Παρασκευή, Φεβρουαρίου 29, 2008

Μια αιρετική ιστορία απο τη Πρίστινα

Δευτέρα βράδυ στη Πρίστινα. Μια μέρα μετά την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας. Έξω στο δρόμο ακούγονται ακόμα κροτίδες και κορναρίσματα. Κάθομαι στο «Steep Depo» μια καφετέρεια στη Pristina και γνωστό στέκι της νεολαίας της πόλης. Πίνω ένα ζεστό τσάι, προσπαθώντας να εξορκίζω κάπως την αβάστακτη κούραση. Είχα περάσει όλη την ημέρα περιπλανώμενος ανάμεσα στη Pristina και τη Gracanica, μιλώντας με Αλβανούς και Σέρβους. Κυρίως νέους από 25-30 χρόνων. Ξανασκεφτόμουν όλα όσα είχα ακούσει και είχα δει όλη την ημέρα. Οι ιστορίες που άκουσα, από Αλβανούς και Σέρβους, ήταν πολλές και επώδυνες. Συνάντησα φόβο, μυθολογίες, αλαζονεία και τη γνωστή Βαλκανική σχιζοφρένεια: «δεν χωνεύω τους Σέρβους/Αλβανούς αλλά έχω Σέρβους/Αλβανούς φίλους». Οι πληγές εδώ πέρα είναι ακόμα νωπές. Όχι αβάστακτες σαν αυτές της Βοσνίας. Είναι πάντως βαριές. Συνήθως, η κάθε πλευρά έχει μάτια μόνο για την δική της οδύνη. Όταν ρωτάς για την οδύνη της «άλλης πλευράς», οι συνομιλητές μου συνήθως σιωπούν ή σου δίνουν απαντήσεις του τύπου: «η δική μας οδύνη είναι πιο αυθεντική και δίκαιη». Σκέφτομαι ότι, ίσως, ο χρόνος είναι ο καλύτερος γιατρός σε τέτοιες περιπτώσεις. Ο χρόνος και η οικονομική ανάπτυξη. Φλαμανδοί και Γαλλόφωνοι στο Βέλγιο δεν χωνεύουν αλλήλους. Γαλλόφωνοι και Αγγλόφωνοι στον Καναδά το ίδιο. Δεν σκέφτονται όμως να κραδαίνουν κάθε τρεις και μία τα όπλα για να καθαρίσουν αλλήλους. Όχι γιατί είναι πιο «πολιτισμένοι» από μας τους Βαλκάνιους. Απλά επειδή έχουν πολλά να χάσουν…

***

Αυτές τις μέρες στο Κόσοβο, βρέθηκα συχνά σε παράξενη θέση λόγω της καταγωγής μου. Όταν κάποιοι από τους Σέρβους την μάθαιναν δεν δέχονταν να μου μιλήσουν. Ή αντιδρούσαν με την φράση: «δεν μοιάζεις με Αλβανό». Αυτή τη φράση, έτσι κι αλλιώς, την έχω συνηθίσει από τότε που έγινα μετανάστης. Κάποιοι από τους Αλβανούς, όταν άκουγαν τις απόψεις μου, αντιδρούσαν με την φράση: «δεν σκέφτεσαι σαν αυθεντικός Αλβανός». Σε αυτά τα μέρη, οι άνθρωποι στηρίζονται σε απόλυτες αλήθειες. Και εάν αυτές οι αλήθειες δεν συμφωνούν ενίοτε με την πραγματικότητα, τότε τόσο το χειρότερο για την πραγματικότητα.…

***

Τον Vegim Hashimi και την Mirjana Radovanovic τους γνώρισα εντελώς τυχαία. Το βράδυ που καθόμουν στο «Steep Depo», σημειώνοντας στο μπλοκάκι μου όλα όσα έγραψα παραπάνω. Ο Βεγκίμ είναι Αλβανός. Η Μιργιάνα είναι Σέρβα. «Γεννήθηκα το 1981, την χρονιά που πέθανε ο Τίτο» λέει η Μιριάνα. Γεννήθηκε στο Ζβέτσαν, μια μικρή όμορφη πόλη στο Βόρειο Κόσοβο, κοντά στη Μιτρόβιτσα. «Στη πόλη μας δεν υπήρχαν σχεδόν καθόλου Αλβανοί» συνεχίζει. «Τους Αλβανούς τους είδα στη τηλεόραση, όταν άρχισαν οι ταραχές τη δεκαετία του ’90. Θυμάμαι τη μάνα μου που έλεγε συνέχεια ότι οι Αλβανοί είναι βίαιοι και ταραχοποιοί». Ο Βεγκίμ γεννήθηκε στη πόλη Peja. «Εγώ μεγάλωσα σε ταραγμένα χρόνια γιατί από μικροί έπρεπε να μοιραστούμε τις έγνοιες των μεγάλων» λέει. «Κατάλαβα ότι τα πράγματα δεν πήγαιναν καλά όταν απέλυσαν τους γονείς μου από την δουλειά στις αρχές του ’90»…

***

Το 1999 ο Βεγκίμ και η Μιργιάνα το έζησαν με πολύ διαφορετικό τρόπο. «Εγώ τότε ήμουν πρωτοετής φοιτήτρια. Σπούδαζα νομικά στο Πανεπιστήμιο της Μιτρόβιτσα» λέει η Μιργιάνα. «Όταν άρχισαν οι βομβαρδισμοί του ΝΑΤΟ έκλεισε το Πανεπιστήμιο και γυρίσαμε στα σπίτια. Δεν μπορούσα να καταλάβω πραγματικά τι γινόταν. Άκουγα από την τηλεόραση και τη μητέρα μου ήταν ότι πολεμάμε για να μην μας διώξουν οι Αλβανοί από τα σπίτια μας». Την ίδια εποχή που η Μιργιάνα παρακολουθούσε τον χαμό από την τηλεόραση, ο Βεγκίμ βρισκόταν στα Τίρανα ως πρόσφυγας. «Ήταν τέλη Μαρτίου όταν ήρθαν δυο Σέρβοι αστυνομικοί στο σπίτι μας. Είπαν στον πατέρα μου: «πρέπει να μαζέψτε τα πράγματά και σε δέκα λεπτά και να φύγετε για την Αλβανία»… Περπατήσαμε τέσσερεις μέρες, μαζί με ένα ατελείωτο καραβάνι ανθρώπων. Τέσσερεις ατέλειωτες μέρες. Μέχρι τα σύνορα με την Αλβανία… Εκεί βρήκαμε ένα φορτηγό που μας πήγε στα Τίρανα»...

***

«Εμείς γνωριστήκαμε μετά τον πόλεμο, το 2003. Τυχαία» λέει η Μιργιάνα. «Αρχικά γνωριστήκαμε στο ίντερνετ, στο MSN. Εγώ είχα τελειώσει τότε τις σπουδές και δούλευα σε ένα ταξιδιωτικό γραφείο στη βόρεια Μιτροβίτσα. Από την αρχή το ήξερα ότι ο Βεγκίμ ήταν Αλβανός». Σε ποια γλώσσα επικοινωνούσατε, τους ρωτάω. Στα σέρβικα απαντούν. «Γνωριζόμασταν εικονικά από μήνες και τελικά κανονίσαμε να συναντηθούμε από κοντά στο Νόβι Σάντ, στη Σερβία» συνεχίζει ο Βεγκίμ. «Εγώ είμαι DJ και πάω εκεί κάθε χρόνο την άνοιξη, για να συμμετέχω στο μεγαλύτερο φεστιβάλ για νέους στα Βαλκάνια. Μου άρεσε, της άρεσα. Απλά πράγματα, τίποτα το ιδιαίτερο» καταλήγει και γελά…

***

«Αφήναμε ραντεβού κάθε Σάββατο στην αλβανική πλευρά της Μιτρόβιτσα» συνεχίζει η Μιργιάνα. «Ο Βεγκίμ ερχόταν από τη Peja με το αυτοκίνητό του και με περίμενε. Κάποια στιγμή, η μητέρα μου κατάλαβε ότι είχα σχέση. Δεν τολμούσα να της πω την αλήθεια. Της είπα ότι είχα γνωρίσει ένα αγόρι από το Νόβι Σάντ». Μια από τις φίλες της όμως την «κάρφωσε» στη μητέρα της. «Τότε έγινε το έλα να δεις» λέει. «Έκανε το παν για να σταματήσει αυτή η σχέση. Συμπεριφερόταν με τέτοιο τρόπο λες και δεν τα είχα φτιάξει με άνθρωπο αλλά με τέρας… Έπεισε τον εργοδότη μου να με διώξει από τη δουλειά, για να μην έχω πια πόρους. Μετά μου είπε «ή διακόπτεις αυτή τη σχέση ή φεύγεις από το σπίτι». Κάποια μέρα, η μητέρα της Μιργιάνα, κατάφερε να βρει τα τηλέφωνα των γονέων του Βεγκίμ. Ξαφνικά οι γονείς της Μιργιάνα και του Βεγκίμ, αν και τους χώρισε το χάος, τα βρήκαν. Συμφώνησαν ότι η σχέση αυτή είναι πολύ κακό πράγμα. «Με φώναξε τότε ο πατέρας μου» λέει ο Vegim και μου είπε: «Με έχεις εκθέσει ανεπανόρθωτα με αυτή τη σχέση. Δεν πρόκειται να βάλω Σέρβα στο σπίτι μου. Διάλεξε και πάρε, ή εμάς ή αυτήν»…

