Παρασκευή, Νοεμβρίου 30, 2007

«Όταν μιλάς ελληνικά σε κοιτούν σαν εξωγήινο»

«Με λένε Μιχάλη. Γεννήθηκα το 1980 στην Αθήνα, στο "Μητέρα". Οι γονείς μου τότε έμεναν στο Παγκράτι. Μετά τη γέννα μου μετακομίσαμε στα Πατήσια. Οι γονείς μου είναι από τη Νιγηρία. Ο πατέρας μου ήρθε στην Ελλάδα για να σπουδάσει, τη δεκαετία του ΄70. Ύστερα από κάποια χρόνια έφερε και τη μητέρα μου. Από τα παιδικά μου χρόνια δεν θυμάμαι πολλά πράγματα. Στο δημοτικό τα πήγαινα μια χαρά με τα άλλα παιδιά. Μόνο όταν τσακωνόμασταν στο ποδόσφαιρο με στολίζανε με βρισιές του τύπου «αράπης» και τα σχετικά. Ήμουν ο μόνος μαύρος στο σχολείο μου. Θυμάμαι επίσης ένα σκηνικό. Μια μέρα, έπειτα από τσακωμό, κάποια παιδιά με είχαν βάλει στη μέση και με έβριζαν. Τότε ένα παιδί που τον έλεγαν Ηλία όρμησε εναντίον τους για να με υπερασπιστεί. Από τότε γίναμε κολλητοί φίλοι. Τα πρώτα χρόνια στο σπίτι μιλούσαμε νιγηριανά και αγγλικά. Αυτό όμως με εμπόδιζε για τα μαθήματα. Μέχρι που ο δάσκαλος κάλεσε τους γονείς μου και τους είπε ότι έπρεπε να μιλήσουμε ελληνικά στο σπίτι. Με τα χρόνια επικράτησαν τα ελληνικά στο σπίτι μας.
Ελληνικά και hiphop. Από εννέα χρόνων μιλώ μόνο ελληνικά. Μιλώ επίσης άψογα αγγλικά, ενώ τα νιγηριανά τα καταλαβαίνω αλλά δεν τα μιλώ πια. Το πάθος για τη μουσική το «κόλλησα», ίσως, επειδή μεγάλωσα ανάμεσα σε διάφορους γλωσσικούς ήχους. Στο γυμνάσιο παθιάστηκα με τα γκράφιτι, τη hip-hop και τη Dram΄Ν΄ Βase. Είναι χρόνια που περνούν διοργανώνοντας πάρτι και ανταλλάσσοντας κασέτες με τα φιλαράκια. Εκείνη την περίοδο μπήκε έντονα η θρησκεία στη ζωή μου. Μαζί της και η πρώτη υπαρξιακή σύγκρουση. Γιατί η θρησκεία έλεγε «ειρήνη υμίν», ενώ το hip-hop μιλούσε για εξέγερση. Η θρησκεία ήταν ευχή, το hip-hop δράση. Το hip-hop και τα γκράφιτι ήταν για μένα ένα είδος ξεσπάσματος. Τότε, για πρώτη φορά, άρχισα να γράφω στίχους. Έγραφα και για τον ρατσισμό. Ξαφνικά συνειδητοποίησα κάτι που είχα απωθήσει: το χρώμα της επιδερμίδας μου.
Το να είσαι μαύρος. Εγώ είμαι περήφανος που είμαι μαύρος. Το να είσαι μαύρος όμως σημαίνει ότι συναντάς μπροστά σου έναν τοίχο. Σημαίνει ότι πρέπει να ξοδεύεις πολλή ενέργεια για να πείσεις τους γύρω σου ότι δεν είσαι γεννημένος μόνο για να πουλάς CD και να παίξεις μπάσκετ. Ότι μπορείς να γίνεις γιατρός, λογοτέχνης, σχεδιαστής μόδας, οτιδήποτε. Το να είσαι μαύρος σημαίνει ότι ζεις με αυτό το χρώμα, το αναπνέεις, ότι δεν σε αφήνουν ποτέ να νιώσεις αόρατος. Τη μεγαλύτερη έκπληξη την προκαλείς όταν μιλάς ελληνικά χωρίς προφορά. Παθαίνουν πλάκα. Μερικοί κάθονται με το στόμα ανοιχτό και σε κοιτάνε σαν εξωγήινο. Τέλος πάντων...
Ένα καλοκαίρι στη Σύρο. Η ανατροπή στη ζωή μου συνέβη ένα καλοκαίρι στη Σύρο. Μόλις είχα τελειώσει το λύκειο. Ήθελα τότε να μπω στη Σχολή Καλών Τεχνών και άρχισα να κάνω ιδιαίτερα μαθήματα ελευθέρου σχεδίου. Το καλοκαίρι πήγα στη Σύρο για να δουλέψω στο εργαστήριο της δασκάλας μου. Έκανα βόλτα ένα απόγευμα, όταν ξαφνικά μπροστά στα πόδια μου σταμάτησε ένα αστυνομικό τζιπ. Βγήκαν έξω δυο αστυνομικοί και μου ζήτησαν τα χαρτιά. Είχα μαζί μου τη ληξιαρχική πράξη γέννησης. Θεωρούσα ότι ήταν αρκετή, αφού είχα γεννηθεί στην Ελλάδα. Με πήγαν στο Τμήμα. Μου είπαν ότι τα χαρτιά μου είναι ελλιπή.
