Σάββατο, Μαρτίου 29, 2008

Σαράγιεβο, αγάπη μου θλιμμένη (Β' Μέρος)

Σαράγεβο. Δύο μικρά κορίτσια περιμένουν στο σταυροδρόμι να ανάψει το πράσινο για να περάσουν στην άλλη πλευρά του δρόμου. Το ένα από τα κορίτσια φοράει ισλαμική μαντίλα. Η φωτογραφία μοιάζει σαν μικρογραφία και αλληγορία της σημερινής Βοσνίας...

Στο κέντρο του Σαράγεβου δεν βλέπεις πολλές ισλαμικές μαντίλες. Πριν από τον πόλεμο δεν έβλεπες ούτε στις απομακρυσμένες γειτονιές, όπου σήμερα κατοικούν κυρίως εσωτερικοί μετανάστες που ήρθαν στο Σαράγεβο μετά τον πόλεμο. Είναι μια πόλη βαθιά αλλαγμένη. Πολλοί από τους παλαιούς κατοίκους έχουν μεταναστεύσει στη Δύση και επιστρέφουν εδώ σπάνια. Εκείνοι που έμειναν τρέφουν συνήθως παθολογικό μίσος για τις μαντίλες και ειδικά για το ξενόφερτο Ισλάμ. Για τα τζαμιά με αραβικό ρυθμό που χτίζονται με χρήματα της Σαουδικής Αραβίας. Για τους ουαχαμπίτες, τους «έξαλλους αξύριστους» όπως τους αποκαλούν, που ήρθαν εδώ στη διάρκεια του πολέμου.



«Το φιλελεύθερο Ισλάμ της Βοσνίας δεν έχει καμία σχέση με το δικό τους», μου λέει ο Νταμίρ Χάτζιτς (φωτό). Καθόμαστε μαζί σε ένα από τα ωραία εστιατόρια της πόλης, σε μια από τις όχθες του ποταμού Μιλγιάτσκα και μπροστά σε εξαίσια τοπικά πιάτα. Ο Νταμίρ δεν είναι από το Σαράγεβο. Είναι από μια άλλη πόλη της Βοσνίας, το Ντομπόι. Ήρθε στο Σαράγεβο το 1991 ως φοιτητής. Κατέληξε στο μέτωπο, πολεμώντας στο βοσνιακό στρατό ενάντια στους Σέρβους των Μλάντις και Καράτζιτς. Πολλά παιδιά από τη γενιά του Νταμίρ ένιωθαν Γιουγκοσλάβοι. Τώρα προσπαθούν να φτιάξουν τη ζωή τους, πάνω στα ερείπια που άφησε η διάλυση της Γιουγκοσλαβίας. Η παρέα του Νταμίρ στο Σαράγεβο αποτελείται από Σέρβους και Κροάτες. Η παλιά συνύπαρξη όμως έχει χαθεί μια για πάντα, λέει. Σε αυτή τη χώρα επικρατούν τώρα η δυσπιστία και η οικονομική εξαθλίωση. «Γιατί έγινε ο πόλεμος στη Βοσνία;», τον ρωτάω. «Γιατί κάποιοι μισούσαν το όνομά μου», απαντά κοφτά. «Πρέπει να είναι τρομακτικό πράγμα ο πόλεμος», του λέω προεξοφλώντας μια καταφατική απάντηση. «Πιστεύω ότι είναι η φυσιολογική κατάσταση του ανθρώπου», απαντά με ήρεμο ύφος. Τον κοιτάω αμήχανα ενώ μου αφηγείται πώς τραυματίστηκε δυο φορές και σώθηκε, ως εκ θαύματος, από τον θάνατο. Ίσως όσοι έχουν αντικρύσει τον θάνατο αντιμετωπίζουν τον πόλεμο ως «φυσιολογική κατάσταση». «Αυτόν τον πόλεμο δεν τον πλήρωσαν οι στρατιώτες», προσθέτει ο Νταμίρ. «Τον πλήρωσαν, κυρίως, οι άμαχοι»...


Εκείνη τη στιγμή βλέπω από το παράθυρο του εστιατορίου μια γαμήλια τελετή. Μπροστά στο τζαμί ο γαμπρός και η νύφη. Λαμπερή και χαλαρή αυτή, με τα μαλλιά λυμένα, χωρίς την ισλαμική μαντίλα, αστειεύεται με τον γαμπρό και τους γύρω της. Είναι μια σκηνή ασυνήθιστη για το Ισλάμ εκτός Βαλκανίων. Όπως είναι και το οινόπνευμα που ρέει άφθονο. Ταυτόχρονα όμως οι ισλαμικές μαντίλες πολλαπλασιάζονται στους δρόμους της πόλης. «Τους φανατικούς ισλαμιστές τούς έφερε εδώ ο πόλεμος», λέει ο Νταμίρ. Ο αριθμός τους δεν είναι μεγάλος. Η επιρροή τους όμως είναι επίφοβη. Διαθέτουν πολλά χρήματα, τα οποία παίρνουν κυρίως από τη Σαουδική Αραβία. Και ισχυρούς φίλους ανάμεσα στους Βόσνιους (μουσουλμάνους) πολιτικούς. Οι «έξαλλοι αξύριστοι» θεωρούν αμαρτωλό και σκανδαλώδες το φιλελεύθερο Ισλάμ των Βαλκανίων. Η ρητορική τους θυμίζει εκείνη της Χαμάς ενώ ονειρεύονται τη δημιουργία ισλαμικού κράτους στην καρδιά της Ευρώπης. «Για την ώρα», λέει ο Νταμίρ, «δεν έχουν καμία πιθανότητα να πετύχουν. Προσπάθησαν πολύ αλλά τα αποτελέσματα ήταν πενιχρά. Παρ΄ όλ΄ αυτά, εάν η Βοσνία διαλυθεί και η οικονομική εξαθλίωση παραμείνει, η επιρροή τους θα αυξηθεί πολύ». Μια κοινωνία πληγωμένη, σε κρίση οικονομική και ταυτότητας, εύκολα παραδίδεται στους φανατικούς. «Πώς βλέπεις το μέλλον;», ρωτάω τον Νταμίρ. «Στην Ευρωπαϊκή Ένωση ή στο βαθύ σκοτάδι» απαντά.

Το Σαράγιεβο είναι μια πόλη όπου τα σημάδια από τις σφαίρες και τις οβίδες τα βλέπεις παντού. Οι εργάτες προσπαθούν να κάνουν «λίφτινγκ» στα κτήρια, σε μια από τις πιο κεντρικούς λεωφόρους της πόλης