***

Ο Vegim και η Mirjana αποφάσισαν τότε να φύγουν από τα σπίτια τους. «Αποφασίσαμε να έρθουμε στη Πρίστινα. Ελπίζαμε να βρούμε κάποια δουλειά εκεί. Εγώ έφυγα από το σπίτι μου με είκοσι ευρώ στη τσέπη…» λέει ο Vegim. «Ζούσαμε πολύ άσχημα στην αρχή. Με δανεικά από διάφορους φίλους» συνεχίζει η Mirjana. «Εγώ έπρεπε να μάθω και αλβανικά για να βρω κάποια δουλειά. Ακόμα συνεχίζω να μάθω. Πολύ δύσκολη γλώσσα» λέει και γελά φωναχτά. Σήμερα ο Vegim εργάζεται σε ιδιωτικό τηλεοπτικό κανάλι στη Πρίστινα. Η Mirjana στο ραδιόφωνο της KFOR. Διευθύνει εκεί το πρόγραμμα στη σερβική γλώσσα. Την προηγούμενη βραδιά είχαν πανηγυρίσει και εκείνοι, με φίλους και άφθονο αλκοόλ. Ποια είναι τα όνειρά τους, ρωτάω. Να αγοράζουν ένα διαμέρισμα, για να νιώσουν ασφαλείς. Και ένα αυτοκίνητο για να κάνουν ταξίδια. «Ποια γλώσσα θα μιλούν τα παιδιά σας»;

«Και τις δυο γλώσσες φυσικά» μου απαντούν…

Τους αποχωρίζομαι και ανεβαίνω στο ξενοδοχείο μου. Η ιστορία αυτή είναι μια ερωτική ιστορία στα χρόνια της βαλκανικής μιζέριας. Ο έρωτάς τους δεν φθάνει για να αλλάξει τις σχέσεις μεταξύ Αλβανών και Σέρβων. Έτσι κι αλλιώς η ιστορία τους δεν θα μπει ποτέ στα επίσημα βιβλία ιστορίας. Εκεί μπαίνουν μόνο οι μάχες, οι φοβέρες, οι σφαγές, οι μυθολογίες, οι απόλυτες αλήθειες. Αυτή εδώ είναι μια ιστορία «ασήμαντη» και αιρετική. Μια από αυτές που δεν χωράνε στον ζουρλομανδύα της απόλυτης αλήθειας…

Πρίστινα: 18 Φεβρουαρίου 2008

Τετάρτη, Φεβρουαρίου 27, 2008

Εδώ Πρίστινα: Ημέρες Ανεξαρτησίας

Ο δρόμος που σε πάει από τα Τίρανα στα σύνορα με το Κόσοβο είναι για γερά αυτοκίνητα, γερή μέση και πολύ γερά νεύρα. Χρειάζεσαι περισσότερα από οκτώ ώρες για να τον διανύσεις λιγότερα από 200 χλμ. Μεγάλη κίνηση από την Αλβανία προς το Κόσοβο δεν υπάρχει. Παρ’όλο τις φήμες που έκαναν λόγο για μαζική μετακίνηση των Αλβανών προς τη Πρίστινα, ώστε να συμμετέχουν στους πανηγυρισμούς. Ο δρόμος είναι τόσο κακός που αποθαρρύνει ακόμα και τους πιο ορκισμένους εθνικιστές. Δεξιά και αριστερά του χωματόδρομου βλέπω πολλούς εκσκαφείς. Είναι εκεί για την κατασκευή της μεγάλης οδικής αρτηρίας που θα συνδέει τη Πρίστινα με το λιμάνι του Δυρραχίου. Ο Πρωθυπουργός της Αλβανίας, κ. Μπερίσα, έχει αποκαλέσει τον δρόμο «πατριωτική λεωφόρο». Οι εργασίες όμως διακόπτονται κάθε τόσο και κάοια δικαστική έρευνα αρχίζει. Πριν από μερικούς μήνες άρχισε έρευνα σε βάρος του τότε Υπουργού Μεταφορών Λουλζίμ Μπάσα. Η αιτία είναι κάτι εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ που, αντί να γίνουν άσφαλτος, έκαναν φτερά σε άγνωστες κατευθύνσεις. Η έρευνα βρίσκεται σε εξέλιξη. Ο τότε Υπουργός Μεταφορών άλλαξε Υπουργείο. Πήγε στο Εξωτερικών και αυτές τις μέρες τρέχει με την υπόθεση του Κοσόβου. Η «πατριωτική λεωφόρος» είναι η βασιλική οδός για πατριωτικές ομιλίες και για μεγάλες μίζες. Και τα δυο εξάλλου πάνε μαζί, ειδικά στα Βαλκάνια…


Μόλις περνάς τα σύνορα με το Κόσοβο το τοπίο αλλάζει. Σαν να μπαίνεις από το Αφγανιστάν στην Ιταλία. Μπαίνεις σε κανονικό δρόμο. Στο Πρίζρεν, ένα από τα μεγαλύτερα αστικά κέντρα των Αλβανών στο Κόσοβο, φθάνουμε κοντά στα μεσάνυχτα. Κάνει πολύ κρύο και ρίχνει χιόνι ασταμάτητα. Τα καταστήματα, τα σπίτια, τα τζαμιά της πόλης, έχουν καλυφθεί από τις αλβανικές σημαίες. Άλλες σημαίες επίσης. Αμερικάνικες, της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αγγλικές, γαλλικές, γερμανικές... Νομίζεις ότι η πόλη φιλοξενεί τους Χειμερινούς Ολυμπιακούς Αγώνες της Δύσης…

***

Φθάνουμε στη Πρίστινα στις δυο μετά τα μεσάνυχτα. Κάνει τσουχτερό κρύο και το χιόνι έχει καλύψει τους δρόμους. Τα αυτοκίνητα έχουν κατακλύσει τον κεντρικό δρόμο της πόλης και κορνάρουν ασταμάτητα. Οι αλβανικές και οι αμερικάνικες σημαίες επικρατούν. Κάθε τόσο περνάει κάποιο τεθωρακισμένο της KFOR, με την δική του εθνική σημαία, καθιστώντας το όλο θέαμα ακόμα πιο παράξενο. Σε κάθε κατάστημα, σε κάθε μπαλκόνι κρέμεται μια αλβανική σημαία. Και παντού η επιγραφή «Ροφτ Παβαρεσία!» («Ζήτω η Ανεξαρτησία»)…


Την Κυριακή το πρωί, 17 Φεβρουαρίου, η Πρίστινα ξύπνησε καλυμμένη από τις αλβανικές σημαίες και το χιόνι. Ο ρεσεψιονίστας του ξενοδοχείου «Apollonia», όπου μένουμε, είναι κολλημένος στην τηλεόραση. Το τηλέφωνο στη ρεσεψιόν χτυπά συνέχεια. Εκείνος το σηκώνει και δίνει πάντα την ίδια απάντηση: «Μέχρι τη Τρίτη δεν υπάρχουν θέσεις». Είναι πιο εύκολο να κερδίσεις το λαχείο, παρά να βρεις θέσεις σε ξενοδοχείο στη Πρίστινα. Η καφετέρεια του ξενοδοχείου είναι γεμάτη από Αλβανούς μετανάστες, που έχουν έρθει για να πανηγυρίσουν, και ξένους δημοσιογράφους. Ο ρεσεψιονίστας μου αφηγείται πως ένας Αμερικανός δημοσιογράφος τον ρώτησε το πρωί εάν πιστεύει πως θα υπάρχουν συγκρούσεις Αλβανών και Σέρβων σήμερα. «Αυτοί οι Αμερικανοί τα βλέπουν όλα σαν ταινία» λέει. Πάντως, αρκετοί από τους δημοσιογράφους που βρίσκονται σήμερα στη Πρίστινα ελπίζουν να βγάλουν κάποια «πιασάρικη» είδηση. «Και συ τι απάντησες;» τον ρωτάω. «Ότι ο πιο σοβαρός κίνδυνος σήμερα είναι οι πορτοφολάδες» λέει και γελάει…




Στη κεντρική λεωφόρο Μητέρα Τερέζα, στο κέντρο της Πρίστινα, ο κόσμος έχει ήδη καταλάβει τον δρόμο και τα πεζοδρόμια. Πολλοί νέοι, τυλιγμένοι με την αλβανική σημαία, δίνοντας την εντύπωση φιλάθλων σε αναμονή προαναγγελθείσας νίκης. Κοντά στο κτήριο του Κοινοβουλίου του Κοσόβου, μια ομάδα νεαρών φωτογραφίζονται εναλλάξ μπροστά στο άγαλμα του Σκεντέρμπεη. Ο Έντι, είκοσι οκτώ χρονών, έχει έρθει από τα Τίρανα αποκλειστικά για τη «D Day» των Αλβανών. «Αυτός είναι ο αιώνας των Αλβανών» φωνάζει και κάνει το σήμα της νίκης. Τη θέση του καταλαμβάνει αμέσως ένας ηλικιωμένος. Κάνει και αυτός το σήμα της νίκης υπό το άκαμπτο βλέμμα του Σκεντέρμπεη. Ένα ισπανικό κανάλι προσπαθεί να «κλέψει» μια δήλωση από έναν μεσήλικα που έχει τυλιχθεί από τη μέση και πάνω με την αλβανική σημαία και από τη μέση και κάτω με την αμερικάνικη. Ο μεσήλικας αρνείται να μιλήσεις. «Μιλάω μόνο σε κανάλια χωρών που αναγνωρίζουν το Κόσοβο και η Ισπανία δεν είναι μαζί μας»» λέει στον Αλβανό μεταφραστή που συνοδεύει το συνεργείο. Εκείνη τη στιγμή, δύο πάνοπλοι αστυνομικοί, εμφανίζονται προσπαθώντας να ανοίξουν τον δρόμο. Ο Πρωθυπουργός του Κοσόβου, ο Χασίμ Θάτσι, κατευθύνεται προς το κτήριο της Βουλής, για να ζητήσει την έκτακτη συνεδρίασή της. Το πλήθος ζητωκραυγάζει. Οι δημοσιογράφοι τρέχουν λαχανιασμένοι…