Ένας από τους αστυνομικούς μού είπε ότι θα με απελάσουν. «Πού θα με απελάσετε;» ρώτησα. «Στα σύνορα και να πας από εκεί που ήρθες», μου απάντησε. «Εγώ δεν ήρθα από πουθενά. Έχω γεννηθεί στην Ελλάδα», είπα. Δεν πήρα απάντηση. Απέλαση, σύνορα, όλα αυτά μου φαίνονταν σαν ταινία. Έφυγε η γη κάτω από τα πόδια μου και είχα κατατρομάξει. Έμεινα εκεί τρεις μέρες, στο σκοτάδι, κοιμόμουν χάμω, σε ένα μικροσκοπικό κελί με δυο Πακιστανούς που δεν μιλούσαν ούτε ελληνικά ούτε αγγλικά. Αυτές οι τρεις μέρες ανέτρεψαν τα πάντα μέσα μου. Με τη μεσολάβηση φίλων και δικηγόρων με άφησαν ελεύθερο. Τότε άρχισαν να με βασανίζουν τα ερωτήματα. Ποιος ήμουν; Τώρα καταλάβαινα γιατί δεν με καλούσαν φαντάρο, όπως συνέβαινε με όλους τους φίλους μου. «Φίλε μου, εσύ είσαι ξένος», έλεγα στον εαυτό μου. Και πάλι δεν ήθελα να το πιστέψω όμως. Σκεφτόμουν ότι οι αστυνομικοί είχαν κάνει λάθος. Ήταν ένας μηχανισμός άμυνας για να μη διαλυθώ.
Τα χαρτιά, τα χαρτιά, τα χαρτιά. Όταν εισέβαλε στη ζωή μου η λέξη χαρτιά και αλλοδαπός όλα καθάρισαν πλέον. Ρώτησα τους υπαλλήλους στον δήμο εάν μπορώ να βγάλω ελληνική ταυτότητα επειδή έχω γεννηθεί εδώ. Μου απάντησαν κοφτά: «όχι». Μετά ήρθαν οι ουρές, οι βεβαιώσεις, τα ένσημα, τα γραφεία, οι υπάλληλοι, η ατελείωτη αναμονή. Και όταν βγαίνει η άδεια παραμονής είναι ληγμένη. Ξανά ουρές, βεβαιώσεις, ένσημα, γραφεία, υπάλληλοι, ατελείωτη αναμονή. Με αυτά θα φας όλη τη ζωή σου. Τα καλύτερα χρόνια σου φεύγουν κυνηγώντας τα χαρτιά. Δεν μπορείς να πας πουθενά. Τα όνειρα για το πανεπιστήμιο τα εγκατέλειψα γιατί κυνηγούσα τα χαρτιά. Με κάλεσαν το 2002 στη Γαλλία για να εκπροσωπήσω την Ελλάδα σε ένα φεστιβάλ θεάτρου δρόμου. Δεν πήγα γιατί δεν είχα χαρτιά. Ήθελα να ανοίξω μια δική μου δουλειά, δεν μπόρεσα γιατί δεν είχα χαρτιά.
Τα ελληνικά είναι η γλώσσα σου...Νιώθεις σιγά σιγά να ανοίγει ένα χαντάκι ανάμεσα σε σένα και στους φίλους σου. Εκείνοι προχωράνε, κυκλοφορούν ελεύθεροι. Αυτό που για σένα αποτελεί ζήτημα ζωής και θανάτου, γι΄ αυτούς είναι ένα τίποτα. Επειδή δεν έχεις κανονικά χαρτιά δεν μπορείς να κάνεις σχέδια για το μέλλον. Σκέψου τι κατάπτωση. Να είσαι είκοσι χρόνων και να μη μπορείς να κάνεις σχέδια για το μέλλον.
Φθείρεσαι ανεπαίσθητα, γίνεσαι μικρός, κλείνεσαι στον εαυτό σου. Πρέπει να προσέχεις πολύ για να μη γίνεις ανθρωπάκι. Για να μη δεις όλους τους γύρω σου ως εν δυνάμει εχθρούς. Ύστερα έρχονται άλλες ερωτήσεις. Τι είσαι; Γεννήθηκες εδώ, τραγουδάς τον εθνικό ύμνο της Ελλάδας, στο σχολείο είπες ποιήματα για την 25η Μαρτίου. Και όμως σε θεωρούν αλλοδαπό. Στη Νιγηρία εσύ δεν έχεις πάει ποτέ. Τα ελληνικά είναι η γλώσσα σου. Τι είσαι λοιπόν; Πρέπει να είσαι τρεις φορές τρελός για να μην τρελαθείς. Πρέπει να παλέψεις με νύχια και με δόντια για να μην αφήσεις την πραγματικότητα να σε ξεκάνει. Τι κάνω αυτή τη στιγμή; Ασχολούμαι πολύ με τη μουσική και με το θέατρο του δρόμου. Τώρα δουλεύω στον «Κοσμοπολιτισμό», ένα πολιτιστικό κέντρο που διοργανώνει και πολλά ενδιαφέροντα event με μετανάστες καλλιτέχνες. Τα χαρτιά; Τα περιμένω ακόμα, εδώ και δυο χρόνια. Το μέλλον; Το μέλλον, φίλε μου, είναι τα όνειρά μου. Αυτά είναι η ασπίδα και η ελευθερία μου..."