Αποχωρίζομαι τον Νταμίρ και κατευθύνομαι προς το Ιstocno Sarajevo. Πρόκειται για τα προάστια της πόλης όπου κατοικούν οι Σερβοβόσνιοι. Εδώ αρχίζουν τα όρια της «Ρεπούμπλικα Σρπσκα». Ο ταξιτζής μού δείχνει το αόρατο σύνορο που χωρίζει τους Βόσνιους (μουσουλμάνους) από τους Σερβοβόσνιους. Είναι η οδός «Dobrinja». Στη σερβική πλευρά, σε ένα εμπορικό κέντρο, συναντώ τη Σούντσιτσα και τη Μιργιάνα. Είναι και οι δυο φοιτήτριες. Η Σούντσιτσα σπουδάζει νομική στο Πάλε, την πρωτεύουσα των Σερβοβοσνίων. Η Μιργιάνα δημοσιογραφία στο Πανεπιστήμιο του Σαράγεβου. Επειδή στο Πάλε δεν υπάρχει τμήμα δημοσιογραφίας, μου εξηγεί. Παραπονιέται ότι επειδή είναι Σέρβα υφίσταται διακρίσεις από τους μουσουλμάνους καθηγητές. Και οι δυο τους έχουν ζήσει τον πόλεμο ως μικρά παιδιά. Θυμούνται, λένε, την έλλειψη του φαγητού και τις βόμβες που τους έριχναν οι μουσουλμάνοι. Ο πατέρας της Μιργιάνας πολεμούσε με τον σερβοβοσνιακό στρατό. Τραυματίστηκε βαριά και πέθανε πριν από λίγα χρόνια... «Γιατί έγινε ο πόλεμος;», ρωτάω. Οι απαντήσεις που μου δίνουν είναι μπερδεμένες. «Γιατί οι μουσουλμάνοι ήθελαν να μας καταπιέσουν», είναι μια από τις απαντήσεις. «Φταίνε οι πολιτικοί», είναι μια άλλη. «Μήπως ξέρετε τα ονόματα αυτών των πολιτικών;», τους ρωτάω. «Δεν θυμάμαι, ήμουν μικρή τότε», απαντά η Μιργιάνα... «Πιστεύω ότι για τον πόλεμο όλοι είμαστε ένοχοι στον ίδιο βαθμό. Ας πάψουν επιτέλους να μας αποκαλούν εγκληματίες όλη την ώρα»...

Η Σούντσιτσα (δεξιά) και η Μιργιάνα (αριστερά), Σέρβες της Βοσνίας. Έζησαν τον πόλεμο ως μικρά παιδιά, ζουν τις συνέπειές του ως ενήλικες. Σπουδάζουν και ταυτόχρονα ονειρεύονται την ημέρα που θα ζουν ειρηνικά

Η Σούντσιτσα και η Μιργιάνα γεννήθηκαν στο Σαράγεβο. Έφυγαν από εκεί λόγω του πολέμου. Σήμερα ζουν σε ένα χωριό κοντά στο Σαράγεβο, το Βοϊκοβίτσι. Στο Σαράγεβο πάνε συχνά για ψώνια και διασκέδαση. Έχουν μουσουλμάνους φίλους αλλά μόνο για κουβέντα στις καφετέρειες. Μιλάνε για τα ρούχα, τα αγόρια, τη μουσική. Τίποτα παραπάνω. Ποτέ για τα πολιτικά και τον πόλεμο. Δεν προσκαλούν μουσουλμάνους φίλους στο σπίτι. Ούτε εκείνοι το κάνουν. «Εάν συνέβαινε να ερωτευτείτε έναν μουσουλμάνο τι θα κάνατε;», ρωτάω. Με κοιτούν με σχεδόν τρομαγμένο ύφος. «Αυτό δεν θα γίνει ποτέ!», απαντούν. Επειδή έχουμε διαφορετικές νοοτροπίες και θρησκείες, συνεχίζουν, αλλά προπαντός γιατί η η κοινωνία δεν θα δεχόταν ποτέ κάτι τέτοιο. Λέω τότε την ιστορία του Μλάντε, ενός Σέρβου από το Σαράγεβο που πολέμησε ενάντια στους Σέρβους του Μλάντιτς. «Εκείνος πρέπει να είναι τρελός», αντιδρούν. «Πώς είναι δυνατόν να πολεμάς ενάντια στον λαό σου;»...

***
Η Σούντσιτσα και η Μιργιάνα δεν μπορούν να κάνουν προβλέψεις για το μέλλον. Ξέρουν πολύ καλά τι θα ήθελαν να κάνουν. Να σπουδάζουν, να έχουν ομαλή ζωή. «Το καλύτερο πράγμα είναι να μπούμε στην Ευρώπη και να ζήσουμε ειρηνικά», λέει η Μιργιάνα. «Εμάς μας έχουν μεγαλώσει λέγοντας ότι κάθε Σέρβος πρέπει να ζήσει δύο πολέμους», προσθέτει η Σούντσιτσα. «Δες γύρω, έχουμε πρόβλημα με όλους. Εμείς θέλουμε να είμαστε η γενιά που δεν θα ζήσει κανέναν πόλεμο», καταλήγει. Έχει βραδιάσει και πρέπει να επιστρέψω στο Σαράγεβο. Οι δυο τους προσφέρονται να με πάνε με το αυτοκίνητό τους. Στον δρόμο μού δείχνουν με καμάρι την καινούργια εκκλησία που χτίστηκε πριν από λίγα χρόνια. Κάποια στιγμή περνάμε από την Grbavica, μια γειτονιά του Σαράγεβου. «Εδώ ζούσαμε πριν από τον πόλεμο», λέει η Σούντσιτσα. «Το σπίτι μας είναι ακόμα εκεί, άδειο». Τότε θυμήθηκα τη βραβευμένη ταινία «Σαράγεβο, αγάπη μου», που εξελίσσεται στη Grbavica. Ρωτώ εάν την είδαν. «Δεν βλέπουμε τέτοιες ταινίες», απαντά αγανακτισμένη η Σούντσιτσα. Τις κοιτώ με απορία. «Υπάρχει κάτι στο κεφάλι μας...», προσθέτει έπειτα από λίγο η Μιργιάνα.


Φθάνουμε στο Σαράγεβο. Τις ευχαριστώ και κατεβαίνω από το αυτοκίνητο. Κάνω δυο βήματα και βρίσκομαι μπροστά σε ένα σπίτι, ο τοίχος του οποίου κουβαλά ακόμα τα σημάδια των οβίδων και των σφαιρών. Κάποιοι έχουν γράψει πάνω του «problem je u meni». Δηλαδή «το πρόβλημα βρίσκεται στον εαυτό μου». Εάν τα έθνη και οι άνθρωποι σκέφτονταν έτσι, ίσως δεν θα υπήρχαν τόσο πολλοί πόλεμοι και ομαδικοί τάφοι. Θα υπήρχαν λιγότερες ομαδικές αυτοκτονίες όπως αυτή της Γιουγκοσλαβίας...

Ιnfo: Βοσνία

Επιφάνεια:
51.129 τετρ. χιλιόμετρα
Πληθυσμός πριν από τον πόλεμο: 4,4 εκατομμύρια
Πληθυσμός μετά τον πόλεμο: 3,6 εκατομμύρια (αν και δεν υπάρχει αξιόπιστη καταγραφή μετά τον πόλεμο)
Εθνότητες: Βόσνιοι (μουσουλμάνοι), Σέρβοι, Κροάτες. Οι Βόσνιοι είναι η πλειοψηφία (48%).
Μετά τη Συμφωνία του Ντέιτον (1995), η χώρα αποτελείται από δύο οντότητες: Ομοσπονδία της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης (Βόσνιοι-Κροάτες) και Ρεπούμπλικα Σρπσκα (Σέρβοι). Υπάρχουν δέκα καντόνια, το καθένα με τη δική του κυβέρνηση. Ρόλο κυβερνήτη και συντονιστή παίζει ο ύπατος εκπρόσωπος της Διεθνούς Κοινότητας.
Δείτε: «Νo Μan΄s Land», του Ντάνις Τάνοβιτς

Σαράγιεβο, Ιανουάριος 2008

Δευτέρα, Μαρτίου 24, 2008

Σαράγιεβο, αγάπη μου θλιμμένη (Α' Μέρος)

Σαράγιεβο. Μια φωτό από το δωμάτιο του ξενοδοχείου μου. Υπολογίζεται ότι στη διάρκεια της πολιορκίας της πόλης (1992-1995) σκοτώθηκαν 12.000 κάτοικοι . 1.500 Σέρβοι (που δεν εγκατέλειψαν την πόλη) και 1.000 παιδιά...

