Σάββατο, Ιουνίου 28, 2008

Μοιραίοι αριθμοί και μοιραία γκολ

Πριν σουτάρει το πέναλτι ο ποδοσφαιριστής φιλά την μπάλα με ερωτικό πάθος. Δεν συγκρίνεται ούτε με το παθιασμένο φιλί που ο πατριώτης φιλά την εθνική σημαία. Διαφορετικά από την εθνική σημαία, η μπάλα ανήκει σε όλα τα έθνη. Είναι οικουμενική, έχει το ίδιο σχήμα, τα ίδια χρώματα: άσπρο και μαύρο, τα κατεξοχήν χρώματα των παραμυθιών...


Την προπερασμένη Παρασκευή είδα μια ωραία έκθεση για τη Σλοβακία, στην Ελληνοαμερικανική Ένωση. Αφορούσε τον ρόλο του αριθμού 8 στην ιστορία της χώρας. Καθετί σημαντικό στην ιστορία της Σλοβακίας, έχει συμβεί σε έτη που τελείωναν στον αριθμό 8... 1848: Η εθνική εξέγερση των Σλοβάκων. 1918: Ένωση με την Τσεχία, δημιουργείται η Τσεχοσλοβακία. 1938: Οι ναζί εισέβαλαν στην Τσεχοσλοβακία. 1948: Έρχονται στην εξουσία οι κομμουνιστές. 1968: Η Άνοιξη της Πράγας. 1988: Αρχίζουν οι διαδηλώσεις ενάντια στο κομμουνιστικό καθεστώς στην Μπρατισλάβα που κορυφώθηκαν το 1989, με τη Βελούδινη Επανάσταση της Πράγας. Από την πτώση του καθεστώτος κι έπειτα, ο αριθμός 8 αδρανεί. Δεν επανεμφανίζεται πια. Από τότε οι Σλοβάκοι χώρισαν με τους Τσέχους, το 1993. Έναν χρόνο μετά τον θάνατο του Αλεξάντερ Ντούμπτσεκ, Σλοβάκος και αυτός. Έβλεπα στη γιγαντοοθόνη της έκθεσης εικόνες από την ιστορία της Σλοβακίας, εικόνες από το Βελούδινο Διαζύγιο ανάμεσα στους Τσέχους και τους Σλοβάκους: υπογραφές και τίποτα φιλοπόλεμο. Διαπίστωσαν ότι δεν μπορούσαν να ζήσουν πια μαζί και αποφάσισαν να χωρίσουν. Σαν δύο πολιτισμένοι σύζυγοι. Ούτε φοβέρες, ούτε αίματα, ούτε ομαδικοί τάφοι, ούτε βομβαρδισμοί του ΝΑΤΟ. Τώρα οι δύο χώρες, που κάποτε ήταν μία, είναι μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σε αυτά τα μέρη εκτιμούν το βελούδινο, παρ΄ όλο που έχουν και αυτοί χιλιάδες ατέλειες και χιλιάδες εθνικισταράδες. Μακάρι να το αγαπούσαν λίγο περισσότερο και στα Βαλκάνια το βελούδινο. Γιατί να μη χώριζαν ειρηνικά και οι πρώην Γιουγκοσλάβοι; Ή μήπως στους Σλοβάκους και στους Τσέχους δεν την πέφτουν οι ιμπεριαλιστές και οι μεγάλες δυνάμεις; Μόνο στους Βαλκάνιους την πέφτουν και τους σπρώχνουν να σφαχτούν μεταξύ τους;
Τώρα που ανέφερα τους Βαλκάνιους. Το βαλκανικό ντέρμπι του Εuro, Κροατία- Τουρκία, το είδα κατά τύχη στο εστιατόριο «Vietnam», στο παλαιό Φάληρο. Είπα: «βαλκανικό ντέρμπι». Θυμάμαι μια φορά που είχα βρεθεί στη Κροατία και αποκάλεσα τους Κροάτες συνομιλητές μου «Βαλκάνιους» και εκείνοι έγιναν Τούρκοι. Κανένας Βαλκάνιος δεν θέλει να τον πεις «Βαλκάνιο». Επειδή, δυστυχώς, τα Βαλκάνια έχουν συνδεθεί με κρίσεις, τυραννίες, φτώχεια και πολέμους... Στο «Vietnam», λοιπόν, με κάλεσε η φίλη μου η Ι. Είχε γενέθλια εκείνη την ημέρα και ήθελε να μου κάνει το τραπέζι. Μόλις μπήκαμε, αντίκρυσα τη γιγαντοοθόνη που μετέδιδε τον αγώνα. Η Ι. μειδίασε. Ξέρει το πάθος μου για το ποδόσφαιρο και φοβήθηκε μήπως αυτό το πράγμα μας καταστρέψει τη βραδιά. Το «Vietnam» ζούσε στον ρυθμό του Εuro. Έριξα μια ματιά τριγύρω. Μισογεμάτο το μαγαζί. Όλοι οι άνδρες με την πλάτη γυρισμένοι στην οθόνη. Ίσως για σεβασμό προς τις γυναίκες της παρέας τους. Έκανα το ίδιο...
Ανάμεσα στο σούσι και τις παραδοσιακές βιετναμέζικες σαλάτες, η κουβέντα γύρισε κάποια στιγμή στο ποδόσφαιρο. «Γιατί οι άνδρες παθιάζονται τόσο πολύ με το ποδόσφαιρο;», με ρώτησε η Ι. Σήκωσα του ώμους. Δεν ήξερα τι να απαντήσω. Είπα ότι μεγάλοι συγγραφείς έχουν επαινέσει το ποδόσφαιρο. Όπως ο Καμί, τον οποίο θαυμάζει η Ι. Της είπα έπειτα ότι θέλω να γράψω κάτι για το Εuro και το ποδόσφαιρο. Να γράψω π.