Σάββατο, Αυγούστου 30, 2008

Μια ιστορία από το Ιράν

Στη φωτογραφία φαίνονται μόνο τα χέρια του Μαξίμ. Για λόγους προσωπικής ασφαλείας ο ίδιος δεν ήθελε να φωτογραφηθεί το πρόσωπό του. Κάποιες λεπτομέρειες της ζωής του, ονόματα πόλεων και ανθρώπων παραλείπονται από το κείμενο για τους ίδιους λόγους…


«Με λένε Μαξίμ. Γεννήθηκα στην Τεχεράνη πριν από 35 χρόνια. Οι γονείς μου ήταν εύποροι. Είχα μια αδελφή, δέκα χρόνια μεγαλύτερη και πολύ όμορφη. Είμαι ο μοναδικός επιζών της οικογένειας... Όταν ανατράπηκε ο Σάχης, ήμουν στην Α΄ Δημοτικού. Οι δασκάλες μας, ξαφνικά, φόρεσαν μαντίλα. Μας χώρισαν σε αγόρια και κορίτσια. Μια μέρα αστυνομικοί με πολιτικά συνέλαβαν τον δάσκαλό μας σε ώρα μαθήματος, δεν ξέρω γιατί. Η μητέρα μου ήταν άθεη, αναγκάστηκε να φορέσει μαντίλα. Και η αδελφή μου φόρεσε μαντίλα. Εκείνη διάβαζε πολύ, ζωγράφισε, άκουγε συνέχεια Βeatles και εκδήλωνε ανοιχτά την απέχθειά της για τους ισλαμιστές. Οι γονείς μου φοβόντουσαν. Ήμουν δώδεκα χρόνων όταν συνέλαβαν την αδελφή μου. Την έκλεισαν στο Εβίν, στη φυλακή όπου βάζουν τους αντιφρονούντες. Μια βραδιά έκαναν ντου οι μυστικές υπηρεσίες στο σπίτι μας, έψαχναν κι έσπαγαν... Μερικές μέρες αργότερα μάθαμε ότι η αδελφή μου εκτελέστηκε για συμμετοχή σε αντικαθεστωτική οργάνωση. Ήταν φοιτήτρια, 22 χρόνων. Τη σορό της δεν μας την έδωσαν. Ούτε ξέρουμε πού την έθαψαν. Δεκαπέντε χρόνων πήγα στον πόλεμο με το Ιράκ. Πήγα με ενθουσιασμό. Μισούσαμε το καθεστώς, πολεμούσαμε όμως για την πατρίδα μας. Με πήγαν στην Ντοκόχε, στο Νότιο Ιράν. Οβίδες έπεφταν συνέχεια, το έδαφος τρανταζόταν. Σήμερα όταν ακούω δυνατό θόρυβο, τρομάζω. Εμάς τα ανήλικα μας πήγαιναν να κατασκοπεύσουμε τις κινήσεις των Ιρακινών. Ο στρατός τους είχε τα πάντα. Ρωσικά και αμερικανικά όπλα, πολλά τανκς. Εμείς είχαμε Καλάσνικοφ, μπαζούκας και μπαγιάτικο κριθαράκι. Σε μια από τις κατασκοπευτικές αποστολές είδα μόνο μια φοβερή λάμψη να φωτίζει τη νύχτα. Ξύπνησα στο νοσοκομείο. Είχα τραυματιστεί στο πρόσωπο. Αυτή η ουλή εδώ είναι το ανεξίτηλο ενθύμιο αυτού του πολέμου. Στο μέτωπο είδα πολλά πτώματα, Ιρανούς και Ιρακινούς, δίπλα δίπλα σαν φίλοι παλιοί...
Με έστειλαν πίσω στην Τεχεράνη. Τελείωσα το λύκειο. Έδωσα εξετάσεις για να περάσω στο πανεπιστήμιο. Κόπηκα για κακή γνώση του Κορανίου και κακό βιογραφικό. Μετά την απόρριψη με κάλεσαν στο στρατό. Υπηρέτησα κοντά στα σύνορα με το Ιράκ, στην περιοχή του Κουρδιστάν. Υπήρχαν πολλές αψιμαχίες με Κούρδους αυτονομιστές, εμείς οι συνοριοφύλακες ήμασταν στόχοι. Δυο χρόνια εκεί, σε άθλιες συνθήκες. Πολλές φορές δεν είχαμε ούτε νερό, μαζεύαμε χιόνι και το βράζαμε... Μετά την απόλυση έδωσα ξανά εξετάσεις για το πανεπιστήμιο. Αναγκαστικά διάβασα πολύ το Κοράνι. Πώς μου φάνηκε; Ένα κατάλληλο βιβλίο για να το μάθεις απέξω. Αυτό που με εντυπωσίασε ήταν ότι δεν είχε καμία σχέση με τον πολιτισμό μας, με τους ποιητές μας, που από τον Μεσαίωνα τραγουδούσαν το κρασί, τον έρωτα και τις γυναίκες... Πέρασα στις εξετάσεις, στο τμήμα Αρχαιολογίας. Τον περισσότερο χρόνο μελετούσαμε τη ζωή του Μωάμεθ παρά κάτι σχετικό με το αντικείμενό μας.


