Δευτέρα βράδυ στη Πρίστινα. Μια μέρα μετά την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας. Έξω στο δρόμο ακούγονται ακόμα κροτίδες και κορναρίσματα. Κάθομαι στο «Steep Depo» μια καφετέρεια στη Pristina και γνωστό στέκι της νεολαίας της πόλης. Πίνω ένα ζεστό τσάι, προσπαθώντας να εξορκίζω κάπως την αβάστακτη κούραση. Είχα περάσει όλη την ημέρα περιπλανώμενος ανάμεσα στη Pristina και τη Gracanica, μιλώντας με Αλβανούς και Σέρβους. Κυρίως νέους από 25-30 χρόνων. Ξανασκεφτόμουν όλα όσα είχα ακούσει και είχα δει όλη την ημέρα. Οι ιστορίες που άκουσα, από Αλβανούς και Σέρβους, ήταν πολλές και επώδυνες. Συνάντησα φόβο, μυθολογίες, αλαζονεία και τη γνωστή Βαλκανική σχιζοφρένεια: «δεν χωνεύω τους Σέρβους/Αλβανούς αλλά έχω Σέρβους/Αλβανούς φίλους». Οι πληγές εδώ πέρα είναι ακόμα νωπές. Όχι αβάστακτες σαν αυτές της Βοσνίας. Είναι πάντως βαριές. Συνήθως, η κάθε πλευρά έχει μάτια μόνο για την δική της οδύνη. Όταν ρωτάς για την οδύνη της «άλλης πλευράς», οι συνομιλητές μου συνήθως σιωπούν ή σου δίνουν απαντήσεις του τύπου: «η δική μας οδύνη είναι πιο αυθεντική και δίκαιη». Σκέφτομαι ότι, ίσως, ο χρόνος είναι ο καλύτερος γιατρός σε τέτοιες περιπτώσεις. Ο χρόνος και η οικονομική ανάπτυξη. Φλαμανδοί και Γαλλόφωνοι στο Βέλγιο δεν χωνεύουν αλλήλους. Γαλλόφωνοι και Αγγλόφωνοι στον Καναδά το ίδιο. Δεν σκέφτονται όμως να κραδαίνουν κάθε τρεις και μία τα όπλα για να καθαρίσουν αλλήλους. Όχι γιατί είναι πιο «πολιτισμένοι» από μας τους Βαλκάνιους. Απλά επειδή έχουν πολλά να χάσουν…
***
Αυτές τις μέρες στο Κόσοβο, βρέθηκα συχνά σε παράξενη θέση λόγω της καταγωγής μου. Όταν κάποιοι από τους Σέρβους την μάθαιναν δεν δέχονταν να μου μιλήσουν. Ή αντιδρούσαν με την φράση: «δεν μοιάζεις με Αλβανό». Αυτή τη φράση, έτσι κι αλλιώς, την έχω συνηθίσει από τότε που έγινα μετανάστης. Κάποιοι από τους Αλβανούς, όταν άκουγαν τις απόψεις μου, αντιδρούσαν με την φράση: «δεν σκέφτεσαι σαν αυθεντικός Αλβανός». Σε αυτά τα μέρη, οι άνθρωποι στηρίζονται σε απόλυτες αλήθειες. Και εάν αυτές οι αλήθειες δεν συμφωνούν ενίοτε με την πραγματικότητα, τότε τόσο το χειρότερο για την πραγματικότητα.…