χ. για τα διάφορα είδη των φιλάθλων, όπως εγώ τους φαντάζομαι. Υπάρχουν οι κολλημένοι. Εκείνοι που είναι έτοιμοι να πουλήσουν τη γυναίκα τους, ακόμα και τη μάνα τους, για μια νίκη της ομάδας τους. Αυτό το είδος των φιλάθλων νιώθει ερωτική ηδονή όταν η ομάδα του νικάει. Νιώθει μεγαλύτερη ηδονή όταν χάνει. Τότε μπορούν να φανταστούν τους εαυτούς τους ως ήρωες που μάχονται ενάντια στη μοίρα. Το ποδόσφαιρο έχει κάτι το ερωτικό. Είναι ένας ερωτισμός στα όρια του σαδομαζοχισμού. Άλλωστε, η έξαλλη χαρά του ποδοσφαιριστή την ώρα του γκολ δεν θυμίζει κάπως τον μορφασμό του οργασμού; Υπάρχουν οι μισαλλόδοξοι. Είτε χάσουν είτε κερδίσουν, αυτοί είναι επιθετικοί. Είναι σαν τους Κροάτες φιλάθλους. Η ήττα τούς κάνει κακούς. Η νίκη χειρότερους. Έρχονται οι «αλλαξόπιστοι». Αυτοί που, κάποια στιγμή, πάνω σε κρίση ταυτότητας, άλλαξαν ομάδα. Αυτοί μισούν όλες τις άλλες ομάδες. Ειδικά την προηγούμενη ομάδα τους. Αυτήν θα ήθελαν να την εξαφανίσουν από προσώπου γης, γιατί τους θυμίζει το παρελθόν τους. Υπάρχουν οι «γενναίοι». Εκείνοι που παθιάζονται με την ομάδα τους, αλλά δεν διστάζουν να χειροκροτούν τη νίκη της αντίπαλης. Υπάρχουν οι «αιρετικοί». Εκείνοι που αλλάζουν ομάδα κάθε τόσο ή που είναι ικανοί να συμπαθούν ταυτόχρονα δύο ομάδες, οι οποίες δεν χωνεύουν η μία την άλλη. Αυτοί τελικά είναι οι πιο γνήσιοι θαυμαστές της μπάλας, αλλά και οι πιο απομονωμένοι...
Σε μια άσχημη στιγμή για την ίδια, η Ευρώπη παίζει την ωραιότερη μπάλα. Επιπλέον, σε αυτό το Εuro οι ποδοσφαιριστές είναι, σχεδόν, όλοι μετανάστες. Πολλοί λίγοι παίζουν στην πατρίδα τους. Όλοι βγάζουν το ψωμί τους αλλού. Το «ψωμί» τους, τρόπος του λέγειν δηλαδή, γιατί κάθε ποδοσφαιριστής από αυτούς τους γνωστούς είναι μια τράπεζα που τρέχει και σουτάρει. Η είδηση ότι έσπασε το πόδι του ένας ποδοσφαιριστής είναι πιο σημαντική από την είδηση ότι κάποια τράπεζα φαλίρισε... Και είναι πολλές οι τράπεζες που φαλιρίζουν τελευταία, εξ ου και κάποιοι λένε ότι το καλοκαίρι θα φωνάξουμε «γκολ» και τον χειμώνα θα φωνάξουμε «κραχ». Μετά έρχονται οι «εθνικές μεταγραφές». Πολωνοί που παίζουν με την Εθνική Γερμανίας, Βόσνιοι με την Εθνική Σουηδίας, Τούρκοι με την Εθνική Ελβετίας. Τώρα που η Ευρώπη έχει δυσκολέψει την απόδοση ιθαγένειας στους μετανάστες, αυξάνονται οι ποδοσφαιριστές με ξένη καταγωγή. Εάν ξέρεις να παίξεις μπάλα, η ιθαγένεια δεν αποτελεί πρόβλημα. Καθώς φαίνεται, η μεταναστευτική πολιτική στην Ευρώπη περνάει από τα πόδια. Είναι, ταυτόχρονα, μια Ευρώπη δύο ταχυτήτων. Δεν υπάρχει Σκανδιναβός που να παίζει στην Εθνική Τσεχίας, ούτε Γερμανός στην Εθνική Τουρκίας, ούτε Ελβετός στην Εθνική Ρουμανίας. Είναι μια Ευρώπη της δεύτερης και τρίτης γενιάς μεταναστών. Οι μισοί Γάλλοι ποδοσφαιριστές είναι γόνοι μεταναστών. Και οι μισοί Ολλανδοί. Και οι μισοί Ελβετοί. Η μετανάστευση γίνεται αναπόσπαστο κομμάτι της ιστορίας της Ευρώπης. Και των γηπέδων της...
Ο αγώνας πήγε στα πέναλτι, έπειτα από ένα φοβερό βαλκανικό φινάλε. Έριξα μια ματιά στο εστιατόριο. Οι άνδρες είχαν κολλήσει στην οθόνη. Κανένας πια δεν στεκόταν με γυρισμένη την πλάτη. Οι γυναίκες προσπαθούσαν να μοιράζονται την αγωνία τους. Εκείνη τη στιγμή, οι άνδρες φαίνονταν σαν μικρά παιδιά που είχαν παθιαστεί με τα είδωλα από τα παραμύθια τους- ή τους εφιάλτες τους... Μικρά παιδιά, αξιαγάπητα και αξιολύπητα, ταυτόχρονα. Δεν ξέρω να το εξηγήσω, αλλά μου φάνηκε ότι το ενδιαφέρον των γυναικών ήταν ένας τρόπος για να κρύψουν τον οίκτο τους για τους άνδρες. Ή μήπως τον φθόνο τους; Είπα τη σκέψη μου στην Ι. Γέλασε. Οι Τούρκοι νικούν. Ξεσπούν σε πανηγυρισμούς. Οι Κροάτες κλαίνε. Η αρχαϊκή τελετή της νίκης και της ήττας υπό τις ιαχές και το θρήνο του πλήθους. Στο πιο ανδρικό και ματσό άθλημα είναι κάτι το συνηθισμένο να βλέπεις άνδρες να κλαίνε με αναφιλητά...
Οι σερβιτόροι φέρνουν τον λογαριασμό και δύο μικρά γλυκά. Το καθένα έχει μέσα ένα χαρτάκι με τυχερούς αριθμούς, όπως το θέλει η βιετναμέζικη παράδοση. Οι δικοί μου τυχεροί αριθμοί είναι: 11, 13, 24, 25, 26, 40. Οι τυχεροί αριθμοί της Ι.: 26, 29, 32, 36, 47. Ενώ βγαίνουμε από το «Vietnam», λέω στην Ι. για την έκθεση, τον ρόλο του αριθμού 8 στην ιστορία της Σλοβακίας. «Κάπου έχω διαβάσει», μου λέει, «ότι το 7 είναι ο κατεξοχήν μοιραίος αριθμός». Επτά τα θαύματα του κόσμου, επτά οι μέρες της εβδομάδας, επτά τα χρώματα του ουράνιου τόξου, επτά οι ψυχές της γάτας, επτά οι μουσικές νότες, επτά οι ήπειροι, επτά ο ατομικός αριθμός του αζώτου, «Επτά Αδελφές» του πετρελαίου, επτά οι λογαριασμοί της Siemens (ίσως προκύψουν άλλοι επτά ή δεκαεπτά), επτά τα αστέρια της Μεγάλης Άρκτου, επτά τα θανάσιμα αμαρτήματα, έβδομος ο ουρανός της ευτυχίας, εφτά οι νάνοι και μία η Χιονάτη...