ΤΑ ΝΕΑ: 17 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 2007
www.tanea.gr

Τρίτη, Νοεμβρίου 27, 2007

Μια θλίψη, σχεδόν φουτουριστική

Πέμπτη πρωί. Το λεωφορείο 450 είναι μισογεμάτο. Άνθρωποι διαφορετικών ηλικιών, εθνοτήτων και τάξεων φτερνίζονται και βήχουν. Μπροστά στις ιώσεις είμαστε όλοι ευάλωτοι. Και αυτός ο καιρός, με τη συνέργεια της ρύπανσης, είναι ιδανικός. Ιδανικός για τις ιώσεις εννοώ... Μια ηλικιωμένη κυρία περπατά με το κεφάλι ψηλά. Ανοίγει διάδρομο μέσα στο λεωφορείο και πλησιάζει τον οδηγό. Ξαφνικά, αρχίζει να διαμαρτύρεται. Ακούω μόνο τη φράση «δεν είναι δυνατόν να διαφημίζετε ποπούς!». Δεν καταλαβαίνω. Ρωτάω έναν κύριο δίπλα μου τι συμβαίνει. Μου εξηγεί ότι η κυρία διαμαρτύρεται γιατί οι φωτογραφίες κάποιων μισόγυμνων κυριών, πάνω στη λαμαρίνα του λεωφορείου, διαφημίζουν μια κρέμα σώματος. Δεν τις είχα προσέξει τις μισόγυμνες κυρίες όταν ανέβηκα. «Ο καθένας με την τρέλα του», λέει ο κύριος και βάζει τα γέλια. Ο κόσμος γελάει, φτερνίζεται και βήχει.
Εγώ βυθίζομαι στην εφημερίδα μου. Κάπου αναφέρονται οι προβλέψεις ενός μελλοντολόγου. Δεν ξέρω εάν το έχετε προσέξει, αλλά τελευταίως έχουν μεγάλη πέραση οι μελλοντολόγοι. Πάντα είχαν, αλλά τελευταίως, κυριολεκτικά σκίζουν. Και οι παρελθοντολόγοι το ίδιο. Όλοι ασχολούνται μανιακά με το παρελθόν και το μέλλον. Σαν να έχουν παραιτηθεί τελεσίδικα από το παρόν. Το παρόν μοιάζει πια με ακυβέρνητο καράβι ή με ξεχασμένο πρόσφυγα σε χώρο κράτησης. Αυτόν τον μελλοντολόγο, λοιπόν, τον λένε Ηammond ή κάτι τέτοιο. Λέει ότι, σε ένα όχι και τόσο μακρινό μέλλον, τους ηλικιωμένους θα τους φροντίζουν τα ρομπότ. Η ιατρική θα κάνει θαύματα έτσι ώστε να ζούμε πάνω από εκατό χρόνια. Αλλά, επειδή δεν θα ξέρουμε πώς να σκοτώσουμε τον χρόνο, θα μας απειλήσει η κατάθλιψη. Γι΄ αυτό, θα ικετεύουμε γονατιστοί τους εργοδότες να μη μας διώξουν από τη δουλειά μέχρι τα ογδόντα, τουλάχιστον! Οι άνεργοι, βέβαια, είναι χαμένοι από χέρι έτσι κι αλλιώς. Λέει ακόμα ότι λόγω των κλιματικών αλλαγών θα μοιάζει η ζωή μας με εξτρίμ γκέιμ. Θα λειώνουν