Τρίτη, Δεκεμβρίου 29, 2009

Να μην σιωπήσουμε...

Η απόφαση του Υπ. Συμβουλίου για την απόδοση της ελληνικής ιθαγένειας στα παιδιά των μεταναστών που γεννιούνται στην Ελλάδα και για το δικαίωμα ψήφου στις δημοτικές εκλογές – με συγκεκριμένους όρους – στους νόμιμους μετανάστες, βρίσκεται αναρτημένη ήδη στο http://www.opengov.gr/ypes. Σας προτρέπω και σας παρακαλώ να χάσετε κάποιο χρόνο από την ημέρα σας για να ρίξετε μια ματιά στα νομοσχέδια που σας ενδιαφέρουν. Επιπλέον, μια βόλτα στα σχόλια θα σας δείξει πως η φοβία, η παραπληροφόρηση και η μισαλλοδοξία έχουν αυτή τη στιγμή το πάνω χέρι. Σε αυτές τις στιγμές δεν πρέπει να σιωπήσουμε. Εμείς που πιστεύουμε σε μια κοινωνία και μια Ελλάδα πιο δίκαιη και πιο ανθρώπινη. Η φωνή μας πρέπει να ακουστεί. Να μην δώσουμε άλλοθι «πλειοψηφιών» σε αυτούς που θέλουν τους μετανάστες και τα παιδιά τους πολίτες τρίτης κατηγορίας. Σε αυτούς που θέλουν την Ελλάδα μια κοινωνία με γκέτο και αδυσώπητες εθνοφυλετικές συγκρούσεις. Δεν συνηθίζω να κάνω τέτοιες εκκλήσεις. Αλλά νομίζω οτι είναι από εκείνες τις στιγμές που οφείλουμε να μην υποτιμούμε τις φωνές που σπέρνουν μίσος και παραπληροφόρηση. Σας παρακαλώ να μεταδώσετε αυτό το μήνυμα.

Καλη Χρονιά και πιο ανθρώπινη σε όλες και σε όλους

Πέμπτη, Δεκεμβρίου 24, 2009

Ρα παμ παμ παμ…

Όταν βρέχει και οι δρόμοι πλημμυρίζουν σκέφτομαι την καλοσύνη των πεζοδρομίων. Είναι σαν υπερυψωμένα καταφύγια για μας τους πεζούς. Τα πεζοδρόμια δεν θα υπήρχαν εάν δεν υπήρχαν οι δρόμοι. Έτσι κι αλλιώς επινοήθηκαν τον 17ο αιώνα, για να προστατέψουν τους πεζούς από τις άμαξες και τα άλογα. Τώρα, τον 21ο αιώνα στην Αθήνα, το πεζοδρόμιο μέσω του οποίου πηγαίνω από το σπίτι μου στο Μετρό μοιάζει με μια λωρίδα που έχει επιζήσει από την λαιμαργία των πολυκατοικιών και του δρόμου. Αυτές τις μέρες είδα πως στένεψε και άλλο. Χτίζουν και άλλη πολυκατοικία και έφαγαν άλλο ένα κομμάτι από το πεζοδρόμιο. Ακριβώς σε αυτό το σημείο αναγκάζομαι να κατέβω κάτω στον δρόμο, να περπατάω δίπλα στα αυτοκίνητα, περιμένοντας με αδημονία να εμφανιστεί ξανά το ελεύθερο κομμάτι του πεζοδρομίου για να ανέβω επάνω. Για να κάνω, έπειτα, ζιγκ-ζαγκ ανάμεσα στα παρκαρισμένα αυτοκίνητα και μηχανάκια, την απλωμένη πραμάτεια των Αφρικανών πλανόδιων πωλητών. Μέχρι να φθάσω, επιτέλους, στον προορισμό μου…

***

Κάποτε, κάπου, δεν θυμάμαι πότε και που, είχα διαβάσει ένα κομμάτι για τα πεζοδρόμια που μου είχε τραβήξει την προσοχή. Ίσως γιατί ανήκω στους μανιώδεις πεζούς. Έλεγε, λοιπόν, ο συγγραφέας ότι τα πεζοδρόμια είναι οι πιο σημαντικοί δημόσιοι χώροι μιας πόλης. Είναι τα πιο ζωτικά της όργανα. Αυτό που κάνει μια πόλη ενδιαφέρουσα δεν είναι οι δρόμοι αλλά τα πεζοδρόμια, γεμάτα ανθρώπους, περίεργους, παράξενους, ανώνυμους, ενδιαφέροντες. Εκεί, πάνω στα πεζοδρόμια, οι άνθρωποι έρχονται σε επαφή, με εντελώς εφήμερο τρόπο, αλλά δίνουν στην πόλη τον ρυθμό και την ζωή της. Εκεί, πάνω στα πεζοδρόμια, διασταυρώνονται διαφορετικοί άνθρωποι, διαφορετικές κουλτούρες, διαφορετικά ήθη, διαφορετικές γλώσσες...

***

Κατεβαίνω στην αποβάθρα του Μετρό. Ο συρμός έρχεται και μπαίνω μέσα. Βλέπω μπροστά μου ένα αγόρι και μια κοπέλα να χαϊδεύονται απαλά στα χέρια και να φιλιούνται. Την προηγούμενη μέρα, ο φίλος μου ο Ν. μου είχε διηγηθεί γεμάτο ενθουσιασμό πως γνώρισε την κοπέλα του στο Μετρό. Εξαίρεση ο Ν. Γιατί το μετρό είναι συνήθως ο χώρος των πιο εφήμερων συναντήσεων, το στέκι των χαμένων ραντεβού. Είναι και το Μετρό σαν το πεζοδρόμιο, σκέφτομαι. Ένα κινούμενο, υπόγειο πεζοδρόμιο. Ένας ανθρώπινος μικρόκοσμος όπου διασταυρώνονται χωρίς να γνωρίζονται, χωρίς να αγγίζονται, αισθήματα, πρόσωπα, πάθη, ψίθυροι. Μερικές φορές, σε αυτό το κινούμενο πεζοδρόμιο, ένα πρόσωπο ξεχωρίζει ανάμεσα στα άλλα. Σκέφτεσαι ότι αυτό το συγκεκριμένο πρόσωπο κουβαλά μια σημαντική ιστορία. Θα ήθελες πολύ να το πλησιάσεις, να το γνωρίσεις καλύτερα αλλά, σε μια στιγμή, οι πόρτες ανοίγουν και εκείνο εξαφανίζεται, δεν υπάρχει πια. Άλλα πρόσωπα μπαίνουν μέσα στον συρμό. Συνήθως βιάζονται να μπουν πριν βγουν οι προηγούμενοι επιβάτες. Συνήθως μαζεύονται και συνωστίζονται όλοι στο κέντρο του συρμού, σαν να θέλουν να εξασφαλίζουν μια θέση προτεραιότητας για την έξοδο. Βγάζω το σημειωματάριό μου και αρχίζω και γράφω. Στο μετρό της Αθήνας σπάνια βλέπεις ανθρώπους να διαβάζουν κάποιο βιβλίο. Οι άνθρωποι που διαβάζουν είναι λιγοστοί, σαν τα ελεύθερα και ευρύχωρα πεζοδρόμια. Όταν γράφεις, όμως, οι επιβάτες γύρω σου σε κοιτούν με ένα ανήσυχο βλέμμα. Κάτι ανάμεσα στην έκπληξη και τον φόβο. Τι να νομίζουν άραγε; Ότι γράφεις κάτι για αυτούς; Ότι διαβάζεις την σκέψη και την ψυχή τους; Όταν σε βλέπουν να γράφεις, οι άγνωστοι επιβάτες γύρω μου, «μαζεύονται». Σαν να θέλουν να καλύψουν, να κρύψουν κάτι από τον εαυτό τους…

***

Κατεβαίνω στο Σύνταγμα. Φέτος έχει μια άλλη χάρη η πλατεία. Όμορφη και ανθρώπινη. Ίσως γιατί αυτή τη φορά η διακόσμηση είναι λιτή. Χωρίς όλα αυτά τα πομπώδη και τα γελοία περί του ψηλότερου δέντρου στην Ευρώπη και άλλα κουραφέξαλα. Ένας Άγιος Βασίλη με πλησιάζει. Προσπαθώ να διακρίνω πίσω από τα γένια του. Είναι ένας νεαρός. Φοιτητής ίσως. Μου θυμίζει τον εαυτό μου. Χριστούγεννα του 1993, φοιτητής, μετανάστης και απελπισμένος για χρήματα. Ένας συμφοιτητής μου τότε μου πρότεινε να ντυθούμε Αϊ-Βασίληδες και να πάμε να μοιράσουμε δώρα, την νύχτα των Χριστουγέννων, σε σπίτια πλουσίων στο Κολωνάκι. Εκείνος έπαιζε ακορντεόν και έψαχνε κάποιον να τον συνοδεύσει, να κρατάει το τρίγωνο. Εννοείται ότι προσφέρθηκα αμέσως. Το μεροκάματο ήταν πολύ καλό. Έπρεπε όμως να τραγουδήσουμε χριστουγεννιάτικα τραγούδια και εγώ δεν ήξερα ούτε ένα. Ούτε στα αλβανικά ήξερα αφού δεν τα έμαθα ποτέ: ήταν απαγορευμένα. Το μόνο χριστουγεννιάτικο τραγούδι που ήξερα απέξω ήταν εκείνο του Τζων Λένον: «And so this is Christmas/ For weak and for strong / For rich and the poor ones/ The world is so wrong»…

