον ηλίθιο πρωθυπουργό τους. Τι να περιμένεις, όμως, από μια χώρα όπου ως εθνικός ήρωας τιμάται ένα αγοράκι που κατουρά αμέριμνα και αδιάντροπα στη μέση των Βρυξελλών!
Υπάρχουν ωστόσο κι άλλα πράγματα, άκρως περίεργα, που συμβαίνουν στο Βέλγιο αυτή τη στιγμή. Η χώρα διαλύεται, κυβέρνηση δεν υπάρχει εδώ και τρεις μήνες κι όμως όλα δουλεύουν ρολόι. Ενώ οι δύο αντίπαλες παρατάξεις διαλύουν τη χώρα, κατάφεραν ταυτόχρονα να τα βρουν και να δουλέψουν σοβαρά για την εξυγίανση της οικονομίας. Πράγματι, πώς γίνεται αυτό; Πώς τα καταφέρουν να μην έχουν κυβέρνηση και να μην υπάρχει ακυβερνησία και χάος, να μη διαλύεται η πυροσβεστική, τα πανεπιστήμια να συνεχίζουν να παρέχουν πραγματική γνώση, να μη χτίζονται αυθαίρετα, να μην γίνονται προσλήψεις με κομματικά κριτήρια, να μην παρκάρουν παράνομα, να λειτουργούν κανονικά τα νοσοκομεία, να μην παίρνουν φακελάκι οι γιατροί, να μην υπάρχει φοροδιαφυγή και ουρές στην εφορία, να σου συμπεριφέρονται ανθρώπινα οι υπάλληλοι, να φεύγουν και να φθάνουν στην ώρα τους τα λεωφορεία, τα τρένα, τα αεροπλάνα, τα πλοία, να μη πετάει κανείς σκουπίδια στον δρόμο από το παράθυρο του αυτοκινήτου του, να μαζεύονται τα σκουπίδια στους δρόμους, να λειτουργούν τα μουσεία, να μην παρεκτρέπεται η αστυνομία, να πληρώνονται κανονικά οι συντάξεις και οι μισθοί, να λειτουργούν τα ταχυδρομεία, να υπάρχει ομαλή κυκλοφορία, να λειτουργεί η τροχαία, να μην υπάρχουν ελλείψεις στα σχολεία; Να είναι και αυτό άραγε απόρροια της αναισθησίας τους; Ή μήπως είναι φορείς κάποιας διεστραμμένης αντίληψης περί πατριωτισμού αυτοί οι τύποι;

Τρίτη, Σεπτεμβρίου 11, 2007

«Όταν έρχονται οι εκλογές, νιώθω ξένος»

Ο τίτλος της εφημερίδας «ΤΑ ΝΕΑ», έτος 1953. Οι γυναίκες ψηφίζουν για πρώτη φορά στις βουλευτικές εκλογές στην Ελλάδα. Μέχρι τότε το δικαίωμα ψήφου στις γυναίκες θεωρούνταν αδιανόητο. Στη θέση των τότε γυναικών, βρίσκονται σήμερα τα παιδιά των μεταναστών που έχουν γεννηθεί στην Ελλάδα