Το «Ηotel Ηondο» βρίσκεται πάνω σε έναν από τους λόφους που περικυκλώνουν την πόλη. Μπορώ να δω από εκεί όλο το Σαράγιεβο. Είναι μια πόλη σιωπηλή. Ντυμένη στα λευκά. Σαν πανέμορφη γυναίκα που προσπαθεί να κρύψει τη θλίψη της... Η κεντρική πόρτα του ξενοδοχείου είναι καλυμμένη από αυτοκόλλητα ξένων τηλεοπτικών καναλιών. Αναμνήσεις μιας «άλλης» εποχής. Όχι μακρινής. Απέχει μόλις δώδεκα χρόνια. Το Σαράγιεβο, τότε, ήταν σχεδόν κάθε βράδυ στις Ειδήσεις όλου του κόσμου. Όχι για τα κάλλη του. Για τους νεκρούς του. Ήταν τότε που το Σαράγιεβο, πολιορκημένη πόλη, βομβαρδιζόταν επί τέσσερα χρόνια από τους Σέρβους στρατιώτες των Μλάντιτς και Κάρατζιτς. Ο ιδιοκτήτης του ξενοδοχείου, ο Νταμίρ, μου δείχνει τους λόφους απέναντι. «Από εκεί έρχονταν οι οβίδες», λέει και αναστενάζει. Ο Νταμίρ δεν είχε νεκρούς στην οικογένειά του. Μόνο ένας πρώτος ξάδερφος σκοτώθηκε από οβίδα... Υπάρχουν αρκετοί που έχασαν όλη την οικογένειά τους. Ο Νταμίρ παντρεύτηκε μετά τον πόλεμο. Με Σέρβα από το Σαράγιεβο. Κάποτε, αυτή η πόλη φημιζόταν για τους μεικτούς γάμους. Ο μεικτός γάμος του Νταμίρ, σήμερα, αποτελεί εξαίρεση...


Περπατώ στην οδό Ζalma Sarca. Σταματάω μπροστά σε ένα μεγάλο κτίριο. Ένας από τους εξωτερικούς τοίχους είναι καλυμμένος από δεκάδες μικρές ασημί πλάκες, όπου αναγράφονται ονόματα νεκρών. Κάτοικοι της γειτονιάς που σκοτώθηκαν στη διάρκεια της πολιορκίας. Ζoran L., 1952-1992, Ηamidija Κ., 1973-1992, Εlvis U, 1975-1994, Μuhidin F., 1976-1994... Απέναντι από τον «τοίχο των νεκρών», ένα Ιnternet cafe. Μια παρέα νεαρών βγαίνει εκείνη τη στιγμή, γελώντας και κάνοντας θόρυβο. Ο άτσαλος θόρυβος της ζωής, που διεκδικεί τη θέση της, σε μια πόλη όπου σε πολιορκούν τα φαντάσματα του κοντινού παρελθόντος...

***
Κατεβαίνω την οδό Ρehlivanusa, για να φτάσω στο κέντρο της πόλης. Δεξιά και αριστερά παρατηρώ δορυφορικές κεραίες και νεόχτιστα σπίτια. Ανήκουν κυρίως στους εσωτερικούς μετανάστες που συρρέουν στο Σαράγιεβο, τους οποίους οι παλιοί κάτοικοι αντιμετωπίζουν με άγρια καχυποψία. Στη βιτρίνα ενός βιντεοκλάμπ δεσπόζουν οι αφίσες του «Rambo» με το πολεμοχαρές βλέμμα του Σταλόνε. Λίγα μέτρα πιο κάτω, ένα πανέμορφο, παλαιό κτίριο και εντελώς παραμελημένο, με εμφανή τα σημάδια από τις οβίδες. Στο ισόγειο του κτιρίου, ένα σαλόνι ομορφιάς υπόσχεται μοντέρνα βραδινά χτενίσματα...

Η Μarsala Τita (Στρατάρχη Τίτο) είναι η κεντρική λεωφόρος του Σαράγιεβο. «Συνδέει» την πόλη με το παρελθόν της: εκείνο της Γιουγκοσλαβίας πριν από τη διάλυση. Είναι από τους ελάχιστους δρόμους που δεν έχουν μετονομαστεί μετά το 1995. Εάν ρίξεις μια ματιά στα νέα ονόματα των δρόμων, καταλαβαίνεις ότι το Σαράγιεβο τείνει να γίνει μια μουσουλμανική πόλη...


Σαράγιεβο. Στο τζαμί του Gazi Ηusrev-bey μια νεαρή μουσουλμάνα μιλά στο κινητό. Σήμερα, το φιλελεύθερο Ισλάμ της Βοσνίας δέχεται πίεση από τους ακραίους ισλαμιστές. Ο πόλεμος και η βαρβαρότητα ήταν βούτυρο στο ψωμί τους...

Περπατώντας στη Μarsala Τita, χωρίς να το καταλάβεις, περνάς από το ένα αρχιτεκτονικό στυλ στο άλλο, από τη μια εποχή στην άλλη. Ενώ περπατάς ανάμεσα σε εκκλησίες και περίτεχνα κτίρια αυστροουγγρικού στυλ, ξαφνικά βρίσκεται στην παλαιά οθωμανική πόλη. Εκεί όπου μπορείς να φας πεντανόστιμα κεμπάμπ και να πιεις εκλεκτό ρακί. Οι κάτοικοι της Βοσνίας, Βόσνιοι μουσουλμάνοι, Κροάτες και Σέρβοι, μιλούν την ίδια γλώσσα, μαγειρεύουν τα ίδια φαγητά, μεθούν με τα ίδια ποτά, αλλά δεν χωνεύουν πια ο ένας τον άλλον. Ο ορισμός της βαλκανικής μισαλλοδοξίας...

Σαράγιεβο. Οι νέοι προσπαθούν να βρουν τα αγαπημένα τους CD. Η μελωδία της ζωής διεκδικεί τη θέση της σε μια πόλη όπου σε πολιορκούν ακόμα τα φαντάσματα του παρελθόντος