***

Με ένα μικρό, πλαστικό, κασετοφωνάκι και μια σιδερένια θέληση βάλθηκα να μάθω απ’έξω τα χριστουγεννιάτικα τραγούδια που μου έδωσε σε μια κασέτα ο συμφοιτητής μου, ως απαραίτητος όρος για να τον συνοδεύσω, ντυμένος Αϊ- Βασίλης, ώστε να βγάλουμε ένα καλό, πολύτιμο, μεροκάματο, μοιράζοντας δώρα την νύχτα των Χριστουγέννων σε σπίτια πλουσίων. Για να τα μάθω τα τραγούδια τα σιγοτραγουδούσα παντού, περπατώντας στο πεζοδρόμιο, ψωνίζοντας στο σουπερμάρκετ, πάνω στο λεωφορείο. Με έβλεπαν οι δίπλα μου με ένα βλέμμα παράξενο, όπως με βλέπουν τώρα όταν βγάζω το σημειωματάριό μου και γράφω. Τα τραγουδούσα στο σπίτι μου, στο ασανσέρ, ακόμα και στην τουαλέτα. Μάθαινα τους στοίχους, την μελωδία, προσπαθούσα να δαμάσω την ξενική μου προφορά. Ο γείτονας απέναντι, όταν με πέτυχε μια μέρα στο ασανσέρ με κοίταξε με συμπόνια. Σαν να ήθελε να με ρωτήσει: «τι έπαθες παιδί μου;». Για μένα, εκτός των άλλων, το να μαθαίνω τα χριστουγεννιάτικα τραγούδια ήταν σαν να κάνω εντατικά ελληνικά, γιατί, τότε, τα ελληνικά μου δεν ήταν ακόμα τέλεια. Ο συμφοιτητής μου, ο Δημήτρης, με συμβούλεψε να μάθω πολύ καλά το «Άγια Νύχτα» και το «Τρίγωνα κάλαντα», γιατί αυτά θα τραγουδούσαμε κυρίως. Αλλά εμένα, πάνω στην διαδικασία της μάθησης, μου άρεσε πολύ ο «Μικρός Τυμπανιστής»: «Μες στη νύχτα παιδί μοναχό/ Τι δώρο να σου φέρω που’μαι φτωχό/ Φέρνω το τύμπανο που μόνο κρατώ/ Τα κάλαντα να παίξω για το Χριστό/ Ρα παμ παμ παμ/ Ρα παμ παμ παμ». Ο Δημήτρης όμως απέκλεισε το ενδεχόμενο να τραγουδήσουμε εμείς οι Αϊ- Βασίληδες τον «Μικρό Τυμπανιστή». Πρώτα από όλα είναι δύσκολο τραγούδι, είπε. «Μετά, θα είναι μεγάλη μαλακία να τραγουδήσουμε στους πλούσιους το «τι δώρο να σου φέρω που’μια φτωχό» πρόσθεσε. Πράγματι, θα ήταν άκομψο εκ μέρους μας να τραγουδήσουμε τέτοιους στοίχους σε σπίτια πλουσίων. Επομένως ο «Μικρός τυμπανιστής» αποκλείστηκε. Τελικά τραγουδήσαμε τα «Τρίγωνα κάλαντα» και το «Αγια Νύχτα». «Άγια νύχτα σε προσμένουν/ με χαρά οι Χριστιανοί/ και με πίστη ανυμνούνε/ το Θεό δοξολογούνε/ μ’ένα στόμα μια φωνή/ ναι με μια φωνή». Εγώ έκανα την δεύτερη φωνή. Ήμουν ένας Αϊ-Βασίλης που φανταζόταν τον εαυτό του σαν μικρό τυμπανιστή, που είχε φοβερό τρακ, προσπαθώντας να μην προδίδω την ξενική μου προφορά και μη μπερδέψω τα λόγια… Καλή Χρόνια να έχουμε…

Κυριακή, Δεκεμβρίου 20, 2009

Τα "s", τα "r" και τα "g"


Περιπλανιέμαι στους δρόμους της Αθήνας, κοντά στο κέντρο. Η διαδρομή με βγάζει στην Πλατεία Κοτζιά, απέναντι από το δημαρχείο, σε μια φάτνη από αυτές τις πλαστικές που αναπαριστά τη γέννηση του Χριστού. Λίγο πιο πέρα τα περιστέρια αρχίζουν και πετούν ανήσυχα, προαναγγέλλοντας την άφιξη της βροχής. Απέναντι από τη φάτνη μετανάστες βγάζουν φωτογραφίες. Κάποιος με μια μηχανή, άλλος με το κινητό του. Ίσως αυτές οι φωτογραφίες σταλούν στις χώρες καταγωγής τους. Είναι και αυτές κομμάτι της ιστορίας αυτής της πόλης. Κάθε πόλη μπορεί να περιγραφεί με δύο είδη αφηγήσεων. Την επίσημη και την ανεπίσημη. Την πρώτη, τη διαβάζουμε παντού, τη βλέπουμε στην τηλεόραση, σε αφίσες και διαφημίσεις. Η δεύτερη αφήγηση, η ανεπίσημη, είναι σιωπηλή και αόρατη. Συνήθως μεταδίδεται προφορικά, όπως τα αρχαία έπη και οι παλιοί μύθοι. Την ακούς, εάν προσέξεις, στους τηλεφωνικούς θαλάμους όπου συχνάζουν οι μετανάστες. Τη βλέπεις, εάν σου τύχει, στις φωτογραφίες ή στα βίντεο που μεταφέρουν εικόνες από τη θαυμαστή πόλη στις οικογένειές τους στο γενέθλιο χωριό. Ιστορίες συνήθως δυσνόητες, γιατί λέγονται και γράφονται σε άλλες γλώσσες και γιατί συνήθως δεν αφορούν την επίσημη αφήγηση...

ΒΡΕΧΕΙ, είναι Χριστούγεννα, καιρός για ευχές. Κάθομαι μπροστά στον υπολογιστή για να στείλω τις δικές μου. Βλέπω αυτές που μου έχουν στείλει. Το e-mail είναι ο πιο γρήγορος ταχυδρόμος. Τις χριστουγεννιάτικες κάρτες τις λαμβάνεις και τις στέλνεις από εδώ. Μπορείς να επιλέξεις μία του γούστου σου στις χιλιάδες ιστοσελίδες που προσφέρονται γι΄ αυτόν τον σκοπό. Αν έχεις όρεξη και φαντασία, μπορείς να φτιάξεις ακόμα και τη δική σου. Μερικοί νοσταλγούν τα παλιά χρόνια, όταν οι κάρτες στέλνονταν με το ταχυδρομείο. Έπρεπε να τις αγοράσεις, να γράψεις τις ευχές σου, τη διεύθυνση του αγαπημένου προσώπου, να περπατήσεις μέχρι το ταχυδρομείο για να τις ταχυδρομήσεις. Τώρα όλα αυτά φαίνονται σαν να ανήκουν σχεδόν σε έναν κόσμο που έχει μπει στο μουσείο. Τα πάντα γίνονται πιο γρήγορα, πιο σύντομα, με ένα κλικ που λέμε. Οι παλιοί τρόποι ισχύουν μόνο για τους λιγοστούς παλιούς φίλους. Για τους άλλους είναι το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο.

ΚΑΙ ΕΝΩ ετοιμάζω το mailing list μου, πέφτω στο μήνυμα ενός αναγνώστη που θέλει να μάθει σε ποια γλώσσα ονειρεύομαι, στην ελληνική ή στη μητρική μου; Μου κάνουν σχετικά συχνά αυτή την ερώτηση. Κάποιοι το κάνουν με ύφος γεμάτο περιέργεια. Άλλοι με ευγένεια. Μερικοί, κάποιες φορές, έχουν ένα ανακριτικό ύφος λες και θέλουν να τους δείξω εκεί, επί τόπου, σαν διαπιστευτήρια, τα όνειρά μου. Ή τους εφιάλτες μου. Αυτή η ερώτηση καμιά φορά μου προκαλεί αμηχανία, επειδή τις περισσότερες φορές δεν θυμάμαι τη γλώσσα στην οποία ονειρεύομαι. Νομίζω ότι στα όνειρα και στους εφιάλτες δίνουμε λίγη σημασία στη γλώσσα. Εκεί μιλούν πολύ περισσότερο οι χειρονομίες παρά το στόμα. Από τα όνειρα και τους εφιάλτες μου απομένει περισσότερο η αγωνία, ο ερεθισμός, η χαρά, ο φόβος, η έκσταση παρά η γλώσσα και οι λέξεις. Παράξενο. Σε κάτι τόσο άυλο και άτοπο όσο το όνειρο, επικρατεί πιο πολύ το σώμα παρά ο λόγος. Πιο πολύ το αίσθημα παρά οι λέξεις που μπορούν να το εκφράσουν και να το μεταφέρουν. Οπωσδήποτε συναντώ στα όνειρα ανθρώπους, γνωστούς και άγνωστους, που μου μιλούν και τους μιλώ σε κάποια γλώσσα, αλλά δίνω ελάχιστη σημασία σε ποια. Καμιά φορά έχω την εντύπωση ότι μιλώ σε πολλές γλώσσες μαζί σε μια γλώσσα-Βαβέλ, όπως στην «Οδύσσεια» του Τζόις. Ίσως γιατί ο τόπος όπου συχνά με οδηγούν τα όνειρα και οι εφιάλτες είναι ένας τόπος-Βαβέλ, ένας τόπος-άτοπος, ένα ντανταϊστικό κολάζ πολλών τοπίων, γνωστών και άλλων άγνωστων, όπου οι γλώσσες αναμειγνύονται και αυτές, τα αλβανικά συγχέονται με τα ελληνικά, λέξεις και φράσεις στα ιταλικά, γαλλικά, αγγλικά. Οι γλώσσες που γνωρίζω με επισκέπτονται, με ακανόνιστο ρυθμό και τρόπο, όταν το ασυνείδητο έχει το πάνω χέρι...