οι σόλες των υποδημάτων μας περιμένοντας στο πεζοδρόμιο να ανάψει το φανάρι. Θα... λαθρομεταναστεύουν προς τα εδώ οι καμήλες. Θα κάνουν θραύση τα πράσινα εσώρουχα, ενώ γνήσιο πράσινο μόνο σε ειδικές περιοχές φρουρούμενες από τις δυνάμεις της Αντιτρομοκρατικής- θα καταφέρνουμε να βλέπουμε. Θα βασιλεύσουν κάτι φονικές ιώσεις. Θα σαρώνουν οι τυφώνες και θα πλημμυρίζουμε τουλάχιστον δέκα φορές τον χρόνο - είτε μένουμε σε αυθαίρετα είτε σε κανονικά σπίτια. Για τέτοιο πράγμα μιλάμε. Να μην ανησυχούμε, πάντως (λένε πάλι οι μελλοντολόγοι), γιατί μέχρι τότε θα έχουμε βρει το κόλπο και θα την σκαπουλάρουμε. Γυρίζω σελίδα. Πέφτω σε άλλη είδηση. Και αυτή αφορά το μέλλον. Ύστερα από τρία χρόνια η Κίνα θα καταναλώνει περισσότερη ενέργεια από τις ΗΠΑ. Η Μεγάλη Ενεργειακή Κρίση έχει προβλεφθεί για το 2030. Πολλοί προβλέπουν ότι τότε θα μείνουμε όλοι στο σκοτάδι. Κλείνω τα μάτια. Παραδίδομαι στη φαντασίωση. Θα επιστρέψουν ξανά οι πυρσοί και τα άλογα. Τα άλογα των πλουσίων θα μυρίζουν Dolce & Gabbana ή Ηugo Βoss. Εκείνα των φτωχών ιδρώτα και τα επακόλουθα. Χρηματιστήρια δεν θα υπάρχουν. Θα ανταλλάσσουμε ξανά ένα κιλό ρύζι με ένα κιλό τραχανά. Δεν θα μας παρακολουθούν πια οι κάμερες. Ούτε θα μας υποκλέπτουν στα κινητά. Έχει και ο Μεσαίωνας τα καλά του. Τέρμα τα ΡC και το σατανικό Ιnternet. Και ο Τρίτος Κόσμος, που ήδη βρίσκεται σε βαθύ σκοτάδι, τι θα κάνει τότε; Θα κάθεται στις όχθες του ποταμού και θα βλέπει το πτώμα του αφεντικού του να περνάει; Το λεωφορείο σταματά. Η κυρία κατεβαίνει, σε ένδειξη διαμαρτυρίας για τους ποπούς στη λαμαρίνα του λεωφορείου. Ο κόσμος φτερνίζεται, βήχει και γελά. Και εμένα, δεν ξέρω γιατί, με κατέλαβε μια θλίψη, σχεδόν φουτουριστική...

Τετάρτη, Νοεμβρίου 14, 2007

Η ψήφος και τα δάκρυα

Ο τίτλος της εφημερίδας «ΤΑ ΝΕΑ», έτος 1953. Οι γυναίκες ψηφίζουν για πρώτη φορά στις βουλευτικές εκλογές στην Ελλάδα. Μέχρι τότε το δικαίωμα ψήφου στις γυναίκες θεωρούνταν αδιανόητο. Στη θέση των τότε γυναικών, βρίσκονται σήμερα τα παιδιά των μεταναστών που έχουν γεννηθεί στην Ελλάδα

