Πριν σουτάρει το πέναλτι ο ποδοσφαιριστής φιλά την μπάλα με ερωτικό πάθος. Δεν συγκρίνεται ούτε με το παθιασμένο φιλί που ο πατριώτης φιλά την εθνική σημαία. Διαφορετικά από την εθνική σημαία, η μπάλα ανήκει σε όλα τα έθνη. Είναι οικουμενική, έχει το ίδιο σχήμα, τα ίδια χρώματα: άσπρο και μαύρο, τα κατεξοχήν χρώματα των παραμυθιών... Σάββατο, Ιουνίου 28, 2008
Μοιραίοι αριθμοί και μοιραία γκολ
Πριν σουτάρει το πέναλτι ο ποδοσφαιριστής φιλά την μπάλα με ερωτικό πάθος. Δεν συγκρίνεται ούτε με το παθιασμένο φιλί που ο πατριώτης φιλά την εθνική σημαία. Διαφορετικά από την εθνική σημαία, η μπάλα ανήκει σε όλα τα έθνη. Είναι οικουμενική, έχει το ίδιο σχήμα, τα ίδια χρώματα: άσπρο και μαύρο, τα κατεξοχήν χρώματα των παραμυθιών... Σάββατο, Ιουνίου 21, 2008
Ο έρωτας, η παρθενιά, η παράδοση

Μετά το τέλος του απαρτχάιντ, το «τεστ της παρθενιάς» ευδοκιμεί στην Νότια Αφρική, στη φυλή Ζουλού. Tα ανήλικα κορίτσια παίρνουν «πιστοποιητικό παρθενιάς». Τους χρησιμεύει για τον γάμο. Ο γαμπρός που θέλει να παντρευτεί μια παρθένα πρέπει να φέρει περισσότερες αγελάδες ως μέρος της προίκας του. Τα κορίτσια που δεν έχουν το «πιστοποιητικό παρθενιάς» γίνονται συχνά αντικείμενο στιγματισμού. Παρασκευή, Ιουνίου 13, 2008
Σαν παρανοϊκό αστείο


Στο «Slogans» περιγράφεται η ιστορία ενός νέου δασκάλου σε δημοτικό σχολείο, κάπου στις ορεινές περιοχές της Αλβανίας. Η κύρια απασχόληση των δασκάλων και των μαθητών στο σχολείο είναι να φτιάχνουν συνθήματα, υπό την καθοδήγηση του γραμματέα του κόμματος. Έτσι κι αλλιώς, σε όλες τις χώρες του «υπαρκτού», η κύρια απασχόληση ήταν να φτιάχνουν συνθήματα και να ανακαλύπτουν τον «εσωτερικό και εξωτερικό εχθρό». Αυτοί οι καταραμένοι «εχθροί» ειδικά δεν τελείωναν ποτέ. Μας το έλεγε η γραμματέας του κόμματος συνέχεια: «Αγαπητά παιδιά του σοσιαλισμού, μην ξεχνάτε ότι οι εχθροί βρίσκονται παντού. Μην ξεχνάτε ότι ο χειρότερος εχθρός είναι αυτός που δεν μοιάζει με εχθρό». Εσύ ο ίδιος ήσουν ένας υποψήφιος «εχθρός». Γι΄ αυτό οι γονείς μας μάς συμβούλευαν από παιδιά να μην εμπιστευόμαστε ούτε τους πιο στενούς μας φίλους. Μεγάλωσα ακούγοντας τον πατέρα μου να λέει όλη την ώρα ότι «και οι τοίχοι έχουν αυτιά». Επειδή η παιδική μου φαντασία κυριολεκτούσε, μου πήρε κάποια χρόνια να καταλάβω τι σήμαινε ακριβώς. Ως παιδί περίμενα να δω κρεμασμένα αυτιά στους τοίχους...
***
Το πιο εντυπωσιακό πράγμα του «υπαρκτού» ήταν τα συνθήματα. Οι καπιταλιστές είχαν τις διαφημίσεις και εμείς τα συνθήματα. Βρίσκονταν παντού και, εκτός αυτού, μας έβαζαν να τα φτιάξουμε οι ίδιοι. Τα συνθήματα δεν είχαν καταλάβει μόνο τους τοίχους των μαγαζιών, των πολυκατοικιών, των σπιτιών, των στάβλων. Είχαν καταλάβει και τις πλαγιές των βουνών, τους λόφους, τα βράχια. Μικρά, μεσαία, μεγάλα, τεράστια συνθήματα. Το μέγεθός τους, στην ταινία «Slogans» και στην πραγματική ζωή, εξαρτιόταν από τις οδηγίες του γραμματέα του κόμματος. Ο γραμματέας έδινε το σύνθημα με τα λιγότερα γράμματα στους «δικούς» του και τα μεγαλύτερα στους «υπόπτους». Στα καθεστώτα του «υπαρκτού» συναντάς τη γλωσσική διαστροφή σε όλο της το μεγαλείο. Όσο πιο πολύ μιλούσαν για «αγάπη», τόσο πιο πολύ ενθάρρυναν τη φαυλότητα. Όσο πιο πολύ μιλούσαν για «ενότητα», τόσο πιο πολύ η κοινωνία μετατρεπόταν σε όχλο όπου ο άνθρωπος ήταν λύκος για τον άνθρωπο. Όσο πιο πολύ μιλούσαν για «καθαρότητα», τόσο πιο πολύ η ρυπαρότητα κατελάμβανε τις ψυχές και τα μυαλά. Επιπλέον τα καθεστώτα του «υπαρκτού» προσπάθησαν να φτιάξουν μια δική τους γλώσσα, καινούργια, αμετάφραστη σχεδόν. Φράσεις που έμοιαζαν σαν ακατάληπτα συνθήματα. «Επίθεση με επικεντρωμένο χτύπημα» παραδείγματος χάριν. Ήταν η εθελοντική εργασία που μας έβαζαν να κάνουμε τις Κυριακές. Συχνά, στο πλαίσιο της «δράσης με επικεντρωμένο χτύπημα», φτιάχναμε και συνθήματα. Του τύπου «ο χειρότερος εχθρός είναι αυτός που ξεχνάμε» ή «να δουλέψουμε, να σκεφτούμε, να δρούμε σε συνθήκες περικύκλωσης»...