«Αγαπητέ “Υπάρχουμε. Συνυπάρχουμε;”. Σας γράφω για κάτι που σας είναι ήδη πολύ γνωστό. Όταν κανείς δεν ακούει όμως, δεν μας μένει παρά η επανάληψη. Με λένε Φαντέλ. Οι γονείς μου γεννήθηκαν στην Αίγυπτο και μετανάστευσαν στην Ελλάδα. Εγώ γεννήθηκα στην Αθήνα, πριν από δεκαεννέα χρόνια. Πήγα στο ελληνικό δημόσιο σχολείο. Τα ελληνικά είναι η δική μου γλώσσα. Στους άγνωστους ανθρώπους που μαθαίνουν την καταγωγή μου και μου λένε, για κομπλιμέντο, ότι μιλώ άριστα τα ελληνικά τούς απαντάω: «Και σεις το ίδιο!». Εκείνοι παραξενεύονται. Παραξενεύομαι όμως διπλά εγώ που υπάρχουν άνθρωποι οι οποίοι δεν μπορούν να καταλάβουν ότι η ελληνική γλώσσα είναι δική μου όσο και δική τους. Το ίδιο συμβαίνει νομίζω και με τις χώρες. Η Αίγυπτος είναι πλέον η χώρα των γονέων μου. Μου αρέσει κάθε φορά που πηγαίνω αλλά νιώθω σαν επισκέπτης σε μουσείο. Η πραγματική μας χώρα είναι αυτή στην οποία γεννιόμαστε και μεγαλώνουμε, ερωτευόμαστε και πονάμε, η χώρα όπου κάνουμε σχέδια για το μέλλον. Επομένως, η χώρα μου είναι η Ελλάδα.
Αν όλα ήταν λογικά, θα έπρεπε να θεωρήσω τον εαυτό μου Έλληνα πολίτη. Να όμως που δεν είναι λογικά. Μέχρι τα δεκαοκτώ μου είχα την ψευδαίσθηση ότι ανήκα εδώ για όλους τους λόγους που σας είπα. Όταν πήγα στον δήμο όμως και ρώτησα τους υπαλλήλους εάν δικαιούμαι την ελληνική υπηκοότητα, επειδή έχω γεννηθεί στην Ελλάδα, εκείνοι γέλασαν. Λες και τους ρώτησα εάν δικαιούμαι να έχω τέσσερα πόδια, τρία κεφάλια και οκτώ χέρια. Έτσι έμαθα ότι με θεωρούν σαν να ήρθα μόλις χθες. Έμαθα ότι πρέπει να βγάλω άδεια παραμονής με τους ίδιους δύσκολους όρους που έβγαλαν και οι γονείς μου. Εκείνη την ημέρα, όταν γύρισα στο σπίτι και έμεινα μόνος με τον εαυτό μου, κοιτάχτηκα στον καθρέφτη και ξέσπασα σε λυγμούς. Σκέφτηκα ότι ζω σε μια χώρα όπου δεν με θέλουν ή με θέλουν για πάντα ξένο. Ένιωσα ότι δεν ανήκω πουθενά...
Θα με ρωτήσετε γιατί σας τα λέω όλα αυτά παραμονές εκλογών; Τις προάλλες συνέβη κάτι που με πείραξε ξανά. Ήμουν με την παρέα μου και συζητούσαμε για διάφορα, σοβαρά και αστεία, τα περισσότερα αστεία, όταν κάποιος ανέφερε το βίντεο της Έφης Σαρρή. Κάποια στιγμή ο φίλος μου ο Βαγγέλης είπε: “Έλα μωρέ, εγώ θα ψηφίσω Σαρρή για χαβαλέ”. Οι φίλοι μου ψηφίζουν φέτος για πρώτη φορά. Δεν ξέρω γιατί, αλλά θύμωσα πάρα πολύ. Άρχισα να βγάζω λόγους, κινδύνεψα να γίνω γελοίος, λέγοντας πως δεν πρέπει να θεωρήσουμε την ψήφο μας χαβαλέ και διάφορα τέτοια. Οι φίλοι μου με παρακολουθούσαν με γουρλωμένα μάτια. Σπάνια συζητάμε εμείς για πολιτικά. Με ρώτησαν τότε τι θα ψηφίσω και εκεί έμαθαν ότι εγώ δεν ψηφίζω. Στην αρχή νόμισαν ότι κάνω πλάκα. Μετά γούρλωσαν ακόμα περισσότερα τα μάτια. Ήμαστε μαζί από το Γυμνάσιο. Εκείνοι δεν με βλέπουν ως ξένο. Είμαι ξένος όμως...
Σκέφτομαι ότι υπάρχουν άνθρωποι που αρνούνται ή βαριούνται να ψηφίζουν. Και άλλοι που ψηφίζουν για χαβαλέ. Εγώ ζηλεύω το δικαίωμά τους να ψηφίζουν. Σκέφτομαι ότι κάθε φορά που θα έρχονται οι εκλογές θα νιώθω ξένος. Και είναι πολλά τα παιδιά σαν και μένα. Οι εκλογές είναι ίσως η μέρα που μας θυμίζει περισσότερο ότι είμαστε ξένοι, ότι δεν ανήκουμε πουθενά. Και αυτό το πράγμα πονάει, σαν δάγκωμα άγριου σκύλου...