ΕΧΩ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΩΣΗ ότι στα όνειρα και στους εφιάλτες μιλώ κάτι περισσότερο από τις γλώσσες που γνωρίζω. Ίσως γιατί το όνειρο έχει μια δική του γλώσσα, κατανοητή μόνο σε αυτόν που ονειρεύεται και ταυτόχρονα αμετάφραστη, γιατί είναι μια γλώσσα πολύ ιδιωτική, που ανήκει μόνο σε μας. Μια γλώσσα, εκείνη του ονείρου, την οποία κανείς άλλος δεν μπορεί να μιλήσει και που δεν μπορείς να μάθεις σε κανέναν. Οι γλώσσες στις οποίες μου απευθύνονται οι άλλοι, στα όνειρα ή στους εφιάλτες που βλέπω, είναι επίσης γλώσσες-Βαβέλ. Στα όνειρα η ετερότητα παύει να χρησιμοποιεί τη γλώσσα ως διακριτικό σημείο, ως διαχωριστικό σύνορο μεταξύ του Εγώ και του Άλλου. Στα όνειρα οι γλώσσες έχουν πολλή διάθεση για παιχνίδι και για χορό με μάσκες. Εκεί έχω συναντήσει την πεθαμένη γιαγιά μου να μου μιλά στα ελληνικά, ενώ δεν ήξερε ούτε λέξη. Κοκάλωσα από την έκπληξη. Έχω συναντήσει Έλληνες φίλους μου να μου μιλούν στα αλβανικά, ενώ ούτε εκείνοι δεν ήξεραν και δεν ξέρουν ούτε λέξη στα αλβανικά. Τους κοιτούσα με γουρλωμένα μάτια...

Υπάρχουν όμως στιγμές που η γλώσσα στα όνειρα μου προκαλεί αγωνία. Υπάρχουν περιπτώσεις που άγνωστα πρόσωπα, συνήθως, μου μιλούν σε μια άγνωστη γλώσσα ενώ εγώ τους ακούω ανήμπορος. Όπως τότε, τον πρώτο καιρό στην Αθήνα, όταν δεν ήξερα ούτε μια λέξη και βρέθηκα περικυκλωμένος από μια γλώσσα εντελώς ακατανόητη για μένα, την οποία έπρεπε να μάθω, αν ήθελα να επιβιώσω πρώτα από όλα. Θυμάμαι πως τις πρώτες μέρες, έφθασα στο συμπέρασμα ότι αυτή η γλώσσα έχει πολλά «s», «r» και «g» και γι΄ αυτό ηχούσε στα αυτιά μου σαν ραπτομηχανή. Οι άγνωστοι άνθρωποι γύρω μου τη μιλούσαν τόσο γρήγορα, μεγαλώνοντας την απελπισία μου. Έτσι και τώρα, κάθε τόσο, βλέπω στα όνειρα ή τους εφιάλτες μου πρόσωπα που μου μιλούν σε μια γλώσσα άγνωστη όπου συνήθως επικρατούν τα «s», τα «r» και τα «g» και εγώ αγωνιώ να καταλάβω τι λένε, να πιάσω το νόημα αυτών των άγνωστων λέξεων, να καταλάβω εάν αυτές οι λέξεις αποτελούν για μένα καταδίκη ή ευκαιρία, αποδοχή ή απόρριψη. Προσπαθώ να δω πέρα από τις λέξεις, να διαβάσω τις χειρονομίες, την κίνηση των χεριών, την κίνηση που κάνουν οι κόρες των ματιών...

ΑΥΤΗΝ την άγνωστη γλώσσα που με περικυκλώνει τη νιώθω ως απειλή και μου προκαλεί φόβο και ντροπή. Ντρέπομαι που δεν την καταλαβαίνω. Ντρέπομαι το βλέμμα εκείνων που τη μιλούν, ένα βλέμμα που η αλαζονεία μειγνύεται με τον οίκτο. Αλλά την ίδια στιγμή, αυτή η συνθήκη μού ακονίζει την περιέργεια. Δεν θέλω να παραιτηθώ. Θέλω να την κατακτήσω αυτή την άγνωστη γλώσσα. Φοβάμαι πολύ μην αποτύχω. Καταλαβαίνω ότι βρίσκομαι σε μειονεκτική θέση, σε θέση αδυναμίας. Αν ήμουν σε πλεονεκτική θέση, δεν θα ένιωθα καμία περιέργεια, δεν θα ένιωθα αυτήν την άγνωστη γλώσσα ως απειλή, δεν θα ένιωθα τόσο εύθραυστος και ανασφαλής επειδή δεν την καταλαβαίνω και δεν τη μιλώ, δεν θα ένιωθα αυτή την έντονη ανάγκη να την κατακτήσω, δεν θα με ένοιαζε να την κάνω δική μου... Εκείνη τη στιγμή, το ασυνείδητο κατεβάζει τα ρολά και αποτραβιέται ξανά στα σκοτάδια. Πρέπει να ξυπνήσω, να βγω από το όνειρο, να σηκώσω τα μανίκια και να χωθώ στην πραγματικότητα... Βρέχει, είναι Χριστούγεννα, καιρός για ευχές. Καλές γιορτές και επί Γης ειρήνη...

Κυριακή, Δεκεμβρίου 13, 2009

Τα «καταραμένα βιβλία»

«Μη διαβάζετε, όπως κάνουν τα παιδιά, για να ψυχαγωγηθείτε. Ούτε, όπως κάνουν οι φιλόδοξοι, για να μορφωθείτε. Όχι, διαβάζετε για να ζείτε», Γ. Φλομπέρ

ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΟΥΣΑ τις προάλλες τη συνέντευξη ενός γνωστού Αμερικανού ψυχαναλυτή, ελληνικής καταγωγής. Ανάμεσα στα άλλα, σε κάποιο σημείο, αναφέρεται στην αγάπη του για τα βιβλία και τις βιβλιοθήκες. Στο γραφείο και στο σπίτι του στη Νέα Υόρκη υπάρχουν μεγάλες βιβλιοθήκες που εντυπωσιάζουν τους επισκέπτες. «Πιστεύω ότι αγαπώ τόσο πολύ τα βιβλία και τις βιβλιοθήκες επειδή μεγάλωσα σε ένα σπίτι χωρίς βιβλία» λέει. Τα βιβλία για τους μετανάστες γονείς του αποτελούσαν είδος πολυτελείας. Δεν είχαν ούτε τη μόρφωση ούτε τα χρήματα για να τα αγοράσουν. Ό,τι συμβαίνει και με τους περισσότερους μετανάστες γονείς σήμερα στην Ελλάδα. Τα παιδιά τους μεγαλώνουν, συνήθως, σε σπίτια χωρίς βιβλία και βιβλιοθήκες. Ό,τι συνέβη και με τα παιδιά των εσωτερικών μεταναστών στην Αθήνα, κάποτε. Τα περισσότερα από αυτά, φαντάζομαι, μεγάλωσαν σε σπίτια χωρίς βιβλία...

●●●

ΠΡΟΣΩΠΙΚΑ
μεγάλωσα σε ένα σπίτι όπου υπήρχε μια μεσαίου μεγέθους βιβλιοθήκη, γεμάτη βιβλία, τα περισσότερα των οποίων τα απεχθανόμουν. Οι γονείς μου, διωκόμενοι από το καθεστώς, προσπαθούσαν να φτιάξουν μια βιβλιοθήκη- βιτρίνα που θα αποδείκνυε την πίστη τους στο καθεστώς, με την ελπίδα ότι θα γλίτωναν περισσότερες διώξεις και βάσανα. Αν και η βιβλιοθήκη ήταν κάτι το ιδιωτικό, μακριά από τα μάτια της εξουσίας. Αλλά σε ένα τυραννικό καθεστώς ποτέ δεν ξέρεις. Τα ράφια της βιβλιοθήκης ήταν γεμάτα από βιβλία των «Ηγετών του Κόμματος» και τα λαμπρά πνεύματα του μαρξισμού- λενινισμού. Μόνο έργα του Ενβέρ Χότζα υπήρχαν καμιά εβδομηνταριά και συνεχώς προσθέτονταν και άλλα. Ο Μεγάλος Ηγέτης τελικά εξέδωσε 110 βιβλία! Είναι, χωρίς αμφιβολία, ο πιο παραγωγικός συγγραφέας της χώρας και ίσως και των Βαλκανίων. Μετά τα βιβλία του Μεγάλου Ηγέτη, τα οποία αποτελούσαν τον κύριο όγκο της βιβλιοθήκης, έρχονταν τα βιβλία των «αγαπημένων συντρόφων» του Κόμματος. Λιγότερα από εκείνα του Ηγέτη, φυσικά. Όποιου θα του πέρναγε από τον νου η τρελή ιδέα να γράψει και να εκδώσει περισσότερα βιβλία από όσα ο Μεγάλος Ηγέτης θα έπαιζε το κεφάλι του κορόναγράμματα. Μετά έρχονταν τα ξένα, «καθώς πρέπει» βιβλία, μεταφρασμένα στα αλβανικά. Το «Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος» του Μαρξ και δίπλα του το «Κεφάλαιο». Με κόκκινο εξώφυλλο το ένα, με μαύρο το άλλο. Κάποια βιβλία του Ένγκελς, με πράσινα εξώφυλλα. Τα βιβλία του Λένιν. Θυμάμαι πολύ καλά το βιβλίο «Υλισμός και Εμπειριοκριτικισμός», επειδή είχε ωραίο καφέ εξώφυλλο πολυτελείας. Ακολουθούσαν βιβλία του Στάλιν, σχεδόν όλα με γκρι εξώφυλλα. Κάποια στιγμή προστέθηκαν και τα βιβλία του Μάο. Ένα από αυτά ήταν συλλογή ποιημάτων, γραμμένα, εάν δεν κάνω λάθος, στη διάρκεια της Πολιτιστικής Επανάστασης. Την περίοδο της μεγάλης σφαγής, τον σύντροφο Μάο, καθώς φαίνεται, τον είχε συνεπάρει ο ποιητικός οίστρος...