Ο Μαξίμ σκιτσογραφεί το πρόσωπο του μουλά που προέδρευε στην πανεπιστημιακή επιτροπή


Ήμουν στο τρίτο έτος, οδηγούσα το αυτοκίνητό μου, όταν με σταμάτησαν οι Φρουροί της Επανάστασης. Ήταν Πέμπτη, το θυμάμαι καλά, κάθε Πέμπτη κάνουν ελέγχους. Μου βρήκαν κασέτες με ροκ μουσική. Με έσυραν στο τμήμα, μου έσπασαν τις κασέτες, με έδειραν. Οι γονείς μου πλήρωσαν εγγύηση και με άφησαν ελεύθερο. Με απέλυσαν όμως από το πανεπιστήμιο με την αιτιολογία «κακός μουσουλμάνος».Οι γονείς μου με παρότρυναν τότε να φύγω, έστω για κάποια χρόνια. Τους ρώτησα γιατί δεν φεύγουμε όλοι μαζί, αφού είχαμε χρήματα. Μου απάντησαν ότι δεν θα εγκαταλείψουν ποτέ το Ιράν. Ξεκίνησα μια περιπλάνηση που συνεχίστηκε οκτώ χρόνια. Πήγα σε χώρες όπου δεν δυσκολευόμουν για βίζα. Οι γονείς μου με υποστήριζαν οικονομικά. Πήγα Αζερμπαϊτζάν, Γεωργία, Ρωσία, Μόσχα και Αγία Πετρούπολη, σε φίλους των γονέων μου. Μετά Ταϊλάνδη, πανέμορφη χώρα, Μαλαισία, Ινδονησία, μερικές εβδομάδες στη Κίνα, με σόκαρε το χάος και η φτώχεια. Μετά Ιαπωνία, στην πόλη Οζάκα, γιατί το Τόκιο ήταν πανάκριβο. Κάθησα τρεις μήνες εκεί, προσπάθησα να βρω δουλειά. Η Ιαπωνία ήταν πολύ ακριβή και δύσκολα έβρισκες δουλειά. Το 1998 έριξα άγκυρα στη Νότια Κορέα. Με βοήθησε ένας φίλος των γονέων μου για στέγη και δουλειά. Δούλευα στη Samsol, κάναμε ελατήρια για αυτοκίνητα. Ο μισθός ήταν πολύ καλός. Έπαιζα με την ποδοσφαιρική ομάδα του εργοστασίου. Δυο φορές κερδίσαμε το πρωτάθλημα. Στη Νότια Κορέα το πρωτάθλημα ποδοσφαίρου των εργοστασίων είναι εθνικό γεγονός. Επειδή βγήκαμε πρώτοι, η διεύθυνση μάς έκανε γερή αύξηση του μισθού. Ήταν ωραίο, είχε πλάκα. Στην Κορέα κάθησα επτά χρόνια, έμαθα κορεάτικα, έκανα παρέες. Η Κορέα είναι πανέμορφη χώρα και υγρή. Από Απρίλη μέχρι Σεπτέμβρη βρέχει διαρκώς.
Μια μέρα συνέλαβαν την μητέρα μου. Για συμμετοχή σε αριστερή αντικαθεστωτική οργάνωση. Την φυλάκισαν στο Εβίν. Ύστερα από μερικές εβδομάδες την εκτέλεσαν. Δεν μας έδωσαν τη σορό της. Ο πατέρας μου επέμενε να μην επιστρέψω στο Ιράν. Έπειτα από μερικές εβδομάδες έχασα την επαφή μαζί του. Μέσω ενός οικογενειακού φίλου έμαθα ότι ο πατέρας μου πέθανε από εγκεφαλικό. Επέστρεψα επειγόντως στο Ιράν. Ολομόναχος, όλοι νεκροί. Η μητέρα και η αδελφή μου δεν είχαν καν τάφο... Έπεσα σε κατάθλιψη. Νοσηλεύτηκα σε ψυχιατρείο. Έπαιρνα πολλά χάπια. Μια ψυχίατρος με βοήθησε πολύ να σταθώ στα πόδια μου.
