Πέμπτη, Δεκεμβρίου 25, 2008

«Είμαι ένα γουρούνι...»


«Είμαι ένα ανώνυμο γουρούνι. Εμείς τα γουρούνια, συνήθως, δεν έχουμε ονόματα όπως τα σκυλιά και οι γάτες. Εκείνα είναι προνομιούχα ζώα. Εμείς είμαστε σαν τους είλωτες: απαραίτητοι αλλά περιφρονημένοι. Μας καταβροχθίζετε και μας ξεφορτώνετε την αλαζονεία και τη δυστυχία σας. Αποφάσισα, λοιπόν, να παρέμβω σήμερα για λίγο στα δικά σας, επειδή αυτές τις ημέρες ακούω συχνά το όνομά μου. Σε εκείνο το σύνθημα- που δεν θα το πω, γιατί δεν θέλω μπλεξίματα με την Αστυνομία. Ειδικά με την ελληνική αστυνομία. Θα σας πω ότι εκείνο το σύνθημα, κατά τη γουρουνίστικη ταπεινή μου γνώμη, είναι φασιστικό. Κάποιοι από εσάς θα με πουν αμέσως “φασιστικό γουρούνι”. Είστε καλοί για ταμπέλες και συνθήματα αλλά, υποψιάζομαι, ανίκανοι για διάλογο και ιδέες. Θα περιοριστώ επομένως σε μερικές επισημάνσεις για εμάς τα γουρούνια. Παρά τη σημερινή μας κατάπτωση, έχουμε ένδοξους προγόνους. Οι πρώτοι άνθρωποι πάνω στη Γη μας αγάπησαν. Δικά μας γκράφιτι θα βρείτε στο Σπήλαιο της Αλταμίρα. Πριν από 7.000 χρόνια οι αρχαίοι Κινέζοι μας έβαλαν στα σπίτια τους. Μας έσφαζαν, προφανώς, αλλά τουλάχιστον μας σέβονταν. Μας θεωρούσαν σύμβολα καλοτυχίας και υγείας. Περιπλανιόμασταν περήφανοι ακόμα και στις αυλές των Κινέζων βασιλιάδων (παρεμπιπτόντως, εάν φωνάζατε εκείνο το σύνθημα στην σημερινή Κίνα, θα καταλήγατε σαν τους φοιτητές στην πλατεία Τιενανμέν. Όχι επειδή οι κληρονόμοι του προέδρου Μάο αγαπούν τα γουρούνια. Επειδή αγαπούν την απόλυτη ανθρώπινη εξουσία τους. Αυτό δεν σας το λέω για να σας κάνω πολιτικά μαθήματα. Απλά, επειδή είμαι γουρούνι που έχει ταξιδέψει λίγο, έχω μάθει τη “λεπτή διαφορά” μεταξύ δημοκρατίας και τυραννίας, μεταξύ καταστολής και σφαγής- ειδικά το τελευταίο!)...
Στην αρχαία Ελλάδα μας σέβονταν επίσης. Οι κουδουνίστρες για τα μωρά είχαν το σχήμα μας, γιατί μας θεωρούσαν σύμβολα υγείας και πλούτου... Μετά, κάτι πήγε στραβά. Οι θρήσκοι Εβραίοι και μουσουλμάνοι μας θεώρησαν βρώμικα ζώα. Δεν αξιώνουν καν να μας φάνε. Ακόμα πιο υποκριτική ήταν η στάση των χριστιανών. Ενώ συμβάλαμε τα μέγιστα στην επιβίωσή τους, από τον Μεσαίωνα και μετά γίναμε στόχος απίστευτων λοιδοριών. Μας ταυτίζουν με τη βρωμιά, την κουταμάρα, την κάθε είδους διαστροφή, τα σεξουαλικά όργια (αυτό προσωπικά δεν με χαλάει), ενώ εξακολουθούν να μας τρώνε με βουλιμία. Δεν είναι αυτό η πιο τρανταχτή ένδειξη της ανθρώπινης αχαριστίας; Δεν μπορούμε να βρούμε στέγη κάτω από κανένα κίνημα και ιδεολογία. Όλοι μας μπλέκετε στις διενέξεις σας και μας λοιδορείτε: φαλλοκράτες και φεμινίστριες, θρήσκοι και άθρησκοι, κεφαλαιοκράτες και προλετάριοι, συντηρητικοί και προοδευτικοί, αριστεροί και δεξιοί. Δεν είναι αυτό ένδειξη της ανθρώπινης ανοησίας; Στα μέσα της δεκαετίας του ΄60 άρχισαν να μας ταυτίζουν αποκλειστικά με την εξουσία και τη βία. Εμείς είμαστε ειρηνικά και χρήσιμα όντα. Έχουμε ακριβώς τα αντίθετα γνωρίσματα από εκείνα της εξουσίας και της βίας. Γι΄ αυτό μας αγαπάνε τα παιδιά. Οι ενήλικοι, καθώς μεγαλώνουν και γίνονται νευρωτικοί, πειθήνιοι και εξουσιομανείς ταυτόχρονα, μας περιφρονούν. Είστε πραγματικά πολύ παράξενοι. Μας κατηγορείτε, παραδείγματος χάριν, ότι τρώμε τα πάντα: ναι, δεν είμαστε σπάταλοι και κακομαθημένοι σαν και εσάς. Αν και κάποτε, στα χρόνια τα παλαιά, και εσείς τρώγατε τα πάντα ενώ τώρα μου γίνατε ραφινάτοι. Εσείς φτιάχνετε βρώμικες πόλεις, κακά σχολεία και μετά τα ονομάζετε γουρουνοστάσια: να τα ονομάζετε ανθρωποστάσια. Να αναλάβετε τις ευθύνες σας. Δεν σας επιβάλλουμε τον τρόπο ζωής μας, μη μας επιβάλλετε τις λοιδορίες σας! Εμείς τα γουρούνια σεβόμαστε αλλήλους. Δεν είμαστε σαν και σας που όλο για αλληλεγγύη και λεβεντιά μιλάτε ενώ σας κατατρώει η ξενοφοβία, η μνησικακία, ο φθόνος και θεωρείτε μεγάλη μαγκιά το να εξαπατάτε και να θάψετε τον διπλανό σας.
Αν σας κατασπαράζαμε, θα μας φοβόσασταν, θα μας τιμούσατε. Όπως τιμάτε τα λιοντάρια και τις τίγρεις. Θα μας είχατε αφιερώσει επαναστατικούς στίχους, ωραία συνθήματα, εξαίσιες μεταφορές. Τα ζώα που τρέμετε, τα τιμάτε. Επειδή αυτά ενσαρκώνουν τη δύναμη και την εξουσία. Κατά βάθος, την εξουσία τιμάτε και λαχταράτε όλοι σας. Ειδικά όσοι το παίζετε επαναστάτες. Γι΄ αυτό από την πονεμένη, πολυτάραχη ιστορία μας, εμείς τα γουρούνια μάθαμε να είμαστε καχύποπτοι με την εξουσία των εξουσιαστών. Και ακόμα πιο καχύποπτοι με την εξουσία των αντιεξουσιαστών. Καλά Χριστούγεννα, λοιπόν...».

Δευτέρα, Δεκεμβρίου 15, 2008

Γράμμα...