●●●

Η ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ των γονέων μου πάθαινε αυξομειώσεις. Καινούργια βιβλία προσθέτονταν και άλλα εξαφανίζονταν. Όχι επειδή δεν υπήρχε θέση πια στη βιβλιοθήκη αλλά επειδή γίνονταν ανεπιθύμητα. Έτσι εξαφανίστηκαν μια μέρα, ξαφνικά, τα βιβλία του συντρόφου Μάο. Ήταν τότε που η Αλβανία διέρρηξε τις σχέσεις με την Κίνα και ο Ενβέρ Χότζα κατηγόρησε τον Μάο για «ρεβιζιονισμό». Κάθε τόσο, επίσης, εξαφανίζονταν τα βιβλία των προδοτών και βιβλία που περιείχαν θετικές αναφορές ή φωτογραφίες τους. Όταν κάποιος σύντροφος κηρυσσόταν «προδότης» από το Κόμμα έπρεπε να εξαφανιστεί, κυριολεκτικά, από προσώπου γης... Μεγαλώνοντας, ανακάλυψα ότι εκτός από αυτήν τη βιβλιοθήκη-βιτρίνα, οι γονείς μου φύλαγαν και «επικίνδυνα», απαγορευμένα, τα λεγόμενα «καταραμένα βιβλία». Συνήθως τα κράταγαν στο δωμάτιό τους, κλεισμένα στα κομοδίνα. Σαν αμαρτωλές αποδείξεις που έπρεπε να μείνουν κρυμμένες στο σκοτάδι. Τέτοια βιβλία δεν κυκλοφορούσαν ποτέ στο σπίτι. Δεν τα έβρισκες ξεχασμένα πάνω σε τραπέζι ή στον καναπέ. Ήταν φοβερά μυστικά που προέρχονταν και κατέληγαν στο σκοτάδι. Η πρόσβασή μου στα «καταραμένα βιβλία» έγινε εφικτή μόνο όταν μπήκα στην εφηβεία. Και υπό τον όρο και τον όρκο ότι δεν θα συζητούσα έξω από το σπίτι γι΄ αυτά...

●●●

Η ΕΦΗΒΕΙΑ μου σημαδεύτηκε, κατά κάποιον τρόπο, από τα «καταραμένα βιβλία». Βιβλία που το καθεστώς είχε απαγορεύσει και η λίστα των οποίων μάκραινε όλο και πιο πολύ. Στον κύκλο των φίλων μου όποιος είχε διαβάσει Κάφκα ή Ντοστογιέφσκι ήταν σαν να κατείχε θησαυρό ολόκληρο. Ζούσαμε στην επαρχία και τα «καταραμένα βιβλία» έφθαναν πολύ δύσκολα σε μας. Και όταν έφθαναν στα χέρια μας, έφθαναν σε κάτι ταλαιπωρημένες φωτοτυπίες τις οποίες δεν μπορούσαμε να πολλαπλασιάζουμε. Πολύ σπάνια έφθαναν ολόκληρα. Συνήθως έφθαναν αποσπάσματα βιβλίων. Πενήντα σελίδες από κάποιο βιβλίο του Κάφκα, είκοσι σελίδες από κάποιο έργο του Μπόρχες, εβδομήντα σελίδες από τη «Λολίτα» του Ναμπόκοφ, δέκα ποιήματα του Μποντλέρ από τα «Άνθη του κακού», πέντε ποιήματα του Ρεμπό, χειρόγραφα που κάποιος είχε διαβάσει και είχε αντιγράψει με υπομονή. Τα αποσπάσματα αυτά, των «καταραμένων βιβλίων», αποτελούσαν θραύσματα ενός κόσμου πέρα από τα σύνορα, ενός απαγορευμένου κόσμου, που κυκλοφορούσαν από χέρι σε χέρι, σαν δυσεύρετοι θησαυροί, στα ιταλικά ή στα γαλλικά, επειδή ήταν οι γλώσσες που κατείχαν οι περισσότεροι στον κύκλο μας. Και όταν έπεφταν στα χέρια μας, έστω και αποσπασματικά, δεν τα διαβάζαμε απλά, τα καταβροχθίζαμε. Η κρυφή ανάγνωση είναι παθιασμένη σαν τον κρυφό έρωτα. Έπειτα, συχνά, συνέβαινε να μιλάμε για βιβλία που είχαμε διαβάσει μόνο αποσπασματικά. Ή ακόμα και για βιβλία που δεν είχαμε διαβάσει ποτέ αλλά ποθούσαμε να διαβάσουμε, πράγμα που μου φέρνει στον νου το πρόσφατο βιβλίο του Πιέρ Μπαγιάρ: «Πώς να μιλάμε για βιβλία που δεν έχουμε διαβάσει»...

ΤΟΤΕ ΕΙΧΑΜΕ πολύ χρόνο στη διάθεσή μας για να διαβάσουμε βιβλία. Δεν είχαμε όμως τη δυνατότητα να διαβάσουμε τα βιβλία που θέλαμε. Σήμερα, ανήκω στους τυχερούς μετανάστες της πρώτης γενιάς που μπορούν να έχουν βιβλία και μια βιβλιοθήκη. Δεν έχω όμως πια τον χρόνο να τα διαβάσω. Μερικές φορές νοσταλγώ εκείνη την εποχή, όπου το διάβασμα των «καταραμένων βιβλίων» αποτελούσε πραγματική ιεροτελεστία. Η σχέση με το βιβλίο ήταν ερωτική... Μερικά από τα παλαιά αναγνώσματα τα έχω σήμερα μαζί μου στην Αθήνα. Στέκονται σε διάφορες γωνίες της βιβλιοθήκης...

●●●

Τα βιβλία ξεχνιούνται. Όταν τα ανοίγουμε, ύστερα από χρόνια, βρίσκουμε διάφορες σημειώσεις «γεννημένες» κάποτε, που μας πάνε πίσω στο παρελθόν ή που δεν μας λένε πια τίποτα. (Παρεμπιπτόντως, αφού τα αγαπάμε τα βιβλία, γιατί τα κακοποιούμε με σημειώσεις που πολλές φορές μοιάζουν με μουντζούρες;). Τα βιβλία μαζεύονται στο σπίτι χωρίς να καταλάβουμε πώς και γιατί. Κατακτούν, σαν αόρατοι εισβολείς, όλες τις γωνίες του σπιτιού. Διεκδικούν και κατακτούν τον χώρο όπου ζεις. Και τότε είναι που αναρωτιέσαι αν πραγματικά σου χρειάζονται όλα αυτά τα βιβλία. Γιατί μπήκαν και τι κάνουν εδώ; Γιατί τα αγοράσαμε, γνωρίζοντας εκ των προτέρων ότι ίσως δεν θα τα διαβάσουμε ποτέ; Και γιατί αυτά τα βιβλία και όχι άλλα;

●●●

Ένας Γάλλος βιβλιομανής, ο Ζακ Μπονέ, έγραψε πρόσφατα ένα ωραίο βιβλίο που μιλά για όλα αυτά. Πώς ταξινομούμε τα βιβλία, πώς τα διαβάζουμε, πώς η κάθε βιβλιοθήκη είναι ένας καθρέφτης του κατόχου της. Εξηγεί πώς η σχέση μας με τα βιβλία σημαδεύεται από ασήμαντες νίκες και ταπεινωτικές ήττες. Μας προτείνει μικρά κόλπα για να καταφέρουμε να σταματήσουμε την επέλαση των βιβλίων. Και πως είναι καλό, κάθε τόσο, να απομακρύνουμε βιβλία από τη βιβλιοθήκη μας. Να τα χαρίσουμε σε άλλους, ειδικά σε όσους γεννιούνται και μεγαλώνουν σε σπίτια χωρίς βιβλία και βιβλιοθήκες. Σε όσους δεν έχουν τη δυνατότητα να αγοράσουν βιβλία ενώ τα ποθούν...

Info: http://www.futurelibrary.gr/

Η ιστοσελίδα ενός κοινωνικού δικτύου «βιβλιομανών» που θέλει να συμβάλλει στη βελτίωση της ποιότητας των υπηρεσιών που προσφέρουν οι Βιβλιοθήκες στο ευρύτερο κοινό

Τρίτη, Δεκεμβρίου 01, 2009

Φούσκες μου αγαπημένες...