Μέσα στο «Grand Hotel», όπου έχει στηθεί το κέντρο Τύπου, γίνεται χαλασμός κόσμου. Μπροστά στο ξενοδοχείο δεσπόζουν τα οχήματα των τηλεοπτικών συνεργείων. Πρόκειται ίσως για την πιο μιντιακή ανεξαρτησία της νεώτερης ιστορίας. Πλήθος ανθρώπων έχει μαζευτεί κοντά στην είσοδο του ξενοδοχείου, παρακολουθώντας τις εικόνες από την τηλεόραση. Κάποια στιγμή εμφανίζεται ο Θάτσι και διαβάζει το κείμενο της κήρυξης της ανεξαρτησίας. Το πλήθος ξεσπά σε χειροκροτήματα. Έξω ο βόμβος των κροτίδων καλύπτει τα πάντα. Εκείνη τη στιγμή, εμφανίζεται από το πουθενά μια καινούργια σημαία. Γαλάζια, με τον χάρτη του Κοσόβου στη μέση και έξι αστεράκια απάνω. Τη κρατά ένας νεαρός που ανακοινώνει πως είναι η σημαία του νέου κράτος. Το πλήθος ξεσπά σε χειροκροτήματα. Ο θόρυβος από τις κροτίδες γίνεται ανυπόφορος…






Στις δυο το μεσημέρι κατευθυνόμαστε προς τη Τσαγκλαβίτσα. Ένα χωριό κοντά στη Πρίστινα που κατοικείται από Σέρβους. Ο οδηγός του ταξί, ο Αγκρόν, δεν είναι σίγουρος ότι θα μας αφήσουν να περάσουμε. Για ασφάλεια σταματά και λύνει την αλβανική σημαία που είχε δέσει στη κεραία του ταξί. «Είναι καλύτερα έτσι» λέει. Τον ρωτώ για αυτό που συμβαίνει σήμερα. «Σαν όνειρο μου φαίνεται» λέει. «Αν και για να πούμε την αλήθεια θα έπρεπε αν φτιάξουμε ένα άγαλμα στον Μιλόσεβιτς. Εάν δεν ήταν αυτός δεν θα είχαμε φθάσει ποτέ έως εδώ» καταλήγει. «Τώρα όμως αρχίζουν τα δύσκολα» προσθέτει μετά από λίγο. Τον ρωτώ για τους Σέρβους. «Αυτοί που νομίζουν ότι εδώ είναι Σερβία ας πάνε στη Σερβία» απαντά κοφτά. Προσθέτει πως ο αδελφός του, που έχει μαγαζί με ηλεκτρικά είδη, όλο το εμπόριο το κάνει με τη Σερβία. Το ογδόντα τοις εκατό των προϊόντων στο Κόσοβο προέρχονται σήμερα από τη Σερβία…




Στην είσοδο της Τσαγκλαβίτσα ένα τεθωρακισμένο με Ιταλούς στρατιώτες μας περιεργάζεται για τα καλά. Παρ’όλα αυτά δεν μας σταματάνε. Το ταξί μας αφήνει στο κέντρο του χωριού. Στους δρόμους δεν υπάρχει ψυχή. Το χωριό μοιάζει σχεδόν ακατοίκητο. Τη σιωπή «ταράζουν» μόνο τα γαυγίσματα των σκύλων και ο θόρυβος από τις κροτίδες στη Πρίστινα που φθάνει έως εδώ. Ένα περιστέρι ψάχνει το φαγητό του πάνω στην αφίσα του Νίκολιτς, του υπερεθνικιστή υποψηφίου Προέδρου στις προεδρικές εκλογές στη Σερβία. Σε μια γωνία δυο νεαροί κάθονται μέσα στο αυτοκίνητο και μας κοιτούν με έντονη καχυποψία... Στρίβουμε δεξιά και μπαίνουμε στο «Ciao», το εστιατόριο του χωριού. Οι μοναδικοί θαμώνες είναι ένα ζευγάρι στρατιωτών της KFOR, ντυμένοι με πολιτικά. Ο σερβιτόρος παρακολουθεί τη σερβική κρατική τηλεόραση. Τον ρωτώ που βρίσκονται οι κάτοικοι του χωριού. «Είναι κλεισμένοι στα σπίτια τους και βλέπουν τηλεόραση» απαντά. «Σήμερα για μας είναι μέρα πένθους» προσθέτει ενώ αφήνει τα μενού στο τραπέζι. Η μόνη πληροφορία που καταφέρνουμε να μάθουμε είναι ότι αύριο στις 12 η ώρα οι Σέρβοι θα διαδηλώσουν ταυτόχρονα ενάντια στην ανεξαρτησία στη Γκρατσάνιτσα και Μιτροβίτσα. Η σερβική τηλεόραση μεταδίδει ότι Σέρβοι έφεδροι προσπάθησαν να μπουν στο Κόσοβο αλλά τους σταμάτησαν στα σύνορα οι Κοσοβάροι συνοριοφύλακες. Ο Σερβιτόρος μειδιάσει… Τον ρωτώ εάν μπορεί να μας βρει ένα ταξί για να γυρίσουμε στη Πρίστινα. Σηκώνει τους ώμους. «Να καλέσω έναν Αλβανό που έχει ταξί να έρθει από τη Πρίστινα να σας πάρει» προσθέτει. «Σήμερα κανένας Σέρβος δεν κατεβαίνει στη Πρίστινα» προσθέτει συνοφρυωμένος...



Επιστρέφουμε στη Πρίστινα γύρω στις επτά το βράδυ. Οι πανηγυρισμοί έχουν φθάσει στο απόγειό τους. Στο «Grand Hotel» το «πλήθος των περίεργων» παρακολουθεί στη τηλεόραση τα τεκταινόμενα στο Βελιγράδι. Μια ομάδα Σέρβων επιτίθεται στην Αμερικάνικη Πρεσβεία. Κάποιοι από το πλήθος των Αλβανών χειροκροτούν. Όσο πιο πολύ απομονώνεται ο αντίπαλος τόσο το καλύτερο. Εκείνη τη στιγμή μας πλησιάζει ένας νεαρός. «Είστε δημοσιογράφοι;» ρωτά. Του απαντώ καταφατικά. «Έχω μια πληροφορία. Οι Σέρβοι στη Βόρεια Μιτρόβιτσα έριξαν βόμβα στα γραφεία του ΟΗΕ». Τηλεφωνώ σε κάποιον γνωστό μου που βρίσκεται στη Βόρεια Μιτρόβιτσα. Διαψεύδει την είδηση. Είναι και η παραπληροφόρηση μέρος αυτού του ατέλειωτου πολέμου. Ευτυχώς χωρίς όπλα, αυτή τη φορά…

Τη Δευτέρα το πρωί κατευθυνόμαστε προς τη χωρισμένη πόλη της Μιτροβίτσα. Μπροστά στη γέφυρα που χωρίζει Σέρβους και Αλβανούς υπάρχει μεγάλη στρατιωτική δύναμη. Η Μιτρόβιτσα είναι η πόλη του εθνοτικού μίσους και του λαθρεμπορίου. Ο μοναδικός θεσμός άλλωστε όπου συνυπάρχουν αρμονικά Σέρβοι και Αλβανοί, είναι το λαθρεμπόριο. Στη Βόρεια Μιτρόβιτσα, όπου κατοικούν μόνο Σέρβοι, δεν υπάρχει ποικιλία σημαιών. Υπάρχουν μόνο σέρβικες και ρωσικές σημαίες, οργή και απελπισία. Διασχίζω την λεωφόρο «Ράτκο Μλάντιτς» και καταλήγω στη κεντρική πλατεία. Ο κόσμος αρχίζει να μαζεύεται από τις έντεκα το πρωί για τη διαδήλωση διαμαρτυρίας. Από τα μεγάφωνα ακούγονται πατριωτικά σερβικά τραγούδια. Στις δώδεκα οι διαδηλωτές έχουν γίνει χιλιάδες. Πλησιάζω έναν νεαρό, τον Ζόραν. Είναι τριάντα οκτώ χρονών και ήρθε στη Βόρεια Μιτροβίτσα από τη Πρίστινα το 2000. «Για να γλιτώσω το τομάρι μου» μου λέει. Ο Ζόραν είναι πολύ οργισμένος. «Το ξέρετε εσείς, οι ξένοι δημοσιογράφοι, ότι οι Αλβανοί θέλουν να μας αφανίσουν από την ίδια μας την πατρίδα; Τι σκατά κάνετε; Εσείς φταίτε που ο κόσμος υποστηρίζει αυτούς τους υπανάπτυκτους. Εδώ είναι και θα είναι Σερβία!» καταλήγει.