Ένα γράμμα μου έφθασε με e-mail πριν απο μερικές μέρες. Το παραθέτω ολόκληρο: «Θέλουμε έναν καλύτερο κόσμο. Βοηθήστε μας. Δεν είμαστε τρομοκράτες, 'κουκουλοφόροι', 'γνωστοί - άγνωστοι'. Είμαστε τα παιδιά σας. Αυτοί, οι γνωστοί- άγνωστοι... Κάνουμε όνειρα -μη σκοτώνετε τα όνειρά μας! Έχουμε ορμή -μη σταματάτε την ορμή μας. Θυμηθείτε. Κάποτε ήσασταν νέοι κι εσείς. Τώρα κυνηγάτε το χρήμα, νοιάζεστε μόνο για τη 'βιτρίνα', παχύνατε, καραφλιάσατε, ξεχάσατε.. Περιμέναμε να μας υποστηρίξετε. Περιμέναμε να ενδιαφερθείτε, να μας κάνετε μια φορά κι εσείς περήφανους. Μάταια. Ζείτε ψεύτικες ζωές, έχετε σκύψει το κεφάλι και περιμένετε τη μέρα που θα πεθάνετε. Δεν φαντάζεστε, δεν ερωτεύεστε, δεν δημιουργείτε! Μόνο πουλάτε κι αγοράζετε. Υλη παντού. Αγάπη πουθενά. Πού είναι οι γονείς; Πού είναι οι καλλιτέχνες; Γιατί δεν βγαίνουν έξω να μας προστατέψουν; μας σκοτώνουν. Βοηθήστε μας...». «Μη ρίχνετε άλλα δακρυγόνα, εμείς κλαίμε κι από μόνοι μας»


Να προσθέσω μια παράκληση: αγαπητά παιδιά μην κάνετε καταλήψεις. Θα είστε δέκα καταληψίες στο σχολείο και οι υπόλοιποι στα σπίτια τους, στη μοναξιά τους, για να δουν ξανά πολύ τηλέοραση, όπως ο Πρωθυπουργός... Και μη πάρετε τίποτα για δεδομένο. Να σας πω π.χ. μια "λεπτομέρεια." Δεν παχύναμε μόνο εμείς. Εσείς είστε πιο παχείς από μας, πιο παχείς από τους γονείς σας. Κατέχετε τη πρώτη θέση για παχυσαρκία στην Ευρώπη ενώ έχετε τα χειρότερα σχολεία. Καλέστε τους διανοούμενους στα σχολεία σας για να συζητείστε. Ποιους διανοούμενους θα μου πείτε; Τουλάχιστον αυτούς που δεν είναι απασχολημένοι, τρέχοντας στα κανάλια και στα ραδιόφωνα, για να σχολιάσουν τα γεγονότα. Συζητείστε με τους καθηγητές σας. Τουλάχιστον όσους έχουν διάθεση για συζήτηση. Οι υπόλοιποι ας πάνε στο διάβολο (με το συμπάθιο), γιατί δεν δικαιούνται τον τίτλο καθηγητές και εκπαιδευτικοί όσοι δεν συζητούν με τα παιδιά αυτές τις μέρες. Καλέστε τους καλλιτέχνες. Σε τελευταία ανάλυση ας μάθουν οτι δεν τραγουδάμε μόνο για τον Οτσαλάν σε αυτή την χώρα. Μη κάνετε καταλήψεις. Μην κλείσετε τα σχολεία. Μάθετε να μην είστε ψευτοεπαναστάτες και ψευτοδιαματρυρόμενοι. Δεν φοβούνται τις καταλήψεις σας. Δεν φοβούνται τις κουκούλες, τις πέτρες, τις βρισιές σας. Φοβούνται την σκέψη σας…

Παρασκευή, Νοεμβρίου 28, 2008

Φανταστείτε το μέλλον σας σε μία πόλη που αλλάζει

Στο πλαίσιο του προγράμματος Living Together, το Βρετανικό Συμβούλιο, σε συνεργασία με την εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ και τις εκδόσεις ΙΑΝΟΣ, διοργανώνει διαγωνισμό σύντομων ιστοριών με θέμα το διαπολιτισμικό διάλογο και με τίτλο Φανταστείτε το μέλλον σας σε μια πόλη που αλλάζει (Imagine your future in a changing city).

Σας καλούμε να καταθέσετε τη δική σας ιστορία (μέχρι 2.000 λέξεις) για την πόλη που μοιράζεστε με πολίτες από διαφορετικές χώρες, πολιτισμικές ή θρησκευτικές κοινότητες, για τη ζωή και το κοινό σας μέλλον σ’ αυτήν.

Μπορείτε να γράψετε την - πραγματική ή φανταστική - ιστορία σας στην Ελληνική ή Αγγλική γλώσσα. Δικαίωμα συμμετοχής στο διαγωνισμό έχουν οι μόνιμοι κάτοικοι στην Ελλάδα, ανεξαρτήτως εθνικότητας ή ηλικίας.

Λήξη προθεσμίας συμμετοχής: 8 Ιανουαρίου 2009

Την κριτική επιτροπή αποτελούν οι συγγραφείς Γκαζμέντ Καπλάνι, Έρση Σωτηροπούλου και Χρήστος Χωμενίδης.

Οι δέκα καλύτερες ιστορίες θα εκδοθούν σε ενιαίο τόμο από τις εκδόσεις ΙΑΝΟΣ, ενώ η εφημερίδα TA NEA είναι ο αποκλειστικός χορηγός επικοινωνίας του διαγωνισμού.

Επιπλέον, οι πιο ταλαντούχοι συμμετέχοντες θα παρακολουθήσουν σεμινάρια δημιουργικής γραφής με θέμα το Διαπολιτισμικό Διάλογο, από το συγγραφέα και δημοσιογράφο της εφημερίδας ΤΑ ΝΕΑ, Γκαζμέντ Καπλάνι

Για περισσότερες πληροφορίες, επικοινωνήστε:

Αθήνα
Olga.Gratsaniti@britishcouncil.gr
210 369 2336

Θεσσαλονίκη
Chrysoula.Melidou@britishcouncil.gr
2310 378 314

Διαδίκτυο:
http://www.britishcouncil.org/gr/greece-society-living-together-short-story-competition.htm


Κυριακή, Νοεμβρίου 23, 2008

Το νησάκι που βαστά την ιστορία του κόσμου

Το Τείχος των Δακρύων και των Ελπίδων στο Ellis Island, με τα χαραγμένα ονόματα των μεταναστών που έρχονταν, κυρίως από την Ευρώπη, για να βρουν μια θέση στο «αμερικανικό όνειρο». Εκατομμύρια άνθρωποι από την Αμερική και όλο τον κόσμο έρχονται εδώ κάθε χρόνο ψάχνοντας τους συγγενείς τους…


Έξω από το Castel Clinton, στο νοτιοδυτικό άκρο του Μανχάταν, όπου κόβεις το εισιτήριο για το Ellis Island, το «νησί των μεταναστών», τρεις επαγγελματίες σαλτιμπάγκοι, μεταμφιεσμένοι ως Αγάλματα της Ελευθερίας ποζάρουν για τους τουρίστες. Μόλις δουν όμως ότι τους φωτογραφίζουν χωρίς να τους πληρώσουν, σκεπάζουν το πρόσωπο με την αμερικανική σημαία: «Όχι τζάμπα man» φωνάζουν. Πλησιάζω ένα από τα τρία Αγάλματα και ρίχνω ένα δολάριο στο «ταμείο» κάτω. «Η φωτό κάνει πέντε δολάρια» μου λέει το Άγαλμα, κρατώντας την αμερικάνικη σημαία στο ύψος του προσώπου, σαν ασπίδα προστασίας από άλλον έναν υποψήφιο τζαμπατζή. «Δεν θέλω φωτό» λέω. «Μια ερώτηση μόνο. Πως πάει ο τζίρος;». «Δεν πάει καλά. Μας έχει πλήξει κι εμάς η γαμημένη η κρίση» απαντά και κατεβάζει τη σημαία…




Για να πας στο Ellis Island, στην Νήσο Έλλις όπως είναι γνωστό στην ελληνική βιβλιογραφία, περισσότερη ώρα σου παίρνει ο αυστηρός έλεγχος πριν μπεις στο φέρι μπόουτ, παρά το ίδιο το ταξίδι. Στήνομαι σε μια τεράστια ουρά, όπου ακούω, κυριολεκτικά, όλες τις γλώσσες του κόσμου. Μια αστυνομικίνα ζητά από την Γαλλίδα μπροστά μου να βγάλει, εκτός από τις μπότες και το μπρούντζινο βραχιόλι της, πριν περάσει από τον ηλεκτρονικό ανιχνευτή. Το βραχιόλι δεν βγαίνει με τίποτα. Η Γαλλίδα κοκκινίζει, ιδρώνει, μουρμουρίζει συνέχεια: «Cest de la folie. Cest de la folie» ("Αυτό είναι τρέλα"). Κάποια στιγμή τα καταφέρνει. Μπορούμε να προχωρήσουμε...


