Παρασκευή, Ιουνίου 13, 2008

Σαν παρανοϊκό αστείο




Σκόδρα (Βόρεια Αλβανία), τη δεκαετία του ΄80. Ένα από τα αμέτρητα συνθήματα σε κάποιο σταυροδρόμι. Γράφει: «Να εκπληρώσουμε όλα τα καθήκοντα, να ξεκάνουμε την περικύκλωση»


Περασμένη Παρασκευή, βράδυ, στον κινηματογράφο «Ολύμπιον» στη Θεσσαλονίκη. Στο πλαίσιο της Διεθνούς Έκθεσης Βιβλίου, μαζί με τον Νίκο Μπακουνάκη, προλογίζουμε την ταινία «Slogans» του Αλβανού συγγραφέα και σεναριογράφου Ιλιέτ Αλίτσκα. Παρών και ο ίδιος ο Αλίτσκα. Η αίθουσα μισογεμάτη. Ακολουθεί η προβολή της ταινίας. Οι θεατές γελούν συχνά παρακολουθώντας το έργο. Ένα γέλιο πικρό, σχεδόν μαύρο. Παρόμοιο με εκείνο που προκαλεί η ταινία «Οι ζωές των άλλων».


Και το «Slogans» («Συνθήματα») σε εκείνη την έποχή αναφέρεται. Στην εποχή των καθεστώτων του «υπαρκτού». Στην εποχή της Αλβανίας του Ενβέρ Χότζα. Είναι τόσο μεγάλη η δόση της παράνοιας αυτών των καθεστώτων, που ξεπερνά ακόμα και τη φαντασία. Η ζωή των ανθρώπων υπό αυτά τα καθεστώτα μοιάζει με ένα φρικτό, παρανοϊκό αστείο. Και όταν σκέφτεσαι ότι η ζωή ολόκληρων γενεών πήγε στράφι, τότε παίρνεις μια βαθιά ανάσα και λες «ευτυχώς». Ευτυχώς που αυτό το παρανοϊκό αστείο τέλειωσε όταν ήμουν είκοσι τεσσάρων χρόνων...



Στο «Slogans» περιγράφεται η ιστορία ενός νέου δασκάλου σε δημοτικό σχολείο, κάπου στις ορεινές περιοχές της Αλβανίας. Η κύρια απασχόληση των δασκάλων και των μαθητών στο σχολείο είναι να φτιάχνουν συνθήματα, υπό την καθοδήγηση του γραμματέα του κόμματος. Έτσι κι αλλιώς, σε όλες τις χώρες του «υπαρκτού», η κύρια απασχόληση ήταν να φτιάχνουν συνθήματα και να ανακαλύπτουν τον «εσωτερικό και εξωτερικό εχθρό». Αυτοί οι καταραμένοι «εχθροί» ειδικά δεν τελείωναν ποτέ. Μας το έλεγε η γραμματέας του κόμματος συνέχεια: «Αγαπητά παιδιά του σοσιαλισμού, μην ξεχνάτε ότι οι εχθροί βρίσκονται παντού. Μην ξεχνάτε ότι ο χειρότερος εχθρός είναι αυτός που δεν μοιάζει με εχθρό». Εσύ ο ίδιος ήσουν ένας υποψήφιος «εχθρός». Γι΄ αυτό οι γονείς μας μάς συμβούλευαν από παιδιά να μην εμπιστευόμαστε ούτε τους πιο στενούς μας φίλους. Μεγάλωσα ακούγοντας τον πατέρα μου να λέει όλη την ώρα ότι «και οι τοίχοι έχουν αυτιά». Επειδή η παιδική μου φαντασία κυριολεκτούσε, μου πήρε κάποια χρόνια να καταλάβω τι σήμαινε ακριβώς. Ως παιδί περίμενα να δω κρεμασμένα αυτιά στους τοίχους...


