Σάββατο, Ιανουαρίου 26, 2008

Κοσοβο (ΙΙ μέρος)

Στην κεντρική πλατεία της Πρίστινα, δίπλα από το “Grand Hotel”, το χιόνι είναι άφθονο και οι περαστικοί λιγοστοί. Οι ταξιτζήδες προσπαθούν να προστατευθούν από το κρύο, μέσα στα ταξί τους, που στέκονται εκεί με σβησμένη τη μηχανή. Η παγκόσμια ενεργειακή κρίση έφθασε και εδώ. Η τιμή της βενζίνης έχει χτυπήσει κόκκινο και πρέπει να κάνουν οικονομία. Στο απέναντι πεζοδρόμιο, ένας μεσήλικας κύριος έχει στήσει έναν πάγκο με βιβλία. Κάθε είδους βιβλία: πατριωτικά, σχολικά, αριστουργήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Πίσω από την πλάτη του, κάποιος πολιτικός, πάνω σε μια μισοσκισμένη διαφήμιση, παροτρύνει τους περαστικούς να είναι υπερήφανοι για τη Πρίστινα. Δεν έχουν περάσει ούτε δυο μήνες από τις βουλευτικές και τοπικές εκλογές στο Κόσοβο. Η συμμετοχή των Αλβανών ήταν πολύ χαμηλή. Οι κάτοικοι της Πρίστινα και του Κοσόβου μπορεί να είναι περήφανοι για τη χώρα τους, αλλά φαίνεται πως δεν είναι και τόσο περήφανοι για τους πολιτικούς τους. Όσο για τους Σέρβους εκείνοι ακολούθησαν τις οδηγίες από το Βελιγράδι και μποϊκόταραν τις εκλογές. Οι λίγες φωνές, ανάμεσα στους Σέρβους, που ήταν υπέρ της συμμετοχής έμειναν εντελώς ορφανές.

Στη μπροστινή πλευρά του πάγκου κρέμονται χάρτες του Κοσόβου και της Πρίστινα. Είναι οι νέοι χάρτες που φτιάχτηκαν μετά το 1999 και την αποχώρηση των Σερβικών δυνάμεων από την περιοχή. Είναι, λέει ο μεσήλικας κύριος, οι χάρτες του νέου κράτους που γεννιέται. Οι μετανάστες που επιστρέφουν για τις γιορτές στη Πρίστινα είναι οι καλύτεροι καταναλωτές των χαρτών της Πρίστινα. Για πατριωτικούς και πρακτικούς λόγους. Τα ονόματα όλων των δρόμων έχουν αλλάξει. Στη θέση των παλαιών σερβικών ονομάτων τώρα υπάρχουν μόνο αλβανικά. Ονόματα της αλβανικής εθνικής μυθολογίας, των πολεμιστών του UCK αλλά και του Bill Clinton. Τα σερβικά ονόματα είναι ελάχιστα. Είναι, επί το πλείστον, ονόματα μικρών, περιθωριακών δρόμων, που βρίσκονται εκεί σαν για ξεκάρφωμα. Από την πλευρά τους, οι Σέρβοι στους θύλακές τους, δεν έχουν κανένα αλβανικό όνομα δρόμου. Ούτε για ξεκάρφωμα. Στη Γκρατσάνιτσα τον Ράτκο Μλάντιτς τον βρίσκεις ως όνομα δρόμου. Οι Αλβανοί κάνουν το παν για να δείξουν ότι το Κόσοβο ανήκει πλέον στους Αλβανούς. Οι Σέρβοι, νιώθοντας βαθιά το βάρος της ήττας, προσπαθούν να πείσουν τους εαυτούς τους ότι έχει ο καιρός γυρίσματα. Ανεξάρτητα από τα ονόματα, πάντως, οι περισσότεροι δρόμοι είναι σκοτεινοί, βρώμικοι και με τεράστιες λακκούβες. «Όσο πιο πατριωτικό όνομα έχει ο δρόμος τόσο περισσότερες λακκούβες έχει» μου λέει ο Σκελζέν ειρωνικά...