Το φέρι μπόουτ αποπλέει. Οι μετανάστες που έρχονταν στο Ellis Island έκαναν σχεδόν την ίδια διαδρομή. Πριν ξεμπαρκάρουν στο νησί, μπαίνοντας στον κόλπο της Νέας Υόρκης, αντίκριζαν το Άγαλμα της Ελευθερίας και τους ουρανοξύστες του Μανχάταν στο βάθος. Ήταν τα σύμβολα που είχαν εμποτίσει την φαντασία τους πριν ξεκινήσουν το εξουθενωτικό ταξίδι προς το Νέο Κόσμο. ‘Έρχονταν από τον «Παλαιό Κόσμο», την Ευρώπη, την οποία μάστιζε η εξαθλίωση και η μισαλλοδοξία. Γερμανοί, Ιρλανδοί, Εβραίοι, Σουηδοί, Τούρκοι, Έλληνες, Αλβανοί, Σέρβοι, Τσέχοι, Πολωνοί, ξεμπάρκαραν στο Ellis Island, σε μια χώρα όπου ονειρεύονταν να βρουν αφθονία και προπαντός να μην τους καταδιώκουν επειδή είχαν «λάθος» όνομα, «λάθος» ταυτότητα, λάθος «θρησκεία»…


***

Με το που φθάνουμε κοντά στο Άγαλμα της Ελευθερίας οι επιβάτες συνωστίζονται για μια φωτογραφία. Έτσι συνωστίζονταν και οι μετανάστες μόλις έβλεπαν το Άγαλμα. Για εκείνους όμως δεν ήταν τουριστική ατραξιόν. Ήταν το θαυμαστό σύνορο μπροστά στο οποίο έτρεμαν από φόβο μήπως δεν το περάσουν και από πόθο να γίνουν αποδεχτοί. Στο καράβι υπάρχουν αρκετοί νέοι μετανάστες από την Λατινική Αμερική. Ίσως, αυτό το «ταξίδι», να είναι η πρώτη τους εκδρομή στη νέα πατρίδα. Κάποιος μελαψός, που φορά την φανέλα του Μαραντόνα, στήνεται και ποζάρει με φόντο το Άγαλμα. Ποιος ξέρει, αυτή τη φωτογραφία θα την στείλει στους συγγενείς του. Για να τους δείξει ότι πέρασε το «σύνορο», ότι βρίσκεται κοντά στο «όνειρο». Θυμήθηκα τότε τους μετανάστες στην Ελλάδα. Πολλοί από αυτούς, την πρώτη τους «εκδρομή» στη νέα πατρίδα την κάνουν στην Ακρόπολη. Φωτογραφίζονται μπροστά στον Παρθενώνα. Μετά στέλνουν τις φωτογραφίες στους συγγενείς τους. Για να δείξουν ότι πέρασαν το «σύνορο», ότι βρίσκονται κοντά στο «όνειρο». Η γλώσσα των μεταναστών είναι παγκόσμια...


Λυκόφως στη Νήσο Έλλις. Στο βάθος κάποιος προσπερνά το Τείχος με τα ονόματα των μεταναστών ενώ μια υπάλληλος ρίχνει φαγητό στα περιστεράκια. Τα ονόματα των προγόνων της δεν υπάρχουν σε αυτό το Τείχος. Εκείνοι δεν ήρθαν οικειοθεώς στην Αμερική που μόλις απέκτησε το πρώτο της μαύρο, έστω μιγά, Πρόεδρο...

Το φέρι μπόουτ φθάνει και κατεβαίνουμε. Βλέπω το κύριο κτήριο. Επιβλητικό και ωραίο. Με το δίκαιο τους οι δυο αρχιτέκτονές του (Τίλτον και Μπόριγκ) πήραν το χρυσό μετάλλιο το 1900 στο Παρίσι. Αυτό το κτήριο στέγασε από το 1892 μέχρι το 1954 τα δάκρυα και τις ελπίδες δώδεκα εκατομμυρίων μεταναστών, κυρίως από την Ευρώπη. (Πριν λειτουργήσει ως μεταναστευτικός σταθμός το Ellis Island, οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν είχαν ενιαία μεταναστευτική πολιτική. Η κάθε Πολιτεία είχε τους δικούς της μεταναστευτικούς νόμους). Στην κεντρική αίθουσα, όπου οι μετανάστες περίμεναν τους πολυάριθμους και ταπεινωτικούς ελέγχους, ιατρικοί έλεγχοι κυρίως, πριν πάρουν το «ΟΚ» για να μπουν στις Ηνωμένες Πολιτείες, τώρα δεσπόζει μια έκθεση με τις αποσκευές τους. Μπαούλα και βαλίτσες όλων των ειδών. Τι να είχαν μέσα άραγε; Διευθύνσεις στην Αμερική, ιερά βιβλία, το καλό φόρεμα για την μέρα του γάμου, λίγο χώμα από την πατρίδα; Επάνω οι φωτογραφίες της εποχής με τα πρόσωπα των μεταναστών. Στο βλέμμα τους διακρίνεις εκείνη τη μείξη του φόβου και του πείσματος, της ελπίδας και της θλίψης, της προσδοκίας και της ανασφάλειας: το αιώνιο βλέμμα της ξενιτιάς. Μόνο δυο τοις εκατό των μεταναστών δεν έπαιρναν την άδεια να μπουν στην Αμερική. Αλλά οι διαδικασίες ελέγχου ήταν τόσο επώδυνες που ακόμα και σήμερα απασχολούν την συλλογική μνήμη των Αμερικανών. Λίγο πιο πέρα, μια πλατφόρμα με χρωματιστά πλαστικά ανθρωπάκια. Ο τίτλος κάτω: «Από πού ερχόμαστε». Πως φτιάχτηκε η Αμερική από το 1600, όταν δεκάδες εκατομμύρια άνθρωποι άρχισαν να συρρέουν εδώ: αποικιοκράτες, τυχοδιώκτες, διωγμένοι, ονειροπόλες, πεινασμένοι, δουλέμποροι, μετανάστες. Και η πιο επώδυνη σελίδα: η δουλεία των μαύρων της Αφρικής. Εκείνοι δεν ήρθαν οικειοθελώς στην Αμερική.

Δεξιά από την πλατφόρμα, μια ψηλή ξανθιά κοπέλα ψάχνει στον υπολογιστή το όνομα ενός συγγενή της που πέρασε κάποτε από το Ellis Island. Μετά από λίγο την διαδέχεται ένας μελαψός κύριος που κάνει το ίδιο. Έξω από το κτήριο υπάρχει το Τείχος, με τα ονόματα των μεταναστών που πέρασαν απο το Ellis Island. Διαβάζω μερικά στη τύχη: Diana Christopoulos Tomaris, Demetrios Tomaris, Orlich Tomasek, Viola Skopas Tombros, Chu Hue Tong... Ένα αγόρι φωνάζει στη μητέρα ότι βρήκε το όνομα που έψαχναν. Άλλοι συνεχίζουν και ψάχνουν...


***


Έχει πέσει το λυκόφως όταν φεύγω από το Ellis Island. Στον ορίζοντα λάμπουν τα φώτα του Μανχάταν, που έβλεπαν οι μετανάστες από τα παράθυρα του κτηρίου και ονειρεύονταν μια ζωή γεμάτη φως και αφθονία. Η ιστορία της μετανάστευσης στην Αμερική δεν είναι ρόδινη. Συνοδεύεται από πόνο, ρατσισμό, αδυσώπητες συγκρούσεις, άγρια εκμετάλλευση, αγώνες για δικαιώματα. Αλλά αυτή η χώρα κατάφερε και καταφέρνει ακόμα να εμφυσήσει στους μετανάστες της το δικό της όνειρο. Να τους κάνει κομμάτι της δικής της αφήγησης. Η Ευρώπη αδυνατεί να το κάνει. Επειδή η Αμερική χτίστηκε αλλιώς; Ίσως. Σκέφτομαι μόνο πως τα μουσεία της μετανάστευσης στην Ευρώπη είναι σχεδόν ανύπαρκτα. Την ιστορία της δικής μετανάστευσης η Ευρώπη την έχει εξωραΐσει και απωθήσει στην λήθη. Την ιστορία των μεταναστών που φθάνουν σήμερα για να ζήσουν το «ευρωπαϊκό όνειρο», δεν την θεωρεί δική της. Νομίζω, πιθανόν απλοϊκά, ότι η κύρια διαφορά μεταξύ της Ευρώπης και της Αμερικής είναι το γεγονός ότι η Αμερική, παρ’όλα τα τεράστια προβλήματα, δέχτηκε και δέχεται τους μετανάστες ως κομμάτι του δικού της ονείρου. Οι χώρες της Ευρώπης, η Ευρώπη, αντί να εμπνέει το δικό της όνειρο στους μετανάστες, συνήθως, τους φορτώνει τους εφιάλτες της. Σακατεύοντας έτσι το μέλλον των μεταναστών και το δικό της. Η Ευρώπη καλείται σήμερα να «επινοήσει» ένα «ευρωπαϊκό όνειρο». Εάν δεν θέλει να μείνει, αιωνίως, μια χλωμή σκιά της Αμερικής…