Στην οδό
Ζelenih Βeretki, στο «Club Jez», απέναντι από τη μεγάλη ορθόδοξη εκκλησία, έχω ραντεβού με τον Μλάντε. Ο Μλάντε είναι Σέρβος. Είναι τριάντα οκτώ χρόνων. Φορά φίνα γυαλιά και έχει αεικίνητα μάτια. Μου αφηγείται την ιστορία του, απολαμβάνοντας, ταυτόχρονα, με μικρές γουλιές τη slivovica. Το 1991 βρέθηκε στο Βούκοβαρ ως στρατιώτης του Γιουγκοσλαβικού Στρατού. «Νόμιζα ότι πολεμούσα υπέρ της Γιουγκοσλαβίας», λέει. «Κατάλαβα τι συνέβαινε όταν ήρθαν οι έφεδροι από τη Σερβία. Με ξυλοκόπησαν άγρια επειδή είπα ότι δεν μου αρέσουν οι τσέτνικ», συνεχίζει. Για να φύγει από το μέτωπο, ο Μλάντε αυτοπυροβολήθηκε στο πόδι... «Όταν επέστρεψα στο Σαράγιεβο η κατάσταση ήταν τεταμένη. Τότε έγινε το δημοψήφισμα για την ανεξαρτησία», λέει. Εκείνος ψήφισε υπέρ, όπως και το 67% των κατοίκων της Βοσνίας. Τον Μάρτιο του 1992, μαζί με δεκάδες χιλιάδες κατοίκους του Σαράγιεβο, διαδήλωσε υπέρ της ειρήνης. Οι ελεύθεροι σκοπευτές δολοφόνησαν εκείνη την ημέρα δύο γυναίκες. Την επομένη άρχισαν να πέφτουν οι οβίδες. Το Σαράγιεβο χωρίστηκε σε εθνικές ζώνες. Παραστρατιωτικές ομάδες, Σέρβων και Μουσουλμάνων, καθάριζαν τους «εθνικά ανεπιθύμητους». «Οι Σέρβοι ήταν πολύ πιο «αποτελεσματικοί». Καθάρισαν όλους τους μη Σέρβους από τις ζώνες που ήλεγχαν», συνεχίζει ο Μλάντε. Οι περισσότεροι Σέρβοι έφυγαν από το Σαράγιεβο. Η οικογένειά του Μλάντε αποφάσισε να μείνει. Εκείνος θυμάται τις οβίδες που έπεφταν συνέχεια. Τους νεκρούς στον δρόμο. «Ο γείτονάς μου ήταν μουσουλμάνος. Όταν σκοτώθηκε το δεκάχρονο παιδί του, μας έκοψε την καλημέρα... Τι να του έλεγα; Θα μπορούσα να είμαι εγώ στη θέση του παιδιού του. Εκείνοι που βομβάρδιζαν για μένα ήταν καθαρά εγκληματίες. Το πιο τρομακτικό όμως ήταν η σκέψη ότι μπορεί να ήταν φίλοι μου. Ίσως ο ίδιος ο ξάδελφός μου... Ακόμα δεν μπορώ να καταλάβω πώς οι άνθρωποι μεταμορφώνονται ξαφνικά σε κτήνη...». Η πιο χαρούμενη στιγμή της ζωής του Μλάντε ήταν όταν ανέβηκε ξανά στο τραμ, μετά τη λύση της πολιορκίας της πόλης (Φεβρουάριος 1996): «Ένιωσα σαν να ανέβαινα σε διαστημόπλοιο». Δύο χρόνια μετά ο Μλάντε ερωτεύτηκε και παντρεύτηκε. Με Βόσνια μουσουλμάνα. «Η οικογένεια της γυναίκας μου με αντιμετώπισε και με αντιμετωπίζει ακόμα με εχθρότητα. Επειδή είμαι Σέρβος», λέει. «Σήμερα στη Βοσνία υπάρχουν τρεις κοινωνίες. Των Βόσνιων μουσουλμάνων, των Σέρβων και των Κροατών. Και οι τρεις αρρωστημένες. Τα εθνικιστικά κόμματα σκίζουν. Το SΡD, το μοναδικό πολυεθνικό κόμμα, είναι μειοψηφία», προσθέτει.


Η Βιβλιοθήκη του Σαράγιεβου, από τα πρώτα κτίρια που βομβαρδίστηκε από τα "παλικάρια" του Μλάντιτς και Κάρατζιτς. Οι φλόγες έκαιγαν τα σωθικά της για τρεις ημέρες και τρεις νύχτες, αποτεφρώνοντας εκατοντάδες χιλιάδες βιβλία και ιστορικά ντοκουμέντα ανυπολόγιστης αξίας...

Τον χαιρετώ και κατευθύνομαι προς την οδό Οbala Κulina. Δίπλα στο ποτάμι Μιλγιάτσκα που διασχίζει το Σαράγιεβο. Περιμένω στη στάση για το τραμ. Φθάνει και ανεβαίνω. Ρίχνω μια ματιά στους επιβάτες. Νεαρά κορίτσια με μοντέρνο ντύσιμο. Άλλα με την ισλαμική μαντίλα. Κάποια στιγμή προσπερνάμε τη Βιβλιοθήκη του Σαράγιεβου. Ένα υπέροχο παλαιό κτίριο. Από τα πρώτα που βομβάρδισαν οι πολιορκητές της πόλης. Η «δολοφονία» των βιβλίων είναι το προοίμιο της δολοφονίας των ανθρώπων...

Σαράγιεβο, Ιανουάριος 2008

Παρασκευή, Μαρτίου 21, 2008

21 Μαρτίου: Παγκόσμια Μέρα κατά του ρατσισμού και των διακρίσεων



21 Μαρτίου σήμερα. Παγκόσμια μέρα κατά του ρατσισμού. Παράξενη μέρα, επειδή ρατσιστές είναι πάντα οι άλλοι. Παράξενη μέρα επειδή πολύ απλά ο ρατσισμός δεν θα υπήρχε εάν δεν υπήρχαν οι Εβραίοι, οι μετανάστες, οι μαύροι, οι χοντροί, οι κωφοί, οι άνθρωποι με ειδικές ανάγκες, οι Ινδιάνοι, οι ομοφυλόφιλοι και άλλοι και άλλοι και άλλοι… Δεν θα υπήρχε αγαπητή/αγαπητέ μου εάν δεν υπήρχα εγώ, εάν δεν υπήρχες εσύ... Μια αναγνώστρια με ρωτούσε τις προάλλες εάν ρατσιστής γίνεσαι ή γεννιέσαι. Και μετά προσέθετε «Γιατί, αν γεννιέσαι, τότε ο ρατσισμός θα υπήρχε παντού και πάντα στον ίδιο βαθμό και οποιαδήποτε αλλαγή της συμπεριφοράς σε μία κοινωνία απέναντι στους ξένους (και τους «παράξενους», προσθέτω εγώ) θα ήταν αδύνατη. Άρα, ρατσιστές γίνονται άνθρωποι υπό ορισμένες, (α)κατάλληλες συνθήκες όταν, δηλαδή, το πολιτισμικό πλαίσιο μιας χώρας ή μιας κοινωνίας το επιτρέπει και ευνοεί. Αυτό μου ακούγεται πολύ λογικό, μόνο που....». Ναι, ακριβώς, μόνο που… Ο ρατσισμός ξεπηδά εκεί όπου δεν το περιμένεις. Μερικές φορές από τον ίδιο τον εαυτό μας, προς κάποιον που μας θυμίζει τον εαυτό μας: αυτόν που θέλουμε να θάψουμε στα άδυτα της λήθης. Τότε, ειδικά, γίνεται ανυπόφορος. Ο ρατσισμός προς αυτόν που σου μοιάζει νομίζω ότι είναι ο πιο λυσσαλέος. Γι’αυτό και οι εμφύλιοι πόλεμοι είναι οι πιο τρομακτικοί. Ο ρατσισμός είναι περίπλοκο φαινόμενο. Δεν είμαι σίγουρος ότι είμαι απαλλαγμένος αυτό αυτόν. Γι’αυτό είμαι δύσπιστος στις εύκολες κατηγορίες και κατηγοριοποιήσεις. Πιστεύω επίσης ότι ο ρατσισμός είναι τρομερός γιατί κολλά, συχνά, το ίδιο του το θύμα. Επειδή έχεις δοκιμάσει τον ρατσισμό στο πετσί σου δεν σημαίνει ότι δεν θα το «εφαρμόσεις» πάνω σε κάποιον όμοιο ή ανόμοιό σου. Μα ποια είναι η πηγή του ρατσισμού; Δεν πρόκειται για μία, πρόκειται για πολλές. Δεν ξέρω εάν ρατσιστής γεννιέσαι ή γίνεσαι. Ξέρω ότι η καλύτερη άμυνα ενάντια στον ρατσισμό, σε ατομικό επίπεδο, είναι να τα βρεις με τον εαυτό σου. Δύσκολο πράγμα, πολύ δύσκολο. Σημαίνει προσπάθεια και ψάξιμο μέχρι την τελευταία μέρα της ζωής σου. Πάντως, δεν έχω δει ρατσιστή που να μην είναι και δυστυχισμένος άνθρωπος. Λίγο να τον «σκάψεις» και αναβλύζει από μέσα του η ψυχική δυστυχία, όπως το πετρέλαιο στην Σαουδική Αραβία. Όσο πιο πολύ μεγαλώνω και ταξιδεύω τόσο πιο πολύ πιστεύω ότι ο πολιτισμός, η ανθρωπιά, η ανοχή, η ειρήνη, ακόμα και ο έρωτας, είναι "αιρέσεις". Το mainstream είναι η ηλιθιότητα, η δυστυχία, ο φθόνος, η μνησικακία, η μισαλλοδοξία, ο πόλεμος. Ευτυχώς που ο άνθρωπος είναι ικανός και για τα δυο. Και πολλές φορές και τα δυο συνυπάρχουν, ταυτόχρονα, μέσα στον άνθρωπο, καθιστώντας τον περίπλοκο, αντιφατικό, κωμικοτραγικό.. Για να μην σας κουράσω, όμως, με πολυλογίες διάλεξα για αυτή την ημέρα να δημοσιεύσω ένα κείμενο που μου έφθασε στο e-mail τις προάλλες από έναν μπλόγκερ, τον Gay Super Hero (http://www.gayrightsgreece.blogspot.com). Κατάλληλο για ενηλίκους και προπαντός για αυτή την Ημέρα.