Δεν ξέρω πόσοι μετανάστες ψήφισαν τελικά στις εκλογές στο ΠΑΣΟΚ. Ξέρω απλά ότι πήγαν αρκετοί. Ήταν μια μοναδική ευκαιρία γι΄ αυτούς. Η πρώτη, άλλωστε, για να θεωρούν τον εαυτό τους πολίτες. Ήταν εκεί και οι δυο γενιές των μεταναστών στην Ελλάδα. Οι μετανάστες της πρώτης γενιάς. Αυτοί που μένουν πάντα μετέωροι. Που πίστευαν ότι βρίσκονταν στην Ελλάδα προσωρινά. Που ανέβαλλαν την επιστροφή τους για έξι ή εννιά μήνες. Για να διαπιστώσουν, ύστερα από χρόνια, ότι δεν υπάρχει πλέον επιστροφή. Γιατί οι έξι μήνες έγιναν έξι, δεκαέξι χρόνια. Η πρώτη γενιά των μεταναστών: εκείνη που δεν καταφέρνει ποτέ να αποσείσει από πάνω της το στίγμα του ξένου. Γιατί, εκτός των άλλων, τα ελληνικά της δεν είναι ποτέ τέλεια. Η πρώτη γενιά των μεταναστών: η γενιά των πιο άχαρων εργασιών, η γενιά της λάντζας, που θυσιάζει τα πάντα για χάρη των παιδιών της. Τα παιδιά τους έχουν γεννηθεί στην Ελλάδα. Δεν πάσχουν από διλήμματα επιστροφής. Η χώρα καταγωγής των γονέων τους είναι γι΄ αυτούς μια τουριστική αναφορά. Η προφορά τους είναι η ίδια με εκείνη την ντόπιων. Τα όνειρά τους είναι ίδια με εκείνα των ντόπιων. Επειδή είναι εντελώς από εδώ, νιώθουν ακόμα πιο έντονα το στίγμα του ξένου στην Ελλάδα. Γιατί για τους θεσμούς εκείνοι είναι σαν να ήρθαν μόλις χθες. Ξένοι χωρίς ημερομηνία λήξεως. Στήνονται στις ουρές των δήμων για μια άδεια παραμονής, με τον ίδιο τρόπο που στήνονταν και οι γονείς τους. Επειδή είναι εντελώς από εδώ, δυσκολεύονται να χωνέψουν ότι χρειάζονται άδεια, κάθε χρόνο, περνώντας από αμέτρητες διαδικασίες, για να παραμείνουν σε μια χώρα που θεωρούν δική τους. Προχθές λοιπόν, σε όλους αυτούς, αναγνωρίστηκε το δικαίωμα να ψηφίσουν. Αναγνωρίστηκε η ύπαρξή τους. Γιατί ένας άνθρωπος που δεν έχει το δικαίωμα να ψηφίζει, δεν υπάρχει. Για τους θεσμούς είναι, σχεδόν, το απόλυτο μηδέν, αν και πληρώνει φόρους, δημοτικά τέλη, πληρώνει όλα αυτά που πληρώνει ο κάθε πολίτης αυτής της χώρας. Ένας άνθρωπος που δεν έχει το δικαίωμα να ψηφίζει δεν δικαιούται να θεωρεί τον εαυτό του πολίτη. Ένας άνθρωπος που δεν έχει το δικαίωμα να ψηφίζει, ενώ ζει επί χρόνια ή έχει γεννηθεί εδώ, νιώθει κοινωνικά εξόριστος.
Σε κάποιο εκλογικό κέντρο- μου ανέφεραν αυτόπτες μάρτυρες - κάποιος μετανάστης δάκρυσε επειδή ήταν η πρώτη φορά που του δόθηκε η ευκαιρία να ψηφίσει στην Ελλάδα. Έστω και στις εκλογές ενός κόμματος. Για κάποιον που θεωρεί το δικαίωμα της ψήφου ως αυτονόητο, η εικόνα αυτή ίσως του φανεί πέρα για πέρα δακρύβρεχτη. Σχεδόν «κλεμμένη» από σαπουνόπερα. Πρέπει να ξέρεις πώς νιώθουν οι μετανάστες κάθε φορά που έρχονται οι εκλογές, ώστε να μη δεις αυτά τα δάκρυα ως σαπουνόπερα. Είναι δάκρυα ανθρώπων που διψούν για ένταξη στη νέα τους πατρίδα. Δεν είναι ένα φολκλορικό στιγμιότυπο. Ούτε μια εξωτική εικόνα. Μεταφέρουν ελπίδα, πόνο και φόβο. Και μεταφέρουν ένα κρίσιμο πολιτικό ερώτημα: «Τα παιδιά μας θα ζουν σε μια κοινωνία ισότιμων πολιτών, με υποχρεώσεις και δικαιώματα, ή σε μια κοινωνία χωρισμένη στα δύο: την κοινωνία των ντόπιων και εκείνη των ξένων χωρίς ημερομηνία λήξεως;»...