***
Τον Vegim Hashimi και την Mirjana Radovanovic τους γνώρισα εντελώς τυχαία. Το βράδυ που καθόμουν στο «Steep Depo», σημειώνοντας στο μπλοκάκι μου όλα όσα έγραψα παραπάνω. Ο Βεγκίμ είναι Αλβανός. Η Μιργιάνα είναι Σέρβα. «Γεννήθηκα το 1981, την χρονιά που πέθανε ο Τίτο» λέει η Μιριάνα. Γεννήθηκε στο Ζβέτσαν, μια μικρή όμορφη πόλη στο Βόρειο Κόσοβο, κοντά στη Μιτρόβιτσα. «Στη πόλη μας δεν υπήρχαν σχεδόν καθόλου Αλβανοί» συνεχίζει. «Τους Αλβανούς τους είδα στη τηλεόραση, όταν άρχισαν οι ταραχές τη δεκαετία του ’90. Θυμάμαι τη μάνα μου που έλεγε συνέχεια ότι οι Αλβανοί είναι βίαιοι και ταραχοποιοί». Ο Βεγκίμ γεννήθηκε στη πόλη Peja. «Εγώ μεγάλωσα σε ταραγμένα χρόνια γιατί από μικροί έπρεπε να μοιραστούμε τις έγνοιες των μεγάλων» λέει. «Κατάλαβα ότι τα πράγματα δεν πήγαιναν καλά όταν απέλυσαν τους γονείς μου από την δουλειά στις αρχές του ’90»…
***
Το 1999 ο Βεγκίμ και η Μιργιάνα το έζησαν με πολύ διαφορετικό τρόπο. «Εγώ τότε ήμουν πρωτοετής φοιτήτρια. Σπούδαζα νομικά στο Πανεπιστήμιο της Μιτρόβιτσα» λέει η Μιργιάνα. «Όταν άρχισαν οι βομβαρδισμοί του ΝΑΤΟ έκλεισε το Πανεπιστήμιο και γυρίσαμε στα σπίτια. Δεν μπορούσα να καταλάβω πραγματικά τι γινόταν. Άκουγα από την τηλεόραση και τη μητέρα μου ήταν ότι πολεμάμε για να μην μας διώξουν οι Αλβανοί από τα σπίτια μας». Την ίδια εποχή που η Μιργιάνα παρακολουθούσε τον χαμό από την τηλεόραση, ο Βεγκίμ βρισκόταν στα Τίρανα ως πρόσφυγας. «Ήταν τέλη Μαρτίου όταν ήρθαν δυο Σέρβοι αστυνομικοί στο σπίτι μας. Είπαν στον πατέρα μου: «πρέπει να μαζέψτε τα πράγματά και σε δέκα λεπτά και να φύγετε για την Αλβανία»… Περπατήσαμε τέσσερεις μέρες, μαζί με ένα ατελείωτο καραβάνι ανθρώπων. Τέσσερεις ατέλειωτες μέρες. Μέχρι τα σύνορα με την Αλβανία… Εκεί βρήκαμε ένα φορτηγό που μας πήγε στα Τίρανα»...
***
«Εμείς γνωριστήκαμε μετά τον πόλεμο, το 2003. Τυχαία» λέει η Μιργιάνα. «Αρχικά γνωριστήκαμε στο ίντερνετ, στο MSN. Εγώ είχα τελειώσει τότε τις σπουδές και δούλευα σε ένα ταξιδιωτικό γραφείο στη βόρεια Μιτροβίτσα. Από την αρχή το ήξερα ότι ο Βεγκίμ ήταν Αλβανός». Σε ποια γλώσσα επικοινωνούσατε, τους ρωτάω. Στα σέρβικα απαντούν. «Γνωριζόμασταν εικονικά από μήνες και τελικά κανονίσαμε να συναντηθούμε από κοντά στο Νόβι Σάντ, στη Σερβία» συνεχίζει ο Βεγκίμ. «Εγώ είμαι DJ και πάω εκεί κάθε χρόνο την άνοιξη, για να συμμετέχω στο μεγαλύτερο φεστιβάλ για νέους στα Βαλκάνια. Μου άρεσε, της άρεσα. Απλά πράγματα, τίποτα το ιδιαίτερο» καταλήγει και γελά…