ΣΥΜΒΟΛΑΙΟ ΣΥΜΒΙΩΣΗΣ ΜΟΝΟ ΓΙΑ ΚΑΠΟΙΟΥΣ;

Στην Ελλάδα οι γκέι, οι λεσβίες και οι τρανσέξουαλ γνωρίζουν από διακρίσεις. Τις αντιμετωπίζουν καθημερινά στην οικογένεια, την κοινωνική ζωή και τον επαγγελματικό στίβο.

Καμιά φορά όμως φτάνει μια σταγόνα για να ξεχειλίσει το ποτήρι.

Σύμφωνα με δημοσιεύματα του τύπου το Υπουργείο Δικαιοσύνης ετοιμάζεται να καθιερώσει ένα 'συμβόλαιο συμβίωσης' ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΑ για τα ετερόφυλα ζευγάρια. Δεν θεωρούμε ότι ένα απλό 'συμβόλαιο' μπορεί να λύσει τα ζητήματα των ζευγαριών ίδιου φύλου, ούτε να εξασφαλίσει την ισότιμη μεταχείρισή τους. Πιστεύουμε όμως ότι η προτεινόμενη διάκριση είναι κατάφωρα αντίθετη τόσο με το ελληνικό Σύνταγμα όσο και με τις ευρωπαϊκές συνθήκες για τα δικαιώματα του ανθρώπου. Πόσο μάλλον όταν 18 ευρωπαϊκές χώρες ήδη παρέχουν νομική κατοχύρωση στα ζευγάρια ίδιου φύλου.

Σκοπός αυτής της πρωτοβουλίας είναι να ενημερωθούν σχετικά οι ευρωπαϊκοί θεσμοί, οι οργανώσεις για τα ανθρώπινα δικαιώματα, ιστοσελίδες και ιστολόγια σε όλο τον κόσμο. Αυτό που ζητάμε είναι ίσα δικαιώματα για όλους. Τίποτα παραπάνω, τίποτα λιγότερο.

Αυτή τη φορά δεν θα μείνουμε σιωπηλοί. Αυτή τη φορά δεν θα κάτσουμε με σταυρωμένα χέρια.

ΕΛΛΗΝΕΣ ΜΠΛΟΓΚΕΡ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΩΝ ΔΙΑΚΡΙΣΕΩΝ

Τρίτη, Μαρτίου 18, 2008

Η κατάρα του παρελθόντος




Μια μητέρα στο χωριό Gerdec, που σχεδόν ισοπεδώθηκε από την φοβερή έκρηξη, προσπαθεί να προστατέψει και να παρηγορήσει τα μικρά παιδιά της

Κάθε φορά
που πάω στο Λονδίνο σκέφτομαι ότι είναι μια καλή ευκαιρία να εξασκήσω λίγο τα αγγλικά μου. Και κάθε φορά η γλώσσα που μιλώ λιγότερα είναι τα αγγλικά. Δεν ξέρω πώς συμβαίνει, αλλά στο Λονδίνο έχω φίλους από όλες τις χώρες, τις γλώσσες των οποίων μιλώ, γράφω, ξέρω και κουτσοξέρω: Έλληνες, Αλβανοί, Ιταλοί, Γάλλοι, Σέρβοι... Ίσως γιατί στο Λονδίνο τελικά καταλήγουν όλοι. Ίσως γιατί το Λονδίνο είναι μια μικρογραφία του παγκόσμιου χωριού. Σκεφτόμουν αυτό το πράγμα τις προάλλες και ετοιμαζόμουν να γράψω ένα κομμάτι για την «παγκόσμια λαλιά» του Λονδίνου. Το άφησα στη μέση. Η αιτία ήταν το SΜS ενός φίλου μου από την Αλβανία. Βρισκόταν στο Δυρράχιο και μου έγραφε ότι μόλις είχε ακούσει έναν τρομακτικό θόρυβο και έβλεπε μαύρο καπνό στον ουρανό. «Κάτι φοβερό πρέπει να έχει συμβεί στα Τίρανα», κατέληγε. Πέρασαν κάποιες ώρες μέχρι να μάθω τι είχε συμβεί. Μια τεράστια αποθήκη πυρομαχικών, κοντά στα Τίρανα, είχε τιναχθεί στον αέρα. Σκορπώντας τον θάνατο και ισοπεδώνοντας, σχεδόν, τα γύρω χωριά από το στρατόπεδο. (Κανείς δεν ξέρει ακόμα τον ακριβή αριθμό των θυμάτων). Μετά είδα τις εικόνες στην τηλεόραση. Και τις εικόνες που αναρτήθηκαν με απίστευτη ταχύτητα στο YuΤube. Η έκφραση «αλβανική Χιροσίμα» άρχισε να κυκλοφορήσει στο Διαδίκτυο...

***

Η κατάρα
του παρελθόντος κυνηγά ακόμα την Αλβανία. Η αποθήκη που τινάχθηκε στον αέρα είχε χτιστεί τη δεκαετία του ΄60 από τους Κινέζους. Την εποχή, δηλαδή, του μεγάλου έρωτα ανάμεσα στον Ενβέρ Χότζα και τον Μάο. Ήταν τότε που το καθεστώς αποφάσισε να μετατρέψει την Αλβανία σε μια τεράστια αποθήκη πυρομαχικών. Η συγκεκριμένη αποθήκη είναι μόνο μία από τις χιλιάδες που έχτισε τη δεκαετία του ΄70 και του ΄80 το καθεστώς του Χότζα, κυρίως σε κατοικημένες περιοχές. Μαζί με τα εκατοντάδες χιλιάδες bunkers αποτελούν τη θλιβερή κληρονομιά μιας παράνοιας που διήρκεσε πενήντα χρόνια. Η σκληρή δουλειά ολόκληρων γενεών στην Αλβανία πήγε για μπαρούτι και bunkers.


