Σε κάποιο βιβλιοπωλείο στο
Σηκώνομαι από το τραπέζι για να επιστρέψω το βιβλίο στη θέση του. (Στο διπλανό τραπέζι μια δημοσιογράφος τοπικής εφημερίδας παίρνει συνέντευξη από έναν διάσημο σεφ της πόλης και σχεδόν όλοι οι θαμώνες είμαστε υποχρεωμένοι να «υποστούμε» την αφήγηση των παιδικών του χρόνων). Ρίχνω μια ματιά στα ευπώλητα βιβλία. Το τελευταίο βιβλίο του Μάικλ Μουρ, με οδηγίες για το πώς οι δημοκρατικοί δεν επιτρέπεται να χάσουν αυτές τις εκλογές. Ένα βιβλίο με μαρτυρίες Αμερικανών στρατιωτών από το Ιράκ και το Αφγανιστάν. Λίγο πιο πέρα ένα βιβλίο, με μαύρο εξώφυλλο και λευκά γράμματα: «Τι λένε οι εχθροί της Αμερικής μας για μας». Δίπλα του ένα βιβλίο με τίτλο: «Γιατί οι Αμερικανοί μισούν την πολιτική». Κάποιος καθηγητής του Χάρβαρντ, ονόματι Ε.J. Dionne, Jr, είναι ο συγγραφέας του. Διαβάζω ένα απόσπασμα: «Υπάρχει μια ψεύτικη πόλωση ανάμεσα σε φιλελεύθερους και συντηρητικούς, οι οποίοι συζητούν για τα ίδια πράγματα ενώ η χώρα επιθυμεί να πάει μπροστά. Η αιτία αυτής της ψεύτικης πόλωσης είναι ο αμερικανικός εμφύλιος πολιτιστικός πόλεμος που ξέσπασε τη δεκαετία του ΄60. Ένας πολιτιστικός πόλεμος που έχει να κάνει:
1) Με την πλήρη ένταξη των μαύρων στην πολιτική και οικονομική ζωή της χώρας. 2) Τη χειραφέτηση της γυναίκας και τη σεξουαλικότητα. 3) Το νόημα των πολέμων που διεξάγει η Αμερική, τον τρόπο δηλαδή που οι Αμερικανοί βλέπουν το έθνος τους, τους ηγέτες και τον ρόλο του στον σημερινό κόσμο. Εμείς οι Αμερικανοί είμαστε ακόμα παγιδευμένοι στο 1960...».
Έτος έκδοσης του βιβλίου: 1991. Ο αμερικανικός πολιτιστικός εμφύλιος βρίσκεται αυτήν τη στιγμή στο αποκορύφωμά του...
Στο εκλογικό κέντρο του Μπάρακ Ομπάμα στο Χάντσον βρίσκω μια κατάξανθη κυρία, τη Λέλαντ, και έναν μαύρο νεαρό, που φορά γυαλιά μυωπίας, τον Ουίλιαμ Χαγκς, ένα χάρτινο ομοίωμα του Ομπάμα, πολλές κονκάρδες του, ένα δολάριο η μία, μπλουζάκια με τη φωτογραφία του. Δεν μπορώ όμως να αγοράσω κανένα μπλουζάκι. Είναι όλα ΧΧL, τα υπόλοιπα έχουν εξαντληθεί. Ικανοποιούμαι με δύο κονκάρδες. Εκείνη τη στιγμή μπαίνει στο εκλογικό κέντρο ένας Γερμανός, που μένει χρόνια στο Χάντσον, βγάζει το πορτοφόλι του και αγοράζει 52 κονκάρδες! Επειδή έχει ιδρύσει fun club του Ομπάμα στο Βερολίνο, εξηγεί. Ζητάω μια πρόβλεψη για τις εκλογές. «Θα νικήσουμε», λέει ο Ουίλιαμ. Αμέσως μετά προσθέτει ένα «αλλά...». Εδώ και μία εβδομάδα που είμαι εδώ πέρα, η κάθε κουβέντα για τη νίκη του Ομπάμα συνοδεύεται από ένα «αλλά»... Σαν να φοβούνται οι οπαδοί του ότι κάτι θα συμβεί την τελευταία στιγμή και θα μετατρέψει το όνειρο σε εφιάλτη. Κάτι που το λένε «νοθεία», «ξέσπασμα ρατσισμού», «συνωμοσία» και ένας Θεός ξέρει τι άλλο... Ο Ουίλιαμ είναι εκλέκτορας του Δημοκρατικού Κόμματος, εκλέγεται στη γειτονιά των μαύρων της Νέας Υόρκης, στο Χάρλεμ. Μιλάμε για το φυλετικό ζήτημα. «Η γενιά μου δεν έχει πρόβλημα με το χρώμα της επιδερμίδας» λέει. «Τουλάχιστον εδώ στον Βορρά. Η παλαιότερη γενιά, λευκών και μαύρων, έχει ακόμα κατάλοιπα. Εγώ είμαι μαύρος, αλλά πρέπει να σου πω ότι μου έχει τύχει πολλές φορές τα τελευταία χρόνια να δω ανθρώπους που δεν μιλιούνται, όχι επειδή είναι λευκοί ή μαύροι, αλλά επειδή είναι δημοκρατικοί και συντηρητικοί. Υπάρχει πλέον αβυσσαλέο πολιτικό μίσος σε αυτή τη χώρα».