***
«Αφήναμε ραντεβού κάθε Σάββατο στην αλβανική πλευρά της Μιτρόβιτσα» συνεχίζει η Μιργιάνα. «Ο Βεγκίμ ερχόταν από τη Peja με το αυτοκίνητό του και με περίμενε. Κάποια στιγμή, η μητέρα μου κατάλαβε ότι είχα σχέση. Δεν τολμούσα να της πω την αλήθεια. Της είπα ότι είχα γνωρίσει ένα αγόρι από το Νόβι Σάντ». Μια από τις φίλες της όμως την «κάρφωσε» στη μητέρα της. «Τότε έγινε το έλα να δεις» λέει. «Έκανε το παν για να σταματήσει αυτή η σχέση. Συμπεριφερόταν με τέτοιο τρόπο λες και δεν τα είχα φτιάξει με άνθρωπο αλλά με τέρας… Έπεισε τον εργοδότη μου να με διώξει από τη δουλειά, για να μην έχω πια πόρους. Μετά μου είπε «ή διακόπτεις αυτή τη σχέση ή φεύγεις από το σπίτι». Κάποια μέρα, η μητέρα της Μιργιάνα, κατάφερε να βρει τα τηλέφωνα των γονέων του Βεγκίμ. Ξαφνικά οι γονείς της Μιργιάνα και του Βεγκίμ, αν και τους χώρισε το χάος, τα βρήκαν. Συμφώνησαν ότι η σχέση αυτή είναι πολύ κακό πράγμα. «Με φώναξε τότε ο πατέρας μου» λέει ο Vegim και μου είπε: «Με έχεις εκθέσει ανεπανόρθωτα με αυτή τη σχέση. Δεν πρόκειται να βάλω Σέρβα στο σπίτι μου. Διάλεξε και πάρε, ή εμάς ή αυτήν»…
***
Ο Vegim και η Mirjana αποφάσισαν τότε να φύγουν από τα σπίτια τους. «Αποφασίσαμε να έρθουμε στη Πρίστινα. Ελπίζαμε να βρούμε κάποια δουλειά εκεί. Εγώ έφυγα από το σπίτι μου με είκοσι ευρώ στη τσέπη…» λέει ο Vegim. «Ζούσαμε πολύ άσχημα στην αρχή. Με δανεικά από διάφορους φίλους» συνεχίζει η Mirjana. «Εγώ έπρεπε να μάθω και αλβανικά για να βρω κάποια δουλειά. Ακόμα συνεχίζω να μάθω. Πολύ δύσκολη γλώσσα» λέει και γελά φωναχτά. Σήμερα ο Vegim εργάζεται σε ιδιωτικό τηλεοπτικό κανάλι στη Πρίστινα. Η Mirjana στο ραδιόφωνο της KFOR. Διευθύνει εκεί το πρόγραμμα στη σερβική γλώσσα. Την προηγούμενη βραδιά είχαν πανηγυρίσει και εκείνοι, με φίλους και άφθονο αλκοόλ. Ποια είναι τα όνειρά τους, ρωτάω. Να αγοράζουν ένα διαμέρισμα, για να νιώσουν ασφαλείς. Και ένα αυτοκίνητο για να κάνουν ταξίδια. «Ποια γλώσσα θα μιλούν τα παιδιά σας»;
«Και τις δυο γλώσσες φυσικά» μου απαντούν…
Τους αποχωρίζομαι και ανεβαίνω στο ξενοδοχείο μου. Η ιστορία αυτή είναι μια ερωτική ιστορία στα χρόνια της βαλκανικής μιζέριας. Ο έρωτάς τους δεν φθάνει για να αλλάξει τις σχέσεις μεταξύ Αλβανών και Σέρβων. Έτσι κι αλλιώς η ιστορία τους δεν θα μπει ποτέ στα επίσημα βιβλία ιστορίας. Εκεί μπαίνουν μόνο οι μάχες, οι φοβέρες, οι σφαγές, οι μυθολογίες, οι απόλυτες αλήθειες. Αυτή εδώ είναι μια ιστορία «ασήμαντη» και αιρετική. Μια από αυτές που δεν χωράνε στον ζουρλομανδύα της απόλυτης αλήθειας…