Γιατί ο «Μεγάλος Ηγέτης» φανταζόταν να συγκρουστεί με τον παγκόσμιο ιμπεριαλισμό, με όλη την υφήλιο, στο όνομα της «εθνικής αξιοπρέπειας». Η κληρονομιά αυτής της εθνικιστής παράνοιας ήταν η απόλυτη εθνική εξαθλίωση (έτσι κι αλλιώς η εθνική εξαθλίωση είναι το αποτέλεσμα κάθε εθνικιστής παράνοιας, αρκεί να ρίξει κανείς μια ματιά στη σημερινή Σερβία). Η μαύρη ειρωνεία είναι ότι τα όπλα που το καθεστώς είχε μαζέψει για την έσχατη σύγκρουση με τους εθνικούς και ταξικούς εχθρούς «χρησιμοποιήθηκαν» για την εξολόθρευση των ίδιων των Αλβανών. Αυτό συνέβη το 1997. Το ίδιο, με διαφορετικό τρόπο, συνέβη και προχθές...
***

Η Αλβανία
πληρώνει ακόμα τις συνέπειες του παρανοϊκού εθνοσοσιαλισμού του παρελθόντος. Πληρώνει ταυτόχρονα και τον παρανοϊκό καπιταλισμό του παρόντος. Οι “φήμες” που άρχισαν να τρέχουν για τα αίτια της προχθεσινής τραγωδίας είναι ενδεικτικές. Τα αλβανικά ΜΜΕ ανακάλυψαν ότι η εταιρεία που είχε αναλάβει την απενεργοποίηση των πεπαλαιωμένων πυρομαχικών χρησιμοποιούσε προσωπικό εντελώς αναρμόδιο. Γιατί, φυσικά, κόστιζε πολύ λίγο. Σε αυτό προστέθηκε και η εκδοχή του δόλου από κυκλώματα λαθρεμπόρων όπλων που ήθελαν να κρύψουν τα χνάρια τους. «Εάν σκεφτεί κανείς από πού ξεκινήσαμε εμείς οι Αλβανοί και τον δρόμο που έχουμε διανύσει, σε πιάνει ίλιγγος» έγραφε μια αλβανική εφημερίδα την επομένη της τραγωδίας. «Αν δεις όμως το κόστος που έχουμε πληρώσει, σε πιάνει ανατριχίλα. Δυστυχώς εξοφλούμε ακόμα τις “ακάλυπτες επιταγές” του παρελθόντος. Πληρώνουμε ταυτόχρονα τη γύμνια του παρόντος. Η διαφθορά, τα μαφιόζικα κυκλώματα, οι ανεύθυνοι πολιτικοί: αυτή είναι η πραγματική “Χιροσίμα” της σημερινής Αλβανίας»...

Londonistani: 18/03/2008

Τρίτη, Μαρτίου 11, 2008

Μια ταινία είναι όλα

Μου είχε λείψει το σινεμά. Τόσο καιρό γυρνούσα στα δυτικά Βαλκάνια που είναι ταινία από μόνα τους. Συναρπαστική για όποιον τη βλέπει σαν περαστικός. Συχνά καταθλιπτική για όποιον τη ζει στο πετσί του. Επέστρεψα λοιπόν στην Αθήνα και το πρώτο πράγμα που έκανα ήταν να ρίξω μια ματιά στις νέες ταινίες. Η πρώτη ταινία που πήγα και είδα ήταν το «Θα χυθεί αίμα». Υποψήφια για πολλά Όσκαρ, έλεγε το πρόγραμμα. Ο ήρωας της ταινίας είναι ψηλός σαν μπασκετμπολίστας και κομπλεξικός σαν κοντοστούπης. Αγαπά πολύ το πετρέλαιο και μισεί σφόδρα τους ανθρώπους. Όσο πιο πολύ πετρέλαιο βρίσκει τόσο πιο πολύ σκοτώνει ανθρώπους και τοπία. Όπως συμβαίνει και στην πραγματική ζωή δηλαδή. Για να μη σας τα πολυλογώ, στο τέλος της ταινίας βγαίνεις από την αίθουσα με μια σκιά κατάθλιψης στα μάτια... Η δεύτερη ταινία που πήγα να δω ήταν εκείνη των αδελφών Κόεν. Εκείνη που κέρδισε τα τέσσερα Όσκαρ. «Καμιά πατρίδα για τους μελλοθάνατους» είναι ο τίτλος της στα ελληνικά. Δεν ξέρω γιατί τη μετάφρασαν έτσι. Τον πρωτότυπο τίτλο- «Δεν είναι χώρα για γέρους» - τον βρίσκω μια χαρά. Ειδικά τώρα με το Ασφαλιστικό είναι πολύ επίκαιρος. Εδώ λοιπόν υπήρχε ένας κύριος που έτρεχε με ένα όπλο στο δεξί χέρι και μια βαλίτσα γεμάτη λεφτά στο αριστερό (δεν ήταν αλληγορία όμως για τη διαφορά ανάμεσα στην δεξιά και την αριστερά στις μέρες μας). Ο κύριος θέλει να κάνει τη βαλίτσα δική του, όπως θα συνέβαινε με τους περισσότερους από μας υποθέτω. Ο ίδιος κύριος τρέχει σε κάτι άγρια τοπία για να σωθεί από έναν ψυχοπαθή δολοφόνο που τον κυνηγά με μανία, όπως κάνουν οι ψυχοπαθείς δολοφόνοι συνήθως. Στην ταινία υπάρχει ένας ανθρώπινος σερίφης, ένας βρώμικος κόσμος, βρώμικοι Μεξικανοί και τόσα πολλά πτώματα που στο τέλος χάνεις τον λογαριασμό. Περιμένεις απλά πότε θα σκοτωθεί και ο τελευταίος ηθοποιός για να τελειώσει η ταινία. Και αφού τελειώνει, βγαίνεις από την αίθουσα με μια βαρβάτη σκιά κατάθλιψης στα μάτια και στο μυαλό... Αφού είδα τις δυο ταινίες έδωσα δίκαιο στο σχόλιο μιας αμερικανικής εφημερίδας που έγραφε ότι «εάν το σινεμά αντικατοπτρίζει την κοινωνία μας, τότε έχει φθάσει η στιγμή να πάρουμε πολλά αντικαταθλιπτικά». Εδώ που τα λέμε, και χωρίς τις βραβευμένες ταινίες, η στιγμή είναι εντελώς κατάλληλη για αντικαταθλιπτικά. Τα πολιτικά πάνε κατά διαόλου. Ο κόσμος είναι καταχρεωμένος στα δάνεια και τα επιτόκια ανεβαίνουν. Η τιμή της βενζίνης ανεβαίνει. Τα όρια ηλικίας για τη σύνταξη ανεβαίνουν. (Μόνο οι μετανάστες δεν αγωνιούν για τη σύνταξη, γιατί ξέρουν από τώρα ότι δεν θα την πάρουν ποτέ). Στο ασανσέρ φοβάσαι να ανέβεις, αυτές τις μέρες, γιατί κινδυνεύεις να κλειστείς μέσα. Ανοίγεις την τηλεόραση και βλέπεις να τσακώνονται επιστήμονες μεταξύ τους για το πότε ακριβώς θα γίνει ο πιο καταστροφικός σεισμός στην Ελλάδα των τελευταίων τριακοσίων χρόνων. (Και την επιστήμη στα μέτρα της την έφερε η τηλεόραση). Έξω σαρώνουν οι ιώσεις και βασιλεύουν τα σκουπίδια. Κατάλληλη εποχή λοιπόν για αντικαταθλιπτικά. Ούτε αυτά όμως δεν πιάνουν πια. Τις προάλλες, κάποιοι επιστήμονες στην Αγγλία, ανακοίνωσαν ότι είναι άχρηστα. Ότι μισή ώρα γυμναστικής παράγει περισσότερη σεροτονίνη από ένα χάπι Ρrozac. Καταθλιπτική εποχή με άχρηστα αντικαταθλιπτικά... Για να αντισταθείς στην κατάθλιψη, λοιπόν, δεν σου μένει παρά να τρέχεις. Σαν τον ήρωα της ταινίας των αδελφών Κόεν. Να τρέχεις, μήπως και γλιτώσεις από τον σχιζοφρενή δολοφόνο με το πριόνι. Να τρέχεις και να σκέφτεσαι εύθυμα, αισιόδοξα, πράγματα. Παραδείγματος χάριν ότι κερδίζεις το λόττο ή τα Όσκαρ. Ή ότι θα προλάβεις να βγεις στη σύνταξη. Σε τελευταία ανάλυση, μια ταινία είναι όλα...