Όταν βγήκα, έσμιξα ξανά με έναν παλιό μου φίλο. Εκείνος ήταν σε μια ομάδα χριστιανών. Μαζεύονταν και προσεύχονταν κρυφά. Αποφάσισα να βαφτιστώ χριστιανός. Εάν το έκανα από αντίδραση στο καθεστώς; Ίσως. Οι γονείς μου δεν ένιωθαν την ανάγκη της πίστης στον Θεό. Εγώ την ένιωσα, για να στηριχτώ κάπου. Ύστερα από μερικούς μήνες έπιασαν τον φίλο μου. Ο παπάς με ειδοποίησε να φύγω αμέσως, γιατί με έψαχναν οι μυστικές υπηρεσίες. Πήρα μαζί 35.000 δολάρια, όλες τις οικονομίες μου στη Κορέα. Τα έκρυψα μέσα στα εσώρουχα. Έδωσα 6.000 δολάρια για να με περάσουν στην Τουρκία. Έφτασα στη Πόλη. Περίμενα μερικές μέρες σε ξενοδοχείο. Μαζί με μερικούς Αφγανούς, άνδρες, γυναίκες και μωρά, μας μετέφεραν, χαράματα, σε ένα παραθαλάσσιο χωριό. Μπαχράμ Καλέ λέγεται. Περπατήσαμε πολλές ώρες, μέχρι που έπεσε το λυκόφως. Τότε επιβιβαστήκαμε σε μια φουσκωτή μπάρκα και ξεκινήσαμε. Ο πιλότος μού είπε να δηλώσω Αφγανός για να μην με απελάσουν. Έδωσα 3.000 δολάρια. Ήταν νύχτα όταν φθάσαμε. Ο πιλότος είπε σε μας τους άνδρες να ριχτούμε στο νερό, να κολυμπήσουμε μέχρι την ακτή. Σκαρφαλώσαμε ένα βουναλάκι, περπατήσαμε μέχρι το πρωί και φθάσαμε σε ένα χωριό. Μπήκαμε σε καφετέρια, τουρτουρίζαμε... Δεν έχω δει πιο φιλόξενους ανθρώπους. Μας έφεραν φαγητό, ρούχα, μπιμπερό, γάλα, ρούχα για τα μωρά. Μάθαμε ότι το νησί λεγόταν Μυτιλήνη, το όνομα του χωριού δεν το θυμάμαι. Ήρθε και μας πήρε ένα αυτοκίνητο της αστυνομίας. Μας έβαλαν σε κέντρο προσφύγων. Οι συνθήκες ήταν τρομακτικές. Δήλωσα Αφγανός. Μου έδωσαν ένα χαρτί και μου είπαν να προσπαθήσω να φύγω μέσα σε ένα μήνα από την Ελλάδα, κάπου αλλού στην Ευρώπη. Μαζί με τους Αφγανούς ήρθα με καράβι στην Αθήνα. Μέναμε στην Πλατεία Αττικής, σε ένα βρώμικο ξενοδοχείο. Μας πλησίασε ένας Αφγανός. Μας υποσχέθηκε διαβατήρια για να πάμε αλλού. Επέλεξα το πιο ακριβό, το καναδέζικο, ήθελα να πάω εκεί, είχα ακούσει ότι συμπεριφέρονται καλά στους πρόσφυγες. Πλήρωσα 19.000 δολάρια. Ο Αφγανός εξαφανίστηκε, χάσαμε όλοι τα λεφτά μας και το όνειρο...
Βρέθηκα στο κενό. Άρχισα να ψάχνω κάποια οργάνωση για τους πρόσφυγες. Πήγα στο Ελληνικό Συμβούλιο για τους Πρόσφυγες, από εκεί σε άλλες οργανώσεις. Έκανα κανονική αίτηση ασύλου, πήρα το ροζ χαρτάκι. Στις ανθρωπιστικές οργανώσεις συνάντησα συγκλονιστικούς ανθρώπους. Κάποιος προσφέρθηκε να με φιλοξενήσει στο σπίτι του. Ξαφνικά εντάχθηκα σε παρέα. Άρχισα να μαθαίνω ελληνικά στα Εξάρχεια, κάνουν δωρεάν ελληνικά μαθήματα για μετανάστες. Οι φίλοι μου με βοήθησαν να βρω δουλειά. Δεν ήταν καθόλου εύκολο. Σε ένα γραφείο εύρεσης εργασίας μάς εξαπάτησαν κανονικά, αν και είχαμε πληρώσει. Συμπληρώνω εννιά μήνες στην Ελλάδα. Τώρα εργάζομαι σε κάποια βιοτεχνία στην Βόρεια Ελλάδα. Θέλω να τα καταφέρω. Περιμένω την έγκριση της αίτησης για άσυλο. Καλύτερα να με εκτελέσουν εδώ παρά να με στείλουν πίσω στο Ιράν. Το μέλλον; Δεν ξέρω. Έχω χάσει τα πάντα. Είμαι μέσα στην πάλη της επιβίωσης, οικονομικής και ψυχικής. Το Ιράν; Θα επιστρέψω μια μέρα. Καλή αντάμωση στα ιρανικά; Γκόντα Χαφέζ!»...