Το πλήθος φωνάζει «Νε νταμό Κόσοβο!» («Δεν δίνουμε το Κόσοβο!»). Θυμάμαι ξανά ότι αυτό είναι το αγαπημένο σύνθημα των φιλάθλων όταν παίζει η εθνική Σερβίας. Εκτός και αν παίζει με τη Βοσνία. Τότε το σύνθημα αλλάζει σε «Σρεμπρένιτσα, Σρεμπρένιτσα»! Δίπλα στις σερβικές σημαίες, οι φωτογραφίες του Νίκολιτς. Και εδώ είναι πολύ αγαπητός. Εκείνος και οι άνθρωποι του υπόσχονται στους Σέρβους ότι θα φέρουν στρατό για να τους απελευθερώσει από τους Αλβανούς τρομοκράτες. Ο κόσμος δεν πιστεύει οτι κάτι τέτοιο είναι εφικτό. Καλύτερα όμως να πιστεύεις σε παραμύθια παρά να αποδεχτείς την ήττα και την πραγματικότητα. Κάποιες φωτογραφίες του Κοστούνιτσα επίσης. Καμία φωτογραφία του Σέρβου Προέδρου, του φιλοδυτικού Τάντιτς, που κέρδισε πρόσφατα τις εκλογές. Εκείνος θεωρείται προδότης. Ένα δεκάχρονο αγόρι, με το πηλήκιο του Ράτκο Μλάντις κρατά την σερβική σημαία και φωνάζει «Κόσοβο jε Σρπια» («Το Κόσοβο είναι Σερβία»).

Το πλήθος πλησιάζει τη γέφυρα για να περάσει στην άλλη πλευρά. (Ειρωνεία της ιστορίας. Η πραγματική ονομασία της γέφυρας είναι «Γέφυρα της φιλίας»). Οι στρατιώτες της KFOR τίθενται σε επιφυλακή. Μια μικρή ομάδα Αλβανών έχει μαζευτεί από την άλλη πλευρά και παρακολουθεί τα τεκταινόμενα. Οι διαδηλωτές, κραδαίνοντας τις σερβικές σημαίες, στέκονται για κάποια λεπτά μπροστά στη γέφυρα. Μετά υποχωρούν. Τότε, για πρώτη φορά, εμφανίζεται η αμερικανική σημαία που παίρνει αμέσως φωτιά. Μετά από αυτό, το πλήθος αρχίζει και διαλύεται ήρεμα. Πίσω του αφήνει τον απόηχο των πατριωτικών τραγουδιών και τις στάχτες των καμένων σημαιών…



Πίσω στη Πρίστινα. Έχει βραδιάσει και οι πανηγυρισμοί έχουν αρχίσει ξανά. Οι ΗΠΑ και άλλες ευρωπαϊκές χώρες αναγνώρισαν το Κόσοβο. Μπαίνω σε ένα μπαρ. Μια νεαρή κοπέλα κρατά ένα μπουκάλι μπίρας στο ένα χέρι, τη καινούργια σημαία του Κοσόβου στο άλλο.


Στο μπλουζάκι της απάνω γράφει: «Independence is better than sex». Το μπλουζάκι μιας άλλης κοπέλας γράφει: «Independence is better than having electricity». Μετά από πέντε λεπτά το ηλεκτρικό διακόπτεται και το μπαρ μένει στο σκοτάδι. Οι δυο κοπέλες αναθεματίζουν και βρίζουν με πάθος. Ξεχνώντας πολύ γρήγορα τα ευρηματικά συνθήματα στα μπλουζάκια τους…

Φωτό: ENRI CANAJ

Κόσοβο: 16-18 Φεβρουαρίου 2008

Σάββατο, Φεβρουαρίου 16, 2008

ΕΔΩ


ΕΔΩ -a work in progress-


1 δημοσιογράφος

8 αληθινές ιστορίες – μαρτυρίες μεταναστών που ζουν εδώ

4 πρωτοεμφανιζόμενοι ‘Ελληνες ηθοποιοί

1 καινούριος χώρος

10 ανοιχτές πρόβες-δοκιμές με ελεύθερη είσοδο για το κοινό

Οχτώ πραγματικές αφηγήσεις που μάλλον θα αλλάξουν τον τρόπο που βλέπουμε τους μετανάστες στην Ελλάδα...

info:

Δημοσιογραφική έρευνα: Γκαζμέντ Καπλάνι

Παίζουν: Αννίτα Καπουσίζη, Σοφία Κεφαλληνού, Βαγγέλης Κοντομούς, Άννα Ψαρρά

Κοστούμια: Μαγιού Τρικεριώτη

Σκηνοθεσία: Γιώργος Νανούρης

Πότε: 18 Φλεβάρη με 18 Μάρτη κάθε Δευτέρα και Τρίτη στις 21:30

Που: Κ44 Bar, Κων/πόλεως 44 δίπλα στο σταθμό “Κεραμεικός” του μετρό.

Κρατήσεις: 210 3423560 , bar@k44.gr

Είσοδος ελεύθερη, απαραίτητη η κράτηση θέσεων.