Σάββατο, Ιουνίου 21, 2008

Ο έρωτας, η παρθενιά, η παράδοση


«Θέλει να παντρευτούμε, αλλά εγώ δεν είμαι κορίτσι. Καταλαβαίνετε τι θέλω να πω... Μια φίλη μου μού λέει να ραφτώ. Ντρέπομαι κυρία Μίνα... Πώς να του το κάνω αυτό. Και πώς να τον αγαπάω έπειτα; Εσείς τι με συμβουλεύετε;»- από το «Στοιχεία για τη δεκαετία του ΄60», Θανάσης Βαλτινός
Μια έντονη συζήτηση γύρω από το σώμα της μουσουλμάνας γυναίκας ταρακούνησε πρόσφατα (ξανά) τη Γαλλία. Αφορμή η απόφαση του δικαστηρίου της Λιλ που ακύρωσε τον γάμο δυο Γάλλων μουσουλμάνων, επειδή τη νύχτα του γάμου ο γαμπρός αποκάλυψε ότι η νύφη δεν ήταν παρθένα. Πρωταγωνιστές της ιστορίας δυο τριαντάχρονοι, ο Αλί και η Βάφια: είναι τα «δημοσιογραφικά» τους ονόματα. Δυο νέοι Γάλλοι, με μαροκινή καταγωγή. Ήταν ήδη δυο χρόνια αρραβωνιασμένοι, χωρίς να έχουν ενδώσει στους πειρασμούς της σάρκας. Το Κοράνι και η παράδοση απαγορεύουν τις προγαμιαίες σχέσεις. Ο σαρκικός έρωτας είναι επιτρεπτός μόνο τη νύχτα του γάμου. Εκείνη την «μοιραία» νύχτα, λοιπόν, ο Αλί βγήκε από το γαμήλιο δωμάτιο πολύ πιο νωρίς. Είχε χάσει το χαμόγελο που έχουν, συνήθως, οι νιόπαντροι. Αναστατωμένος και περίλυπος ανακοίνωσε στους δικούς του και στους συγγενείς της νύφης, που ακόμα γιόρταζαν γύρω από το γαμήλιο τραπέζι, το φοβερό νέο: η γυναίκα του δεν ήταν παρθένα όπως πίστευε. Η συνέχεια δόθηκε στα δικαστήρια. Ο Αλί ζήτησε την ακύρωση του γάμου, επειδή η γυναίκα του είχε χάσει «μια ουσιαστική ιδιότητα της προσωπικότητάς της». Εκείνη, είπε, τον παραπλάνησε. Του είχε εκμυστηρευτεί ότι είναι παρθένα, ενώ δεν ήταν. Η Βάφια ανέλαβε την ευθύνη του ψέματος. Δίστασε να του πει ότι πριν τον γνωρίσει είχε μια άλλη ερωτική σχέση όπου είχε χάσει την παρθενιά της. «Σε τελευταία ανάλυση ο έρωτας είναι πάντα παραπλάνηση» πρόσθεσε. Το γαλλικό δικαστήριο ακύρωσε τον γάμο. Αναγνώρισε ότι η Βάφια «είχε χάσει μια ουσιαστική ιδιότητα της προσωπικότητάς της». Η απόφαση προκάλεσε έντονες συζητήσεις. Εκατόν πενήντα ευρωβουλευτές, αριστεροί και δεξιοί, έστειλαν επιστολή ενάντια στην απόφαση. «Η παρθενιά», γράφουν, «δεν αποτελεί ουσιαστική ιδιότητα της προσωπικότητας του ανθρώπου». Το Διαδίκτυο πήρε και αυτό φωτιά. «Κάτω το βάρβαρο Ισλάμ!» έγραφαν οι ισλαμόφοβοι. «Κάτω η έκφυλη Δύση!» ανταπαντούσαν έξαλλοι οι ισλαμιστές. Δίνοντας παράλληλα και γαμήλιες συμβουλές: «Τη νύχτα του γάμου καλό είναι να προσευχηθείς τουλάχιστον δυο φορές πριν αγκαλιάσεις τη νύφη. Να επικαλεστείς το όνομα του Θεού πριν διεισδύσεις μέσα της. Η γυναίκα δεν πρέπει να δει ποτέ τα γεννητικά όργανα του συζύγου της. Το ίδιο και ο άνδρας. Καλό είναι να αποφεύγει κανείς να δει ακόμα και τα δικά του γεννητικά όργανα, ακολουθώντας το παράδειγμα του Οσμάν Μπεν-Αφάν, του πιο συνεσταλμένου από τους φίλους του Προφήτη, ο οποίος δεν είχε δει ποτέ τα δικά του γεννητικά όργανα». Με όλο τον σεβασμό που με διακρίνει για τη διαφορετικότητα και τις θρησκείες την βρίσκω κάπως υπερβολική την προτροπή...