ΥΓ: Μια και τελευταίως ακούμε συχνά για την ανάγκη «αριστερής στροφής» του ΠΑΣΟΚ. Υπάρχει κάτι πιο αριστερό από το να δώσεις φωνή σε αυτούς που δεν έχουν; Αυτό σημαίνει, έμπρακτα, Αριστερά του 21ου αιώνα. Γιατί υπάρχει και μια άλλη «αριστερή στροφή», εκείνη στη λίθινη εποχή...

Τρίτη, Νοεμβρίου 06, 2007

Στιγμιότυπα ενός Σαββατοκύριακου

Σκηνή από τις παλαιές καλές μέρες στην Ευρώπη, τα πογκρόμ ενάντια στους Εβραίους, στις αρχές του 19ου αιώνα. Καθώς όλοι ξέρουμε οι Εβραίοι εξαφανίστηκαν σχεδόν, δηλαδή τους εξαφάνισαν, από την Ευρώπη. Και τώρα τι θα κάνουμε χωρίς Εβραίους;

Σάββατο μεσημέρι στην Ερμού. Κόσμος πολύς, μπαινοβγαίνει στα μαγαζιά. Μπροστά στο κατάστημα με τα καλλυντικά κάθεται ένας σακατεμένος άνθρωπος. Ζητιανεύει, προσπαθώντας να συγκινήσει με την παρουσία του τους περαστικούς. Του λείπουν τα δύο χέρια και το ένα πόδι. Στο πρόσωπό του είναι εμφανή τα σημάδια των εγκαυμάτων. Στέκεται εκεί, μπροστά στο κατάστημα με τα εκλεκτά αρώματα και τις κρέμες που υπόσχονται αιώνια νεότητα. Σαν να θέλει να θυμίζει ότι το ανθρώπινο σώμα είναι το πιο ευάλωτο πράγμα στον κόσμο: ένα παιχνίδι, σχεδόν, της τύχης. Σαν να θέλει να θυμίζει το άλλο πρόσωπο της ζωής, το άλλο πρόσωπο της ανθρωπότητας. Αυτό που προσπαθούμε να απωθήσουμε, με κάθε τρόπο, στην αφάνεια και στη λήθη...

Το βράδυ στο σινεμά για «4 μήνες, 3 εβδομάδες, 2 μέρες». Το έργο του Ρουμάνου Κριστιάν Μουνγκίου, που πήρε το πρώτο βραβείο στις Κάννες. Μια μαρτυρία από τη Ρουμανία του Τσαουσέσκου. Έχουν γίνει και άλλες ταινίες για τον κόσμο του «υπαρκτού». «Goodbye Lenin», «Οι ζωές των άλλων»... Ταινίες που άρεσαν στον κοινό, που άφησαν μια γλυκόπικρη γεύση. Αυτή εδώ σου κόβει την ανάσα. Ο Μουνγκίου ανοίγει ένα παράθυρο σε εκείνη την εποχή και ακολουθεί κατά βήμα τις πρωταγωνίστριές του: δυο κορίτσια που προσπαθούν να κάνουν έκτρωση, παράνομα, για να αποφύγουν το στίγμα και τη φυλακή. Δεν προσπαθεί να αποδείξει τίποτα ο σκηνοθέτης. Ούτε να καταγγείλει. Του αρκεί ο ρόλος του αυτόπτη μάρτυρα, παρασύροντας τον θεατή σε έναν κόσμο εφιαλτικό, όπου επικρατεί η στέρηση, η βία και ο παραλογισμός. Η έκτρωση, το έμβρυο, ο ανεπιθύμητος καρπός μιας άγνωστης σχέσης, αιματοβαμμένο, πεταμένο χάμω. Αυτή η ταινία δεν «χωνεύεται» εύκολα. Σου κάθεται στο στομάχι και σε καταδιώκει...