***

Από τη συνύπαρξη στο μίσος. Ο Σκελζέν είναι ο ταξιτζής που με μεταφέρει από τη Πρίστινα στη Τσαγκλαβίτσα, ένα σερβικό χωριό κοντά στη πρωτεύουσα του Κοσόβου. Ο ίδιος δεν είναι από τη Πρίστινα, είναι από την Όμπιλιτς. Μια βιομηχανική πόλη, είκοσι χιλιόμετρα βορείως της Πρίστινα. Είναι πενήντα χρονών και έχει ζήσει την εποχή της συνύπαρξης Αλβανών και Σέρβων στο Κόσοβο. «Προσωπικά είχα Σέρβους οικογενειακούς φίλους» λέει. Μετά, ξαφνικά, τα πάντα κατέρρευσαν. Θυμάται πως το Κόσοβο γέμισε με Σέρβους αστυνομικούς. Θυμάται την σφαγή των Αλβανών φοιτητών στη Πρίστινα, στις διαδηλώσεις διαμαρτυρίας ενάντια στη κατάργηση της αυτονομίας του Κοσόβου από τον Μιλόσεβιτς. Θυμάται την απόλυσή του από την δουλειά, ως δάσκαλος σε δημοτικό σχολείο. Θυμάται την εισβολή των αστυνομικών σε σπίτια Αλβανών. «Εκεί κατάλαβα ότι όλα τελείωσαν» λέει, ενώ ρουφά σκεφτικός το τσιγάρο του. «Πήρα τη φαμίλια μου και πήγα στη Γερμανία. Δούλεψα εκεί ως σερβιτόρος. Τι να έκανα στο Κόσοβο; Δεν ήθελα να ζήσω την καταστροφή που ερχόταν». Ο Σκελζέν γύρισε από την Γερμανία το 2000, μετά τους νατοϊκούς βομβαρδισμούς και την αποχώρηση των σερβικών δυνάμεων. «Έβλεπα στην τηλεόραση τους διωγμένους πρόσφυγες που επέστρεφαν στο Κόσοβο και αποφάσισα να επιστρέψω» συνεχίζει. «Ήταν μια στιγμή μεγάλης ελπίδας για μας τους Αλβανούς». Όταν γύρισε στο Όμπιλιτς οι περισσότεροι Σέρβοι που γνώριζε είχαν φύγει ή είχαν διωχθεί από τους Αλβανούς. Οι ιστορίες που άκουγε και διάβαζε καθημερινά, είχαν να κάνουν με τα εγκλήματα των Σέρβων παραστρατιωτικών στο Κόσοβο. «Η γυναίκα μου έχασε συγγενείς. Τους έσφαξαν οι Σέρβοι παραστρατιωτικοί» λέει. «Στο Όμπιλιτς είχαν μείνει μόνο δυο από τους Σέρβους που γνώριζα» συνεχίζει την αφήγησή του. «Τον έναν τον συνάντησα μια μέρα τυχαία στον δρόμο. Τον κάλεσα στο σπίτι. Όχι, μου λέει, γιατί θα σου δημιουργήσω πρόβλημα...». Ο ίδιος ο Σκελζέν μιλά σέρβικα. Τα παιδιά του τα σέρβικα τα μισούν. «Τώρα τα παιδιά μας και εκείνα των Σέρβων πάνε σε ξεχωριστά σχολεία. Δεν μιλιούνται καν στο δρόμο». Σε ποια γλώσσα να επικοινωνήσουν άλλωστε; Οι Αλβανοί μισούν τα σέρβικα. Οι Σέρβοι περιφρονούν τα αλβανικά. Ο Σκελζέν ανάβει άλλο ένα τσιγάρο. Δεν είναι σίγουρος, συνεχίζει, εάν έκανε καλά που επέστρεψε από τη Γερμανία. Όλα αυτά τα χρόνια είδε κάποιους λίγους να γίνουν πάμπλουτοι και τους Κοσοβάρους να ζουν χειρότερα από πριν. Ο ενθουσιασμός του λιγόστευε με τα χρόνια. Στις τελευταίες εκλογές δεν πήγε να ψηφίσει, γιατί δεν εμπιστεύεται κανέναν από τους πολιτικούς. Εκείνος λέει ότι δεν υπάρχει πια επιστροφή, ότι το Κόσοβο πρέπει να γίνει ανεξάρτητο. Η μεγάλη του ελπίδα είναι η Ευρώπη και η μεγάλη του αγωνία το μέλλον. «Αν και μετά την ανεξαρτησία τα πράγματα δεν βελτιωθούν θα φύγω ξανά στη Γερμανία» καταλήγει και τραβάει μια βαθιά ρουφηξιά…