Κατεβαίνω στο μετρό. Μια μπάντα μαύρων νεαρών έχουν στήσει κανονική τζαζ συναυλία. Σταματώ και τους βλέπω. Μπροστά μου ένας μαύρος κύριος με ένα μαύρο μπουφάν. Στη πλάτη του, σταμπαρισμένη μια αμερικανική σημαία, μια άγκυρα αριστερά και ένα κοτζάμ κείμενο στα κινέζικα! Θέλω να βγάλω μια φωτογραφία, όταν μου φθάνει στο αυτί η γλώσσα της δικής μου ξενιτιάς:

- «Φοβεροί δεν είναι;»

- «Παίζουν γαμάτα μωρό μου»

Οι νεαροί σταματούν, το κοινό χειροκροτεί. Οι πιο γενναιόδωροι ρίχνουν στο «ταμείο» της μπάντας ψηλά. Όχι πολλά. Εποχή οικονομικής κρίσης. Δεν περισσεύουν χρήματα για πλανόδιους. Η Wall Street σήμερα έκανε πάλι εντυπωσιακή βουτιά…

Πέμπτη, Νοεμβρίου 20, 2008

Οι ελαφίνες δεν πάνε στον Παράδεισο

Προχθές άρχισε η κυνηγετική σεζόν εδώ στην Κοιλάδα του Χάντσον. Από τα χαράματα σε ξυπνούν οι πυροβολισμοί των κυνηγετικών όπλων. Είναι η πρώτη φορά που βιώνω από τόσο κοντά την κυνηγετική σεζόν. Ήταν γραφτό να τη ζήσω στην Αμερική. Μέχρι χθες, τα ελάφια και τις ελαφίνες τις έβλεπα σχεδόν καθημερινά. Έρχονταν κάτω από το παράθυρο του δωματίου μου, άφοβα, στο πολιτιστικό κέντρο όπου μένω. Τα φωτογράφιζα και με κοιτούσαν με εκείνο το αθώο και μελαγχολικό βλέμμα των ελαφιών, που μου έφερε στον νου τον «Ελαφοκυνηγό» με τον Ντε Νίρο. Για να πω την αλήθεια, έπαθα ένα μίνι πολιτιστικό σοκ όταν είδα για πρώτη φορά τις ελαφίνες στην πόρτα του δωματίου μου. Στην Αθήνα βλέπω μόνο σκυλιά. Στην καλύτερη περίπτωση περιστεράκια στο μπαλκόνι μου. Και καμιά αλεπού εκτός Αθήνας...
Με το που εμφανίστηκαν οι κυνηγοί εδώ γύρω, με τα φανταχτερά τους καπέλα, τα μεγάλα αυτοκίνητά τους, τις φανταχτερές καραμπίνες και τους φλύαρους σκύλους, οι ελαφίνες εξαφανίστηκαν. Είχα συνηθίσει να τις βλέπω τόσες εβδομάδες και μου λείπουν. Τώρα, ασφαλώς, δίνουν γιγαντιαίο αγώνα επιβίωσης. Να διαθέτουν άραγε κάποιο σχέδιο σωτηρίας; Προχθές, ο υπάλληλος του κέντρου, ο Τζιμ, μας ειδοποίησε ότι πρέπει να είμαστε προσεκτικοί στις κινήσεις μας. Μας είπε να βάλουμε οπωσδήποτε κάτι πορτοκαλί επάνω μας όταν κυκλοφορούμε στον δρόμο. Και βέβαια να κόψουμε με το... μαχαίρι τις βόλτες στο δάσος. Γιατί αλλιώς κινδυνεύουμε να μας περάσουν για ελαφίνες. Είναι ποιητικό να σε περάσουν για ελαφίνα, αλλά το ποιητικό στην κυνηγητική σεζόν είναι θανατηφόρο. Σε ό,τι αφορά τα όπλα εδώ ακούς τρελές ιστορίες. Ο Τζιμ λέει ότι την προηγούμενη κυνηγετική σεζόν τρεις άνθρωποι σκοτώθηκαν κατά λάθος. Τους πέρασαν οι κυνηγοί για ελαφίνες. Ένας κυνηγός σκότωσε, κατά λάθος, ένα ζευγάρι ηλικιωμένων που σεργιάνιζαν, οι άτυχοι, στα δικά τους χωράφια. Αθωώθηκε ο κυνηγός επειδή- είπε ο δικαστής- ήταν κυνηγετική σεζόν. Έπρεπε οι ηλικιωμένοι να είχαν βάλει κάτι πορτοκαλί επάνω τους. Παρ΄ όλα αυτά, εάν οι ηλικιωμένοι είχαν καθαρίσει τον κυνηγό πριν να τους καθαρίσει εκείνος, θα είχαν επιζήσει και θα είχαν αθωωθεί ταυτόχρονα. Γιατί ο κυνηγός βρισκόταν σε ιδιωτική περιουσία και η δολοφονία θα εθεωρείτο «πράξη αυτοάμυνας». Κάτι το ενδιαφέρον αφού μιλάμε για όπλα και Αμερική. Λόγω της κρίσης, η κατανάλωση έχει μειωθεί κατακόρυφα στην Αμερική. Η αγορά κατοικιών έχει κάνει τρομερή βουτιά. Η αγορά των αυτοκινήτων κατρακυλά καθημερινά. Η αγορά των βιβλίων έχει πιάσει πάτο. Η αγορά των όπλων ευδοκιμεί. Μάλιστα, λένε οι αναλυτές, με την κρίση θα αυξηθούν η ανασφάλεια και η εγκληματικότητα, άρα και οι πωλήσεις όπλων. Σε μία χώρα στην οποία ήδη κυκλοφορούν- νόμιμα- 250 εκατομμύρια όπλα.
Τόσο ριζωμένη στην αμερικανική κουλτούρα είναι η προσωπική κατοχή του όπλου, ώστε ο Ομπάμα δεν τόλμησε καν να τη θίξει. Ήταν σαν να έπαιζε ρώσικη ρουλέτα με το πιστόλι, όπως ο Ντε Νίρο στον «Ελαφοκυνηγό»... Ο Τζιμ δεν έχει όπλο αλλά είναι κατά της απαγόρευσης των όπλων. Τον ρωτάω γιατί. «Γιατί μας αρέσει να προστατεύουμε οι ίδιοι τον εαυτό μας, να μην περιμένουμε από το κράτος» μου απαντά. Ο Τζιμ είναι θρήσκος και την Κυριακή, ως συνήθως, θα πάει στην εκκλησία. «Θα ανάψεις ένα κερί και για τις δολοφονημένες ελαφίνες;» του λέω. Με κοιτά με παράξενο βλέμμα. «Τα ζώα δεν έχουν ψυχή, άνθρωπέ μου. Έτσι λέει η Ιερά Γραφή» απαντά. Έχει δίκαιο ο Τζιμ. Οι ελαφίνες δεν πάνε ποτέ στον Παράδεισο. Μόνο οι ελαφοκυνηγοί. Και οι έμποροι όπλων, όπου και αν βρίσκονται, God damnit!