«Το αγόρι και η σαπουνόφουσκα», έργο του Έντουαρντ Μανέ

Το Ντουμπάι ήταν μια φουτουριστική φούσκα στη μέση της ερήμου. Τελικά έσκασε. Και τώρα, λένε οι ειδικοί, όλοι φοβούνται μη σκάσουν και άλλες τέτοιες φούσκες, σε ερήμους και θάλασσες. Ζούμε τα τελευταία χρόνια περικυκλωμένοι από φούσκες. Ειδικά χρηματιστηριακές φούσκες. Ακούς με τέτοια συχνότητα τη λέξη φούσκα που, κάποια στιγμή, δεν μπορείς να αντισταθείς στον πειρασμό να φέρεις στον νου και τις φούσκες των παιδικών χρόνων. Τις σαπουνόφουσκες. Ήταν το παιχνίδι που με βασάνιζε περισσότερο απ΄ όλα τα άλλα, γιατί ήμουν εντελώς αδέξιος. Δεν μου έβγαιναν οι σαπουνόφουσκες. Την ώρα του παιχνιδιού, ζήλευα τα παιδιά που έκαναν μεγάλες σαπουνόφουσκες φυσώντας το «μαγικό καλαμάκι». Όσο πιο μεγάλη και όσο πιο ψηλά, χωρίς να σκάσει, πήγαινε η σαπουνόφουσκα τόσο μεγαλύτερη ήταν η δόξα του «παραγωγού» της.
Απ΄ ό,τι θυμάμαι από τότε, δεν είναι όλες οι σαπουνόφουσκες ίδιες. Υπάρχει η τυχερή σαπουνόφουσκα, που την αβαντάρει ο απαλός αέρας, τη βοηθά να ανέβει ψηλά. Και καθώς ανεβαίνει, αρχίζει και παίρνει διάφορα χρώματα, μοιάζει με ένα μικρό θαύμα, στρογγυλό και διαφανές. Υπάρχει η σαπουνόφουσκα- τεμπέλα, που πέφτει αμέσως κάτω επειδή βαριέται ή φοβάται να πετάξει. Γίνεται χίλια κομμάτια και δεν την προσέχει κανείς. Συνήθως εμένα μού τύχαιναν τέτοιες. Υπάρχει η σαπουνόφουσκα- μητέρα, που από τη στιγμή που βγαίνει από το «μαγικό καλαμάκι» φαίνεται να γεννά, ως εκ θαύματος, άλλες σαπουνόφουσκες. Και γίνονται αυτές μια ατέλειωτη ουρά που μοιάζει, καμιά φορά, στην ουρά που κρατάνε οι πρόσφυγες στο Αλλοδαπών. Ή στην ουρά που βρέθηκα χθες στην Εφορία. Οι σαπουνόφουσκες έχουν κάτι το μαγικό, σχηματίζονται με λίγο ή με τίποτα, ανεβαίνουν ψηλά και δεν θέλουν να πεθάνουν, σαν τα δικά μας όνειρα. Μετά σκάνε ξαφνικά και εξαφανίζονται πάλι στο τίποτα, «τιμωρώντας» όσους πιστεύουν ότι οι φούσκες είναι αιώνιες. Μια σαπουνόφουσκα είναι ό,τι πιο ελαφρύ υπάρχει και η ελαφρότητά της συνοδεύεται με μια ύπαρξη έντονη και εξαιρετικά σύντομη. Σαν τη δική μας, κάπως. Γιατί, νομίζω, μοιάζουμε εμείς οι άνθρωποι στις σαπουνόφουσκες. Ή, μήπως, οι σαπουνόφουσκες μοιάζουν σε μας; Δεν ξέρω. Πάντως ένας από τους σοφούς αυτού του κόσμου, ο Πιέρ Ζιλ ντε Ζεν (νομπελίστας φυσικός το 1991), είπε ότι «σε μια σαπουνόφουσκα συνυπάρχουν όλες οι φάσεις της ανθρώπινης ζωής. Η φούσκα γεννιέται, μεγαλώνει και αναπτύσσεται, γερνάει και τελικά... εξαφανίζεται». Πολύ πριν από αυτόν, ένας άλλος μεγάλος, ο Ισαάκ Νεύτων διατύπωσε τη θεωρία του για τα χρώματα παρατηρώντας τις σαπουνόφουσκες και απολαμβάνοντας τη μαγεία τους.
Τόση μεγάλη είναι η γοητεία της σαπουνόφουσκας και της φούσκας που οι ζωγράφοι της Αναγέννησης άρχισαν να τις βάζουν στους πίνακές τους. Ήταν τότε που η τέχνη άρχισε να γίνεται «ελαφριά» και ανθρωποκεντρική, μεταμορφώνοντας τις σαπουνόφουσκες σε αξιοθαύμαστα και παράξενα αντικείμενα ταυτόχρονα. Η ολλανδική ζωγραφική, διάβασα τις προάλλες, είναι γεμάτη από φούσκες και σαπουνόφουσκες. Με παιδάκια που κρατάνε δίσκους ή μπολάκια στα χέρια, φυσώντας με χάρη τα λεπτά καλαμάκια και σχηματίζοντας διαφανείς φούσκες, σύμβολα της ανθρώπινης ευθραυστότητας. Στη Βενετία, στις μέρες μας, οι μεγάλοι μαζεύονται στην πλατεία Sant΄ Αngelo κάθε χρόνο και γιορτάζουν φυσώντας τα λεπτά καλαμάκια και σχηματίζοντας σαπουνόφουσκες. Είναι ένας τρόπος για να θυμούνται το χαμένο πάθος και την αφέλεια των παιδικών χρόνων. «Όλος ο κόσμος είναι μια λεπτή φούσκα/ Όπου μέσα της επιπλέει η αλήθεια», τραγουδά ο Πολ Μακάρτνι. Τι κρίμα που οι τράπεζες και η απληστία μας μάς «έκλεψαν» και τις αγαπημένες μας φούσκες. Και συμβολίζουν τώρα τα «τοξικά» ομόλογα και τη χρεοκοπία...

Τρίτη, Νοεμβρίου 24, 2009

Γράφοντας, κρύβεσαι λίγο...

Με ρωτάει αναγνώστης εάν είναι δύσκολο να γράφει κανείς σε μια γλώσσα που δεν είναι η μητρική του, όπως συμβαίνει με μένα. Νομίζω ότι το να γράφεις σε μια γλώσσα που δεν είναι η μητρική σου αποτελεί παγίδα και προνόμιο μαζί. Παγίδα γιατί κάθε φορά που δεν σου αρέσει αυτό που γράφεις έχεις τον πειρασμό να φορτώνεις την αποτυχία σου στην «ξένη» γλώσσα. Εκείνη γίνεται, κατά κάποιον τρόπο, ο αποδιοπομπαίος τράγος σου. Από την άλλη, αποτελεί προνόμιο γιατί η σχέση μαζί της παραμένει μια σχέση μόνιμης περιέργειας. Δεν την παίρνεις ποτέ ως δεδομένη. Γιατί δεν σου δόθηκε. Την κατέκτησες. Ψάχνεσαι και την ψάχνεις συνέχεια. Ποτέ δεν θα γίνει δική σου με τον ίδιο τρόπο που είναι η μητρική γλώσσα. Αλλά εκείνες οι μικρές ανασφάλειες που σου δημιουργεί όταν γράφεις, κάποιες φορές είναι ευεργετικές γιατί σου ανεβάζουν την αδρεναλίνη. Η σχέση με τη μητρική γλώσσα, νομίζω, εμπεριέχει πάντα το στοιχείο της ρουτίνας και της βαρύτητας. Η σχέση με την «ξένη» γλώσσα δεν γίνεται ποτέ ρουτίνα. Σου χαρίζει μια αίσθηση ελαφρότητας και ελευθερίας, μια επιθυμία παιχνιδιού και κατάκτησης. Η σχέση με τη μητρική σου γλώσσα μοιάζει με τη μητρική στοργή. Εκείνη με μια ξένη γλώσσα που κατέκτησες μοιάζει με την ερωτική. Τουλάχιστον αυτά μπορώ να πω για τη σχέση μου με τα ελληνικά. Από εκεί και πέρα, για να γράφεις, η κατάκτηση της γλώσσας δεν φτάνει. Η γραφή είναι αγάπη και θεραπεία μαζί. Χαρά και ανάγκη. Για να κλέψω μια φράση του Σεπουλβέδα: αφηγούμαι σημαίνει αντιστέκομαι. Προπαντός στη δική σου μιζέρια και μικρότητα. Για να γράφεις, πρέπει να διψάς για το παιχνίδι, εκείνο των λέξεων και της πλοκής. Να επιθυμείς να το διασκεδάσεις, αλλά και να υποφέρεις ταυτόχρονα. Δεν γίνεται να γράφεις χωρίς μια δόση μαζοχισμού. Γράφεις γιατί έχεις εμπιστοσύνη στον εαυτό σου και ταυτόχρονα γιατί είσαι ανασφαλής. Το λευκό χαρτί είναι ο εξομολογητής και ο εχθρός σου μαζί. Μερικές φορές σου δίνεται με την ευκολία μιας πανέμορφης νυμφομανούς, άλλες φορές σε τσακίζει. Γράφεις γιατί νιώθεις ότι έχεις κάτι να πεις. Γιατί θέλεις να μοιραστείς τον φόβο και την ευτυχία σου. Γράφεις γιατί πάντα σου λείπει κάτι, αλλά δεν ξέρεις τι. Γράφεις γιατί, γράφοντας, κρύβεσαι λίγο, όπως όταν ήσουν παιδί και κρυβόσουν από την πραγματικότητα κάτω από το πάπλωμα, στο σκοτάδι, τον χειμώνα. Γράφεις γιατί έχεις την ψευδαίσθηση ότι μπορείς να μεταφράζεις την ανοησία σε ιστορία. Γράφεις γιατί θέλεις να εξορκίζεις τον φόβο, γιατί θέλεις να γοητεύεις. Θέλεις να σ΄ αγαπούν και να σε θαυμάζουν. Γράφεις για να κρύψεις την εσωτερική σου σύγχυση. Γράφεις για να σβήσεις. Ποτέ δεν κατάλαβα όσους γράφουν με την ίδια ευκολία που τρώμε. Γράφεις όχι για να αλλάξεις τον κόσμο, αλλά για να τον συνοδέψεις. Γράφεις για να κάνεις τον άλλον να βγει έξω από το πετσί του. Για όσο διαρκεί ένα άρθρο ή ένα βιβλίο, να δει τον κόσμο με τα μάτια του άλλου. Και γράφοντας ανακαλύπτεις πόσο αδυσώπητος και ανελέητος είναι ο χρόνος. Γράφοντας δε σε εφημερίδα, ειδικά έχοντας την στάμπα του «ξένου», μαθαίνεις ενδεχομένως να κάνεις μεγάλο στομάχι, ικανό να χωνεύει αισχρά και ανόητα σχόλια. Ανακαλύπτεις ότι οι μισαλλόδοξοι και οι δυστυχισμένοι είναι εκείνοι που ουρλιάζουν πιο πολύ. Αλλά αυτό που πρέπει πάντα να κρατάς, εάν θέλεις να προχωρήσεις, είναι η ανθρωπιά όσων σε διαβάζουν. Αν ξέρεις να κάνεις υπομονή και δεν τα παρατάς, στο τέλος θα σου δοθεί απλόχερα. Είναι, ίσως, το πιο πολύτιμο μάθημα που σου δίνει η τέχνη της γραφής.