Η γυναικεία παρθενιά ως υπέρτατη αξία δεν είναι επινόηση του Ισλάμ. Δεν είναι αποκλειστικό μονοπώλιο της αραβικής κουλτούρας. Και οι αρχαίοι Αθηναίοι λάτρευαν την Παρθένα Αθηνά. Οι μονοθεϊστικές θρησκείες όμως μετατρέπουν την γυναικεία παρθενιά σε ύψιστο ιδεώδες. Από τη μια η λατρεία της παρθενιάς και την άλλη το μίσος για τον σαρκικό πειρασμό. Κάμποσοι αφοσιωμένοι χριστιανοί, ειδικά στους πρώτους αιώνες, έφθαναν στον αυτοευνουχισμό για να δαμάσουν τις σειρήνες της σάρκας. Ο Άγιος Ιερώνυμος φθάνει στο σημείο να καταδικάζει και τον γάμο: αφού η συντέλεια του κόσμου δεν θα αργήσει, γιατί χρειάζονται τα παιδιά; Όλο το χριστιανικό δόγμα σημαδεύτηκε από τη λατρεία της παρθενιάς. Ο «καλός χριστιανός» και ο «καλός μουσουλμάνος», εκείνοι που ακολουθούν κατά γράμμα το δόγμα, στην ουσία δεν πρέπει να έχουν και πολλές διαφορές μεταξύ τους πάνω στο θέμα.
Πολιτισμικά μιλώντας, τη σύνδεση της γυναικείας παρθενιάς με την τιμή και την ντροπή την βρίσκουμε σε πάμπολλες παραδοσιακές κοινωνίες, σε Δύση και Ανατολή. Η γυναικεία παρθενιά στην Ευρώπη είχε τέτοια αξία που ακόμα και ο Φρόυντ την επαίνεσε. «Ο άνδρας που για πρώτη φορά θα ικανοποιήσει τον φλογερό έρωτα μιας παρθένας [...] θα είναι εκείνος με τον οποίον εκείνη θα διατηρήσει σταθερή και μακρά σχέση, πράγμα που δεν ισχύει για τους άλλους άνδρες» γράφει. Μέχρι τη δεκαετία του ΄80, στην καθολική Νότια Ιταλία, μετά την πρώτη νύχτα του γάμου ο γαμπρός κρέμαγε στο μπαλκόνι του σπιτιού του, ως δημόσιο έκθεμα, ένα λευκό σεντόνι το οποίο έπρεπε να έχει μια κόκκινη κηλίδα στη μέση: το αίμα της γυναίκας ως πιστοποίηση της παρθενιάς της. (Οι πιο ανένδοτοι στο θέμα της παρθενιάς είναι οι μαφιόζοι). Η παρθενιά της γυναίκας στις παραδοσιακές κοινωνίες είναι στενά συνδεδεμένη με την έννοια της τιμής. Σε τέτοιες κοινωνίες υπάρχεις μόνο μέσα από τον τρόπο που σε βλέπουν οι άλλοι. Στους καθολικούς της ορεινής Αλβανίας, μέσα στην προίκα της γυναίκας υπήρχε πάντα μια σφαίρα: σε περίπτωση που η γυναίκα δεν είναι παρθένα. Στη χριστιανική Βραζιλία είναι συνήθης πρακτική σήμερα οι γυναίκες να καταφεύγουν στην υμενοπλαστική για να αποκαταστήσουν την παρθενιά τους. Στην Αμερική, για τη λευκή συντηρητική μεσαία τάξη, η παρθενιά παραμένει ταμπού. Τα τελευταία χρόνια στην Αμερική, μαζί με την αύξηση της επιρροής των θρησκόληπτων, έχουν αυξηθεί και οι επεμβάσεις υμενοπλαστικής.
Διαβάζοντας το καταπληκτικό βιβλίο της Έφης Αβδελά «Διά λόγους τιμής», καταλαβαίνεις την αξία της γυναικείας παρθενιάς στην Ελλάδα του ΄50. Ή διαβάζοντας τα γράμματα των ακροατριών της «Ώρας της Γυναίκας» στο βιβλίο του Θανάση Βαλτινού «Στοιχεία για τη δεκαετία του ΄60». «Δεν επιθυμούσα, ούτε επιθυμώ προ του γάμου σεξουαλικές σχέσεις» γράφει η Α.Τ. «Ξέρω ότι δεν ζούμε στο 1900 αλλά στο 1960 έτος, και πολλά πράγματα έχουν αλλάξει. Νομίζω όμως ότι κάθε άνθρωπος έχει το δικαίωμα να έχει τις αρχές του, έστω και αν αυτές δεν αρέσουν στους άλλους. Ή μήπως κάνω λάθος εγώ; Μήπως είμαι υπερβολική; Μήπως δεν έχει καμιά αξία να μένει μια κοπέλα ανέπαφη μέχρι την ημέρα του γάμου της;».
Μετά το τέλος του απαρτχάιντ, το «τεστ της παρθενιάς» ευδοκιμεί στην Νότια Αφρική, στη φυλή Ζουλού. Tα ανήλικα κορίτσια παίρνουν «πιστοποιητικό παρθενιάς». Τους χρησιμεύει για τον γάμο. Ο γαμπρός που θέλει να παντρευτεί μια παρθένα πρέπει να φέρει περισσότερες αγελάδες ως μέρος της προίκας του. Τα κορίτσια που δεν έχουν το «πιστοποιητικό παρθενιάς» γίνονται συχνά αντικείμενο στιγματισμού.