Σάββατο, Νοεμβρίου 15, 2008

Μια παριανή ιστορία από τη Νέα Υόρκη

Η Πωλίν Λέθεν γεννήθηκε στην Ολλανδία και μοιράζεται τη ζωή της μεταξύ Νέας Υόρκης και Πάρου. «Η Πάρος είναι η πατρίδα της καρδιάς μου» λέει. Διατηρεί γκαλερί σύγχρονης τέχνης στο νησί, φέρνοντας κάθε χρόνο καλλιτέχνες από όλο τον κόσμο. Εδώ στη πόρτα της γκαλερί τέχνης της στη Νέα Υόρκη. Η γκαλερί της Νέας Υόρκης λειτουργεί και ως ξενοδοχείο


ΜΕ ΛΕΝΕ Πωλίν Λέθεν. Γεννήθηκα στην Ουτρέχτη, μια πόλη στην κεντρική Ολλανδία. Μια παλαιά πόλη, από την εποχή των Ρωμαίων, που την διασχίζει ο Ρήνος, γεμάτη γοτθικά μεσαιωνικά κτήρια, εκκλησίες και ελάχιστο ήλιο. Γεννήθηκα στη μέση του πολέμου, το 1942. Θυμάμαι τη μεγάλη πείνα. Έκανε ψόφο και τρόμαζα από τον θόρυβο των αεροπλάνων, που με ακολούθησε για πολλά χρόνια. Ο πατέρας μου ήταν διοικητικός υπάλληλος στον Ολλανδικό σιδηρόδρομο. Κρύφτηκε σε υπόγειο κρησφύγετο που είχαμε στο σπίτι. Οι Ολλανδοί εργάτες του σιδηροδρόμου κήρυξαν γενική απεργία παραλύοντας την χώρα. Οι ναζί συνελάμβαναν τους εγκεφάλους της απεργίας και τους εκτελούσαν επί τόπου. Ευτυχώς τον πατέρα μου δεν κατάφεραν να τον εντοπίσουν… Θυμάμαι την απελευθέρωση. Μεγάλη γιορτή. Η μητέρα μου με ανέβασε πάνω στο τανκς ενός Αμερικανού στρατιώτη. Τσίριζα τρομοκρατημένη... Η Ουτρέχτη των παιδικών μου χρόνων ήταν μια φτωχή και βαρετή πόλη. Κάθε Δευτέρα πρωί οι νοικοκυρές καθάριζαν τα τσάμια των σπιτιών τους και άπλωναν την μπουγάδα στο πεζοδρόμιο. Δεν υπήρχαν πλυντήρια τότε. Το θέαμα αυτό μου την έδινε στα νεύρα…

***

ΟΙ ΓΟΝΕΙΣ ΜΟΥ ταξίδευαν στην Ευρώπη με το τρένο, λόγω της δουλειάς του πατέρα μου. Ο πατέρας μου είχε την δυνατότητα να πάρει εμάς, τα παιδιά του, σε κάποιο ταξίδι στο εξωτερικό αφού είχαμε συμπληρώσει τα δεκαέξι χρόνια. Όταν τα συμπλήρωσα έκανα το πρώτο μου ταξίδι: Λένινγκραντ... Ήμασταν πολύ περιορισμένοι και συνεχώς υπό παρακολούθηση. Η πιο ωραία θύμηση από αυτό το ταξίδι είναι το μπαλέτο. Ήταν Υπέροχο... Στην επιστροφή, στα σύνορα με την Πολωνία, δημιουργήθηκε μεγάλη αναταραχή. Εκκένωσαν σχεδόν όλα τα βαγόνια. Σήκωσαν κυριολεκτικά το τρένο στον αέρα. Έψαχναν κάποιον που προσπαθούσε να αποδράσει από την Σοβιετική Ένωση. Αργότερα, ο πατέρας μου άκουσε ότι επρόκειτο για έναν Έλληνα που τον είχαν στείλει από μικρό παιδί στη Ρωσία. Τον βρήκαν κρυμμένο κάτω από το τρένο. Δεν ξέρω τι απέγινε. Ήταν το 1961…

***

ΓΡΑΦΤΗΚΑ στη Σχολή Καλών Τεχνών. Όταν έγινα είκοσι χρονών ο πατέρας μου με ρώτησε τι δώρο προτιμώ για τα γενέθλιά μου. «Ένα ταξίδι στην Ελλάδα» απάντησα. Για μένα Ελλάδα σήμαινε πηγή του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Ταξίδεψα με το τρένο. Έμεινα τρεις εβδομάδες. Πήγα Δελφούς, Αθήνα, Ρόδος, Αρχαία Ολυμπία, Ύδρα... Στην Ουτρέχτη, όπου δεν υπάρχει η θάλασσα του Άμστερνταμ, τα έβρισκα όλα πολύ βαριά, ξεκινώντας από τον σκοτεινό ουρανό. Στα τοπία και στους ανθρώπους στην Ελλάδα βρήκα μια ελαφρότητα, μια υπαρξιακή διαφάνεια που με κατέκτησε. Το φως της Ελλάδας με μάγεψε. Είπα μέσα μου: «εάν ποτέ φύγεις από την Ουτρέχτη αυτή εδώ είναι η χώρα σου της καρδιάς σου»…

***

ΣΕ ΚΑΠΟΙΟ φέρι μπόουτ στην Ελλάδα, είχα γνωρίσει τυχαία έναν αμερικανό ζωγράφο. Ζούσε ήδη εκεί, στην Κάλυμνο. Ήταν ένα νεανικό φλερτ. Επέστρεψα στην Ουτρέχτη, πήρα το πτυχίο μου, διορίστηκα δασκάλα σε γυμνάσιο. Μια μέρα ο Ντίκ ήρθε στην Ουτρέχτη... Μου ζήτησε να παντρευτούμε και να ζήσουμε μαζί στην Ελλάδα. Ήταν ένας καλλιτέχνης «φυγάς». Προερχόταν από πάμπλουτη αμερικανική οικογένεια. Αποφάσισε να φύγει μακριά και να ζήσει τη ζωή σου. Τον ακολούθησα. Ήταν το 1968...

***

ΠΑΝΤΡΕΥΤΗΚΑΜΕ ΤΟ 1969. Εγκατασταθήκαμε στην Πάρο, μεταξύ Παροικιάς και Νάουσας, δίπλα στην εκκλησία του Αγίου Σπυρίδωνος. Ήταν ακόμα δικτατορία. Θυμάμαι μερικές μέρες πριν την τραγωδία της Κύπρου κυκλοφόρησαν φυλλάδια στο νησί, από τους ανθρώπους της χούντας, που έγραφαν: «Όλοι οι αμερικανοί είναι πράκτορες». Φοβηθήκαμε ότι θα μας διώξουν. Εμείς, τότε, φιλοξενούσαμε ένα ζευγάρι Γερμανών φίλων, καλλιτέχνες, που μόλις είχαν διωχθεί από την Τουρκία. Είχαν αγοράσει δικό τους σπίτι εκεί αλλά οι τουρκικές αρχές το είχαν κατάσχει και τους πέταξαν έξω, μαζί με πολλούς άλλους ξένους… Θυμάμαι τις μανάδες και τις γιαγιάδες της Πάρου που έκλαιγαν στο λιμάνι, χαιρετώντας τα παιδιά τους. Θυμάμαι τον κόσμο που άδειασε τα μαγαζιά γιατί, έλεγαν, θα γίνει πόλεμος, Μέχρι που έβαλαν αστυνομικούς έξω από τα καταστήματα για να συγκρατήσουν τον κόσμο…

***

ΖΟΥΣΑΜΕ σε ένα μικρό αγροτικό σπίτι. Είχαμε μια λάμπα ελαίου για τα βράδια. Δεν υπήρχε ηλεκτρικό ρεύμα. Νερό έπαιρνα στο πηγάδι και έκανα μπουγάδα πλένοντας στα χέρια. Οι γειτόνισσες μου έμαθαν να ζυμώσω το ψωμί. Μαζευόμασταν όλες οι γυναίκες και φτιάχναμε το ψωμί μαζί. Πως ένιωθα; Εγώ ζούσα τον έρωτά μου και όλα τα έβλεπα ως μια μεγάλη εμπειρία ζωής. Απολάμβανα την ομορφιά του τοπίου. Δεν μου έλειπαν τα υλικά πράγματα. Ένιωθα μοναξιά γιατί δεν ήξερα την γλώσσα… Άρχισα να μαθαίνω ελληνικά. Οι Έλληνες γείτονες ήταν πολύ φιλικοί. Και περίεργοι. Ήμασταν άλλωστε οι μοναδικοί ξένοι στο νησί. Ειδικά οι γυναίκες. Θυμάμαι μια γειτόνισσα, τη Βούλα. Ερχόταν σπίτι μας, της προσέφερα καφέ, φρούτα αλλά επειδή δεν ήξερα ελληνικά ένιωθα αμήχανα. Η Βούλα ένιωθε βολικά. Της έφθανε να περιεργάζεται το σπίτι μας. Από ανθρώπους σαν την Βούλα έμαθα πολλά πράγματα, φτιαγμένα, σχεδιασμένα με απλότητα και βαθειά σοφία…