***


Το πιο εντυπωσιακό πράγμα του «υπαρκτού» ήταν τα συνθήματα. Οι καπιταλιστές είχαν τις διαφημίσεις και εμείς τα συνθήματα. Βρίσκονταν παντού και, εκτός αυτού, μας έβαζαν να τα φτιάξουμε οι ίδιοι. Τα συνθήματα δεν είχαν καταλάβει μόνο τους τοίχους των μαγαζιών, των πολυκατοικιών, των σπιτιών, των στάβλων. Είχαν καταλάβει και τις πλαγιές των βουνών, τους λόφους, τα βράχια. Μικρά, μεσαία, μεγάλα, τεράστια συνθήματα. Το μέγεθός τους, στην ταινία «Slogans» και στην πραγματική ζωή, εξαρτιόταν από τις οδηγίες του γραμματέα του κόμματος. Ο γραμματέας έδινε το σύνθημα με τα λιγότερα γράμματα στους «δικούς» του και τα μεγαλύτερα στους «υπόπτους». Στα καθεστώτα του «υπαρκτού» συναντάς τη γλωσσική διαστροφή σε όλο της το μεγαλείο. Όσο πιο πολύ μιλούσαν για «αγάπη», τόσο πιο πολύ ενθάρρυναν τη φαυλότητα. Όσο πιο πολύ μιλούσαν για «ενότητα», τόσο πιο πολύ η κοινωνία μετατρεπόταν σε όχλο όπου ο άνθρωπος ήταν λύκος για τον άνθρωπο. Όσο πιο πολύ μιλούσαν για «καθαρότητα», τόσο πιο πολύ η ρυπαρότητα κατελάμβανε τις ψυχές και τα μυαλά. Επιπλέον τα καθεστώτα του «υπαρκτού» προσπάθησαν να φτιάξουν μια δική τους γλώσσα, καινούργια, αμετάφραστη σχεδόν. Φράσεις που έμοιαζαν σαν ακατάληπτα συνθήματα. «Επίθεση με επικεντρωμένο χτύπημα» παραδείγματος χάριν. Ήταν η εθελοντική εργασία που μας έβαζαν να κάνουμε τις Κυριακές. Συχνά, στο πλαίσιο της «δράσης με επικεντρωμένο χτύπημα», φτιάχναμε και συνθήματα. Του τύπου «ο χειρότερος εχθρός είναι αυτός που ξεχνάμε» ή «να δουλέψουμε, να σκεφτούμε, να δρούμε σε συνθήκες περικύκλωσης»...


Μιας και μιλάμε για τη γλώσσα. Μου συνέβη ξανά τις προάλλες. Μια νεαρή κοπέλα με πλησίασε και μου έκανε τη συνήθη φιλοφρόνηση: «Μιλάτε πολύ καλά ελληνικά». «Και εσείς», της απάντησα. Εκείνη απόρησε... Πώς να εξηγήσω όμως ότι αυτό το ανθρώπινο κομπλιμέντο της γλώσσας που μιλάς τόσο καλά σε τοποθετεί στη θέση του αιώνιου ξένου; Στη θέση του ανθρώπου που ανήκει αιωνίως αλλού. Λεπτομέρειες που, ίσως, ο ιθαγενής τις βρίσκει περιττές. Ίσως αλαζονικές. Στα πρώρα χρόνια της παραμονής, το κομπλιμέντο για τη γλώσσα σε κολακεύει. Από ένα σημείο και πέρα σου φαίνεται περιττό. Και όταν κοντεύεις να περάσεις τα μισά χρόνια της ζωής σου στη χώρα όπου μετανάστευσες, αρχίζει και σε ενοχλεί. Γιατί σημαίνει ότι ο συνομιλητής σου, όταν μιλάς, δεν σε ακούει μέσω αυτών που λες αλλά μέσω της καταγωγής σου, του ονόματός σου, του χρώματος της επιδερμίδας σου. Και καλά εγώ που ήρθα εδώ είκοσι τεσσάρων χρονών. Σκέφτομαι τον μαύρο φίλο μου, τον Μιχάλη, που έχει γεννηθεί στην Ελλάδα και ακούει και αυτός συχνά την ίδια φιλοφρόνηση: «Μιλάτε εξαιρετικά ελληνικά». Απαντά ότι γεννήθηκε εδώ αλλά οι συνομιλητές του, κρίνοντας από το χρώμα της επιδερμίδας, συνεχίζουν: «Παρ΄ όλα αυτά μιλάτε εξαιρετικά ελληνικά». Τότε παραδίδεται ο Μιχάλης και αφοσιώνεται στα αφρικάνικα κρουστά του, γεμίζοντας την ψυχή με ήχους που δεν έχουν ανάγκη από λέξεις.