Στην Ευρώπη, η δεκαετία του ΄60 ήταν η δεκαετία της χειραφέτησης. Αν η γυναικεία παρθενιά στην Ευρώπη σήμερα δεν αποτελεί «ουσιαστική ιδιότητα», το οφείλουμε στα κινήματα χειραφέτησης και αυτοπροσδιορισμού αυτής της εποχής. Οι Γάλλοι δικαστές, που αποφάσισαν ότι η παρθενιά αποτελεί «ουσιαστική ιδιότητα της προσωπικότητας της γυναίκας», φαίνεται ότι αναφέρονται στις αξίες της Ιεράς Γραφής ή των παραδοσιακών κοινωνιών του 1900. Σε κάθε περίπτωση, ο Αλί, όταν διαπίστωσε ότι η γυναίκα του δεν ήταν παρθένα, δεν άρπαξε το μαχαίρι να τη σφάξει. Αυτή η ιστορία δεν είχε τα συστατικά που θα επιθυμούσε ένας ισλαμόφοβος. Ο Αλί και η Βάφια χώρισαν ειρηνικά. Πιο ειρηνικά από ό,τι χωρίζουν στη χριστιανική Νότια Ιταλία ή Βραζιλία. Ο Αλί είπε πως δεν μπορεί να ζήσει μαζί της επειδή εκείνη έχασε «μια ουσιαστική ιδιότητα της προσωπικότητάς της», την παρθενιά της. Εκείνη ανταπάντησε πως θέλει να χωρίσει επειδή και εκείνος άλλαξε. «Έχασε εκείνο το χαμόγελο και την επιθυμία για ζωή που με είχαν γοητεύσει» είπε. Εκείνο το χαμόγελο που γοητεύει και την επιθυμία για ζωή δεν μπορεί να σου τα χαρίσει κανένας πλαστικός χειρουργός, καμία ιερή παράδοση, καμία Ιερά Γραφή...
Ιnfo: Έφη Αβδελά, Διά λόγους τιμής, εκδ. Νεφέλη
Θανάσης Βαλτινός, Στοιχεία για τη δεκαετία του΄60, εκδ. Άγρα

Παρασκευή, Ιουνίου 13, 2008

Σαν παρανοϊκό αστείο




Σκόδρα (Βόρεια Αλβανία), τη δεκαετία του ΄80. Ένα από τα αμέτρητα συνθήματα σε κάποιο σταυροδρόμι. Γράφει: «Να εκπληρώσουμε όλα τα καθήκοντα, να ξεκάνουμε την περικύκλωση»


Περασμένη Παρασκευή, βράδυ, στον κινηματογράφο «Ολύμπιον» στη Θεσσαλονίκη. Στο πλαίσιο της Διεθνούς Έκθεσης Βιβλίου, μαζί με τον Νίκο Μπακουνάκη, προλογίζουμε την ταινία «Slogans» του Αλβανού συγγραφέα και σεναριογράφου Ιλιέτ Αλίτσκα. Παρών και ο ίδιος ο Αλίτσκα. Η αίθουσα μισογεμάτη. Ακολουθεί η προβολή της ταινίας. Οι θεατές γελούν συχνά παρακολουθώντας το έργο. Ένα γέλιο πικρό, σχεδόν μαύρο. Παρόμοιο με εκείνο που προκαλεί η ταινία «Οι ζωές των άλλων».


Και το «Slogans» («Συνθήματα») σε εκείνη την έποχή αναφέρεται. Στην εποχή των καθεστώτων του «υπαρκτού». Στην εποχή της Αλβανίας του Ενβέρ Χότζα. Είναι τόσο μεγάλη η δόση της παράνοιας αυτών των καθεστώτων, που ξεπερνά ακόμα και τη φαντασία. Η ζωή των ανθρώπων υπό αυτά τα καθεστώτα μοιάζει με ένα φρικτό, παρανοϊκό αστείο. Και όταν σκέφτεσαι ότι η ζωή ολόκληρων γενεών πήγε στράφι, τότε παίρνεις μια βαθιά ανάσα και λες «ευτυχώς». Ευτυχώς που αυτό το παρανοϊκό αστείο τέλειωσε όταν ήμουν είκοσι τεσσάρων χρόνων...