***

ΤΟ 1971 γεννήθηκε το πρώτο παιδί μου, ο Ιωάννης-Ιάν. Το όνομα του πατέρα μου είναι Ιάν. Έτσι κάναμε έναν συμβιβασμό μεταξύ ολλανδικού και ελληνικού ονόματος. Όταν γεννήθηκε το μωρό, οι γειτόνισσες μου είπαν ότι εάν το παιδί μείνει αβάπτιστο είναι σαν να το χαρίσεις στον Διάβολο. Το βαφτίσαμε στην εκκλησία του Αγίου Χαραλάμπου. Ήρθε ο παπάς με το ταξί και πολύς κόσμος καβάλα σε γαϊδάρους. Τότε δεν υπήρχαν αυτοκίνητα στην Πάρο. Υπήρχαν μόνο δυο ρώσικα αυτοκίνητα, ταξί και τα δυο…


Μια παλαιά ασπρόμαυρη ανάμνηση από την δεκαετία του ΄70. Η Πωλίν ποζάρει πάνω στον μαντρότοιχο του σπιτιού της στην Πάρο


ΕΖΗΣΑ ΣΤΗΝ ΠΑΡΟ μέχρι το 1982. Έζησα την πτώση της χούντας και θυμάμαι πως ζωντάνεψε το καφενείο του χωριού. Το 1973 αγοράσαμε δικό μας σπίτι. Το δεύτερο παιδί μου, ο Βασίλης-Ρόι, γεννήθηκε το 1978. Ένα χρόνο μετά έφθασε το ηλεκτρικό ρεύμα. Το νερό επίσης. Εμφανίστηκαν τα αυτοκίνητα, όλο και πιο πολλά. Και πολλοί τουρίστες. Δεν θέλω να φανώ φολκλορική. Δεν πιστεύω ότι η στέρηση κάνει τους ανθρώπους καλύτερους. Παρ’ όλα αυτά νοσταλγώ εκείνη την απλότητα και την σοφία που βρήκα στην Ελλάδα του 1968. Δεν μιλώ ως τουρίστρια. Ήμουν μέρος αυτής της πραγματικότητας…

***

ΤΟ 1982 χώρισα με τον άνδρα μου. Επέστεψα για λίγο στην Ολλανδία. Ένιωσα εντελώς ξένη στην Ουτρέχτη. Με τα δυο μου παιδιά ήρθα στη Νέα Υόρκη. Είχα γνωρίσει ήδη τον Μπικς, τον τωρινό μου φίλο. Η Νέα Υόρκη είναι μια πόλη που δεν κοιμάται ποτέ και σου δίνει απίστευτη ενέργεια. Τα πρώτα χρόνια όμως μου έλειπε τρομερά η Πάρος… Συνεχίζω και ζωγραφίζω. Το 1997 άνοιξα μια γκαλερί τέχνης στη Νέα Υόρκη. Το 2000 αγόρασα ένα παλαιό σπίτι στη Παροικιά μαζί με την αδελφή μου. Αποφασίσαμε να το κάνουμε γκαλερί τέχνης. Κάθε χρόνο, το καλοκαίρι, εγκαινιάζω μια έκθεση σύγχρονης τέχνης, όπου συμμετέχουν σύγχρονοι καλλιτέχνες από όλο τον κόσμο. Οι τίτλοι των εκθέσεων είναι ελληνικοί. Φέτος ήταν «Κόσμος». Του χρόνου θα είναι «Δίλημμα». Η γκαλερί είναι ένας τρόπος να διατηρώ τη σχέση μου με την Πάρο. Και να συμβάλλω, με τον τρόπο μου, στην ανάπτυξη του νησιού. Αν και δεν μου αρέσει η λέξη «τουρισμός», νομίζω ότι η Πάρος, η Ελλάδα πρέπει να επενδύσει στον «πολιτιστικό τουρισμό», με την σύγχρονη έννοια του όρου όμως…

***

ΤΟ ΠΙΟ ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ που έχω ζήσει στη Νέα Υόρκη είναι η εκλογή του Ομπάμα. Πιστεύω πως θα επηρεάσει βαθειά τις επόμενες γενιές στην Αμερική και στον κόσμο… Η ζωή μου σήμερα μοιράζεται ανάμεσα στη Νέα Υόρκη και την Πάρο. Όταν πάω στην Πάρο αναγνωρίσω ακόμα τον τόπο όπου έζησα. Έχουν χτιστεί πολλά καινούργια κτήρια αλλά ευτυχώς όχι τεράστια, ψηλά ξενοδοχεία… Πολλοί από τους πρώην γείτονές μου έχουν πεθάνει ή έφυγαν από την Πάρο. Άλλους τους βλέπω κάθε χρόνο. Πίνουμε συχνά το πρωινό καφέ μαζί. Μιλάμε για τα νέα και θυμόμαστε τα παλαιά…


Info: www.thegalleryguesthouse.com

Η ιστοσελίδα της γκαλερί τέχνης της ζωγράφου Πωλίν Λέθεν στη Νέα Υόρκη που λειτουργεί ταυτόχρονα και ως ξενοδοχείο.

Κυριακή, Νοεμβρίου 09, 2008

Αυτή η νύχτα μένει…

Μια παρέα μικρών Αμερικανών latinos φωτογραφίζονται πάνω στη Γέφυρα του Williamsburg, σχηματίζοντας το σήμα της νίκης για τη νίκη του Ομπάμα και την Αμερική των ονείρων τους.


4 Νοεμβρίου 2008. Δέκα το πρωί. Νέα Υόρκη, Brooklyn, Γέφυρα του Williamsburg. Την βλέπω κάθε βράδυ από το παράθυρο του ξενοδοχείου. Ένα γέρικο «τέρας», 105 χρονών, που την νύχτα με τα φώτα, προφέρει ελκυστική θέα. Αλλά όταν νυχτώνει είναι ένα από τα «άβατα» σημεία της Νέας Υόρκης. Τη διανύω τώρα, το πρωί, γιατί θέλω να βγάλω μερικές φωτογραφίες του Μανχάταν. Η θέα από εδώ είναι μεγαλοπρεπή. Το νέφος και η ομίχλη όμως σηκώνουν αδιαπέραστο πέπλο. Αφού δεν μπορώ να φωτογραφίσω το Μανχάταν, τραβάω κάποια παιδιά που κάνουν skateboard. Εκείνοι με βλέπουν και με πλησιάζουν. Πιάνουμε κουβέντα. Οι γονείς τους ήρθαν εδώ, παράνομα οι περισσότεροι, πριν από δεκαπέντε χρόνια ή λιγότερα από τη Γουατεμάλα, Βραζιλία, Μεξικό, Πουέρτο Ρίκο. Σήμερα οι ίδιοι είναι Αμερικανοί πολίτες και ορέγονται μια θέση στο «αμερικανικό όνειρο». Ο Μπράίαν θέλει να γίνει καθηγητής. Ο Λούις διάσημος ποδοσφαιριστής. Ο Σαντιάγο…. ο πρώτος Αμερικανός πρόεδρος μεξικανικής καταγωγής. «Θέλω να γίνω ο Μεξικανός Ομπάμα» λέει. Οι υπόλοιποι γελούν και τον πειράζουν. «Το πιστεύεις πράγματι αυτό που λες;» ρωτάω τον Σαντιάγο. «Ναι, το πιστεύω» απντάει με σοβαρό ύφος...