Από την ταινία, στην πραγματικότητα. Στην Ιταλία, ομαδικές απελάσεις Ρουμάνων. «Ρουμάνοι κτήνη!», γράφουν οι δεξιές εφημερίδες. «Ρουμάνοι, σμήνη από μύγες που μολύνουν τις πόλεις μας» γράφει η «Ουνιτά», αριστερή εφημερίδα, υποτίθεται. Ζούμε ιστορικές στιγμές. Η μισαλλοδοξία διαπερνά τις κομματικές γραμμές. Δεξιά και αριστερά, μαζί, ενάντια στον νέο εχθρό της Ευρώπης: τους μετανάστες. Αφορμή το ειδεχθές έγκλημα σε προάστιο της Ρώμης, με θύμα μια Ιταλίδα. Τη βίασαν, την ξυλοκόπησαν και την πέταξαν στα σκουπίδια. Ο δράστης είναι Ρουμάνος. Τσιγγάνος της Ρουμανίας. Και Ρουμάνος και Τσιγγάνος... χειρότερα δεν γίνεται! Οι Τσιγγάνοι είναι δυο φορές ανεπιθύμητοι. Δεν τους θέλουν ούτε οι Ανατολικοί ούτε οι Δυτικοί. Άνθρωποι χωρίς πατρίδα, που στοιβάζονται σε παραγκουπόλεις όπου βρουν λίγη ελεύθερη γη να σταθούν. Όλοι οι «πολιτισμένοι» έχουν προεξοφλήσει ότι είναι αναφομοίωτοι. Ότι η ροπή της κλοπής και της αταξίας είναι χαραγμένη στα γονίδιά τους... Τον δολοφόνο τον κατήγγειλε μια Ρουμάνα, Τσιγγάνα και αυτή. Η είδηση πέρασε στα ψηλά. Σε αυτές τις περιπτώσεις, τα ΜΜΕ ξέρουν ότι δεν πρέπει να χαλάσουν το κλίμα ομοψυχίας ενάντια στους Ρουμάνους. Η μισαλλοδοξία πουλάει. Ο νέος εχθρός ενώνει. Το πρωί της Κυριακής τα πρακτορεία μεταδίδουν την είδηση ότι ομάδα Ιταλών επιτέθηκε και προσπάθησε να λιντσάρει μια παρέα Ρουμάνων. Έτσι απλά, επειδή ήταν Ρουμάνοι. Οι ύαινες της μισαλλοδοξίας βγαίνουν από το κλουβί, παντού, σιγά σιγά. Από την εποχή των πογκρόμ ενάντια στους Εβραίους είχαμε να δούμε συλλογικές τιμωρίες στην Ευρώπη με βάση την καταγωγή. Και τα λόγια ενός Ρουμάνου μετανάστη, ονόματι Νικίτα: «Εγώ ξέρω ότι εσείς οι Ιταλοί δεν είστε όλοι μαφιόζοι. Γιατί εσείς πιστεύετε ότι εμείς οι Ρουμάνοι είμαστε όλοι δολοφόνοι και ληστές;». Όπως γράφει ένας συμπατριώτης του Νικίτα και πατέρας του Θεάτρου του Παραλόγου: «Το Δίκαιο είναι η παραφροσύνη του ισχυρού. Το δίκαιο του αδύναμου μοιάζει με παραφροσύνη» (Ιονέσκο)...