Ο έρωτας στα χρόνια της χολέρας

Στη Τσαγλαβίτσα τα πάντα «μυρίζουν» σερβικά. Βλέπω απέναντί μου τη σερβική σημαία με τον λευκό, δικέφαλο και θυμωμένο αετό στο κέντρο της. Κάτω, σε μια βρώμικη τζαμαρία, μια αφίσα στα σέρβικα ανακοινώνει την ημερομηνία του διαγωνισμού για την Miss Κοσόβου και Μετόχιας. Ακόμα και οι διαγωνισμοί ομορφιάς εδώ γίνονται χωριστά. Η κάθε πλευρά με τη δική της καλλονή. Βρίσκω τελικά το κτήριο του σερβικού ραδιοσταθμού, του Kim Radio. Εκεί έχω ραντεβού με τον διευθυντή του, τον Ισάκ Βόργουτσιτς. Ο Ισάκ δεν γεννήθηκε στο Κόσοβο. Ήρθε εδώ το 1993 από το Νις της Σερβίας, ως μοναχός στο μοναστήρι της Ντέτσανι. Ενώ μου αφηγείται την ιστορία του παρατηρώ τις φωτογραφίες των μοναχών κρεμασμένες σε κορνίζες στους τοίχους του κτηρίου. «Πήγα στη Ντέτσανι γιατί ήταν κέντρο αντίστασης ενάντια στον Μιλόσεβιτς. Όχι γιατί έχασε τους πολέμους αλλά γιατί τους άρχισε» λέει. Θυμάται και εκείνος τα δύσκολα χρόνια, την αστυνομοκρατία στο Κόσοβο, τη βοήθεια των μοναχών για τους Αλβανούς. «Στη πιο δύσκολη στιγμή, το 1999, με προσωπικό ρίσκο πέρασα αρκετούς Αλβανούς από τα μπλόκα των αστυνομικών για να τους πάω στο νοσοκομείο» συνεχίζει. Μετά, τα πάντα ανατράπηκαν. Όταν οι σερβικές δυνάμεις αποχώρησαν, στον αλβανικό τύπο δημοσιεύτηκαν ψεύτικες μαρτυρίες σύμφωνα με τις οποίες το μοναστήρι λειτουργούσε ως κύριο καταφύγιο για τους Σέρβους παραστρατιωτικούς. Το μοναστήρι έγινε στόχος βομβιστικών επιθέσεων, με στόχο την καταστροφή του και την εκδίωξη των μοναχών από εκεί. «Εάν δεν είχαν σπεύσει οι Ιταλοί στρατιώτες της KFOR να μας προστατεύσουν το μοναστήρι θα είχε γίνει στάχτη και ζήτημα είναι εάν θα ζούσα σήμερα» λέει ο Ισάκ. Η ζωή του στη Ντέτσανι έγινε ανυπόφορη και εκείνος αποφάσισε να μετακομίσει στο μοναστήρι της Γρατσάνιτσα. «Εκεί πέρα» συνεχίζει «γνώρισα την γυναίκα της ζωής μου. Ερωτεύτηκα, έβγαλα τη στολή του μοναχού, παντρεύτηκα, αποκτήσαμε ένα παιδί και σήμερα εργαζόμαστε και οι δυο εδώ, αφού και εκείνη είναι δημοσιογράφος». «Ο έρωτας στα χρόνια της χολέρας» του λέω και εκείνος αντιδρά με ένα πικρό χαμόγελο. Ο Ισάκ σπουδάζει σήμερα δημοσιογραφία σε ιδιωτικό