Τρίτη, Νοεμβρίου 17, 2009

Ποιος θα είσαι αυτή τη νύχτα;


Διάβασα τις προάλλες στα «ΝΕΑ» έξι λόγους για τους οποίους πρέπει να κοιμόμαστε πολύ καλά. Κυρίως, επειδή η αϋπνία ενδέχεται να μας κάνει πιο χοντρούς και πιο χοντροκέφαλους. Ο σοφός Πυθαγόρας, που την ημέρα ασχολιόταν με τους αριθμούς και τη νύχτα με τα ουράνια σώματα, είχε ορίσει για τις σχολές του ότι «ο μαθητής πρέπει να κοιμάται έξι ώρες. Στον τεμπέλη δώστε επτά, σε κανέναν οκτώ». Αλλά οι έξι ώρες ήταν απαραίτητες για όλους. Κάτω από αυτό το όριο βρίσκονταν η εξάντληση και οι εφιάλτες. Εάν υπήρχε μια «λίστα κακοποιημένων τομέων» στην εποχή μας, ο ύπνος θα καταλάμβανε περίοπτη θέση. Στη νεωτερικότητα ο κόσμος διαιρέθηκε σε αυτούς που δρουν και τους άλλους που κοιμούνται. Η αφύπνιση έγινε η κύρια αξία των ανθρώπων και των εθνών, ενώ ο ύπνος θεωρήθηκε σύμβολο των καθυστερημένων. Τον ύπνο τον λοιδόρησαν, τον σνόμπαραν, τον θεώρησαν μια περιττή ανακωχή, μια απλή ανάπαυλα του μυαλού, ένα άχρηστο υπόλειμμα του εγκεφάλου, κάτι σαν τη σκωληκοειδίτιδα. Η αϋπνία έγινε και εξακολουθεί να είναι οικονομική και πολιτική αξία. Οι τύραννοι του 20ού αιώνα, που συνήθως κοιμούνταν όπως η λαίδη Μάκβεθ, μισούσαν τον ήσυχο και καλό ύπνο. Ο Χίτλερ και ο Στάλιν ήταν εργασιομανείς και πρωταθλητές της αϋπνίας. Οι στενοί τους συνεργάτες διαλαλούσαν την ικανότητα των αφεντικών τους να μην κοιμούνται πολύ, να μη χρειάζονται σχεδόν καθόλου ύπνο. Τα ολοκληρωτικά καθεστώτα καλούσαν τον πληθυσμό να επαγρυπνεί, να μην κοιμάται, να μην τον πιάσουν στον ύπνο οι εχθροί της φυλής ή της τάξης. Το πιο γνωστό σύνθημα στην κομμουνιστική Αλβανία ήταν: «Να είμαστε άγρυπνοι. Το νερό κοιμάται, ο εχθρός δεν κοιμάται»...
Αλλά και στις δημοκρατίες μας τον ύπνο δεν τον έχουν σε μεγάλη υπόληψη. «Τι τον θέλουμε τον ύπνο, αφού θα κοιμηθούμε στον άλλον κόσμο για πάντα;» σου λένε οι μανιχαϊστές οπαδοί της αϋπνίας. Όποιος δεν κοιμάται, όμως, δεν ονειρεύεται. «Εάν ο ύπνος ήταν- όπως μας λένε- μια ανακωχή, μια απλή ανάπαυση του μυαλού, γιατί όταν ξυπνάς απότομα έχεις την εντύπωση ότι σου έχουν υπεξαιρέσει μια περιουσία;» γράφει ο Μπόρχες στο ποίημά του «Το όνειρο». «Γιατί είναι τόσο θλιβερό να ξυπνάς νωρίς; Η ώρα μάς στερεί ένα φανταστικό δώρο, τόσο οικείο, σε τέτοιο σημείο, που μόνο στον βαθύ ύπνο μας εκδηλώνεται, που το ξύπνημα μαλαματώνει με όνειρα, χλωμοί, κομμένοι στη μέση, αντικατοπτρισμοί των θησαυρών της σκιάς, ενός άχρονου κόσμου, χωρίς όνομα, που η μέρα διαστρεβλώνει στους καθρέφτες της. Ποιος θα είσαι αυτή τη νύχτα στον σκοτεινό ύπνο, από την άλλη πλευρά του τείχους σου;». Μόνο όποιος κοιμάται καλά καταφέρνει και ονειρεύεται. Και η αληθινή ζωή, ο αληθινός εαυτός, μερικές φορές εκδηλώνονται στον σκοτεινό ύπνο και στα όνειρα που τον συνοδεύουν. Γιατί ο ύπνος είναι κάτι σαν συνεργείο της ψυχής. Εάν οι τύραννοι κοιμούνταν πιο πολύ, ίσως να μην είχαν προκαλέσει τέτοιον όλεθρο και τόσα πτώματα. Εάν οι φανατικοί κοιμούνταν καλύτερα, ίσως να μην ήταν τόσο δυστυχισμένοι, να μην έβλεπαν εχθρούς και συνωμοσίες παντού. Και αν εκείνα τα golden boys, οι κοκαϊνομανείς της Γουόλ Στριτ, κοιμούνταν λίγο περισσότερο, ίσως τώρα δεν θα τρέμαμε μη μας έρθει ο ουρανός σφοντύλι. Θα κοιμόμασταν λίγο καλύτερα τα βράδια, κάνοντας όνειρα πιο ελαφριά και σοφά...

Δευτέρα, Νοεμβρίου 02, 2009

Krótki podręcznik przekraczania granic

"Krótki podręcznik przekraczania granic" σημαίνει "Μικρό Ημερολόγιο Συνόρων" στα πολωνικά. Απο τις πολωνικές εκδόσεις Czarne. Μετάφραση της Ewa T. Szyler. Βρίσκεται ήδη στα πολωνικά βιβλιοπωλεία. Feeling good, όπως θα έλεγε η Nina Simone.

Link: http://www.czarne.com.pl/?a=651

Σάββατο, Οκτωβρίου 24, 2009

«Αρπάχτε τους Αλβανούς…»


Πήγα στην «Ακαδημία Πλάτωνος» την περασμένη εβδομάδα. Η ουρά μπροστά στον κινηματογράφο μεγάλη. Η αίθουσα φίσκα. Εντυπωσιακό για περίοδο οικονομικής κρίσης. Τα εισιτήρια, ως συνήθως, ακριβά. (Νομίζω ότι η Αθήνα έχει τα πιο ακριβά σινεφίλ εισιτήρια στην Ευρώπη πλέον). Ρωτάω τον θυρωρό γιατί τα εισιτήρια δεν είναι αριθμημένα, αφού υπάρχει τόσος κόσμος,. «Ξέρεις τώρα» μου απαντά. «Πρέπει να ρίξουν κάποια χρήματα, υπολογιστές και τέτοια». Τα εισιτήρια δεν είναι αριθμημένα, ο κόσμος πολύς και περιμένοντας τους θεατές της προηγούμενης προβολής να βγουν από την αίθουσα, στο φουαγιέ δημιουργείται ένα μικρό μπάχαλο. «Τι γίνεται, στο αλλοδαπόν ήρθαμε;» λέει κάποιος νεαρός, αστειευόμενος…

***

Ίσως να είναι Αλβανός μετανάστης. Πως να τον διακρίνεις όμως από τους Έλληνες; Δεν μοιάζει με Αλβανό. Δεν μπορώ να τον διακρίνω ούτε εγώ, που τόσες φορές έχω ακούσει να μου λένε ότι δεν μοιάζω με Αλβανό. Δεν υπάρχει εδώ το σκυλάκι της κωμωδίας που γαυγίζει όταν το πλησιάζουν Αλβανοί. Κατά την διάρκεια της ταινίας, μπορούσες, κάπως, να καταλάβεις ποιοι ήταν οι Αλβανοί μετανάστες μέσα στην αίθουσα. Γελούσαν όταν άκουγαν διαλόγους στα αλβανικά, οι περισσότεροι των οποίων δεν είχαν μεταφραστεί, ίσως επίτηδες. Όταν η ταινία τέλειωσε, έριξα μια ματιά τριγύρω μου, προσπαθώντας να μαζέψω εντυπώσεις. Αμηχανία. Έτσι μου φάνηκε…

***

Από καλλιτεχνικής άποψης η «Ακαδημία Πλάτωνος», κατά την γνώμη μου, είναι μια εξαιρετική κομεντί. Εάν αφαιρέσεις την πολύ αμήχανη σκηνή στην κηδεία της μητέρας, ίσως η καλύτερη ελληνική κομεντί των τελευταίων είκοσι χρόνων. Ο Καφετζόπουλος, στον ρόλο του καταθλιπτικού Σταύρου που πέφτει από τα σύννεφα όταν ανακαλύπτει πως η μάνα του μιλάει αλβανικά, είναι «άπαιχτος». Μια συγκλονιστική, θα έλεγα, κωμωδία που δεν αποπειράται να διδάσκει. Ίσως η πρώτη ελληνική ταινία που μιλά για τους μετανάστες χωρίς να χωρίσει την ελληνική κοινωνία σε «εμείς» και «εκείνοι». Έλληνες και «ξένοι», είναι όλοι, κομμάτι μιας πραγματικότητας δύσκολης, αμήχανης και επώδυνης, που μοιάζει ακίνητη και ταυτόχρονα αλλάζει, ανάμεσα σε χίλιες αντιφάσεις και τραγελαφικές καταστάσεις. Ο «ξένος», ο μετανάστης, σε αυτή την ταινία δεν είναι ούτε ιδανικός, ούτε εξωτικός, ούτε διασκεδαστικός, ούτε απέναντί μας, ούτε δίπλα μας. Είναι μέσα μας...