***

Σάββατο μεσημέρι στη Διεθνή Έκθεση Βιβλίου. Συναντώ τυχαία τον Βoyd Τonkin, τον κριτικό λογοτεχνίας της «Ιndependent». Είχαμε γνωριστεί στη Θεσσαλονίκη πέρυσι, σε μια συζήτηση για την εμπειρία της γραφής σε μιαν άλλη γλώσσα, που δεν είναι η μητρική. Ο Βoyd μου λέει ότι μόλις ήρθε από τη Λυών της Γαλλίας. Συντόνιζε εκεί μια συζήτηση με βραβευμένους λογοτέχνες που γράφουν σε δύο γλώσσες ή σε γλώσσες που δεν είναι οι μητρικές. Από την Αμερική μέχρι τη Δανία το φαινόμενο έχει πάρει διαστάσεις, προσθέτει. Πού ανήκουν αυτοί οι «δίγλωσσοι» ή «αλλόγλωσσοι» λογοτέχνες; Στο ταλέντο και στη φαντασία τους προπαντός. Και στη γλώσσα στην οποία γράφουν. Αυτή είναι η «πατρίδα» του λογοτέχνη. Η γλώσσα δεν έχει σύνορα. Η φράση «η γλώσσα μου» κατά βάθος είναι «καταχρηστική». Μπορείς να πεις το πορτοφόλι μου, το αυτοκίνητό μου, το κόμμα μου, το χωράφι μου, η φυλή μου. Η γλώσσα όμως δεν επιδέχεται ιδιοκτήτες. Δεν μπορείς να την ιδιωτικοποιήσεις. Η γλώσσα είναι δική μου όσο είναι και του «άλλου». Μπορείς να απαγορεύσεις σε κάποιον να μπει στο χωράφι σου, στο σπίτι σου, να του απαγορεύσεις να περάσει τα σύνορα του κράτους σου, να τον διώξεις, να τον καταδιώξεις. Δεν μπορείς όμως να του απαγορεύεις να μιλήσει τη «γλώσσα σου». Η γλώσσα δεν αναγνωρίζει το jus sanguinis, το «δικαίωμα αίματος». Η γλώσσα είναι συνάμα ατομική και συλλογική, τοπική και οικουμενική. Ανήκει σε όλους και ταυτόχρονα σε κανέναν. Η γλώσσα, ίσως, είναι η μοναδική «πατρίδα» όπου είμαστε όλοι «εκτοπισμένοι», μέτοικοι, μετανάστες, πρόσφυγες. Ποτέ ιδιοκτήτες...

10 σχόλια:

stelpas είπε...

Επειδη ειμαι Σκοπελο ποτε αναμενεται να βγει σε dvd?

Γιάννης είπε...

"Η γλώσσα, ίσως, είναι η μοναδική «πατρίδα» όπου είμαστε όλοι «εκτοπισμένοι», μέτοικοι, μετανάστες, πρόσφυγες. Ποτέ ιδιοκτήτες..."

Περίφημη άποψη για τη γλώσσα.

Το "ομόγλωσσον", το "όμαιμον" κι άλλα τέτοια κατασκευάσματα ήταν που ενοποίησαν τα έθνη και διαχώρισαν τους ανθρώπους.

macedonian είπε...