Σάββατο, Φεβρουαρίου 09, 2008

Μια αθηναϊκή ιστορία απο τη... Γεωργία

Με λένε Νταβίντ. Γεννήθηκα στην Τιφλίδα της Γεωργίας τον Ιούνιο του 1976, ημέρα Δευτέρα. Μεγάλωσα περικυκλωμένος από τα αγάλματα του Λένιν. Η Σοβιετική Ένωση ήταν στην άνθησή της. Η ψύχωση του πολέμου με τη Δύση επίσης. Από τις πρώτες τάξεις του δημοτικού έμαθα να ζω με την ψυχολογία και την αισθητική του πολέμου. Έμαθα ότι η Αμερική είναι ο μεγάλος Σατανάς. Η Ευρώπη, η αδελφή του. Μας έλεγαν συνέχεια ότι στη Δύση πεθαίνουν από την πείνα, ενώ εμείς ζούμε σε έναν επίγειο παράδεισο...
***
Είμαι Γεωργιανός. Μεγάλωσα με την αίσθηση της υπερηφάνειας πως είμαι Γεωργιανός. Στη Γεωργία δεν χώνευαν τη Σοβιετική Ένωση, αλλά έκαναν προπόσεις στο όνομα του Στάλιν. Επειδή ήταν Γεωργιανός. Ποια είναι η γνώμη μου για τον Στάλιν; Ένας τύραννος και όπως όλοι οι τύραννοι ένας σίριαλ κίλλερ. Η τυραννία δεν έχει εθνικότητα...
***
Μια γειτονιά,πολλές γλώσσες. Μεγάλωσα σε μια γειτονιά που έμοιαζε με παγκόσμιο χωριό. Ζούσαν μαζί Κούρδοι, Εβραίοι, Τούρκοι, Αρμένιοι, Ουκρανοί, Ρώσοι και πολλοί Έλληνες. Μεγάλωσα ακούγοντας πολλές γλώσσες. Καταλάβαινα ότι οι γλώσσες ήταν διαφορετικές. Δεν θεωρούσα διαφορετικούς αυτούς που τις μίλαγαν. Η πολυγλωσσία στη Γεωργία ήταν κάτι το φυσιολογικό. Ο παππούς μου ήξερε πέντε γλώσσες. Ο πατέρας μου επίσης...
***
Εφηβεία και εθνικισμός. Στο Γυμνάσιο, το χόμπι μου ήταν να μαθαίνω χυδαία ανέκδοτα για τον Λένιν και τον Στάλιν. Ήταν η περίοδος που η Σοβιετική Ένωση άρχισε να φαλιρίζει. Η οικονομική κρίση έκανε θραύση. Μαζί της και ο εθνικισμός. Οι Γεωργιανοί ήθελαν να αποσχιστούν από τη Σοβιετική Ένωση. Τότε ακούστηκε το σύνθημα: «Η Γεωργία στους Γεωργιανούς». Ένα φασιστικό σύνθημα που τρόμαξε τους μη Γεωργιανούς. Οι παιδικοί μου φίλοι άρχισαν να εγκαταλείπουν τη γειτονιά. Οι Εβραίοι πήγαιναν στο Ισραήλ, οι Ρώσοι στη Ρωσία, οι Έλληνες στην Ελλάδα...
***
«Ήθελα να πολεμήσω». Το 1989 είδα τα ρωσικά τανκς στους δρόμους της Τιφλίδας. Ήμουν ένα από τα χιλιάδες παιδιά που τα πετροβολούσαν. Στις 9 Απριλίου, τα ρωσικά ΜΑΤ έσφαξαν δεκάδες Γεωργιανούς στην κεντρική πλατεία της Τιφλίδας. Ήταν το τέλος. Οτιδήποτε συμβόλιζε τη Σοβιετική Ένωση εξαφανίστηκε σε λίγες εβδομάδες. Η Δύση, από μεγάλος Σατανάς, έγινε ο μεγάλος μας φίλος. Ο απόλυτος εχθρός τώρα ήταν οι Ρώσοι. Ειδικά όταν υποστήριξαν τον πόλεμο στην Αμπχαζία και την Οσετία. Οι εικόνες που σημάδεψαν την εφηβεία μου ήταν οι πρόσφυγες και τα πτώματα παιδιών της γειτονιάς μου που γύριζαν από το μέτωπο. Ήθελα να προστατεύσω την πατρίδα μου. Κατατάχτηκα στον στρατό. Εθελοντής. Ήμουν δεκαεπτά χρονών. Χωρίς να ξέρω τι σημαίνει πόλεμος, ήθελα να πολεμήσω...
***
«Μέσα στα σκατά». Πέρασα τρία χρόνια ανάμεσα στα όπλα και τους νεκρούς. Στο μέτωπο δεν έτυχε να πάω. Κάποια στιγμή κατάλαβα ότι βρισκόμουν μέσα στα σκατά. Οι γονείς μου είχαν φύγει στην Ελλάδα. Είχαν εγκατασταθεί στη Θεσσαλονίκη. Τους είχαν βοηθήσει κάποιοι Έλληνες της Γεωργίας, φίλοι τους, που είχαν μεταναστεύσει πριν από αυτούς. Ήθελα να φύγω...
***
Το ταξίδι στην Ελλάδα. Έβγαλα μια τουριστική βίζα, πληρώνοντας κάποια χρήματα. Ήρθα με λεωφορείο. Δεν είχα λεφτά για αεροπλάνο. Μόλις πέρασα τα σύνορα της Γεωργίας, κοίταξα πίσω. Ένιωσα μίσος και αγάπη μαζί για την πατρίδα που εγκατέλειπα. Ένιωσα ότι δεν θα γυρνούσα ποτέ πίσω πια... Ήταν Αύγουστος του 1996 όταν έφθασα στη Θεσσαλονίκη. Δυο πράγματα μου έκαναν εντύπωση. Τα γκρίζα μαλλιά της μητέρας μου. Είχε ασπρίσει μέσα σε λίγα χρόνια. Και τα παρκαρισμένα παντού αυτοκίνητα...
***
«Σε λένε Αλέκο». Δεν ήξερα ούτε λέξη ελληνικά. Τον πρώτο καιρό περιπλανιόμουν στους δρόμους της Θεσσαλονίκης. Ήθελα να μάθω την πόλη, να συνηθίσω τα ελληνικά. Δεν άφηνα ταμπέλα αδιάβαστη. Ακόμα και την πιο ασήμαντη. Δουλειά βρήκα σχετικά γρήγορα. Σε μια βιοτεχνία. Ανασφάλιστος. Την πρώτη μέρα το αφεντικό με ρώτησε πώς με λένε. Έχω την εντύπωση ότι δεν άκουσε καν την απάντηση. Αμέσως μετά πρόσθεσε: «Θα σε φωνάζω Αλέκο». Το πώς θα με φώναζε για μένα αποτελούσε ασήμαντη λεπτομέρεια. Οι περισσότεροι εργάτες ήμασταν από την πρώην Σοβιετική Ένωση. Συνεννοούμασταν στα ρώσικα. Ένα κομμάτι της Σοβιετικής Ένωσης, λοιπόν, εργαζόταν παράνομα σε μια βιοτεχνία στη Θεσσαλονίκη. Για να χτίσει το καπιταλιστικό όνειρο αυτή τη φορά...
***
Σερβιτόρος. Το 1998 έγινε η νομιμοποίηση των μεταναστών. Το αφεντικό μου δεν χάρηκε όταν άκουσε ότι πρέπει να μου κολλήσει ένσημα. Με χρειαζόταν όμως και στο τέλος ενέδωσε. Όταν έβγαλα νόμιμα χαρτιά, πήρα πίσω το πραγματικό μου όνομα: Νταβίντ. Ύστερα από ένα χρόνο έφυγα από τη δουλειά. Ήθελα περισσότερα χρήματα. Βρήκα δουλειά ως βοηθός υδραυλικός. Πολύ βαριά δουλειά. Είχα μάθει καλά ελληνικά και άρχισα να διαβάζω τις αγγελίες στις εφημερίδες. Από εκεί βρήκα μια δουλειά ως βοηθός σερβιτόρος. Στο «Ούζου Μέλαθρον». Οι εργοδότες μου δεν ενδιαφέρονταν για την καταγωγή αλλά για την αξία των εργατών τους. Δούλευα με κέφι, αν και κουραζόμουν αρκετά. Τότε αγόρασα ένα σαξόφωνο. Έχω πάθος με τη μουσική. Στη Γεωργία έπαιζα κιθάρα. Εκτός από σερβιτόρος, δυο φορές την εβδομάδα, άρχισα να παίζω σε ένα πιάνο- μπαρ στη Θεσσαλονίκη...
***
Αυτοπεποίθηση. Όταν οι εργοδότες μου αποφάσισαν να ανοίξουν άλλο μαγαζί στη Λαμία, έστειλαν εμένα να αναλάβω τη δουλειά. Ήταν κάτι που άλλαξε οριστικά τον τρόπο που έβλεπα τον εαυτό μου. Απέκτησα αυτοπεποίθηση. Ύστερα έγινα μάνατζερ. Τότε άρχισα να μαζεύω κάποια χρήματα. Κάποια στιγμή, αποφάσισα να φύγω. Ήθελα να κάνω κάτι περισσότερο. Εγώ μεγάλωσα ανάμεσα στα βιβλία. Αποφάσισα να σπουδάσω θέατρο. Γιατί θέατρο; Γιατί σου δίνει τη δυνατότητα να βγεις από τη βουβαμάρα...
***
Η Αθήνα και το θέατρο. Παράτησα τη δουλειά, αν και ήταν πολύ καλή. Ήρθα στην Αθήνα. Έμεινα στο σπίτι ενός γνωστού μου, μέχρι που νοίκιασα δικό μου διαμέρισμα. Βρήκα δουλειά γρήγορα σε γνωστό καφέ- μπαρ ως σερβιτόρος. Σύντομα έγινα υπεύθυνος δημοσίων σχέσεων. Για να μη στα πολυλογώ. Μπήκα στη δραματική σχολή το 2005. Έδωσα εξετάσεις στο υπουργείο Πολιτισμού. Ο μονόλογος που απάγγειλα ήταν από τη «Βρωμιά» του Σνάιντερ. «Με λένε Σαντ. Όχι, δεν είμαι λυπημένος. Έτσι είναι το όνομά μου». Έτσι αρχίζει... Όταν είδα το όνομά μου στη λίστα των επιτυχόντων έκλαψα από τη χαρά μου...
***
«Νιώθω στο σπίτι μου». Γράφτηκα στη Δραματική Σχολή του Ωδείου Αθηνών. Η αρχή ήταν δύσκολη. Η προφορά μου ξένιζε. Έριξα πολύ διάβασμα... Έφυγα ξανά από τη δουλειά. Βρήκα άλλη τη νύχτα. Χρειαζόμουν την ημέρα για τις σπουδές και τα χρήματα για να πληρώνω τα δίδακτρα. Τώρα παίζω στο Θέατρο του Νέου Κόσμου. Θέλω να ευχαριστήσω τον Βαγγέλη Θεοδωρόπουλο που μας υποστήριξε σε αυτή την προσπάθεια. Τι μου χάρισε το ταξίδι της ξενιτιάς; Προπαντός αυτοπεποίθηση. Πώς βλέπω την Ελλάδα; Η Ελλάδα δεν είναι ούτε πρώτη ούτε δεύτερη πατρίδα μου. Αυτοί οι χαρακτηρισμοί μου φαίνονται εντελώς τεχνητοί. Αυτό που μετράει για ένα μετανάστη είναι εάν νιώθει ή όχι στο σπίτι του. Εγώ νιώθω στο σπίτι μου εδώ πέρα. Τόσο απλά...

Τετάρτη, Φεβρουαρίου 06, 2008

Μου το'φαγε ο Μαύρος!!! (από ανώνυμο κείμενο που έφθασε στο e-mail μου)

Προχθές απόγευμα, μέσα στο λεωφορείο, κάπου στην Αθήνα... Νεκρική σιγή αν και γεμάτο από κόσμο, μεταφέρει τους ταλαιπωρημένους από τη δουλειά Αθηναίους, αργά. Το ψιλόβροχο και τα κορναρίσματα, μάλλον χαλάνε τη διάθεση ασυνείδητα. Θέσεις πιασμένες, άνθρωποι όρθιοι, κουβέντα καμία. Η όρθια ηλικιωμένη κυρία με το πλατινέ μαλλί και το ζωγραφισμένο από ρυτίδες και μπογιά πρόσωπο, παίρνει την απόφαση να εκδηλώσει τον αγενή και ρατσιστικό μονόλογο της. Δέκτης της ακραίας συμπεριφοράς της, ένας μετανάστης (πιθανότατα από τη Νιγηρία, κρίνοντας από το βαθύ σκούρο χρώμα του) του οποίου το δεύτερο «λάθος» -το πρώτο ήταν που ήρθε στην Ελλάδα- ήταν ότι είχε θέση και καθόταν. Με ένα «κόσμιο» λοιπόν τρόπο, η πρωταγωνίστρια της ιστορίας μας, του απευθύνει το λόγο.

-Σήκω να κάτσω!
-...

-Ε, βέβαια! Αφού σας μαζέψαμε όλους εδώ, εμείς φταίμε!
-...