***

Προσωπικά, ταυτίστηκα με τον Σταύρο, τον έλληνα ψιλικατζή, που βρίσκεται παγιδευμένος ανάμεσα σε μια ακίνητη πραγματικότητα - την οποία διασχίσει παθητικά με το σαραβαλιασμένο μηχανάκι του - και την κατάθλιψή του. Η στιγμή που ακούει τη μητέρα του να μιλά αλβανικά και ανακαλύπτει πως έχει έναν Αλβανό μετανάστη για αδελφό δεν μου προκάλεσε ευθυμία. Μπαίνοντας στο πετσί του ένιωσα να με διασχίσουν ρίγη. Να σε έχει αφήσει η φίλη σου, να τρέχεις στις ατέλειωτες ουρές του ΙΚΑ με μια μητέρα βαριά άρρωστη, οι μόνες στιγμές που διασκεδάζεις είναι όταν μετράς τους Κινέζους εργάτες στο απέναντι κατάστημα και όταν τραγουδάς «δεν θα γίνεις Έλληνας ποτέ Αλβανέ» και, επιπλέον, να ανακαλύπτεις ότι ο αδελφός σου είναι Αλβανός μετανάστης! Το τελευταίο, ειδικά, σε αποτελειώνει. Γιατί ο «Αλβανός» δεν είναι φυλετική κατηγορία. Είναι κοινωνικό στάτους που το σύγχρονο κοινωνικό φαντασιακό στην Ελλάδα το ταυτίζει με τον πάτο της κοινωνίας. Και όταν νιώθεις ήδη στον πάτο, έστω και αν ψηφίζεις και καμαρώνεις γι’αυτό, η αποκάλυψη ότι συγγενεύεις με τον «Αλβανό» αποτελεί εφιάλτη. Όσο πιο δυστυχισμένος είσαι τόσο πιο πολύ μισείς αυτόν που θεωρείς πιο δυστυχισμένο από σένα. Όσος πιο «ξένος» νιώθεις, στην ίδια σου την χώρα, τόσο πιο πολύ δεν χωνεύεις τους άλλους ξένους. Και προπαντός σιχαίνεσαι όχι τόσο το διαφορετικό – τουλάχιστον στα λόγια - όσο εκείνον τον κατώτερο, που σου μοιάζει πιο πολύ από όλους, που σου θυμίζει αυτό που υπήρξες ο ίδιος στο παρελθόν. Ίσως, η μεγαλύτερη «αμαρτία» των Αλβανών μεταναστών, όπως προκύπτει από τη κωμωδία, δεν είναι ούτε το γεγονός ότι ήρθαν πολλοί ούτε ότι έκαναν πολλά. Είναι προπαντός η αφόρητη ομοιότητά τους με τους Έλληνες…



Κάποτε είχα μια σαδομαζοχιστική ιδέα. Να κάνω την διατριβή μου με θέμα την εικόνα των Αλβανών στον ελληνικό Τύπο και των Ελλήνων στον αλβανικό τύπο, τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια. Λέω ότι η ιδέα ήταν σαδομαζοχιστική γιατί ανήκω σε αυτούς τους λιγοστούς, παλαβούς και «ύποπτους», που δηλώνουν διπλή ταυτότητα: Έλληνας και Αλβανός ή Αλβανός και Έλληνας. Κάθε φορά που Ελληναράδες και Αλβαναράδες ακούν κάτι τέτοιο βγάζουν σπυράκια (και εγώ αντλώ μια διπλή σαδιστική ευχαρίστηση για να πω την αλήθεια). Αν δήλωνα Έλληνας και Εσκιμώος ή Αλβανός και Εσκιμώος δεν θα υπήρχε κανένα πρόβλημα. Αλλά στα Βαλκάνια μας έμαθαν ότι δυο βαλκανικές ταυτότητες είναι αδύνατον να συνυπάρχουν. Πρέπει η μία να αποκλείσει την άλλη. Σε έναν χώρο όπου όλοι συγγενεύουν με όλους – όπως είναι τα Βαλκάνια – η διπλή ταυτότητα τρομάζει γιατί δεν υπακούει στις θεωρίες για την καθαρότητα του αίματος. Γιατί ξυπνά τις μνήμες μια πρωθύστερης συνύπαρξης και συγγένειας. Εν πάση περιπτώσει. Έλεγα για την διατριβή μου. Ψάχνοντας λοιπόν τις εφημερίδες εντόπισα αμέτρητες «μπούρδες» και από τις δυο πλευρές των συνόρων. Πρέπει να πω, πάντως, ότι οι περιγραφές στον ελληνικό Τύπο για τους Αλβανούς, ειδικά μέχρι το 1999, είναι άξιες για ταινίες τρόμου. Αλλά και ανάμεσα σε αυτές μπορεί να εντοπίσει κανείς το «άγχος» της ομοιότητας και της συγγένειας ανάμεσα σε Έλληνες και Αλβανούς. Ελάχιστες πιθανότητες υπάρχουν, νομίζω, να ακούμε ένα ρατσιστικό ρεφρέν του τύπου: «Δεν θα γίνεις Έλληνας ποτέ Αφρικανέ ή Πακιστανέ». Φοβάσαι μην γίνει σαν και σένα - ή μην γίνεις εσύ σαν και αυτόν, όπως έσυ τον έχεις πλάθει στην φαντασία σου - αυτός που συγγενεύει με σένα. Ο περιφρονημένος ξάδερφός σου. Σαν να λέμε ότι ο «Αλβανός» είναι η εφιαλτική εκδοχή του «Έλληνα» και ο «Έλληνας» η ιδανική εκδοχή του «Αλβανού»…


Βλέποντας τον Σταύρο της κωμωδίας να κρεμά κάθε μέρα τις εφημερίδες στο ψιλικατζίδικό του, αναπόφευκτα το μυαλό μου πήγε στην έρευνά μου με τις εφημερίδες. Σκέφτηκα ότι εάν οι ελληνικές εφημερίδες σήμερα έγραφαν για τους Αλβανούς αυτά που έγραφαν εκείνες έναν αιώνα πριν, τότε ο Σταύρος και η παρέα του δεν θα ένιωθαν φόβο και απέχθεια για τους Αλβανούς. Μάλιστα, από όλες τις ελληνικές εφημερίδες που μίλαγαν πολύ για τους Αλβανούς τότε, ξεχώριζε η μεγαλύτερη και η πιο έγκυρη, η «Ακρόπολις». Στις πέντε Αυγούστου 1910 η εφημερίδα ανήγγελλε στους αναγνώστες της μια μεγάλη είδηση: την κυκλοφορία μιας εικονογραφημένης ιστορίας της Αλβανίας και των Αλβανών ώστε να γνωρίσουν την «άγνωστον ως Κίναν Αλβανίαν, εις την Ελλάδα, για να ηδούμε πόσο μαζί τους μοιάζομαι και τι αίμα, ιστορία και παραδόσεις μας συνδέουν». Στο πρωτοσέλιδο της εφημερίδας γραφόταν με πηχυαίους τίτλους: «Περιμένατε τους Αλβανούς. Περιμένατε ΤΑ ΉΘΗ ΚΑΙ ΈΘΙΜΑ των Αλβανών. Πως πολεμούν Πως γυμνάζονται Πως ερωτεύονται Πως εκκλησιάζονται Πως διαιτώνται Πως τρώνε Πως εκδικούνται Πως ξυρίζουν τα κεφάλια τους Τι τραγουδάνε Τι πιστεύουν. ΠΕΡΙΜΕΝΑΤΕ ΤΟΥΣ ΑΛΒΑΝΟΥΣ». Επί δυο μήνες συνεχιζόταν η διαφημιστική καμπάνια της εφημερίδας, προειδοποιώντας τους Έλληνες αναγνώστες, Αρβανίτες και μη, να πάρουν τα μέτρα τους γιατί οι Αλβανοί θα γίνουν ανάρπαστοι. «Αλβανοί εικονογραφημένοι. Αρπάχτε τους για σίδερο για τονωτικό!!!» έλεγε ο τίτλος μιας μέρας (Ακρόπολις, 5 Αυγ. 1910). Και ο τίτλος της άλληςμέρας: «Ό`τι είναι το 606 δια την ακατανόμαστον νόσον, αυτό είναι η ανάγνωσις των «ΑΛΒΑΝΩΝ» δια κάθε ψυχικήν νευρασθένειαν, δια κάθε λειποψυχίαν, δια κάθε μελαγχολίαν, δια κάθε απαισιοδοξίαν…» (Ακρόπολις, 14 Σεπτ. 1910). Οι Αλβανοί, με πρωτοβουλία της Ακρόπολις, είχαν γίνει μόδα. Στην Αθήνα, στην επαρχία, στα κιόσκια, στα καπνοπωλεία, στα πρακτορεία, άνδρες και γυναίκες διαβάζανε το ανδρικότερο και εκλυστικότερο από όλα τα αναγνώσματα της ημέρας, για τους «φρατέλοι των Ελλήνων», τους Αλβανούς. Αν ο Σταύρος και η παρέα του έβλεπαν τους τίτλους της «Ακρόπολις» πριν από έναν αιώνα θα είχαν πέσει από τα σύννεφα. Με τον ίδιο τρόπο που έπεσε ο Σταύρος όταν ανακάλυψε ότι μπορεί να έχει για αδελφό έναν Αλβανό μετανάστη. Η ιστορία, τελικά, είναι η μεγαλύτερη κωμωδός. Και εμείς οι τραγελαφικοί της ένοικοι…