Παρασκευή, Νοεμβρίου 02, 2007

Έναν ύμνο θα σου πω


Αυτοί οι Ισπανοί, τελικά, δεν παύουν να σε εκπλήσσουν. Πρόσφατα έμαθα ότι είναι, ίσως, το μοναδικό έθνος επί γης που έχουν εθνικό ύμνο χωρίς λόγια. Έχουν μόνο μουσική. Το είχα παρατηρήσει ότι οι Ισπανοί ποδοσφαιριστές ήταν οι μόνοι που, όταν έπαιζε ο εθνικός τους ύμνος, δεν κουνιόταν ούτε το πάνω ούτε το κάτω χείλος τους. Το είχα αποδώσει, όμως, στη συγκίνηση που τους κυρίευε. Τώρα πλέον καταλαβαίνω ότι ο Καμάτσο και η παρέα του δεν είχαν τι να τραγουδήσουν. Μαθαίνω επίσης ότι το θέμα προέκυψε ακριβώς λόγω του ποδοσφαίρου. Πέρσι, λοιπόν, στο Μουντιάλ, οι Ισπανοί φίλαθλοι έβλεπαν τους Ιταλούς που τραγουδούσαν μέχρι τελευταίας πτώσης «Αδέλφια ξεσηκωθείτε, η Ιταλία ξυπνά, την περικεφαλαία του Σκιπίωνα Αφρικανού στο κεφάλι κρατά». Έβλεπαν και τους Γάλλους που τραγουδούσαν μέχρις εξαντλήσεως «Μπροστά παιδιά της Πατρίδας, η μέρα της δόξας έφθασε». Ενώ οι Ισπανοί τίποτα. Έβλεπαν τους άλλους και έσκαγαν από το κακό τους. Τι να έκαναν άλλωστε σ΄έναν ποδοσφαιρικό αγώνα; Να απάγγελλαν Λόρκα ή να τραγουδούσαν το «Μalo» της Βebe; Όταν είδαν όμως ότι Ιταλοί και Γάλλοι έφθασαν στο τελικό του Μουντιάλ, τότε τα πήραν στο κρανίο. Έστειλαν επιστολή διαμαρτυρίας στον Θαπατέρο. Του ζήτησαν εδώ και τώρα λόγια για το «Μarcha Granadera» ή «Marcha Real» (έτσι λέγεται ο ισπανικός εθνικός ύμνος).
Την υπόθεση ανέλαβε αμέσως η Ισπανική Ολυμπιακή Επιτροπή που κήρυξε διαγωνισμό για το κείμενο του εθνικού ύμνου. Μετά μπήκαν στη μέση ποδοσφαιριστές, παπάδες και ΜΜΕ και η υπόθεση πήρε εθνικές και παγκόσμιες διαστάσεις. Μέσα σε έξι μήνες γράφτηκαν δεκάδες χιλιάδες υποψήφια ποιήματα για τον ισπανικό εθνικό ύμνο. (Μαθαίνω ότι υπάρχουν διάφορα κείμενα για τον ισπανικό εθνικό ύμνο. Όλα όμως ανήκουν στο παρελθόν, όταν οι μισοί Ισπανοί μισούσαν τους άλλους μισούς. Επομένως καλύτερα να βρεθεί ένα νέο κείμενο που δεν θα ξυπνά τα φαντάσματα του παρελθόντος. Οι διανοούμενοι της χώρας, εν τω μεταξύ, έχουν διχαστεί. Οι μισοί λένε ότι δεν χρειάζονται λόγια για τον εθνικό ύμνο. Οι άλλοι μισοί επιμένουν ότι χρειάζονται. Υπάρχει και ο «τρίτος πόλος» (όπως αυτό στο ΠΑΣΟΚ), που λέει ότι ο εθνικός ύμνος πρέπει να έχει λόγια αλλά αυτά πρέπει να συνάδουν με την εποχή μας. Δηλαδή, λένε αυτοί του «τρίτου πόλου», όλοι οι εθνικοί ύμνοι υπερασπίζονται την ανεξαρτησία και την ελευθερία του έθνους. Και ο ισπανικός αυτό πρέπει να κάνει. Πολλοί εθνικοί ύμνοι, όμως, υπερχειλίζουν από σπαθιά και μπαρούτι, ενώ σήμερα ζούμε σε διαφορετικές εποχές. Σήμερα ο καλός πατριώτης δεν είναι αυτός που ξέρει να χειρίζεται άψογα το σπαθί αλλά το ΡC. Στον παγκοσμιοποιημένο μας κόσμο ο καλός πατριώτης δεν είναι αυτός που μισεί τις γλώσσες των γειτόνων αλλά αυτός που τις μαθαίνει. Είναι αυτός που δεν κάνει εχθρούς αλλά συμμάχους. Ο καλός πατριώτης είναι εκείνος που δεν κλέβει την εφορία. Και τώρα, την εποχή του καυσαερίου και της υπερθέρμανσης της Γης, καλός πατριώτης είναι αυτός που δεν καταστρέφει τη φύση και δεν χτίζει αυθαίρετα. Όπως γράφει ένας αναγνώστης στην «Εl Pais»: «Όταν οι άλλοι έφτιαχναν τους εθνικούς ύμνους, εμείς είχαμε εμφύλιο. Κάποιοι ούρλιαζαν ότι είναι καθαρόαιμοι Ισπανοί, άλλοι κατέληγαν σε φυλακές και εξορίες. Αυτές οι εποχές πέρασαν ανεπιστρεπτί. Ας βρουν λοιπόν ένα κείμενο για τον εθνικό ύμνο. Κάποιοι θα το δεχτούν, άλλοι θα το περιγελούν. Κάποιοι θα το κρίνουν υπερπατριωτικό, άλλοι όχι αρκετό εθνικόφρων. Με κείμενο ή χωρίς, πάντως, η ευημερία του έθνους θα εξαρτηθεί από το κατά πόσον σεβόμαστε το Σύνταγμα και φροντίζουμε τις αξίες της δημοκρατίας». Τελικά, στις 4 Νοεμβρίου, σήμερα δηλαδή, μια ειδική επιτροπή θα επιλέξει το κείμενο του ισπανικού εθνικού ύμνου. Αδημονώ να το ακούσω. Και όταν τελικά το τραγουδήσουν, λέτε να λύσουν και το πρόβλημα με τους Βάσκους; Λέτε να ανέβει το βιοτικό επίπεδο και να πέσει η τιμή της βενζίνης; Λέτε να πάρουν και το Κύπελλο;