Tο "ομόγλωσσον",το"όμαιμον", τι δίκαιο που έχεις!Ειδικά αν σκεφτείς ότι αυτούς που τα είπανε δεν τους θυμάται κανείς πια-σε αντίθεση με το μέγα ηγέτη Τσίπρα.

offshore είπε...

Epitrepste mou na diaboniso me to pos 'ο συνομιλητής σου, όταν μιλάς, δεν σε ακούει μέσω αυτών που λες αλλά μέσω της καταγωγής σου, του ονόματός σου, του χρώματος της επιδερμίδας σου.' Poli sihna kano afti ti filofronisi isos epeidi den mou aresei na milao poli. Thabmazo tous anthropus me evglottia kai m'aresei na ekrazo to thabmasmo mou. Eho kanei afti ti filofronisi se anthropous pou milane ohi mono Ellinika. Simfono pos kapoies fores borei na dilonei enan kriptoratsismo akoma alla kapoies fores apla thafmasmo.

Gazmend Kapllani είπε...

Αγαπητή offshore δεν έχω καμία αμφιβολία ότι η φιλοφρόνηση δεν κρύβει ρατσιστικές διαθέσεις. Το αντίθετο μάλιστα. Απλά προσπαθώ να δώσω την οπτική και την προοπτική του «ξένου». Ξέρω πως εκτός από την αρνητική αναγνώριση της ξενότητας υπάρχει και η θετική. Επομένως το να τον βλέπουμε τον άλλον από την άποψη της καταγωγής του κλπ. δεν υποδηλώνει πάντα ρατσιστικές διαθέσεις. Μερικές φορές δηλώνει την ύψιστη μορφή αποδοχής: την αποδοχή του άλλου ως «ξένου». Από την άλλη το θέμα της διαφοράς και της διαφοροποίησης κρύβει πάντα παγίδες, ειδικά όταν αφορά τους μετανάστες. Στη συγκεκριμένη περίπτωση το θέμα δεν αφορά τόσο εμένα – απλά εγώ κάνω ένα «παράπονο πολυτελείας» και προσπαθώ να προκαλέσω κάποια απορία στον συνομιλητή μου – όσο την δεύτερη γενιά. Κάποτε θα πρέπει να συνηθίσουμε ότι άνθρωποι που δεν τους λένε Γιάννη ή Μαρία και δεν έχουν μελαχρινή ή λευκή επιδερμίδα ανήκουν εδώ που γεννήθηκαν και μεγάλωσαν. Η φιλοφρόνηση για την γλώσσα, παιδιά σαν τον Μιχάλη τους κάνει να νιώθουν αιωνίως ξένα. Αυτό ήταν το νόημα της ιστορίας που παραθέτω. Να’σαι καλά

gerasimos είπε...

Kαμιά φορά οι ίδιοι οι μετανάστες διαιωνίζουν την ξενότητά τους (συγνώμη για τον νεολογισμό). Πήγα πρόσφατα και είδα το ‘Ένας στους δέκα’, θεατρικό έργο γραμμένο, σκηνοθετημένο και παιγμένο από μετανάστες. Όχι όμως για μετανάστες, αλλά για ένα κοινό Ελλήνων. Αναρωτήθηκα γιατί αισθάνονται εξαναγκασμένοι τόσο αξιόλογοι άνθρωποι να γράφουν και να παίζουν σε έργα που απευθύνονται σε μη μετανάστες και υποχρεωτικά σε Έλληνες. Νομίζω ότι αυτό ίσως συνιστά αποτέλεσμα μιας αποξένωσης απ’ τους ίδιους τους εαυτούς τους. Διότι κατά βάθος μπορεί να έχουν την επιθυμία να γίνουν αποδεκτοί από τη χώρα υποδοχής τους. Ακόμα και μέσα από μια φαινομενικά επικριτική παράσταση. Απ’ την άλλη, οι Έλληνες θεατές, που αντί να καθίσουν να σκεφτούν τι μπορεί να ζουν οι μετανάστες-ηθοποιοί και να προβληματιστούν, βάλθηκαν να χειροκροτούν σαν υπνωτισμένοι, ασυνείδητα θα έλεγα. Προκειμένου ίσως να πουν φεύγοντας στους εαυτούς τους 'πήγαμε σε μια παράσταση μεταναστών και χειροκροτήσαμε' και να βυθίσουν στον ύπνο του δικαίου τη συνείδησή τους.