ΥΓ: Το blog θα ξεκουραστεί για μερικές εβδομάδες. Καλή αντάμωση - εκτός απροόπτου - τον Οκτώβριο.

Σάββατο, Αυγούστου 09, 2008

Η γλυκιά μελαγχολία της άδειας Αθήνας


Φωτό: Αχιλλέας Ζαβαλλής

Τον Αύγουστο μένω πάντα στην Αθήνα. Ίσως γιατί, ως μετανάστης, για πολύ καιρό δεν είχα το προνόμιο να προγραμματίσω τις διακοπές μου... Ήρθα στην Αθήνα το 1991 και για πρώτη φορά πήγα διακοπές το 1996. Στην Πάρο, εάν θυμάμαι καλά. Ιούλιος μήνας, όχι Αύγουστος. Τον Αύγουστο η Αθήνα γίνεται ανθρώπινη. Είναι σαν να κάνεις μαύρο χιούμορ, αν πεις ότι μια πόλη γίνεται ανθρώπινη όταν αδειάζει από τους ανθρώπους της. Έτσι είναι όμως. Αν και λένε πως φέτος πολλοί ήταν εκείνοι που δεν πήγαν διακοπές και έμειναν στην πόλη. Ίσως να είναι αλήθεια. Παρ΄ όλα αυτά, και αυτόν τον Αύγουστο η Αθήνα χαλάρωσε και την έχει τυλίξει η συνηθισμένη, γλυκιά, μελαγχολία. Τον Αύγουστο η Αθήνα γίνεται γενναιόδωρη. Ακόμα και ελεύθερα πεζοδρόμια βρίσκεις. Δεν αναγκάζεσαι να στριμώχνεσαι ανάμεσα σε δύο παρκαρισμένα αυτοκίνητα για να ανέβεις στο πεζοδρόμιο. Οι άνθρωποι που κυκλοφορούν στους δρόμους φαίνονται αφημένοι σε άλλους ρυθμούς. Οι ταξιτζήδες σου χαμογελούν...


Φωτό: Αχιλλέας Ζαβαλλής


Η Αθήνα δεν είναι όμορφη πόλη, αν και βρίσκεται σε μία από τις πιο ωραίες τοποθεσίες στον κόσμο. Είναι μια αντιφατική πόλη. Όπως συμβαίνει και με τους αντιφατικούς ανθρώπους, τις αντιφατικές πόλεις, τις αγαπάς ή τις απορρίπτεις χωρίς δεύτερη συζήτηση. Οι αντιφατικές πόλεις έχουν και μια άλλη ιδιότητα: ακόμα και όταν τις αγαπάς, πάντα έχεις την επιθυμία να τις εγκαταλείψεις. Και μετά, όταν βρίσκεσαι μακριά, σου λείπουν...