Στο «Slogans» περιγράφεται η ιστορία ενός νέου δασκάλου σε δημοτικό σχολείο, κάπου στις ορεινές περιοχές της Αλβανίας. Η κύρια απασχόληση των δασκάλων και των μαθητών στο σχολείο είναι να φτιάχνουν συνθήματα, υπό την καθοδήγηση του γραμματέα του κόμματος. Έτσι κι αλλιώς, σε όλες τις χώρες του «υπαρκτού», η κύρια απασχόληση ήταν να φτιάχνουν συνθήματα και να ανακαλύπτουν τον «εσωτερικό και εξωτερικό εχθρό». Αυτοί οι καταραμένοι «εχθροί» ειδικά δεν τελείωναν ποτέ. Μας το έλεγε η γραμματέας του κόμματος συνέχεια: «Αγαπητά παιδιά του σοσιαλισμού, μην ξεχνάτε ότι οι εχθροί βρίσκονται παντού. Μην ξεχνάτε ότι ο χειρότερος εχθρός είναι αυτός που δεν μοιάζει με εχθρό». Εσύ ο ίδιος ήσουν ένας υποψήφιος «εχθρός». Γι΄ αυτό οι γονείς μας μάς συμβούλευαν από παιδιά να μην εμπιστευόμαστε ούτε τους πιο στενούς μας φίλους. Μεγάλωσα ακούγοντας τον πατέρα μου να λέει όλη την ώρα ότι «και οι τοίχοι έχουν αυτιά». Επειδή η παιδική μου φαντασία κυριολεκτούσε, μου πήρε κάποια χρόνια να καταλάβω τι σήμαινε ακριβώς. Ως παιδί περίμενα να δω κρεμασμένα αυτιά στους τοίχους...


***


Το πιο εντυπωσιακό πράγμα του «υπαρκτού» ήταν τα συνθήματα. Οι καπιταλιστές είχαν τις διαφημίσεις και εμείς τα συνθήματα. Βρίσκονταν παντού και, εκτός αυτού, μας έβαζαν να τα φτιάξουμε οι ίδιοι. Τα συνθήματα δεν είχαν καταλάβει μόνο τους τοίχους των μαγαζιών, των πολυκατοικιών, των σπιτιών, των στάβλων. Είχαν καταλάβει και τις πλαγιές των βουνών, τους λόφους, τα βράχια. Μικρά, μεσαία, μεγάλα, τεράστια συνθήματα. Το μέγεθός τους, στην ταινία «Slogans» και στην πραγματική ζωή, εξαρτιόταν από τις οδηγίες του γραμματέα του κόμματος. Ο γραμματέας έδινε το σύνθημα με τα λιγότερα γράμματα στους «δικούς» του και τα μεγαλύτερα στους «υπόπτους». Στα καθεστώτα του «υπαρκτού» συναντάς τη γλωσσική διαστροφή σε όλο της το μεγαλείο. Όσο πιο πολύ μιλούσαν για «αγάπη», τόσο πιο πολύ ενθάρρυναν τη φαυλότητα. Όσο πιο πολύ μιλούσαν για «ενότητα», τόσο πιο πολύ η κοινωνία μετατρεπόταν σε όχλο όπου ο άνθρωπος ήταν λύκος για τον άνθρωπο. Όσο πιο πολύ μιλούσαν για «καθαρότητα», τόσο πιο πολύ η ρυπαρότητα κατελάμβανε τις ψυχές και τα μυαλά. Επιπλέον τα καθεστώτα του «υπαρκτού» προσπάθησαν να φτιάξουν μια δική τους γλώσσα, καινούργια, αμετάφραστη σχεδόν. Φράσεις που έμοιαζαν σαν ακατάληπτα συνθήματα. «Επίθεση με επικεντρωμένο χτύπημα» παραδείγματος χάριν. Ήταν η εθελοντική εργασία που μας έβαζαν να κάνουμε τις Κυριακές. Συχνά, στο πλαίσιο της «δράσης με επικεντρωμένο χτύπημα», φτιάχναμε και συνθήματα. Του τύπου «ο χειρότερος εχθρός είναι αυτός που ξεχνάμε» ή «να δουλέψουμε, να σκεφτούμε, να δρούμε σε συνθήκες περικύκλωσης»...


Μιας και μιλάμε για τη γλώσσα. Μου συνέβη ξανά τις προάλλες. Μια νεαρή κοπέλα με πλησίασε και μου έκανε τη συνήθη φιλοφρόνηση: «Μιλάτε πολύ καλά ελληνικά». «Και εσείς», της απάντησα. Εκείνη απόρησε... Πώς να εξηγήσω όμως ότι αυτό το ανθρώπινο κομπλιμέντο της γλώσσας που μιλάς τόσο καλά σε τοποθετεί στη θέση του αιώνιου ξένου; Στη θέση του ανθρώπου που ανήκει αιωνίως αλλού. Λεπτομέρειες που, ίσως, ο ιθαγενής τις βρίσκει περιττές. Ίσως αλαζονικές. Στα πρώρα χρόνια της παραμονής, το κομπλιμέντο για τη γλώσσα σε κολακεύει. Από ένα σημείο και πέρα σου φαίνεται περιττό. Και όταν κοντεύεις να περάσεις τα μισά χρόνια της ζωής σου στη χώρα όπου μετανάστευσες, αρχίζει και σε ενοχλεί. Γιατί σημαίνει ότι ο συνομιλητής σου, όταν μιλάς, δεν σε ακούει μέσω αυτών που λες αλλά μέσω της καταγωγής σου, του ονόματός σου, του χρώματος της επιδερμίδας σου. Και καλά εγώ που ήρθα εδώ είκοσι τεσσάρων χρονών. Σκέφτομαι τον μαύρο φίλο μου, τον Μιχάλη, που έχει γεννηθεί στην Ελλάδα και ακούει και αυτός συχνά την ίδια φιλοφρόνηση: «Μιλάτε εξαιρετικά ελληνικά». Απαντά ότι γεννήθηκε εδώ αλλά οι συνομιλητές του, κρίνοντας από το χρώμα της επιδερμίδας, συνεχίζουν: «Παρ΄ όλα αυτά μιλάτε εξαιρετικά ελληνικά». Τότε παραδίδεται ο Μιχάλης και αφοσιώνεται στα αφρικάνικα κρουστά του, γεμίζοντας την ψυχή με ήχους που δεν έχουν ανάγκη από λέξεις.