Αυτό που ήθελα να πω ήταν ότι η όλη εμπειρία απέπνεε αποξένωση και πολλά ερωτηματικά. Απ’ τη μια οι μετανάστες που γράφουν, παίζουν και σκηνοθετούν όχι για τους εαυτούς τους ή άλλους μετανάστες αλλά για τους Έλληνες, κι απ’ την άλλη οι Έλληνες που αδυνατούν έστω και στο ελάχιστο να αντιληφθούν τους προβληματισμούς της παράστασης και χειροκροτούν ενθουσιασμένοι, με τον ενθουσιασμό του ανόητου.

Αρχαίος είπε...

Αγαπητέ Γεράσιμε νομίζω ότι δεν έχεις δίκαιο. Δεν έχω δεί την παράσταση που αναφέρεις αλλά υποθέτω ότι είναι όπως η "ΕΔΩ" του οικοδεσπότη μας. Το γεγονός που συνδέει όλους αυτούς τους ανθρώπους απο όλες αυτές τις διαφορετικές χώρες είναι ότι ζούν εδώ. Άρα η μόνη κοινή γλώσσα που μπορούν αν χρησιμοποιήσουν και να αναφερθούν σε όλους τους μετανάστες και όχι μόνο στους μετανάστες που προέρχονται απο τη χώρα τους, είναι τα Ελληνικά. Φυσικά απευθύνονται και στο Ελληνικό κοινό μια και είναι η πλειοψηφία. Πόσο κοινό θα συγκέντρωνε μια παράσταση στα Κενυάτικα;
Απο την άλλη γιατί υποτιμάς συγραφείς και κοινό όταν αναφέρεις ότι "οι Έλληνες (που) αδυνατούν έστω και στο ελάχιστο να αντιληφθούν τους προβληματισμούς της παράστασης και χειροκροτούν ενθουσιασμένοι, με τον ενθουσιασμό του ανόητου" Δηλαδή εσύ δεν καταλαβες τους προβληματισμούς της παράστασης και δεν χειροκρότησες; ή τους κατάλαβες και χειροκρότησες αλλά οι άλλοι που χειροκροτούσαν επίσης ήταν ανόητοι.
Επίσης ξέρεις κανένα που γράφει και σκηνοθετεί μόνο για τον ευατό του; Αν τον ξερεις θα είναι εξ ορισμου αντίφαση. Μην υποτιμάμε λοιπόν τους άλλους.

Για τον οικοδεσπότη μας θα σημειώσω ότι την ίδια παρατήρηση "μιλάει πολύ καλά τα Ελληνικά" την έκανε και η γυναίκα μου όταν ακούγοντας μια εκπομπή σας (στην ΕΡΤ αν δεν κάνω λάθος) της είπα ότι είσαστε απο την Αλβανία. Χωρίς καμμία πρόθεση μομφής να σημειώσω ότι σε αυτή την εκπομπή κάτι σας ξέφυγε (δεν θυμάμε τι ήταν ακριβώς) που ακούστηκε "ξένο" στην ομιλία σας.
Σε κάθε περίπτωση σας θαυμάζω που αξιοποιήσατε τόσο θετικά το αρνητικό γεγονός της μετανάστευσής σας. Υπάρχουν πολλοί που (έχω εμπειρία από Έλληνες μετανάστες)που μένουν προσκολημένοι στο παρελθόν στην γκρίνια και στην κακομοιριά.

gerasimos είπε...

Oι προβληματισμοί μου γεννήθηκαν από την εμπειρία της παράστασης. Ίσως κακώς τους εξέθεσα εδώ, διότι δύσκολα νομίζω θα μπορούσαν να γίνουν αντιληπτοί από κάποιον που δεν ήταν εκεί. Μea culpa λοιπόν.