Ευχαριστώ για τη φιλοξενία

Φαντέλ Μ. »

Σάββατο, Σεπτεμβρίου 01, 2007

Μικρό γαλλικό ημερολόγιο

Όταν ξεκίνησα για το Παρίσι, πήρα μαζί μου το βιβλίο του Έντμουντ Ουάιτ «Παρίσι, ένας περίπατος στα παράδοξά του» (Εκδ. Μεταίχμιο). Ήταν η πρώτη φορά που διάβαζα ένα βιβλίο για το Παρίσι περπατώντας ταυτόχρονα στους δρόμους του. O Ουάιτ γράφει πως το Παρίσι είναι η ιδανική πόλη για τους χασομέρηδες, τους flâneurs στα γαλλικά. Δεν είναι τυχαίο που ξακουστοί Γάλλοι συγγραφείς είχαν μεγάλη αδυναμία στους flâneurs. Για τον flâneur, το πλήθος είναι όπως το νερό για το ψάρι, έγραφε ο Μποντλέρ. Ο τέλειος flâneur την καταβρίσκει όταν κατοικεί σε καθετί ταραγμένο και μεταβατικό: «δεν είσαι στο σπίτι σου, αλλά νιώθεις σαν στο σπίτι σου παντού». Ο flâneur δεν ενδιαφέρεται για τα τουριστικά σημεία και τα ιστορικά μνημεία. Αυτά τα αφήνει στον τουρίστα. Ο flâneur, έγραφε ο Βάλτερ Μπένγιαμιν, θα αντάλλασσε με μεγάλη του χαρά όλες τις γνώσεις για τα πριγκιπικά παλάτια «με τη μυρωδιά ενός και μόνου φθαρμένου κατωφλιού ή για το άγγιγμα ενός και μόνου κεραμιδιού». Ο flâneur αναζητά την εμπειρία, όχι τη γνώση.

●●●

Προσπαθώντας, λοιπόν, να μιμηθώ κάπως τον flâneur, περιπλανώμενος σε αυτή τη γιγαντιαία αράχνη, το Μετρό του Παρισιού, πέφτω πάνω σε μια αφίσα, στη στάση Crimee. Μοιάζει με γκράφιτι, σαν αυτά που συναντάς στις πυκνοκατοικημένες γειτονιές όπου μένουν μαύροι, Άραβες και Ασιάτες. Πάνω στην αφίσα, δίπλα στα μελαχρινά πρόσωπα, αναγράφονται τα ονόματα: Αμόκ, Χαμέντ, Ακίμ. Είναι τα «καινούργια» γαλλικά ονόματα, εκείνα που έφερε μαζί της η μετανάστευση. Στη μέση της αφίσας αναγράφεται: «Είμαστε όλοι μετανάστες από κάπου». Η αφίσα είναι μέρος μιας κυβερνητικής εκστρατείας για την καταπολέμηση του ρατσισμού και την ένταξη των μεταναστών. Μεταφρασμένη με άλλα λόγια η αφίσα σημαίνει: «Γάλλος δεν γεννιέσαι, γίνεσαι».