Πέμπτη, Μαρτίου 06, 2008

Καμένα ΜcDonald's & Κινέζοι πρόσφυγες

Παρασκευή μεσημέρι στην Πρίστινα. Περιμένω το ταξί στην κεντρική πλατεία, για να με πάει στον σταθμό των λεωφορείων. Από εκεί στα Τίρανα. Οι πανηγυρισμοί για την ανεξαρτησία έχουν κοπάσει. Οι σημαίες από τα ταξί έχουν κατέβει... Απέναντί μου βλέπω ένα πανό γιγαντιαίων διαστάσεων. Γράφει: «Welcome ΜcDonald΄s to Republic of Κosovo». Το προηγούμενο βράδυ, στις ειδήσεις, είχα δει το κάψιμο του ΜcDonald΄s στο Βελιγράδι. Τι ειρωνεία. Εδώ τα ορέγονται τα ΜcDonald΄s. Στο Βελιγράδι τα καίνε. Το πρωί μίλησα στο τηλέφωνο με μια φίλη μου στο Βελιγράδι, τη Γιέλενα. «Οι ίδιοι άνθρωποι που έβαλαν τη Σερβία στο περιθώριο της ιστορίας», μου είπε, «τώρα δεν τους μένει παρά να καίνε το ίδιο το Βελιγράδι. Και να ζητούν επί πίνακι την κεφαλή των “προδοτών” του έθνους»... Βλέποντας το πανό, θυμήθηκα την ωραία και απλοϊκή διαπίστωση του Φρίντμαν στο βιβλίο του «Το Lexus και η ελιά», ότι δυο χώρες που έχουν McDonalds δεν πολέμησαν ποτέ μεταξύ τους. Ανησυχητικό. Τώρα ούτε στο Βελιγράδι ούτε στη Πρίστινα δεν υπάρχουν McDonalds. Εκεί τα έκαψαν, εδώ δεν έχουν φθάσει ακόμα…

Το λεωφορείο είναι γεμάτο. Οι περισσότεροι είναι νέοι Αλβανοί Κοσοβάροι που σπουδάζουν στο Πανεπιστήμιο των Τιράνων... Στα σύνορα, ο Κοσοβάρος αστυνομικός ανεβαίνει στο λεωφορείο για να ελέγξει τα διαβατήρια. Κάποιος νεαρός μιλά, εκείνη την ώρα, στο κινητό. «Κύριε, εάν δεν σταματήσετε να μιλάτε στο κινητό θα γυρίσω πίσω το λεωφορείο», του λέει με αυστηρό ύφος. Ο νεαρός κατεβάζει αμέσως το κινητό. «Εδώ υπάρχει κράτος» προσθέτει ο αστυνομικός. Και κράτος σημαίνει, προπαντός, συνοφρυωμένος αστυνομικός...


Παρασκευή μεσημέρι στα Τίρανα. Πανηγυρισμοί για την ανεξαρτησία του Κοσόβου έγιναν και εδώ. Πέρασαν γρήγορα. Τώρα το πρώτο θέμα της συζήτησης είναι η ακρίβεια. Ομάδες πολιτών προαναγγέλλουν διαδηλώσεις, γιατί οι τιμές, ξεκινώντας από το ψωμί, έχουν πάρει την πάνω βόλτα. Το δεύτερο μεγάλο θέμα των ημερών είναι το «Βig Βrother». Το διάσημο ριάλιτι έφθασε τελικά και στα Τίρανα. Αναμένεται να γίνει χαμός, γράφουν οι εφημερίδες. Να κολλήσουν οι Αλβανοί στις τηλεοράσεις κάθε βράδυ- εφόσον υπάρχει ηλεκτρικό ρεύμα- μπας και ξεχάσουν λίγο τα καθημερινά προβλήματα. Το βράδυ, στο ξενοδοχείο «Βroadway» όπου μένω, κάνω ζάπινγκ στα ελληνικά κανάλια. Μου είχαν λείψει τόσες μέρες. Τα δελτία ειδήσεων στην Ελλάδα ασχολούνται με τη «Μεγάλη Αλβανία». Τα δελτία ειδήσεων στην Αλβανία ασχολούνται με τον «Μεγάλο Αδελφό»...

Το Σάββατο το πρωί ανηφορίζω προς την China Τown των Τιράνων. Βρίσκεται κοντά σε ένα από τα τζαμιά της πόλης. Κινέζικα μαγαζιά δεξιά και αριστερά του δρόμου. Κινέζοι πωλητές που μιλούν άριστα αλβανικά. Πρέπει να πω ότι, ακούγοντάς τους, παθαίνω ένα πολιτισμικό σοκ. Για πρώτη φορά είχα δει Κινέζους στα παιδικά μου χρόνια. Την εποχή του μεγάλου έρωτα ανάμεσα στον Ενβέρ Χότζα και τον Μάο. Οι Κινέζοι τότε ήταν ανέκφραστοι, ντυμένοι όλοι με τα ίδια ρούχα και κρατούσαν στο χέρι ένα κόκκινο βιβλίο. Οι Κινέζοι που βλέπω σήμερα στα Τίρανα χαμογελούν και παίζουν με τα κινητά τους. Όταν καταλαβαίνουν, όμως, ότι είμαι δημοσιογράφος μού απαντούν: «νουκ φλας σκιπ» («δεν μιλώ αλβανικά»). Πάω στο μαγαζί δίπλα. Η πωλήτρια είναι ευγενέστατη, αλλά αρνείται να μου μιλήσει. «Είμαι σε ώρα εργασίας», λέει, ενώ καλωσορίζει τους πελάτες. Στο βάθος του μαγαζιού ένα μικρό παιδί ξεφυλλίζει ένα βιβλίο στα αλβανικά. Είναι ο γιος της πωλήτριας, ο Τζι Φο. Λέει ότι πάει στο αλβανικό δημόσιο σχολείο. Αφού ανταλλάσσει ένα βλέμμα με τη μάνα του, σταματά να μιλά. Μου δίνει και αυτός τη γνωστή απάντηση: «νουκ φλας σκιπ»...