Thanassis είπε...

Γεια σου Gazmend,
Σε διαβαζω συχνα. Μου αρεσει πολυ ο τροπος γραφης σου και πολυ περισσοτερο η θεματολογια σου. Θα ηθελα και εγω να κανω ενα σχολιο για την φιλοφρονηση που λαμβανεις συχνα. Θυμαμαι οτι ειχες αναφερει την ενοχληση σου και παλαιοτερα. Τοτε, οπως και τωρα, καταλαβαινα τα επιχειρηματα σου παρολα αυτα κατι δεν μου πηγαινε καλα.
Να ξεκαθαρισω οτι συμφωνω μαζι σου οταν αυτη η φιλοφρονηση δινεται σε ατομα που εχουν γεννηθει στην ελλαδα, οπως η περιπτωση του Μιχαλη που αναφερεις. Σε μια τετοια περιπτωση ειναι μια ανοητη φιλοφρονηση (υπο καποιες συνθηκες ουτε αυτο ειναι ανοητο αλλα δεν θελω να επεκταθω εδω). Δεν σημαινει οτι δειχνει ρατσισμο απαραιτητα, αλλα σιγουρα δειχνει μειωμενη κατανοηση της γλωσσας και μειωμενη κατανοηση των πραγματων που μας διαφοροποιουν. Η δική σου περίπτωση ομως δεν ειναι καθολου η ιδια και νομιζω οτι ειναι λαθος να την χρησιμοποιεις για "να προκαλέσω κάποια απορία στον συνομιλητή μου".
Εσυ ηρθες σε μια ξενη χωρα ενηλικας εχοντας ηδη παγιωμενη την μητρικη σου γλωσσα. Το ιδιο εκανα και εγω, (ζουσα στην Αμερικη και τωρα στην Αυστραλια συνολικα για 11 χρονια) οπως και πολυ γνωστοι και φιλοι μου , ελληνες και μη. Ξερω λοιπον απο πρωτο χερι ποσο δυσκολο ειναι να κατακτησεις την ξενη γλωσσα και ιδιαιτερα να μιλας με τετοιο τροπο και προφορα που να μην ξεχωριζεις απο ενα ντοπιο ομιλητη. Ειναι τοσο σπανιο που για μενα εχει να κανει με καθαρο ταλεντο (εκτος της μεγαλης προσπαθειας που σιγουρα χρειαζεται). Αν λοιπον ποτέ συναντηθουμε και σου κανω μια παρομοια φιλοφρονηση οχι μονο δεν θα ειναι ρατσιστικη αλλα ουτε καν θα εκφραζει την διαφοροποιηση σου με εμενα στο επιπεδο "εγω ειμαι ελληνας, εσυ ενας αξιοθαυμαστος ξενος". Θα εκφραζει απλα και καθαρα τη διαφοροποιηση (και τον θαυμασμο μου) δυο ανθρωπων που μενουν σε μια αλλογλωσση χωρα και ο ενας εχει κατακτησει καλυτερα την ξενη γλωσσα απο τον αλλον. Δεν συγκρινω λοιπον το πως μιλας ελληνικα σε σχεση με το πως μιλαω εγω ελληνικα αλλα το πως μιλαω εγω αγγλικα. Να αρνείσαι αυτην την κατακτηση σου και το ταλεντο σου για χαρη καποιου αλλου σκοπού ειναι νομιζω λαθος (αυτο κανεις με το να περιμενεις ο συνομιλητης σου να μην το προσεξει "τον ελεφαντα στο δωματιο" οταν γνωριζεστε για πρωτη φορα). Το καταλαβαινω οτι κατανταει βαρετο να λαμβανεις την φιλοφρονηση ξανα και ξανα, και σιγουρα ενδιαφερεσαι να εξετασεις αλλα πραγματα (πχ τα κοινα που σας ενωνουν). Καταλαβαινω επισης οτι καποιοι να μην λενε (καταλαβαινουν) την φιλοφρονηση οσο προσωπικα και πανανθρωπινα εξεφρασα πιο πανω, αλλα πολλοι, οι περισσοτεροι ισως, νομιζω οτι το κανουν. Εχω την εντυπωση λοιπον οτι το προβλημα (η ενοχληση αυτη που αισθανεσαι) ειναι προσωπικο και οχι κοινωνικο. Σκεφτεσαι ισως: 1)βαριεμαι οχι παλι αυτο το θεμα, 2)μου λενε πως ειμαι ξενος και εγω δεν ξερω ακριβως τι σημαινει ξενος και τι ελληνας, 3)θελουν να μεινουν στην διαφορετικοτητα μου, 4)αδικουν την δευτερη γενια ελληνοαλβανων. Τα 3 πρωτα εχουν να κανουν με δικα σου συναισθηματα και νομιζω οτι δεν υπαρχει (συνηθως) αντιστοιχηση σε αυτα που εννοει και αισθανεται ο συνομιλητης σου. Το 4ο ειναι απλως λαθος γιατι συγκρινεις ανομοια πραγματα οπως εγραψα παραπανω.