***

Σάββατο μεσημέρι στη Διεθνή Έκθεση Βιβλίου. Συναντώ τυχαία τον Βoyd Τonkin, τον κριτικό λογοτεχνίας της «Ιndependent». Είχαμε γνωριστεί στη Θεσσαλονίκη πέρυσι, σε μια συζήτηση για την εμπειρία της γραφής σε μιαν άλλη γλώσσα, που δεν είναι η μητρική. Ο Βoyd μου λέει ότι μόλις ήρθε από τη Λυών της Γαλλίας. Συντόνιζε εκεί μια συζήτηση με βραβευμένους λογοτέχνες που γράφουν σε δύο γλώσσες ή σε γλώσσες που δεν είναι οι μητρικές. Από την Αμερική μέχρι τη Δανία το φαινόμενο έχει πάρει διαστάσεις, προσθέτει. Πού ανήκουν αυτοί οι «δίγλωσσοι» ή «αλλόγλωσσοι» λογοτέχνες; Στο ταλέντο και στη φαντασία τους προπαντός. Και στη γλώσσα στην οποία γράφουν. Αυτή είναι η «πατρίδα» του λογοτέχνη. Η γλώσσα δεν έχει σύνορα. Η φράση «η γλώσσα μου» κατά βάθος είναι «καταχρηστική». Μπορείς να πεις το πορτοφόλι μου, το αυτοκίνητό μου, το κόμμα μου, το χωράφι μου, η φυλή μου. Η γλώσσα όμως δεν επιδέχεται ιδιοκτήτες. Δεν μπορείς να την ιδιωτικοποιήσεις. Η γλώσσα είναι δική μου όσο είναι και του «άλλου». Μπορείς να απαγορεύσεις σε κάποιον να μπει στο χωράφι σου, στο σπίτι σου, να του απαγορεύσεις να περάσει τα σύνορα του κράτους σου, να τον διώξεις, να τον καταδιώξεις. Δεν μπορείς όμως να του απαγορεύεις να μιλήσει τη «γλώσσα σου». Η γλώσσα δεν αναγνωρίζει το jus sanguinis, το «δικαίωμα αίματος». Η γλώσσα είναι συνάμα ατομική και συλλογική, τοπική και οικουμενική. Ανήκει σε όλους και ταυτόχρονα σε κανέναν. Η γλώσσα, ίσως, είναι η μοναδική «πατρίδα» όπου είμαστε όλοι «εκτοπισμένοι», μέτοικοι, μετανάστες, πρόσφυγες. Ποτέ ιδιοκτήτες...

Τετάρτη, Ιουνίου 04, 2008

Πάμε θέατρο "ΕΔΩ"


"ΕΔΩ"

Σκηνοθεσία, μουσική επιμέλεια: Γιώργος Νανούρης

Κείμενα: Γκαζμέντ Καπλάνι

Παίζουν: Αννίτα Καπουσίζη, Σοφία Κεφαλληνού, Βαγγέλης Κοντομούς, Άννα Ψαρρά

Που; Φεστιβάλ Αθηνών – Θέατρο στο τροχόσπιτο**

Πότε; 6-7 Ιουνίου στο Πεδίο του Άρεως, στις 21:00
13-14 Ιουνίου στο Πάρκο Κολωνού, στις 21:00

9-10 Ιουλίου στο Μουσείο Μπενάκη, στις 21:00

Είσοδος; Ελεύθερη

Μετά την παράσταση συναυλίες απο:
Tang - Ram του Εμία και ο mc Jerome a.k.a The Source