Μόνο που, όπως μου εξηγεί ο Αζίς, Γάλλος αραβικής καταγωγής, υπάρχουν χίλιοι τρόποι που σου θυμίζουν ότι δεν είσαι εντελώς Γάλλος. Κατά κανόνα, οι Γάλλοι αστυνομικοί, δεν σταματούν για ελέγχους τους λευκούς Γάλλους αλλά τους μελαψούς και τους μαύρους. Οι μαύροι στο Παρίσι θεωρούνται σικ, αλλά εάν είσαι μαύρος και ζητάς σπίτι σε μεσιτικό γραφείο έχεις πολλές πιθανότητες να ακούσεις την εξής απάντηση: «Λυπούμαστε κύριε/κυρία, αλλά δεν υπάρχει κανένα σπίτι διαθέσιμο στην τιμή που ζητήσατε». Εάν είσαι λευκός όμως, υπάρχει μια λίστα με 300 διαθέσιμα διαμερίσματα. Αν είσαι Γάλλος αραβικής καταγωγής ή με μαύρη επιδερμίδα, πτυχιούχος του γαλλικού ρεπουμπλικανού σχολείου και στέλνεις το βιογραφικό σου σε εταιρείες ζητώντας δουλειά, το πιθανότερο είναι να μη σου απαντήσουν ποτέ. Ακόμα πιο πιθανό είναι να σου απαντήσουν «η αίτησή σας απορρίπτεται». (Ενώ ο Αζίς μιλούσε, μου ήρθε στο μυαλό η ερώτηση ενός μαύρου μετανάστη στη Αθήνα: «Έχεις δει ποτέ μαύρο ή μαύρη σερβιτόρα στην Αθήνα;». Μετά σκέφτηκα τον μαύρο μικροπωλητή που σκοτώθηκε στη Θεσσαλονίκη. Αυτοκτόνησε είπαν. Ίσως έπασχε από παραισθήσεις. Του φάνηκε στα καλά καθούμενα ότι τον κυνηγούσαν αστυνομικοί και πήδηξε στο κενό. Όπως ο Σουηδός συγγραφέας Στρίντμπεργκ, διάσημος flâneur και αυτός. Έπασχε από παραισθήσεις και ένιωθε στα καλά καθούμενα τη γη κατά μήκος της λεωφόρου Ντελ΄ Οπερά να τρέμει. Ίσως, κάπως έτσι να το ΄παθε και ο άτυχος Νιγηριανός μικροπωλητής...).

●●●

Βλέποντας την αφίσα στη στάση Crimee, θυμήθηκα το υπουργείο Εθνικής Ταυτότητας που έφτιαξε πρόσφατα ο Γάλλος πρόεδρος Νικολά Σαρκοζί. Για την ακρίβεια, η πλήρης ονομασία είναι: «Υπουργείο Μετανάστευσης, Ένταξης, Εθνικής Ταυτότητας και Ισότιμης Ανάπτυξης»! Οι ατάλαντοι συγγραφείς είναι φλύαροι και βαρύγδουποι. Με τον ίδιο τρόπο και η πολιτική, όταν δεν θέλει ή αδυνατεί να αντιμετωπίζει την ουσία των πραγμάτων, φτιάχνει υπουργεία με βαρύγδουπες ονομασίες και μήκος σπαγγέτι.

●●●

Την Τρίτη το πρωί στην Gare de Lyon παίρνω το «τρένο υψηλών ταχυτήτων» για τη Μασσαλία. Από εκεί θα συνεχίσω για την Άνω Προβηγκία. Πάω να επισκεφθώ τους φίλους μου τού Longo Μai («Να διαρκέσει πολύ» σημαίνει στη διάλεκτο της Προβηγκίας). Πρόκειται για μια παρέα ανθρώπων (παιδιά του Μάη ΄68), από όλα τα μέρη της Ευρώπης, που τη δεκαετία του ΄70 αποφάσισαν να εγκαταλείψουν τις πόλεις και να φτιάξουν αυτοδιοικούμενες φάρμες σε διάφορες χώρες της Ευρώπης. Στην Άνω Προβηγκία υπάρχουν τρεις τέτοιες φάρμες. Συμπληρώνει σχεδόν τριάντα πέντε χρόνια η «ουτοπία» αυτής της παρέας. Τους είχα γνωρίσει πριν από πέντε χρόνια στην Ελβετία σε μια εκδήλωση για τα Βαλκάνια. Γιατί η παρέα του Longo Μai δεν περιορίζεται στις φάρμες. Έχουν δική τους εφημερίδα, δικό τους ραδιόφωνο, δικό τους μουσικό συγκρότημα, μια πολύ συμπαθητική βιβλιοθήκη. Έχουν φτιάξει θεατρικές αίθουσες όπου φιλοξενούν παραστάσεις, αμφιθέατρο για συναυλίες (πρόσφατα διοργάνωσαν φεστιβάλ τσιγάνικης μουσικής με συγκροτήματα από όλη την Ευρώπη). Πολλοί μελετητές έχουν ασχοληθεί με το Longo Μai. Άλλοι τους ορίζουν ως αριστεριστές, άλλοι ως αναρχο-φιλελεύθερους, άλλοι ως ορκισμένους οικολόγους... Προσωπικά αυτό που εκτιμώ σε αυτούς τους ανθρώπους, εκτός από τη γενναιόδωρη φιλοξενία τους, είναι ο τρόπος σκέψης και δράσης τους. «Δεν μπορείς να αλλάξεις τον κόσμο, εάν δεν αλλάξεις πρώτα τον εαυτό σου»: αυτή είναι η φιλοσοφία τους. Το Longo Μai για μένα είναι το δείγμα της κοινωνίας των ενεργών πολιτών.