-Κάνεις πως δεν ακούς? Τι δουλειά έχεις εδώ? Γέμισε ο τόπος από μαύρους και Αλβανούς! Σα δε ντρέπεστε λέω 'γω!
-...

Είναι προφανές ότι η αδιαφορία που εισπράττει από τον Αφρικανό επιβάτη την εξοργίζει περισσότερο. Ο κόσμος παραμένει αδιάφορος μπροστά στη σκηνή και μόνο κάτι ψίθυροι από κάποιους που σχολιάζουν το παραλήρημα της, προδίδουν μια ανεπαίσθητη αντίδραση.
Ξαφνικά μια θέση αδειάζει ως δια μαγείας, η οποία τυχαίνει να είναι αυτή δίπλα από τον αλλοδαπό φίλο μας! Χωρίς δεύτερη σκέψη η ηλικιωμένη κυρία κάθεται ακριβώς δίπλα του και συνεχίζει ακάθεκτη να τον κοσμεί με διάφορα προσβλητικά επίθετα. Εκείνος δεν της δίνει καμιά απολύτως σημασία και την αφήνει να εκτίθεται με τον πιο απλό τρόπο. Το γεγονός στο σημείο αυτό παίρνει μία εντελώς αναπάντεχη εξέλιξη και του προσδίδει άλλο ενδιαφέρον. Δύο ελεγκτές που ανεβαίνουν στο «ξεχωριστό» αυτό λεωφορείο θα γίνουν άθελα τους πρωταγωνιστές και αυτοί, στην περίεργη -ως προς την κατάληξη της- αυτή ιστορία.

-Τα εισιτήρια σας παρακαλώ.

Μια κλασσική φράση που γεμίζει με άγχος τους λαθρεπιβάτες και κάνει τους υπόλοιπους να βάζουν το χέρι στη τσέπη τους, ψάχνοντας το «μαγικό χαρτάκι» που θα τους γλιτώσει από το να γίνουν το επίκεντρο στα μάτια των υπολοίπων. Οι ελεγκτές ξεκινούν τη δουλειά τους από τα δύο άκρα του οχήματος, δίνοντας χρόνο στους επιβάτες που κάθονται στη μέση να βρουν με την ησυχία τους το εισιτήριο ή να σκεφτούν μια καλή δικαιολογία (για αυτούς που δεν έχουν). Κάπου εκεί κάθονται και οι πρωταγωνιστές μας. Η ηλικιωμένη κυρία βγάζει με μιας το εισιτήριο από την άσχημη δερμάτινη τσάντα της και το κρατάει ψηλά λες και έκανε καμιά τρομερή ανακάλυψη!
Χωρίς να το πολυσκεφτεί ο ακίνητος και αμίλητος -μέχρι εκείνη τη στιγμή- αλλοδαπός πρωταγωνιστής μας, βουτάει αστραπιαία το εισιτήριο της και το τρώει! Όλοι κοιτούν με έκπληξη αλλά και κρυφή ικανοποίηση. Ο επόμενος διάλογος μεταξύ του ελεγκτή και της κυρίας είναι όλα τα λεφτά.

-Το εισιτήριο σας παρακαλώ.

-Μου το'φαγε ο Μαύρος!!! (με λυγμούς)

Κάπου εδώ ο κόσμος ξεσπάει σε γέλια, ο ελεγκτής την περνάει για τρελή και το πρόστιμο πλέον έχει γραφτεί στο μπλοκάκι του...

Κυριακή, Φεβρουαρίου 03, 2008

Βελιγράδι, "πόλεμος" ή "πάρτι" (ΙΙ μέρος)


Παραμονές εκλογών. Το Βελιγράδι φαίνεται «κοσοβοκρατούμενο». Οι πολιτικοί μιλούν μόνο για το Κόσοβο. Το πιο γνωστό σύνθημα στους τοίχους είναι το «Νε νταμό Κόσοβο» («Δεν δίνουμε το Κόσοβο»)... Είναι και το αγαπημένο σύνθημα των φιλάθλων, όταν παίζει ποδόσφαιρο η Εθνική Σερβίας, μου εξηγεί ο Μάρκο. Εκτός και αν παίζει με τη Βοσνία. Τότε, κάποιοι φίλαθλοι φωνάζουν «Σρεμπρένιτσα». Στα γήπεδα πρέπει να βρεις πάντα το «σωστό» σύνθημα για να «ξεκάνεις» τον αντίπαλο. Άλλωστε, ο πόλεμος στη Γιουγκοσλαβία άρχισε από τα ποδοσφαιρικά γήπεδα και τα συνθήματα των φιλάθλων.
«Εδώ σκότωσαν τον Τζίντζιτς». Ο Μάρκο είναι φοιτητής στη Νομική Σχολή στο Βελιγράδι. Είναι παθιασμένος με τον Ερυθρό Αστέρα Βελιγραδίου, τους υπολογιστές και την πολιτική. Είναι μέλος του κόμματος του Κοστούνιτσα, του σημερινού Σέρβου πρωθυπουργού. «Μου φάνηκε ο μοναδικός έντιμος πολιτικός που υπάρχει σήμερα στη Σερβία», λέει. Διασχίζουμε μαζί ένα πάρκο, που έχει γίνει κατάλευκο από το χιόνι που πέφτει. Ο Μάρκο σταματάει. «Εδώ σκότωσαν τον Τζίντζιτς», αναφέρει και δείχνει το προαύλιο του πρωθυπουργικού Μεγάρου. «Η σφαίρα ήρθε από εκεί», μου δείχνει μια πολυκατοικία απέναντι. Έπρεπε να δολοφονήσουν τον Ζόραν Τζίντζιτς το 2003, για να εξαρθρώσει η σερβική αστυνομία τις συμμορίες των μαφιόζων που λυμαίνονταν το Βελιγράδι. Άνθρωποι του υποκόσμου που πλούτισαν από τον πόλεμο, «ενταγμένοι» στο παρακράτος που έστησε ο Μιλόσεβιτς, είχαν μετατρέψει σε αληθινή κόλαση το Βελιγράδι: την πρωτεύουσα, κάποτε, μιας «μικρής Αυτοκρατορίας», της Γιουγκοσλαβίας.
Η ζοφερή εποχή. Ανεβαίνουμε στο τραμ. Απέναντί μου, μια πανέμορφη κοπέλα, με μπλε σκούφο, μιλά στο κινητό και δείχνει να είναι στους επτά ουρανούς. Πρόκειται για άλλη μία διαφήμιση κινητής τηλεφωνίας. Πιάνουμε ξανά με τον Μάρκο τη συζήτηση για τις εκλογές στη Σερβία. Οι νέοι της ηλικίας του είναι κυρίως άνεργοι και απολιτίκ. Πολλοί από αυτούς που τελειώνουν το πανεπιστήμιο, λέει, φεύγουν στο εξωτερικό και δεν γυρίζουν πια πίσω. Εκείνος δεν θέλει να μεταναστεύσει, αν και έχει ταξιδέψει αρκετά στην Ευρώπη. Θέλει να το παλέψει στη Σερβία. Όσο για τις εκλογές, εύχεται να κερδίσει ο φιλοδυτικός Μπόρις Τάντιτς. Φοβάται τη νίκη του εθνικιστή Τόμισλαβ Νίκολιτς, του κολλητού του Σέσελι, του ηγέτη του Ριζοσπαστικού Κόμματος. Ο Σέσελι βρίσκεται τώρα στη Χάγη, όπου δικάζεται για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας. Δηλώνει, όμως, πανέτοιμος να κυβερνήσει τη Σερβία από εκεί με το laptop του. Ο Σέσελι δηλώνει εχθρός της Αμερικής και θαυμαστής τού Σαντάμ. Έχει προτείνει να γίνει η Σερβία επαρχία της Ρωσίας. Έχει γράψει πάμπολλα βιβλία: σχεδόν όλα κατά των Κροατών, ενώ φημολογείται ότι είναι κροατικής καταγωγής. Στη «γραμμή Σέσελι» κινείται και ο Τόμισλαβ Νίκολιτς. Αυτός, όμως, προσέλαβε Αμερικανούς συμβούλους για να του φτιάξουν το ίματζ και να κερδίσει τις προεδρικές εκλογές. Βusiness as usual. «Στη Σχολή μας», συνεχίζει ο Μάρκο, «υπάρχουν αρκετοί οπαδοί του Σέσελι. Είναι επιθετικοί και βίαιοι. Αυτοί οι άνθρωποι μπορεί να μας γυρίσουν πίσω στη ζοφερή εποχή».
Οι βόμβες και τα πτώματα. Την εποχή του Μιλόσεβιτς, ο Μάρκο τη χαρακτηρίζει με μια λέξη: ζοφερή. Τη φωτό του Σλόμπο, σήμερα, δεν τη βλέπεις πουθενά στο Βελιγράδι. Στις αρχές του ΄90 την έβρισκες ακόμα και στα μανάβικα. «Η πιο χαρούμενη μέρα της ζωής μου ήταν όταν έπεσε ο Μιλόσεβιτς», λέει. Και η πιο επώδυνη; «Όταν βομβαρδίστηκε το κτίριο της σερβικής τηλεόρασης από το ΝΑΤΟ», απαντά. Το σπίτι του είναι δίπλα στο κτίριο. «Έπαιζα με videogames», συνεχίζει, «όταν τραντάχτηκε ο τόπος. Βγήκα έξω, είδα φλόγες, πολλά πτώματα. Ήμουν δεκαπέντε χρόνων».