Μιας και μιλάμε για τη γλώσσα. Μου συνέβη ξανά τις προάλλες. Μια νεαρή κοπέλα με πλησίασε και μου έκανε τη συνήθη φιλοφρόνηση: «Μιλάτε πολύ καλά ελληνικά». «Και εσείς», της απάντησα. Εκείνη απόρησε... Πώς να εξηγήσω όμως ότι αυτό το ανθρώπινο κομπλιμέντο της γλώσσας που μιλάς τόσο καλά σε τοποθετεί στη θέση του αιώνιου ξένου; Στη θέση του ανθρώπου που ανήκει αιωνίως αλλού. Λεπτομέρειες που, ίσως, ο ιθαγενής τις βρίσκει περιττές. Ίσως αλαζονικές. Στα πρώρα χρόνια της παραμονής, το κομπλιμέντο για τη γλώσσα σε κολακεύει. Από ένα σημείο και πέρα σου φαίνεται περιττό. Και όταν κοντεύεις να περάσεις τα μισά χρόνια της ζωής σου στη χώρα όπου μετανάστευσες, αρχίζει και σε ενοχλεί. Γιατί σημαίνει ότι ο συνομιλητής σου, όταν μιλάς, δεν σε ακούει μέσω αυτών που λες αλλά μέσω της καταγωγής σου, του ονόματός σου, του χρώματος της επιδερμίδας σου. Και καλά εγώ που ήρθα εδώ είκοσι τεσσάρων χρονών. Σκέφτομαι τον μαύρο φίλο μου, τον Μιχάλη, που έχει γεννηθεί στην Ελλάδα και ακούει και αυτός συχνά την ίδια φιλοφρόνηση: «Μιλάτε εξαιρετικά ελληνικά». Απαντά ότι γεννήθηκε εδώ αλλά οι συνομιλητές του, κρίνοντας από το χρώμα της επιδερμίδας, συνεχίζουν: «Παρ΄ όλα αυτά μιλάτε εξαιρετικά ελληνικά». Τότε παραδίδεται ο Μιχάλης και αφοσιώνεται στα αφρικάνικα κρουστά του, γεμίζοντας την ψυχή με ήχους που δεν έχουν ανάγκη από λέξεις.
***
Σάββατο μεσημέρι στη Διεθνή Έκθεση Βιβλίου. Συναντώ τυχαία τον Βoyd Τonkin, τον κριτικό λογοτεχνίας της «Ιndependent». Είχαμε γνωριστεί στη Θεσσαλονίκη πέρυσι, σε μια συζήτηση για την εμπειρία της γραφής σε μιαν άλλη γλώσσα, που δεν είναι η μητρική. Ο Βoyd μου λέει ότι μόλις ήρθε από τη Λυών της Γαλλίας. Συντόνιζε εκεί μια συζήτηση με βραβευμένους λογοτέχνες που γράφουν σε δύο γλώσσες ή σε γλώσσες που δεν είναι οι μητρικές. Από την Αμερική μέχρι τη Δανία το φαινόμενο έχει πάρει διαστάσεις, προσθέτει. Πού ανήκουν αυτοί οι «δίγλωσσοι» ή «αλλόγλωσσοι» λογοτέχνες; Στο ταλέντο και στη φαντασία τους προπαντός. Και στη γλώσσα στην οποία γράφουν. Αυτή είναι η «πατρίδα» του λογοτέχνη. Η γλώσσα δεν έχει σύνορα. Η φράση «η γλώσσα μου» κατά βάθος είναι «καταχρηστική». Μπορείς να πεις το πορτοφόλι μου, το αυτοκίνητό μου, το κόμμα μου, το χωράφι μου, η φυλή μου. Η γλώσσα όμως δεν επιδέχεται ιδιοκτήτες. Δεν μπορείς να την ιδιωτικοποιήσεις. Η γλώσσα είναι δική μου όσο είναι και του «άλλου». Μπορείς να απαγορεύσεις σε κάποιον να μπει στο χωράφι σου, στο σπίτι σου, να του απαγορεύσεις να περάσει τα σύνορα του κράτους σου, να τον διώξεις, να τον καταδιώξεις. Δεν μπορείς όμως να του απαγορεύεις να μιλήσει τη «γλώσσα σου». Η γλώσσα δεν αναγνωρίζει το jus sanguinis, το «δικαίωμα αίματος». Η γλώσσα είναι συνάμα ατομική και συλλογική, τοπική και οικουμενική. Ανήκει σε όλους και ταυτόχρονα σε κανέναν. Η γλώσσα, ίσως, είναι η μοναδική «πατρίδα» όπου είμαστε όλοι «εκτοπισμένοι», μέτοικοι, μετανάστες, πρόσφυγες. Ποτέ ιδιοκτήτες...
Τετάρτη, Ιουνίου 04, 2008
Πάμε θέατρο "ΕΔΩ"

http://www.enet.gr/online/online_hprint?q=%CA%E1%F0%EB%DC%ED%E9&a=&id=4119432