Άνω Προβηγκία, στη Νότια Γαλλία, η παρέα του Longo Μai και οι φίλοι τους σε μια από τις γιορτές που διοργανώνουν στη φάρμα

Το Λιμόν είναι ένα πολύ μικρό χωριό της Άνω Προβηγκίας. Στην πλατεία του δεσπόζει το Μνημείο των Νεκρών με τα ονόματα των ανδρών του χωριού, από 15 ώς 65 χρόνων, που σκοτώθηκαν στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ήταν η εποχή που Γάλλοι και Γερμανοί σκοτώνονταν μεταξύ τους πολύ χειρότερα από όσο εμείς οι Βαλκάνιοι. Και οι νεκροί ήταν τόσοι πολλοί που ολόκληρα χωριά της Προβηγκίας ερημώθηκαν τότε. Δεν υπήρχαν άνδρες πλέον να οργώσουν τα χωράφια και οι υπόλοιποι εγκατέλειψαν τα χωριά.

Βλέπω τους όλμους, δεξιά και αριστερά του μνημείου: μοιάζουν με κιτς σύμβολα μιας φονικής μακρινής εποχής. Που και τόσο μακρινή δεν είναι. Απέχει μερικές δεκαετίες μόλις. Το ευρωπαϊκό όραμα «ιδρύθηκε» πάνω στα κουφάρια των νεκρών και στα ερείπια της μισαλλοδοξίας. Οι χθεσινοί εχθροί σήμερα είναι σύμμαχοι. Δεν διέγραψαν το παρελθόν, το δάμασαν για χάρη του παρόντος και του μέλλοντος. Λέτε, κάποτε, να τους μοιάσουμε και εμείς οι Βαλκάνιοι;

●●●

Το αεροπλάνο ανακοινώνει ότι σε λίγα λεπτά αρχίζουμε τη προσγείωσή μας στο Αεροδρόμιο Ελευθέριος Βενιζέλος. Ο επιβάτης δίπλα μου γέρνει σχεδόν πάνω μου, για να δει από το παράθυρο. Τόσο πολύ, που με αναγκάζει να τον σπρώξω ελαφριά. Μου ζητά συγγνώμη.
- Είστε Έλληνας;
- Ναι.
- Είμαι Πορτογάλος, ήθελα να δω μήπως φαίνονται οι φωτιές...
- Όχι, δεν φαίνονται.
- Πριν από τέσσερα χρόνια στην Πορτογαλία έγινε το ίδιο, απλά δεν είχαμε τόσους νεκρούς...
- Ποιοι έβαλαν τις φωτιές στην Πορτογαλία;
- Ποιοι τις έσβησαν;
- Όχι, ποιοι τις έβαλαν;
- Ήταν φοβερός καύσωνας, έπιασαν και πυρομανείς...
Αυτοί οι Πορτογάλοι τελικά είναι τυχεροί. Ή μάλλον εντελώς άτυχοι. Οι «συγγενείς» τους οι Ισπανοί έχουν τουλάχιστον τους Βάσκους για κάθε λύση... Οι Πορτογάλοι φαίνεται δεν έχουν κανέναν. Γι΄ αυτό κι εκείνος ο Σαραμάγκου γράφει αυτά τα περίεργα βιβλία «Περί τυφλώσεως» και «Περί φωτίσεως»...

ΣΑΒΒΑΤΟ: 1 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 2007