«Εδώ σκότωσαν τον Τσουρουβίγια». Κατεβαίνουμε από το τραμ. Περνάμε μπροστά από τη σερβική Βουλή. Στρίβουμε αριστερά, ψάχνοντας για ταξί. Ο Μάρκο σταματά ξανά. «Εδώ σκότωσαν τον Τσουρουβίγια» λέει και μου δείχνει την είσοδο μιας πολυκατοικίας. (Ο Σλάβκο Τσουρουβίγια, δημοσιογράφος, σφοδρός επικριτής του Μιλόσεβιτς, σκοτώθηκε από άνδρες της σερβικής μυστικής αστυνομίας, ενώ το Βελιγράδι βομβαρδιζόταν από το ΝΑΤΟ).
Κόσοβο. Ο Μάρκο δεν θέλει το Κόσοβο να γίνει ανεξάρτητο. Θα είναι μεγάλο χτύπημα για τους Σέρβους, υποστηρίζει. Και οι οπαδοί του Σέσελι θα σκίσουν τότε. Ο ίδιος έχει πάει μερικές φορές στα σερβικά μοναστήρια στο Κόσοβο. Παρ΄ όλα αυτά, δεν ξέρει πολλά πράγματα για τη ζωή εκεί. Εκπλήσσεται όταν του λέω ότι οι νεαρές κοπέλες στην Πρίστινα είναι απελευθερωμένες. Όταν μιλά για το Κόσοβο ο Μάρκο είναι αμήχανος. Ξέρει ότι δεν υπάρχει εύκολη λύση. Και ότι αρκετοί Σέρβοι, εκτός από την πατριωτική ρητορική, βλέπουν το Κόσοβο ως άλλη μία χαμένη υπόθεση.

«Δεν είναι αυτοί η Σερβία». Φθάνουμε στον διεθνή σταθμό λεωφορείων, στο Βελιγράδι. Εδώ θα πάρω το λεωφορείο για Σαράγεβο. Σε κάποια γωνία, μου τραβά την προσοχή ένας πάγκος. Πίσω του, ο πωλητής στρίβει το τσιγάρο καθισμένος σε μια καρέκλα. Πάνω και δίπλα στον πάγκο δεσπόζουν οι φωτογραφίες του γνωστού Τσέτνικ Ντράζα Μιχαήλοβιτς, του Μλάντιτς και του Κάρατζιτς. Απομακρυνόμαστε μερικά βήματα. «Δεν είναι αυτοί η Σερβία» λέει ο Μάρκο, κάπως μουδιασμένος. «Και αλίμονό μας αν επικρατήσουν».

Το στέκι των αιρετικών

Στον πεζόδρομο Κνέζα Μιχαήλα, απέναντι από την καφετέρια «Οι Τσάροι της Ρωσίας», ένα συγκρότημα Ινδιάνων παίζει μουσική από τις Άνδεις. Συνεχίζω ευθεία. Μετά στρίβω αριστερά, σε έναν στενό δρόμο. Ψάχνω την καφετέρια «Γαλαρία». Ο ιδιοκτήτης της είναι ο διάσημος μπασκετμπολίστας Ντράγκαν Κάπιτσιτς. Η «Γαλαρία» είναι το στέκι των αιρετικών. Εδώ συναντώ τον Φίλιπ Ντάβιντ, γνωστό Σέρβο διανοούμενο. Είναι ένας από τους ιδρυτές του «Κύκλου του Βελιγραδίου», που στις αρχές του ΄90 μάζευε τους λιγοστούς Σέρβους διανοούμενους και καλλιτέχνες που αντιτάχθηκαν στην εθνικιστική παράκρουση. «Από τις αρχές του ΄90 είπαμε ότι ο Μιλόσεβιτς θα οδηγήσει τη Σερβία προς τον όλεθρο. Δυστυχώς, οι προβλέψεις μας επιβεβαιώθηκαν» αναφέρει.

«Ο Μιλόσεβιτς δεν ήταν καν εθνικιστής», συνεχίζει. «Απλά κατάλαβε ότι, μετά την κατάρρευση του κομμουνισμού, ο εθνικισμός ήταν το ιδανικό εργαλείο για τη διατήρηση της εξουσίας». Ο Ντάβιντ ανήκει σ΄ εκείνο το 6% των Σέρβων που αποδέχονται την ιδέα της ανεξαρτησίας του Κοσόβου. Διαπιστώνει ότι σήμερα το σύνδρομο της απομόνωσης γίνεται ξανά πανίσχυρο στη Σερβία. «Λες και η Σερβία επιθυμεί να πιάσει τη θέση της Αλβανίας του Ενβέρ Χότζα στα Βαλκάνια», προσθέτει. Κάποια στιγμή, στην παρέα έρχεται ο αδελφός τού Ίβαν Στάμπολιτς, του πρώην προέδρου της Γιουγκοσλαβίας. Δολοφονημένος και εκείνος με εντολή του Μιλόσεβιτς και της γυναίκας του. Όπου και αν πας στο Βελιγράδι, τα φαντάσματα και τα συντρίμμια της «εποχής Σλόμπο» τα βρίσκεις μπροστά σου. Τι θα κάνει εάν κερδίσουν οι εθνικιστές, ρωτώ τον Ντάβιντ. «Αυτό που έκανα πάντα», απαντά. «Θα μείνω στο Βελιγράδι. Ο πραγματικός πατριωτισμός είναι να αγωνίζεσαι ενάντια στην πατριδοκαπηλία».

Βγαίνω από την καφετέρια. Πάνω στον τοίχο άλλο ένα σύνθημα: «Ο πόλεμος τώρα αρχίζει». Εννοεί ο πόλεμος ενάντια στη Δύση. Λίγο πιο πέρα, στην Κνέζα Μιχαήλα, δύο κορίτσια μοιράζουν διαφημίσεις για ένα φοιτητικό πάρτι. «Το πάρτι τώρα αρχίζει», γράφει. Να δούμε τι θα βγάλει απόψε η κάλπη, «πόλεμο» ή «πάρτι»...

Παρασκευή, Φεβρουαρίου 01, 2008

Βελιγράδι, "πόλεμος" ή "πάρτι"; (Ι μέρος)

Βελιγράδι. Ο πεζόδρομος Κνέζα Μιχαΐλα, γνωστός για τα ακριβά μαγαζιά και τα στέκια της νεολαίας. «Sexy Chic Cool»: έτσι περιγράφουν οι κάτοικοι του Βελιγραδίου την πόλη τους. Το Βελιγράδι είναι μια πανέμορφη πόλη. Και πανάκριβη, ενώ ο μηνιαίος μισθός των Σέρβων δεν ξεπερνά τα 350 ευρώ