Ο ΜακΚέιν, όσο πιο πολύ πλησιάζουν οι εκλογές, προσπαθεί να αξιοποιήσει αυτό το «αβυσσαλέο πολιτικό μίσος». Κάθε μέρα οι δικοί του επινοούν και μια κατηγορία για τον Ομπάμα. Και όσο πιο ανελέητοι γίνονται οι άνθρωποι του ΜακΚέιν με τον Ομπάμα, τόσο πιο ανελέητες γίνονται οι δημοσκοπήσεις μαζί τους... Ρωτάω τον Ουίλιαμ τι λένε οι μαύροι για τις εκλογές. «Δεν έχουν νιώσει ποτέ έτσι» απαντά. «Είναι γεμάτοι ελπίδα, περηφάνια αλλά και φόβο». Τι φοβούνται; «Αυτό που φοβόμαστε όλοι: εάν ο Ομπάμα χάσει, αυτή η χώρα θα πάει πενήντα χρόνια πίσω».
Οι δημοσκοπήσεις βγάζουν καθαρά Ομπάμα, αλλά... Αυτές οι εκλογές είναι οι πιο επίφοβες της αμερικανικής ιστορίας. Και οι πιο κουραστικές. Γι΄ αυτό όλοι εύχονται να τελειώσουν μια ώρα αρχύτερα. Ο Μπομπ Χέρμπερτ, αρθρογράφος των «Νew Υork Τimes», μαύρος ο ίδιος, έγραφε τις προάλλες: «Εδώ κανείς δεν ξέρει πραγματικά ποιος θα κερδίσει τις εκλογές». Πολλοί ξέρουν, πάντως, πως εάν χάσει ο Ομπάμα, ο αμερικανικός πολιτιστικός εμφύλιος θα γίνει «ολοκληρωτικός πόλεμος». Και αν κερδίσει ο Ομπάμα; Μάλλον το ίδιο, αλλά οι όροι θα είναι πολύ πιο διαφορετικοί. Εν τω μεταξύ, πιο πολύ και από τις δημοσκοπήσεις, οι Αμερικανοί παρακολουθούν αγχωμένοι τη Γουόλ Στριτ να κατρακυλά καθημερινά. Το αμερικανικό όνειρο να κατρακυλά καθημερινά, την ίδια στιγμή που με τη μεγάλη πιθανότητα ενός μαύρου προέδρου στον Λευκό Οίκο το «αμερικανικό όνειρο» αναγεννιέται, όπως ποτέ άλλωστε στην αμερικανική ιστορία. Ίσως, αυτή η αχανής χώρα, που ο Κολόμβος ανακάλυψε κατά λάθος, συνηθίζει να αναπαράγει τα όνειρά της, μέσα από τις πιο εφιαλτικές αντιφάσεις...
ΥΓ. Ευχαριστώ το Πολιτιστικό Κέντρο Ledig House (http://www.artomi.org/ledig.htm) για την πρόσκληση και την υπέροχη φιλοξενία, σε ένα απο τα πιο ωραία μέρη που έχω δει στη ζωή μου, στη καρδιά της Κοιλάδας του Χάντσον, δίπλα στο Hudson River. Απο εδώ θα κάνω εξορμήσεις σε πόλεις και χωριά της Πολιτείας της Νέας Υόρκης, καταγράφοντας πρόσωπα, τοπία και κρατώντας σημειώσεις για το Αμερικανικό Ημερολόγιο Εκλογών.