Φωτό: Τάσος Πουλιάσης


Περιπλανιέμαι, λοιπόν, στην αυγουστιάτικη Αθήνα και καταγράφω. Δύο ερωτευμένοι στη στάση Συγγρού Φιξ του Μετρό προσπαθούν να διαβάσουν τη μοίρα τους στην παλάμη. Μια νεαρή κοπέλα στο Σύνταγμα εξομολογείται σε κάποιον πως κάνει το παν για να είναι το αντίθετο από αυτό που επιθυμεί η μητέρα της. Ένας Ιάπωνας τουρίστας με ρωτάει πώς να πάει στην Ομόνοια. Λίγο πιο κάτω, στην Ομόνοια, δίπλα σχεδόν στο Δημαρχείο, μαζεμένοι εκατοντάδες μετανάστες, πιο πέρα κάποιοι ναρκομανείς. Θόρυβος, χειρονομίες, ένταση. «Τι γίνεται εδώ;» ρωτάω. «Καλύτερα να μην ξέρεις», μου απαντούν. Εδώ μυρίζει γκέτο. Απέκτησε και η Αθήνα το δικό της γκέτο, όπως οι Βρυξέλλες και η Φρανκφούρτη, σκέφτομαι. «Να έρθεις εδώ το βράδυ να δεις τι γίνεται», μου λένε.


Φωτό: Αχιλλέας Ζαβάλλης


Προχωράω λίγο πιο κάτω, περπατώ στην Αθηνάς. Παίρνω τον Ηλεκτρικό στο Μοναστηράκι. Κατεβαίνω στην Καλλιθέα. Περνώ δίπλα από μαγαζιά. Κάποια είναι κλειστά. Άλλα ανοιχτά, με τις αγγελίες των εκπτώσεων κολλημένες στις βιτρίνες. Τρία πιτσιρίκια με μια μπάλα με προσπερνούν. Ο ένας φορά τη φανέλα της Εθνικής Αλβανίας. Μιλούν ελληνικά φαρσί, λένε για κάποιο videogame.

Λίγο πιο κάτω ένας Ζητάς στρίβει στη γωνία. Πάνω στη μηχανή ακούει ροκ δυνατά- Βασίλη Παπακωνσταντίνου. Σπάνιο θέαμα. Γκαζώνει και απομακρύνεται. Σε μια υπόγεια διάβαση, στη Συγγρού, γκράφιτι παντού, κάποιοι στίχοι που μιλούν για τον έρωτα και την ελπίδα, ένα δέντρο αργοπεθαίνει ανεβαίνοντας προς τον ουρανό. Λίγο πιο πέρα δύο ευγενικές κυρίες μου προσφέρουν ένα θρησκευτικό βιβλίο. Ρίχνω λοξά μια ματιά στον τίτλο. Μιλά για την αιώνια ειρήνη και τον Θεό. Αρνούμαι ευγενικά και αυτές δεν επιμένουν. Στις σκάλες κάθεται μια ζητιάνα. Τη βλέπω τακτικά, γιατί περνάω συχνά από εδώ. Έχουμε γίνει σχεδόν γνωστοί. Τη χαιρετώ. Μου ανταποδίδει τον χαιρετισμό με ένα συγκρατημένο χαμόγελο, που μοιάζει πιο πολύ με μειδίαμα. Περιμένω το «Ε22». Έρχετ

αι και ανεβαίνω. Είναι μισογεμάτο. Ακούω τουλάχιστον οκτώ γλώσσες. Το λεωφορείο μοιάζει με μετακινούμενη κοσμόπολη. Θυμίζει κάπως Λονδίνο. Μια κυρία σταυροκοπιέται όταν περνάμε μπροστά από την εκκλησία του Αγίου Σώστη. Κατεβαίνω. Πάω να δω τον «Σκοτεινό Ιππότη». Μου είπαν ότι αυτός ο Βatman είναι καλύτερος από τους δύο προηγούμενους. Είναι πιο φιλοσοφικός...