***

Προς το μεσημέρι πάω σε ένα εκλογικό κέντρο στο Brooklyn. Βλέπω το «ψηφίστε εδώ», πάνω στην είσοδο, σε τέσσερεις γλώσσες. Βλέπω μαύρους, latinos, ορθόδοξους Εβραίους, Ασιάτες, λευκούς, ξανθούς, γυναίκες με ισλαμικές μαντίλες, ανάπηρους, φτωχούς που τους αναγνωρίζεις αμέσως, μεσοαστούς, νεαρούς, ντυμένοι με εκκεντρικά ρούχα, να έρχονται για να ψηφίσουν. Στήνομαι στην είσοδο και τραβάω φωτογραφίες. Δεν βλέπω εκείνες τις υπερψηφιακές οθόνες που έδειχναν στις ειδήσεις. Είναι όλα απλά. Ακούω το μονότονο χτύπο της σφραγίδας πάνω στο ψηφοδέλτιο. Μια εύσωμη ξανθιά κοπέλα με βλέπει που τραβάω φωτογραφίες και κραυγάζει «Ομπάμα». Μετά από λίγο βγαίνει ένας ξανθός άνδρας απο μέσα, ένστολος και πάνοπλος, ο αστυνομικός υπηρεσίας. Με ένα ύφος που μου προκαλή κάποια στιγμίαια ανατριχίλα - αφού πάσχω και απο αστυνομοφοβία - μου λέει ότι απαγορεύεται να τραβάω φωτογραφίες σε εκλογικό κέντρο και πρέπει να του δίνω αμέσως. Αυτό κάνω...



Φθάνω στο Μανχάταν, στην Union Square, στα γραφεία ενός από τα ιστορικά αμερικανικά περιοδικά, του «The Nation». Με περιμένει ο αρχισυντάκτης του, ο Roane Carey. Μου δείχνει στο διάδρομο τα κορναριζμένα εξώφυλλα των πρώτων τευχών του περιοδικού, από το 1865. Μετά, στο γραφείο του, τα εξώφυλλα του νέου τεύχους αφιερωμένο στις εκλογές. Προεξοφλούν νίκη του Ομπάμα. Αν και υπάρχει μεγάλη αγωνία. Τα εξώφυλλα τα έχει σχεδιάσει ο Milton Glasier, ο ίδιος που σχεδίασε και το «I love New York», με εκείνη την κόκκινη καρδιά, που έγινε σήμα κατατεθέν της πόλης… «Τι σηματοδοτεί η νίκη του Ομπάμα;» ρωτάω τον Roney. «Κάτι που πριν από μερικούς μήνες δεν τολμούσαμε καν να το φανταστούμε. Ήδη ο Ομπάμα πέτυχε κάτι πολύ σημαντικό: την επιστροφή της πολιτικής. Τα υπόλοιπα θα τα δούμε στη πράξη» απαντάει...

***

16.00 η ώρα κατεβαίνω στο Bronx. Κοντά στο Yankee Stadium βρίσκω ένα internet café. Οι δυο υπάλληλοι του καταστήματος δεν καταλαβαίνουν γρι αγγλικά. Μιλούν μόνο ισπανικά. Συνεννοούμαστε με πολλές δυσκολίες και καταφέρνω στο τέλος να παραγγείλω έναν καφέ και να συνδέομαι στο ίντερνετ. Διαβάζω ότι στο Χάρλεμ υπάρχουν μεγάλες ουρές στα εκλογικά κέντρα…

***

Γύρω στις 18.00 η ώρα φθάνω στο Χάρλεμ. Έχει αρχίσει να βραδιάσει. Κατεβαίνω στο 125 Street, την καρδιά της μεγάλης εξέγερσης των μαύρων το 1968. Στη πλατφόρμα του σταθμού πολλοί αστυνομικοί. Κατεβαίνω τις σκάλες. Ένας ξανθός νεαρός, γύρω στα είκοσι δυο, μου δίνει ένα φυλλάδιο «Vote for Obama». Πιάνουμε για λίγο κουβέντα. Είναι Σουηδός, ήρθε για διακοπές στη Νέα Υόρκη αλλά σήμερα μοιράζει εθελοντικά φυλλάδια. Ρίχνω μια ματιά στα κτήρια γύρω. Μοιάζουν τόσο πολύ σ’εκείνα των προαστίων του Παρισιού. Πολύ κοντά στον σταθμό του μετρό βρίσκω ένα εκλογικό κέντρο. Δίπλα του τα πιτσιρίκια παίζουν χάντμπολ, κάτω από το φως των προβολέων. Στα παγκάκια έξω, ένας μαύρος νεαρός καπνίζει σαν φουγάρο. Τον πλησιάζω και τον ρωτάω αν ψήφισε. «Δεν ψηφίζω εγώ φιλαράκο. Ίδιοι είναι όλοι τους» απαντάει. «Και ο Ομπάμα;». «Μαλακίες» λέει τραβάει μια βαθειά τζούρα. Ένας άλλο νεαρός βγαίνει από το εκλογικό κέντρο. Τον λένε Έρικ. Ήρθε τώρα το βράδυ να ψηφίσει γιατί δούλευε. «Ψήφισα Ομπάμα φυσικά» μου λέει. Τι πιστεύει ότι θα αλλάξει; Σηκώνει τους ώμους. «Ειλικρινά δεν ξέρω» απαντά. «Για μας τους μαύρους είναι μεγάλη μέρα. Δίνει ελπίδα στην Αμερική, να αυτό». Τις μεγάλες ουρές που λένε στις ειδήσεις δεν τις βλέπω πουθενά. Οι ψηφοφόροι, σχεδόν όλοι μαύροι, συνεχίζουν να προσέρχονται στα εκλογικά κέντρα. Παίρνω την Έβδομη Λεωφόρο. Κάθε δέκα μέτρα, σχεδόν, συναντώ παγκάκια γεμάτα t-shirt με φωτογραφίες του Ομπάμα. Σε κάποιο σημείο έχουν στήσει κανονικό τοίχο με κονκάρδες του. Τρεις νεαροί περνούν φωνάζοντας «Yes we can». Με τόση έντονη γαλλική προφορά που νομίζω ότι φωνάζουν κάτι στα γαλλικά. Κρατούν στα χέρια πανό: «France for Obama»… Αυτές δεν είναι εκλογές, λέω μέσα μου, είναι πανηγύρι...

Στη γειτονιά των μαύρων της Νέας Υόρκης, το Χάρλεμ, δευτερόλεπτα πριν την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων στη Βιρτζίνια…


Γύρω στις επτά η ώρα το βράδυ φθάνω στο New York State Office Building, στο τέλος της Έβδομης Λεωφόρο στο Χάρλεμ. Ένα κακάσχημο κτήριο που χτίστηκε μετά την εξέγερση του ΄68, για να δείξει ότι το κράτος μεριμνά για αυτή την εξαθλιωμένη γειτονιά των μαύρων. Στα πόδια του κτιρίου, ακριβώς μπροστά στο άγαλμα του Adam Powell, του πρώτου μαύρου Αμερικανού που εκλέχτηκε στο Αμερικανικό κογκρέσο, έχει στηθεί μια γιγαντοοθόνη και δυο μικρές κερκίδες. Μόλις έχουν κλείσει οι κάλπες, στις περισσότερες Πολιτείες. Ο κόσμος αρχίζει και μαζεύεται για να παρακολουθήσει τα αποτελέσματα από το CNN. Μανάδες με παιδάκια στους ώμους, μαύροι και λευκοί μαζί, με την αγωνία ζωγραφισμένη στα πρόσωπα. Κάμερες, μικρόφωνα, φωτογράφοι. Και πολλοί αστυνομικοί. Ένα SMS από την φίλη μου τη Ρουθ «που βρίσκεσαι;». «Στο Χάρλεμ» «Τρελός είσαι. Αν δεις ότι ο Ομπάμα χάνει φύγε αμέσως από εκεί. Θα γίνει χαμός». Γύρω στις οκτώ αρχίζουν και ακούονται οι πρώτες επευφημίες για τη νίκη. Στο πεζοδρόμιο στήνεται πάρτι με αφρικάνικα ταμπούρλα. Οι αστυνομικοί προσπαθούν να βάλουν τάξη αλλά παραιτούνται γρήγορα. Ο χώρος που είχε υπολογιστεί για την συγκέντρωση προκύπτει πολύ μικρός. Καινούργια μπλουζάκια, με καινούργια συνθήματα για τον Ομπάμα, εμφανίζονται κάθε μισή ώρα. Αναρωτιέμαι εάν τα φτιάχνουν επί τόπου, παρακολουθώντας τα αποτελέσματα, ή τα έχουν φτιάξει από πριν. Γύρω στις 22.00 η ώρα ανακοινώνεται ότι ο Ομπάμα έχει κερδίσει τη Βιρτζίνια. Μετά από λίγο ότι και η Φλόριντα είναι δική του. Ο κόσμος ξεσπά σε ζητωκραυγές. «Yes We Can» πλημμυρίζει την Έβδομη Λεωφόρο. Μιλώ με μια μεσήλικη μαύρη κυρία δίπλα μου. «Γράψε» μου λέει «Στην αρχή είπα στα ανίψια μου: θα δείτε πως ο Ομπάμα θα αποτύχει γιατί είναι μαύρος. Από σήμερα μπορώ να τους πω: δουλέψτε σκληρά και με μυαλό όπως ο Ομπάμα και αν το αξίζετε θα πετύχετε. Τίποτε δεν μπορεί να σας εμποδίσει πια». Μια εύσωμη γιαγιά, με ένα πολύχρωμο μαντίλι στο κεφάλι, λίγο πιο πέρα, κλαίει. «Το ήξερα ότι μια μέρα θα συνέβαινε» επαναλαμβάνει συνεχώς, με τα χέρια ψηλά προς τον ουρανό. Και ξαφνικά αγκαλιάζει τον Γερμανό ρεπόρτερ που προσπαθεί να πάρει ένα πλάνο της. Αιφνιδιασμένος εκείνος βάζει τα δυνατά για να σώσει τη κάμερα που κρατά στα χέρια του…