**Το τροχόσπιτο είναι δημιουργία του εικαστικού Σωκράτη Σωκράτους


Εδώ γεννηθήκαμε, εδώ ζούμε, εδώ παραμένουμε ξένοι
Μια έγχρωμη νέα κοπέλα, γεννημένη στην Ελλάδα από γονείς Κενυάτες, κλείνει τα 18, αλλά δεν μπορεί να βγάλει ταυτότητα στη γενέθλιο χώρα· ο ελληνικός νόμος δεν την αναγνωρίζει. Κυκλοφορεί με ένα χαρτί στην τσέπη, όπου αναγράφεται ότι «γεννήθηκα στο μαιευτήριο "Αλεξάνδρα"». Ένας Αφρικανός αθλητής, που ζει από 5 ετών στη χώρα μας, αν και πρώτης κατηγορίας, δεν κάνει προκοπή. Οι ομάδες, παρ' ότι διακρίνουν τις δυνατότητές του, διαρκώς τον απορρίπτουν, αφού δεν έχει χαρτιά. Ένας Αλβανός έρχεται στην Ελλάδα και κάνει εγχείρηση στο μάτι του. Σε συμπλοκή με αστυνομικούς, τραυματίζεται στο χειρουργημένο μάτι και πρέπει να χειρουργηθεί ξανά. «Γνώρισα μια Ελλάδα όπου σου βάζουν το μάτι και μια Ελλάδα όπου στο βγάζουν», λέει σήμερα αφοπλιστικά. Ο Κενυάτης Ηλίας έχει καημό να ενσωματωθεί στην ελληνική κοινωνία - όχι ότι τα καταφέρνει. Ομως, υπάρχουν «παρενέργειες» και στον δικό του κύκλο. Έζησε τον ρατσισμό των συμπατριωτών του, με επικεφαλής τον πατέρα του· επειδή θεώρησε ότι προδίδει τη φυλή του, τον έδιωξε απ' το σπίτι. Η Μάγια από το Βελιγράδι. Η Ροζίνα από το Ιράν. Ο Ηλίας από την Κένυα. Ιστορίες αληθινές, με κοινό χωροχρόνο την Ελλάδα τού σήμερα, σκιαγραφούν χωρίς εμπάθεια, χωρίς μεροληψία ή ρητορία τη βία της ελληνικής αστυνομίας, τον παραλογισμό της εγχώριας γραφειοκρατίας, τον ρατσισμό της κρατικής μηχανής απέναντι στον μετανάστη, τις δυσκολίες αφομοίωσης αλλά και την άρνηση των αλλοδαπών για ενσωμάτωση.
Ο Αλβανός δημοσιογράφος Γκαζμέντ Καπλάνι, που τις κατέγραψε στον ελληνικό Τύπο, αφού προηγουμένως πήρε συνεντεύξεις από τους «πρωταγωνιστές» της, τάραξε τη νεοελληνική μακαριότητα. Τάραξε, όμως, και τον ηθοποιό Γιώργο Νανούρη. «Όταν πρωτοδιάβασα αυτές τις μαρτυρίες, αισθάνθηκα να ανοίγεται μπροστά μου ένας κόσμος παντελώς άγνωστος», παραδέχεται. «Τις μάζευα σκεπτόμενος ότι κάτι έπρεπε να γίνει με αυτές. Και αποφάσισα να τις μεταφέρω στη σκηνή». «Κανένα απ' τα παιδιά που έδωσαν συνέντευξη στον Καπλάνι δεν θέλει να προκαλέσει τον οίκτο μας», ξεκαθαρίζει ο Νανούρης. «Αυτό που μας λένε είναι "γεννηθήκαμε εδώ, κι εδώ ζούμε. Νιώθουμε Ελληνες. Αλλά δεν μας αναγνωρίζουν για Έλληνες. Παραμένουμε οι... ξένοι"».
Τα κείμενα, συνολικά οκτώ μαρτυρίες, ερμηνευμένα από τέσσερις πρωτοεμφανιζόμενους ηθοποιούς - την Αννίτα Καπουσίζη, τη Σοφία Κεφαλληνού, τον Βαγγέλη Κοντομού και την Αννα Ψαρρά- και σκηνοθετημένα από τον Γιώργο Νανούρη, είναι η μία από τις δύο φετινές παραστάσεις (μαζί με το «Κάσπαρ Χάουζερ: Η Ιστορία του ανθρώπου», των Δημήτρη Βαρβαντάκη και Γρηγόρη Χατζάκη), του περιφερόμενου τροχόσπιτου του Ελληνικού Φεστιβάλ. Τίτλος της, «Εδώ», και παίρνει τη σκυτάλη από την «Τζελσομίνα» της Ολιας Λαζαρίδου, που εγκαινίασε το «τροχόσπιτο» πέρυσι. Πώς ανέβηκαν στην περιπλανώμενη σκηνή οι αληθινές μαρτυρίες των μεταναστών; «Πολύ λιτά και αφαιρετικά. Μοναδικός στόχος μας είναι να ακουστούν τα κείμενα», λέει ο Νανούρης. «Δεν παίρνουμε θέση αν κάτι είναι καλό, κακό ή ρατσιστικό. Η παράσταση πληροφορεί τον κόσμο για μια πραγματικότητα που αγνοεί. Δεν λέμε ότι αυτό που κάνουμε είναι αριστούργημα ή παραστασάρα. Η δύναμη είναι το κείμενο. Γι' αυτό, αποφύγαμε τους θεατρινισμούς». Οι γυναίκες υποδύονται άνδρες και ο άνδρας υποδύεται και γυναίκες. «Γιατί θέλαμε να πούμε ότι είμαστε όλοι ίδιοι. Δεν παίζουν ρόλο ούτε το χρώμα ούτε το φύλο». Σε ποιους απευθύνεται η περιπλανώμενη παράσταση, που θα ταξιδέψει σε δρόμους, πάρκα, πλατείες, ακόμα και σε αίθρια μουσείων του αθηναϊκού κέντρου; Στους ίδιους τους μετανάστες ή στους Ελληνες; «Στους Έλληνες», απαντά ο σκηνοθέτης της. «Είναι μια παράσταση που γίνεται από Έλληνες και απευθύνεται στον Έλληνα». Όχι, πάντως, επειδή θεωρεί ότι οι Έλληνες είναι ρατσιστές: «Από τις μαρτυρίες προκύπτει ότι οι ξένοι δεν έχουν πρόβλημα με τους Έλληνες πολίτες, αλλά με το ελληνικό κράτος. Στο εξωτερικό, αντίθετα, ενώ το κράτος σε φροντίζει, ο κόσμος δεν σε αποδέχεται εύκολα». Η ενδιαφέρουσα δουλειά παρουσιάστηκε για λίγες -μόλις δέκα- παραστάσεις στον χώρο «Κ44» . Η επιτυχία της ήταν απρόσμενη. Υπήρχε κόσμος που έφευγε, επειδή δεν έβρισκε θέση να καθήσει. «Οι παραστάσεις στο "Κ44" ήταν στην ουσία η οντισιόν μας στο Φεστιβάλ. Ήρθαν, μας είδαν και τελικά μας ενέκρινε ο κ. Λούκος. Ήξεραν τι πήραν». Επειδή η ζωή μπορεί να έχει δυσκολίες, έχει, όμως, ανάγκη και το γλέντι, έπειτα από κάθε παράσταση στο τροχόσπιτο θα ακολουθεί συναυλία από τα hip hop και R'n'B συγκροτήματα μεταναστών «Tang Ram» και «Jerome a.k.a. The source». Ανάμεσα στους μουσικούς, Ρώσοι, Αλβανοί, Αφρικανοί, αλλά και Έλληνες.