Φωτό: Τάσος Πουλιάσης


Επιστρέφω σπίτι. Ξεφυλλίζω κάτι παλιά σημειωματάρια. Ξαναβλέπω τη γραφή μου. Πολύ πιο άσχημη από την Αθήνα. Σωστά ορνιθοσκαλίσματα. Σε μερικά σημεία εντελώς μουντζούρα. Διαβάζω: «Θεωρείτε τον εαυτό σας τυχερό που είσαστε μετανάστης;». Ήταν η ερώτηση μιας κοπέλας σε ένα Γυμνάσιο της Αθήνας, όπου με είχαν καλέσει να μιλήσω με τους μαθητές για τους μετανάστες. Ξαναδιαβάζω την ερώτηση και αισθάνομαι την επιθυμία να γράψω. Η αλήθεια είναι ότι ονειρεύομαι έναν κόσμο χωρίς μετανάστες. Θα ήθελα πολύ να ταξιδεύουν οι άνθρωποι, σαν περιηγητές, τουρίστες, σπουδαστές, μποέμ. Να ταξιδεύουν όπως ταξιδεύουν σήμερα οι πολίτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ισότιμοι πολίτες και εργαζόμενοι, και όχι όπως ταξίδευαν οι Έλληνες στις αρχές του 20ού αιώνα και οι Αλβανοί, Αφγανοί, Ιρακινοί και λοιποί στις αρχές του 21ου αιώνα. Γιατί το να είσαι μετανάστης σημαίνει πως είσαι σε θέση αδυναμίας. Και σε αυτόν τον κόσμο, τους αδύναμους δεν τους σέβονται ποτέ. Τους λυπούνται αλλά δεν τους σέβονται. Το να είσαι μετανάστης σημαίνει ότι πρέπει να παλέψεις για τα αυτονόητα. Να δικαιολογείσαι για την καταγωγή σου. Να αντιμετωπίζεις ανθρώπους που τους ενοχλεί το όνομά σου ή το χρώμα της επιδερμίδας σου. Να δουλεύεις τρεις φορές περισσότερο για να πλησιάσεις την αμοιβή του ντόπιου. Να ακούς συνέχεια τον κάθε μνησίκακο και άσχετο να σου λέει: «Εάν δεν σ΄ αρέσει εδώ, πήγαινε από εκεί που ήρθες». Και εσύ να μην απαντάς και να σφίγγεις τα δόντια. Πόσα πράγματα χάνεις από μια πόλη, από μια χώρα όταν τη ζεις και την περπατάς ως μετανάστης; Θυμάμαι πως τους πρώτους μήνες περπατούσα στην Αθήνα και σιγοψιθύριζα συνέχεια κάποιους στίχους που μόλις είχα μάθει: «Και προχωρούσα μέσα στη νύχτα/ χωρίς να γνωρίζω κανένα/ κι ούτε κανένας / κι ούτε κανένας/ με γνώριζε». Ακόμα και σήμερα, όταν τους ακούω, γυρίζω πίσω στον χρόνο. Αν και οι στίχοι αυτοί δεν γράφτηκαν για μετανάστες, εκφράζουν όλους όσοι στη ζωή τους γεύτηκαν κάποια στιγμή την απόλυτη μοναξιά και τον φόβο της ήττας...
Ονειρεύομαι λοιπόν έναν κόσμο χωρίς μετανάστες. Όμως, ένας κόσμος χωρίς μετανάστες δεν είναι εφικτός. Ένας κόσμος χωρίς μετανάστες σημαίνει κόσμος απαλλαγμένος από τυραννίες και φτώχεια. Ένας κόσμος απαλλαγμένος, προπαντός από την επιθυμία του ανθρώπου να βελτιώσει τη ζωή του. Την ίδια στιγμή, θεωρώ τον εαυτό μου τυχερό που είμαι μετανάστης. Η μετανάστευση είναι μια πολύ ριψοκίνδυνη διαδικασία, αλλά και αφάνταστα δημιουργική. Πρέπει να έχεις κότσια, σε τελευταία ανάλυση, για να αποφασίσεις να αρχίσεις τη ζωή σου από το μηδέν, να μάθεις τα πάντα από την αρχή: τη γλώσσα, τα ονόματα των δρόμων, τα ονόματα των ανθρώπων. Να κάνεις την ξένη πόλη δική σου, αναπόσπαστο κομμάτι της υπαρξιακής σου γεωγραφίας. Κατά βάθος, αυτό που τρελαίνει τον ρατσιστή, είναι η «θρασύτητα» του μετανάστη να πάρει στα χέρια του τη ζωή του, ενώ εκείνος δεν είχε το θάρρος να κουνηθεί από τον αυλόγυρο της μάνας του. Το να είσαι μετανάστης σημαίνει να αντιληφθείς τη δύναμη της θέλησης και να συνηθίσεις τα ακραία παιχνίδια της τύχης. Να εκτιμάς τη λιγοστή ανθρωπιά που θα σου δοθεί μέσα στην πιο αφόρητη μοναξιά. Να καταλάβεις ότι η ύψιστη αρετή του ανθρώπου δεν έχει να κάνει με το αίμα των προγόνων, ούτε με το χρώμα της επιδερμίδας, αλλά με την ικανότητά του να αλλάζει. Να μάθεις ότι το μυστικό της επιτυχίας είναι απλό και δύσκολο: να μη βαριέσαι που ζεις. Σταματώ. Τι με έπιασε καλοκαιριάτικα και κάνω τέτοιες σκέψεις; Ίσως να με πείραξε η γλυκιά μελαγχολία της άδειας Αθήνας...