***

Γύρω στις 23.00 αποφασίζω να πάω στο Upper East Side. Να δω τις αντιδράσεις των συντηρητικών λευκών. Πάω προς τη στάση του Μετρό στο Lexington Av. Είναι μια απόσταση 300 μέτρων. Μετρώ τους αστέγους στην άκρη του δρόμου. Πάνω από δέκα. Κάποιοι κοιμούνται, άλλοι μιλούν στον εαυτό τους, άλλοι καπνίζουν σιωπηλοί, δεν πανηγυρίζουν, ίσως δεν ξέρουν καν ότι υπάρχουν εκλογές. Κατεβαίνω για να πάρω το τρένο 6. Ξαφνικά, μια δεκαριά αστυνομικοί διασχίζουν φουριόζοι το πλήθος. Μετά από λίγο το απέναντι τρένο εκκενώνεται. Ο φόβος για κάποια τρομοκρατική επίθεση είναι υπαρκτός όλες αυτές τις μέρες. Τα ελικόπτερα περιπολούν τον ουρανό της Νέας Υόρκης μέρα νύχτα. Επικρατεί αναταραχή. Από το μικρόφωνο ανακοινώνεται ότι υπάρχει αστυνομική έρευνα και η αναχώρηση των τρένων θα καθυστερήσει. Μέσα στο βαγόνι όπου βρίσκομαι ο κόσμος αρχίζει και βρίζει. Ψιθυριστά στην αρχή, μετά μεγαλόφωνα. Όσοι δεν βρίζουν κοιμούνται ή λύνουν σταυρόλεξα, με ένα ύφος παγερά αδιάφορο. Μια νεαρή όμορφη κοπέλα έχει ανοίξει διάλογο με τον σκύλο της. Μετά από μισή ώρα εγκαταλείπω το τρένο. Δεν είναι γραμμένο να δω τις αντιδράσεις των συντηρητικών λευκών απόψε. Ανεβαίνω απάνω. Το Χάρλεμ έχει τρελαθεί. Στη Λεωφόρο Malcolm X άγνωστοι άνθρωποι αγκαλιάζονται, κάποιος χορεύει πάνω στο καπό του αυτοκινήτου, τα ίδια τα αυτοκίνητα φαίνεται σαν να χορεύουν αφρικανικούς ρυθμούς. «Ομπάμα», «Όμπαμα», «Ομπάμα»….

***

Στη Times Square φθάνω γύρω στη μια μετά τα μεσάνυχτα. Οι αστυνομικοί προσπαθούν να κρατήσουν τους δρόμους ανοιχτούς στην Έβδομη Λεωφόρο. Το πλήθος παραληρεί. Δυο έγχρωμοι αστυνομικοί φωτογραφίζονται με μια ομάδα νεαρών, ίσως Σκανδιναβών, τουριστών. Αρχίζει και ψιχαλίζει. Μια καινούργια μπλούζα εμφανίζεται: «Ομπάμα: 44ος Πρόεδρος των ΗΠΑ».

«Πόσα κοστίζει;»

«Είκοσι δολάρια sweety»

«Στη Πέμπτη Λεωφόρο την πωλούν 15»

«Πάρτη τώρα babe. Αύριο θα κοστίσει παντού 30».

«Yes We Can»

«Yeah bro We Did. Πάρτη για 15 αν θες….»


ΦΩΤΟ: NATASHA PHILLIPS
www.natashaphillipsphotography.com

Τρεις η ώρα το πρωί είμαι ξανά στο Brooklyn, Williamsburg, απο εκεί που ξεκίνησα την περιπλάνησή μου. Με το που βγαίνω από το μετρό με χτυπά το δυνατό φως ενός προβολέα που έρχεται από ψηλά. Ένα ελικόπτερο της αστυνομίας ίπταται πάνω από τα κεφάλια μας. Είκοσι μέτρα πιο πέρα, στο Bedford Avenue, ένα μεγάλο πλήθος νεαρών και αστυνομικοί που σπρώχνουν με κλομπ. Γιουχαΐσματα, συλλήψεις, ένα μπουκάλι που περνά ξυστά το κεφάλι ενός αστυνομικού, φουλ επίθεση με κλομπ. Ρωτάω κάποιον τι συμβαίνει. Οι νεαροί πανηγύρισαν και είχαν μπλοκάρει τον δρόμο. Ήρθε η αστυνομία και άρχισαν οι αψιμαχίες, μου εξηγεί. Μια άλλη διμοιρία αστυνομικών φθάνει. Διώχνουν τον κόσμο, διατάσσουν τους νεαρούς να ανεβαίνουν στο πεζοδρόμιο. Το πλήθος φωνάζει «Σταματήστε τον πόλεμο», «Yes We Can», «U.S.A». Ένα πλήθος που αποτελείται από νεαρούς, καλλιτέχνες και φοιτητές οι περισσότεροι. Ένας νεαρός, από το πεζοδρόμιο, απευθύνεται σε μια πάνοπλη αστυνομικίνα: «είναι ωραία μέρα για την Αμερική. Γιατί δεν το απολαμβάνεις και συ λιγάκι μωρό μου;». Εκείνη κουνά το κλομπ της, ανέκφραστη. Οι πρώτες τηλεοπτικές κάμερες φθάνουν. Κάποιος αυτόπτης μάρτυρας κάνει δηλώσεις. Κάποιος άλλος κραυγάζει από το παράθυρο ενός σπιτιού: «Yes We Can motherfuckers». Τα πράγματα ηρεμούν, οι νεαροί υποχωρούν. Μένουν οι αστυνομικοί, οι κλούβες, το ελικόπτερο, ο προβολέας που φωτίζει εκείνη τη στιγμή ένα σύνθημα στον τοίχο: «Politics is Ba(ra)ck». Αρχίζει και βρέχει για τα καλά. Τα φώτα της Γέφυρας του Williamsburg λάμπουν στο βάθος. Σαν να ανταγωνίζονται τον προβολέα του ελικοπτέρου. Είναι πέντε το πρωί. Πάω για ύπνο. Οι άστεγοι στη Γέφυρα ξυπνούν συνήθως τέτοια ώρα…


ΥΓ. Ευχαριστώ θερμά την Αυστραλή φωτογράφο Natasha Phillips για τη φωτογραφία με τα επεισόδια στη Bedford Avenue. Η μπαταρία της φωτογραφικής μου μηχανής είχε τελειώσει και η Natasha βρισκόταν εκεί εκείνη τη στιγμή. Παρεμπιπτόντως, πρέπει να πω πως εκείνη την ημέρα, περιπλανώμενος στη Νέα Υόρκη, συνάντησα τυχαία ανθρώπους από Νιγηρία, Ισπανία, Ελλάδα, Μεξικό, Αλβανία, Αυστραλία, Σουηδία, Ουγγαρία, Κολομβία, Κορέα, Γερμανία, Αγγλία, Γαλλία, Ισραήλ και άλλες χώρες που δεν τις θυμάμαι...


Νέα Υόρκη: 04-05 Νοεμβρίου 2008