Ο μόνος που δέχεται να μου πει δυο λόγια είναι ο Γιάνι. Μου λέει πως ήρθε στην Αλβανία από τα χωριά της Κίνας, πριν από τρία χρόνια. Τον έφερε εδώ ο αδελφός του, που είχε έρθει πριν από αυτόν. Ο σκοπός ήταν να πάει στην Ιταλία αλλά τελικά δεν τα κατάφερε. Η Αλβανία αποτελεί χώρα μετάβασης για χιλιάδες Κινέζους, που θέλουν να περάσουν παράνομα στην Ιταλία. Μαζί με τα κινέζικα μαγαζιά εδώ ευδοκιμεί και η πολυεθνική μαφία των λαθρεμπόρων. «Πώς πάει η δουλειά;» τον ρωτάω. «Έχει πέσει πολύ φέτος» απαντά. Τα μαγαζιά των Κινέζων είναι, ίσως, ο καλύτερος δείκτης της οικονομικής κατάστασης μιας χώρας. Όταν ο κόσμος δεν αγοράζει στα κινέζικα μαγαζιά σημαίνει ότι η οικονομική κρίση είναι βαριά. Ο Γιάνι παραπονιέται για την άδεια παραμονής. Πρέπει να λαδώνεις συνέχεια τους Αλβανούς αστυνομικούς και τους δικηγόρους για να τη βγάλεις, λέει. Σε τι παράξενο κόσμο ζούμε, σκέφτομαι. Οι Αλβανοί ταλαιπωρούνται για να βγάλουν άδεια παραμονής αλλού. Οι Κινέζοι ταλαιπωρούνται για να βγάλουν άδεια παραμονής στην Αλβανία...

Την άλλη
μέρα έχω ραντεβού με έναν άλλον Κινέζο. Από τους πιο διάσημους στα Τίρανα. Τον λένε Αμπού Μπακέρ. Η ιστορία του έχει κάνει τον γύρο του κόσμου. «Έχω βαρεθεί να την αφηγούμαι ξανά και ξανά», μου λέει σε καλά αλβανικά. Ο Αμπού είναι μουσουλμάνος της Κίνας, Ουιγούρος από την αυτόνομη περιοχή Ξιανγίνγκ (αλλιώς Ανατολικό Τουρκμενιστάν), όπου αναπτύσσεται ένα ισχυρό αποσχιστικό κίνημα. Τον συνέλαβαν οι πακιστανικές αρχές το 2001 στο Πακιστάν, μαζί με 17 άλλους συμπατριώτες του, ως ύποπτο για τρομοκρατία. «Δεν είχα ποτέ σχέση με τρομοκράτες», λέει ο ίδιος. «Το μόνο που έψαχνα στο Πακιστάν ήταν η βίζα για να πάω στην Τουρκία. Στην Κίνα υπήρχε πολλή φτώχεια και καταπίεση». Στο Πακιστάν, τον Αμπού και τους άλλους Ουιγούρους τους παρέλαβαν οι Αμερικανοί. Τους μετέφεραν στο Γουαντάναμο, όπου τους υπέβαλαν σε καθημερινά βασανιστήρια. Ύστερα από κάποιους μήνες βρέθηκαν στο στρατοδικείο. Εκείνος και άλλοι τέσσερις αθωώθηκαν. Δεν μπορούσαν όμως να επιστρέψουν στην Κίνα. Πιθανότατα να κατέληγαν με μια σφαίρα στο κεφάλι για «αποσχιστική δράση». Καμία χώρα δεν τους δεχόταν στο έδαφός της. Η Αλβανία ήταν η μόνη που τους δέχτηκε, κατόπιν αμερικανικής προτροπής. Τον Μάιο του 2005 οι πέντε Ουιγούροι προσγειώθηκαν, άγρια μεσάνυχτα και με χειροπέδες στα χέρια, στα Τίρανα. «Έτσι άρχισε η ζωή μου στην Αλβανία», λέει. Οι κινεζικές αρχές συνεχίζουν να ζητούν την έκδοσή του, ώστε να δικαστεί στην Κίνα...

Τον Αμπού τον συνάντησα σε ένα τούρκικο εστιατόριο, γνωστό γαστρονομικό στέκι για ξένους που επισκέπτονται τα Τίρανα. Όχι πολύ μακριά από την ελληνική ταβέρνα «Filoxenia». Είναι χαμογελαστός και συναχωμένος. Διευκρινίζει ότι δεν μισεί την Αμερική αλλά το Γκουαντάναμο και εκείνους που το έφτιαξαν. Μου μιλά για τα παιδικά του χρόνια. Για την πόλη όπου γεννήθηκε το 1969, τη Γκόλτζα. Τις διώξεις ενάντια στους Ουιγούρους στην Κίνα. Τη σκληρή δουλειά από τρυφερή ηλικία. Τη μητέρα του που έχει οκτώ χρόνια να τον δει. Τη γυναίκα του και τα τρία παιδιά του που δεν ξέρει εάν θα τα δει ποτέ ξανά. «Εγώ δεν μπορώ να επιστρέψω. Εκείνοι δεν μπορούν να φύγουν», λέει. Παρ΄ όλα αυτά ο Αμπού λέει πως είναι αποφασισμένος να αρχίσει τη ζωή του από την αρχή... Μιλά με τα καλύτερα λόγια για τον Αχμέτ, τον ιδιοκτήτη του εστιατορίου, που τον βοήθησε να ενταχθεί σε ένα πρόγραμμα δενδροφύτευσης στα δημοτικά σχολεία των Τιράνων. Στο τέλος μου δείχνει μια επιστολή που είχε γράψει στη μητέρα του και που οι ιδιοκτήτες την έβαλαν στο μενού του εστιατορίου: «Αγαπητή μητέρα. Μια χειμωνιάτικη νύχτα, που χιόνιζε, άρχισες να μου μαθαίνεις να γράφω με λατινικούς χαρακτήρες... Πόσο προσεκτική ήσουν για να έχω ωραία γράμματα. Θυμήθηκα όταν σε ρώτησα πώς είναι η θάλασσα... Προσπάθησες πολύ να μου την περιγράψεις, αφού ούτε εγώ ούτε εσύ την είχαμε δει ποτέ με τα μάτια μας... Αγαπητή μητέρα. Τα μάτια μου έχουν δει πολλά. Έχω ανέβει ακόμα και σε αεροπλάνα. Έχω δει τον ωκεανό, αν και κανένα από τα βιβλία που μου διάβαζες πριν κοιμηθώ δεν μιλούσε γι΄ αυτόν. Πολλά έχω δει μητέρα... αλλά πάντα καθαρός...».
Δευτέρα μεσημέρι, επιστροφή στην Αθήνα. Έχω ρίγη και πυρετό. Ίσως να κόλλησα τη γρίπη από τον Αμπού. Ένας Αλβανός μετανάστης στην Ελλάδα κολλάει τη γρίπη από έναν Κινέζο πρόσφυγα στην Αλβανία, σε ένα τούρκικο εστιατόριο στα Τίρανα, κοντά σε μια ελληνική ταβέρνα. Ο ορισμός της παγκοσμιοποίησης, σκέφτομαι...

ΥΓ. Το κομμάτι γράφτηκε πριν την χθεσινή τραγωδία στη λίμνη Φάρκα, κοντά στα Τίρανα, όπου πνίγηκαν 16 άτομα, ανάμεσα στα οποία και τρία ανήλικα παιδιά. Η τραγωδία συνέβη λόγω της μέθης και της περιφρόνησης των κανόνων του ορθολογισμού. Όπως συμβαίνουν συνήθως οι τραγωδίες στα Βαλκάνια...

Φωτό: Enri Canaj

Πρίστινα-Τίρανα-Αθήνα: 22-25 Φεβρουαρίου 2008