κολέγιο κοντά στο Γκαζιμεστάν, λίγα χιλιόμετρα έξω από τη Πρίστινα, όπου υπάρχει και το μνημείο που διαιωνίζει τον μεσαιωνικό μύθο της Μάχης του Κοσόβου, για την οποία Σέρβοι και Αλβανοί υποστηρίζουν εντελώς διαφορετικές εκδοχές. Εδώ και χρόνια ο Ισάκ μαθαίνει αλβανικά. «Το παιχνίδι τελείωσε» λέει. «Αυτό που πρέπει να κάνουν οι Σέρβοι είναι να διεκδικούν όλα τα δικαιώματά τους ως πολίτες του νέου κράτους». Για τον Ισάκ το «σχέδιο Αχτισάρι» είναι ο,τι καλύτερο θα μπορούσε να υπάρχει για τους Σέρβους. «Θα έπρεπε η Πρίστινα να έχει πρόβλημα με το «σχέδιο Αχτισάρι»» συνεχίζει. «Αντί αυτού έχει πρόβλημα το Βελιγράδι, γιατί εκεί ακόμα επικρατεί η ίδια αυτοκαταστροφική πολιτική όπως στα χρόνια του Μιλόσεβιτς». Ο Ισάκ παραδέχεται ότι οι απόψεις του είναι αιρετικές. Είναι πεπεισμένος όμως ότι είναι οι μόνες που μπορούν να σώσουν τους Σέρβους από την γκετοποίηση και τον τελεσίδικο ξεριζωμό. Είναι πιο εύκολο, προσθέτει, να ακούσεις αιρετικές απόψεις ανάμεσα στους Σέρβους παρά ανάμεσα στους Αλβανούς. Ο ίδιος είναι αποφασισμένος να μείνει στο Κόσοβο και να το παλέψει μέχρι τέλους. «Τι εμποδίζει τους Αλβανούς και τους Σέρβους να συμφιλιωθούν;» τον ρωτάω. «Η ιδεολογία της απόλυτης θυματοποίησης που καλλιεργείται και στις δυο πλευρές» απαντά κοφτά. Ενώ μιλάμε τα φώτα σβήνουν. Άλλη μια διακοπή ρεύματος. «Εάν οι δυο πλευρές δεν καταλάβουν ότι η μοίρα τους είναι κοινή, τότε θα τους φάει το σκοτάδι» λέει και σπεύδει να ενεργοποιήσει τον γεννήτορα, για να μπορέσει να συνεχίσει κανονικά το πρόγραμμα στα σέρβικα…

4 σχόλια:

valandi είπε...

Καταφέρνεται καθε φορά με τον
γραπτό σας λόγο να με ενθουσιάζεται

my blog :
http://seralidis.blogspot.com

Λωτοφάγος είπε...

Κρίμα. Αντί να ενώνονται οι λαοί, σήμερα χωρίζονται όλο και πιο πολύ! Μελαγχολικά όμορφο το κείμενο.

ele είπε...

Πολύ καλό! Έλπίζω το τρίτο μέρος να είναι περισσότερο ελπιδοφόρο για τους Σέβους & Κοσσοβάρους.... Και το τέλος να είναι όπως ο έρωτας στα χρόνια της χολέρας...

bcd είπε...

I have a pen-friend in Belgrade. He still does not understand why it was necessary for the so-called "NATO" to bomb his city. Can you explain?