Έφθασα στο Βελιγράδι, αφού περιπλανήθηκα λαχανιασμένος ανάμεσα στα νέα βαλκανικά σύνορα. Έτσι έμαθα, για μια ακόμη φορά, ότι εδώ είναι Βαλκάνια, δεν είναι παίξε γέλασε...Ήταν μεσημέρι Κυριακής όταν ξεκίνησα από την Πρίστινα, με ένα μικρό βαν, προς το Βελιγράδι. Στα σύνορα μου είπαν ότι δεν μπορώ να μπω στη Σερβία από το Κόσοβο. Πρόκειται για μη αναγνωρισμένο διοικητικό σύνορο. Ευγενικά μου εξήγησαν ότι θα έπρεπε να επιστρέψω στην Πρίστινα. Από εκεί να πάρω το λεωφορείο για τα Σκόπια. Από τα Σκόπια έπρεπε να πάρω ξανά το λεωφορείο για το Βελιγράδι. Με λίγα λόγια, για να φθάσω στο Βελιγράδι έπρεπε να περάσω τουλάχιστον ένα εικοσιτετράωρο στα σύνορα και τα λεωφορεία. Παραδόθηκα και αποφάσισα να ακολουθήσω τη διαδρομή. Τα νέα σύνορα των Βαλκανίων μου επέβαλλαν τη «θέλησή» τους...
Πρίστινα- Σκόπια.Το λεωφορείο της γραμμής Πρίστινα- Σκόπια ήταν γεμάτο Αλβανούς φοιτητές που σπούδαζαν στο Πανεπιστήμιο των Σκοπίων. Είχαν περάσει το Σαββατοκύριακο στα σπίτια τους και τώρα επέστρεφαν στα Σκόπια. Τους ρώτησα γιατί δεν σπουδάζουν στο Κόσοβο. Μου απάντησαν ότι στο Πανεπιστήμιο της Πρίστινα δεν γίνονται τέτοιες σπουδές ή ότι είναι σε πολύ αρχικό στάδιο. Οι περισσότεροι σπουδάζουν πληροφορική ή κάνουν την ειδίκευσή τους στην ιατρική. Επειδή θεωρούνται ξένοι φοιτητές πληρώνουν δίδακτρα, τα οποία για τα βαλκανικά δεδομένα μού φάνηκαν τσουχτερά. Τους ρωτάω τι θα κάνουν μετά τις σπουδές τους. Ο Φερίτ σκοπεύει να ανοίξει δικό του ιατρείο στην Πρίστινα. Ο Αλμπάν, που σπουδάζει πληροφορική, θα ψάξει για δουλειά στο εξωτερικό. «Στη Γερμανία ζητούν τέτοιους μετανάστες» λέει. Ο Ουράν δεν έχει ακόμα αποφασίσει...
Σημαίες και Coca-Cola. Στον διεθνή σταθμό των λεωφορείων στα Σκόπια, κόσμος πάει κι έρχεται. Κόβω εισιτήριο για το Βελιγράδι. Η διάρκεια του ταξιδιού: οκτώ ώρες. Ολονύχτιο ταξίδι. Μέχρι την αναχώρηση απομένουν τρεις ώρες. Μπαίνω σε ένα από τα κυλικεία ψάχνοντας μια ζεστή γωνιά. Πίνοντας τον εσπρέσο παρατηρώ απέναντί μου ένα τεράστιο ψυγείο της Coca-Cola. Στην κορφή του υπάρχουν δυο μικρές σημαίες: της ΠΓΔΜ και της Ε.Ε. Το λεωφορείο φθάνει. Ξεκινάμε....
Σκόπια- Βελιγράδι. Στο λεωφορείο είμαστε λίγοι επιβάτες. Τα σύνορα με τη Σερβία τα περνάμε χωρίς μεγάλη καθυστέρηση. Τότε, απαλλαγμένος από το άγχος των συνόρων, αποφασίζω να κοιμηθώ λίγο. Στην πόλη Νις με ξυπνούν οι φωνές του οδηγού και των επιβατών. Βλέπω τους επιβάτες να εγκαταλείπουν με βιασύνη το λεωφορείο. Δεν καταλαβαίνω τι συμβαίνει. Πλησιάζω τον οδηγό που καπνίζει με μεγάλη αφο σίωση το τσιγάρο του. Τον ρωτάω στα αγγλικά, αφού τα φτωχά σερβικά μου εκείνη τη στιγμή είναι ανύπαρκτα. Μου δείχνει έξω, με το δάκτυλο, αλλά και πάλι δεν καταλαβαίνω. Ένας από τους επιβάτες επιστρέφει. Μου εξηγεί στα αγγλικά ότι πρέπει να αλλάξουμε λεωφορείο. Μου έχει τύχει μέχρι σήμερα να αλλάξω τρένο. Είναι η πρώτη φορά που αλλάζω λεωφορείο... Ο επιβάτης με παροτρύνει να βιαστώ, γιατί σε πέντε λεπτά το άλλο λεωφορείο αναχωρεί. Τρέχω για να προλάβω υπό το βάρος της βαλίτσας μου. Μπαίνω λαχανιασμένος στο λεωφορείο. Είναι σαράβαλο, ζεστό και γεμάτο. Ρωτάω αγγλικά αν είναι το σωστό λεωφορείο. Κάποιος μου κάνει νεύμα πως «ναι», ενώ από πίσω ακούω ένα επιφώνημα: «Γιάνκη». Προχωράω χωρίς να γυρίσω το κεφάλι, μέχρι που βρίσκω μια άδεια θέση. Τέσσερις ώρες ακόμα μέχρι να φθάσουμε στο Βελιγράδι...
"Οδός Κοσόβσκα". Ήξερα ότι το ξενοδοχείο όπου θα έμενα ήταν στο κέντρο του Βελιγραδίου. Το είχε κλείσει μια Σέρβα φίλη μου, η Καταρίνα. «Ηotel Union» λέγεται και βρίσκεται στην οδό Κοσόβσκα, δηλαδή «Στο Κόσοβο». «Όπου και αν πάω σε αυτό το ταξίδι, το φάντασμα του Κοσόβου με κυνηγά» σκέφτομαι. Ή μήπως κυνηγά τη Σερβία; Έφθασα στο ξενοδοχείο κατά τις πέντε το πρωί. Με μια τεράστια επιθυμία να πέσω στο κρεβάτι. Ο ρεσεψιονίστας δεν χάρηκε ιδιαίτερα όταν με είδε. Παρακολουθούσε με μεγάλο πάθος μια αμερικάνικη ταινία με μπόλικες σφαίρες και καράτε. Πίσω από την πλάτη του, μια φωτογραφία δείχνει Σέρβους πολεμιστές στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Τσέκαρε το όνομά μου. Τον αριθμό του δωματίου. Έριξε μια ματιά στο διαβατήριό μου. Μετά από λίγο με πληροφόρησε ότι δεν γινόταν να μπω στο δωμάτιο τώρα. «Λυπάμαι αλλά στις 06.30 αρχίζει η νέα μέρα εργασίας» πρόσθεσε και επέστρεψε στην αμερικάνικη ταινία με τις σφαίρες και το καράτε. Εάν δεν ήμουν φανατικός οπαδός του ορθολογισμού, θα σκεφτόμουν ότι υπήρχε καλοστημένο σχέδιο για την εξόντωσή μου...

Βελιγράδι by night. Για να μη μοιάζω με άστεγο που περιμένει την ώρα του συσσιτίου, αποφάσισα να βγω. Να ψάξω κάποια ανοιχτή καφετέρια. Αφήνω τη βαλίτσα μου στο ξενοδοχείο και αρχίζω την περιπλάνησή μου. Έχει εννιά βαθμούς κάτω από το μηδέν. Ήταν γραφτό να ανακαλύψω το Βελιγράδι μέσα στο άγριο κρύο και τα άγρια χαράματα. Φθάνω στην οδό Σκανταρλιά. Ωραίες καφετέριες, ωραία μαγαζιά, όλα κλειστά. Ανηφορίζω την οδό Δέσποτα Στέφαν. Μέχρι που βρίσκω μπροστά μου τον υπέροχο πεζόδρομο Κνέζα Μιχαΐλα. Αριστερά και δεξιά ελληνικές τράπεζες. Άλλες μεγάλες διεθνείς τράπεζες. Διαφημίσεις κινητών, ακριβές μάρκες. Θυμάμαι τα λόγια ενός δημοσιογράφου στα Σκόπια: «Η Σερβία ακόμα και σήμερα είναι ο οικονομικός «τίγρης» των Βαλκανίων». Το Βελιγράδι είναι μια πανέμορφη πόλη. Και πανάκριβη. Ο μέσος μηνιαίος μισθός των Σέρβων δεν ξεπερνά τα 350 ευρώ, ενώ οι τιμές σού θυμίζουν Αθήνα. Μπροστά στο κομψό κτίριο του Εθνικού Μουσείου στέκεται το άγαλμα του Ομπρένοβιτς. Καβάλα στο άλογό του, με τα μάτια σχεδόν κλειστά λόγω του χιονιού. Αυτόν τον έφαγαν οι αντίπαλοί του από τη δυναστεία των Καραγεώργηδων. Πριν, οι Ομπρένοβιτς, είχαν φάει κι αυτοί κάποιον από τους Καραγεώργηδες. Οι Σέρβοι λένε ότι οι ηγέτες τους έχουν μακρά παράδοση στην αλληλοεξόντωση. Από τον Καραγεώργη Σερβίας μέχρι τον Ζόραν Τζίντζιτς. Βλέπω μπροστά μου την καφετέρια των Τσάρων της Ρωσίας. Μια από τις πιο κομψές και γνωστές στο Βελιγράδι. Ένας αστυνομικός με περιεργάζεται από μακριά, καθώς βλέπω έναν διαφημιστικό πίνακα όπου αναγράφεται «Sexy. Chic. Cool». Κάπως έτσι περιγράφουν οι κάτοικοι του Βελιγραδίου τη πόλη τους.


Κατηφορίζω την οδό Δέσποτα Στέφαν. Σε μια γωνία, πάνω σε έναν τοίχο, γραμμένο το σύνθημα «Όχι στη νέα αποίκηση της Ε.Ε.». Δίπλα του, εν είδει υπογραφής, το σφυροδρέπανο, που, άθελά μου, με παραπέμπει στη σταλινική Αλβανία. Το σύνθημα ανήκει σε μια σταλινική οργάνωση. Αντιευρωπαϊκός άνεμος φυσά σήμερα στη Σερβία, με αφορμή το Κόσοβο. Το Βελιγράδι είναι μια ευρωπαϊκή, κοσμοπολίτικη πόλη. Αν όμως ο εκπρόσωπος των εθνικιστών και πρώην σύμμαχος του Μιλόσεβιτς Τόμισλαβ Νίκολιτς κερδίσει τις προεδρικές εκλογές, ο αντιευρωπαϊκός άνεμος ενδέχεται να γίνει θύελλα. Σταλινικοί και εθνικιστές, με διαφορετικά σύμβολα ο καθένας (οι μεν με το σφυροδρέπανο, οι δε με σημαίες του Μεσαίωνα και το σταυρό), συμπίπτουν απόλυτα στο μίσος τους για τη Δύση και στo καλό feeling για τον Πούτιν. Φθάνω στο ξενοδοχείο. Ο ρεσεψιονίστας μού δείχνει ότι όλα είναι εντάξει τώρα. Ανεβαίνω με το ασανσέρ και επιθυμώ σφόδρα να κοιμηθώ. Φοβάμαι μόνο, έπειτα από τόση περιπλάνηση στα νέα βαλκανικά σύνορα, μήπως με επισκεφθεί άξαφνα, στον ύπνο μου, κάποια σκηνή από την θρυλική μάχη του Κοσόβου.