Θα αισθανοσουνα αραγε την ιδια ενοχληση αν η ιδια φιλοφρονηση προερχονταν απο εναν αλβανο μεταναστη στην ελλαδα;

Ισως το πολυκουρασα το θεμα. Ευχαριστω για την φιλοξενια και ευχαριστω για τα ομορφα αρθρα σου.

Gazmend Kapllani είπε...

Αγαπητέ Thanassi. Ευχαριστώ πολύ για το μήνυμα. Έχω ήδη απαντήσει πιο πάνω νομίζω. Το ξαναγράφω."Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι η φιλοφρόνηση δεν κρύβει ρατσιστικές διαθέσεις. Το αντίθετο μάλιστα. Απλά προσπαθώ να δώσω την οπτική και την προοπτική του «ξένου». Ξέρω πως εκτός από την αρνητική αναγνώριση της ξενότητας υπάρχει και η θετική. Επομένως το να τον βλέπουμε τον άλλον από την άποψη της καταγωγής του κλπ. δεν υποδηλώνει πάντα ρατσιστικές διαθέσεις. Μερικές φορές δηλώνει την ύψιστη μορφή αποδοχής: την αποδοχή του άλλου ως «ξένου». Από την άλλη το θέμα της διαφοράς και της διαφοροποίησης κρύβει πάντα παγίδες, ειδικά όταν αφορά τους μετανάστες. Στη συγκεκριμένη περίπτωση το θέμα δεν αφορά τόσο εμένα – απλά εγώ κάνω ένα «παράπονο πολυτελείας» και προσπαθώ να προκαλέσω κάποια απορία στον συνομιλητή μου – όσο την δεύτερη γενιά. Κάποτε θα πρέπει να συνηθίσουμε ότι άνθρωποι που δεν τους λένε Γιάννη ή Μαρία και δεν έχουν μελαχρινή ή λευκή επιδερμίδα ανήκουν εδώ που γεννήθηκαν και μεγάλωσαν. Η φιλοφρόνηση για την γλώσσα, παιδιά σαν τον Μιχάλη τους κάνει να νιώθουν αιωνίως ξένα. Αυτό ήταν το νόημα της ιστορίας που παραθέτω". Από εκεί και πέρα, είτε συμφωνείς είτε όχι, θα συνεχίσω να δώσω την ίδια απάντηση όταν θα μου κάνουν την ίδια φιλοφρόνηση: «και εσείς μιλάτε εξαιρετικά ελληνικά». Αυτή είναι δική μου επιλογή. Ούτε γιατί έχω κόμπλεξ ούτε γιατί δεν έχω. Γιατί έτσι μ’αρέσει. Και ίσως μετά από την απάντηση γελάσουμε μαζί με αυτόν/αυτήν που θα μου κάνει την φιλοφρόνηση. Τόσο απλά. Να'σαι καλά.