ΥΓ. Ευχαριστώ τον Νικόλαο Γκίκα, υποψήφιο διδάκτορα του Παντείου, χάρη στον οποίον ανακάλυψα τους τίτλους της «Ακρόπολις»…

Κυριακή, Οκτωβρίου 18, 2009

«Η μνήμη μου αποτελείται από θραύσματα»


«Γεννήθηκα στην Τασκένδη το 1957. Από γονείς πολιτικούς πρόσφυγες. Οι γονείς μου ήταν με το Δημοκρατικό Στρατό. Πολύ νέοι και οι δυο. Ήταν από το ίδιο χωριό, Λιά, στα σύνορα με την Αλβανία...
Έφυγαν με το τέλος του εμφυλίου πολέμου, το 1949. Βρέθηκαν στην Αλβανία όπου γνωρίστηκαν σε κάποιο νοσοκομείο. Ήταν τραυματίες. Από το Δυρράχιο, με σοβιετικά πλοία, έφυγαν για την Τασκένδη. Ταξίδεψαν σε τρομακτικές συνθήκες, πέντε χιλιάδες αντάρτες… Κρυμμένοι στα αμπάρια… Πολλοί πέθαναν… Όταν έφθασαν στην Τασκένδη, οι ντόπιοι νόμιζαν ότι έχουν να κάνουν με αιχμαλώτους πολέμου, επειδή φορούσαν ακόμα τις χλαίνες τους… Οι γονείς μου παντρεύτηκαν στην Τασκένδη. Τον πατέρα μου τον έβαλαν να δουλέψει σε ένα εργοστάσιο ως τορναδόρος. Η μητέρα μου δούλευε σε ένα παιδικό σταθμό….

***

Οι Έλληνες μέναμε σε δική μας συνοικία. Δίπλα ήταν συνοικίες Ουζμπέκων και Ρώσων. Παράλληλες κοινωνίες-γκέτο στη μεγάλη Σοβιετική πατρίδα... Θυμάμαι ότι για όλους τους άλλους εμείς ήμασταν οι ξένοι. Τα «ελληνάκια»… Υπάρχει ένα κοινό στοιχείο που έχω συναντήσει σε παιδιά επιζώντων του Ολοκαυτώματος ή ανταρτών του Ισπανικού Εμφυλίου… Οι γονείς μας δεν μας μίλησαν ποτέ ξεκάθαρα για τα βιώματά τους. Ακούγαμε πάντα κομματιασμένες αφηγήσεις… Πιστεύω ότι ο άνθρωπος έχει ανάγκη να απωθήσει στη λήθη τις οριακές στιγμές που σε βάζουν αντιμέτωπο με την φράση «τι σημαίνει άνθρωπος;»… Δεν μπορώ να ξεχάσω μια κουβέντα που μου είπε κάποιος αντάρτης στην Τασκένδη: «παιδί μου αν θυμηθώ έναν νεκρό, όλοι οι νεκροί θα έρθουν στον ύπνο μου»... Ο γονείς μας ένιωθαν διπλά «ηττημένοι». Έχασαν και τον πόλεμο και την πατρίδα τους... Εμείς ως παιδιά δεν είχαμε παρόν, μόνο παρελθόν. Δεν ήταν οι μάχες. Ήταν ένα παρελθόν ωραιοποιημένο, που πήγαινε μέχρι την αρχαία Ελλάδα. Και ένα μέλλον αφηρημένο: η επιστροφή στην Ελλάδα… Μέσα σε όλη αυτή την κατάσταση ήταν σχεδόν αδύνατον να χτιστεί μια ταυτότητα...

***

Γυρίσαμε στην Ελλάδα το 1965. Η εικόνα που έχω στο μυαλό μου είναι ένα τεράστιο ζώο, αρνί νομίζω, σε μια σούβλα που το ψήνουν οι γονείς μου και οι φίλοι τους ως αποχαιρετιστήριο γεύμα, στο σπίτι μας στην Τασκένδη... Θυμάμαι τη μητέρα που μου είπε ότι φεύγουμε και να χαρίσω τα παιχνίδια στους φίλους… Για τη μητέρα μου η επιστροφή σήμαινε ότι έφευγα από παιδί, γινόμουν άνδρας… Δεν μπορώ να μιλήσω εκ μέρους των γονέων μου για τους λόγους που επέστρεψαν στην Ελλάδα… Ήταν μια ανάγκη επιστροφής στην πατρίδα. Χωρίς να περάσει από το μυαλό τους ο εφιάλτης που θα ακολουθούσε…

***

Φθάσαμε στον Πειραιά την ημέρα που γίνονταν οι μεγάλες διαδηλώσεις και σκοτώθηκε ο Σωτήρης Πέτρουλας. «Που φθάσαμε Μαριάνθη;» ρώτησε πανικοβλημένος ο πατέρας μου τη μάνα μου… Βρεθήκαμε σε ένα σπίτι στο Βοτανικό. Έμενε η αδελφή του πατέρα μου, η οποία δούλευε στα μποστάνια. Η περιοχή ολόκληρη ήταν ένα τεράστιο μποστάνι. Δεν υπήρχε ρεύμα… Από εκεί φύγαμε στο χωριό των γονέων μου, στα βουνά της Μουργκάνας… Με μια ειδική άδεια από την αστυνομία, γιατί ήταν παραμεθόριος περιοχή... Η πρώτη εικόνα που έχω είναι η γιαγιά μου που μας φωνάζει να πάμε να αρμέξουμε τις κατσίκες για να πιούμε γάλα. Είχα πανικοβληθεί… Δεν καταλάβαινα που ήμασταν... Οι άνθρωποι μας κοίταγαν περίεργα και εχθρικά...

***

Γυρίσαμε Αθήνα, στην Αγία Βαρβάρα, από τις πιο φτωχικές συνοικίες τότε. Ήμασταν απάτριδες. Στην Ελλάδα ταξιδέψαμε με ένα διαβατήριο του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού που ήταν μόνο για ένα ταξίδι προς Ελλάδα, χωρίς δικαίωμα επιστροφής. Ο πατέρας μου δεν είχε άδεια εργασίας. Μετά από λίγο καιρό κατάφερε να βρει δουλειά στην οικοδομή. Δεν ξέρω αν δούλευε στη μαύρη ή κατάφερε να βγάλει άδεια εργασίας… Εμάς μας πήγαν στο σχολείο… Μετά από λίγο καιρό έγινε η Χούντα. Εμένα και τον αδελφό μου μας υποχρέωσαν να γίνουμε Έλληνες πολίτες. Αν δεν δεχόμασταν η ποινή ήταν να μας διώχνουν από όλα τα σχολεία. Οι γονείς μας απάτριδες, εμείς, τα παιδιά, Έλληνες πολίτες… Θυμάμαι ένα χτύπημα στην πόρτα, τη μαμά μου να ανοίγει την πόρτα, να καλημερίζει κάποιον, να μιλάνε. Ήταν ο αστυνομικός που ερχόταν κάθε πρωί στο σπίτι για να δει ποιοι πέρασαν το βράδυ σε μας… Θυμάμαι τους γονείς μου να ακούνε κάθε βράδυ Ντόιτσε Βέλε και την Φωνή της Αλήθειας… Αν τα μεταφέρω όλα αυτά εδώ είναι μόνο ως μια κατάσταση ιστοριολογίας και όχι θυματολογίας… Αυτό που έχει μείνει στο μυαλό μου ήταν η απέραντη ζεστασιά των γονιών μου για να μας προστατέψουν…

***

Στην Τασκένδη ήμουν ένα ξένο παιδάκι. Στην Ελλάδα γίνομαι πλέον ένα κομμουνιστάκι. Ένα παιδάκι τέρας, που οι δάσκαλοι δείχνουν με το δάκτυλο... Κάποιοι από αυτούς πρέπει να έχουν πεθάνει. Ήταν τόσο αγράμματοι και κακομοίρηδες… Σήμερα νιώθω οίκτο για αυτούς… Από την ημέρα που έφθασα στην Ελλάδα η μνήμη της ζωής μου στην Τασκένδη αρχίζει και γίνεται ένα ντουλάπι σκοτεινό… Στο μυαλό μου χτίζεται αυθόρμητα μια σκέψη, για να αμυνθώ, για να μπορέσω να σωθώ, να ζήσω: ότι για όλα αυτά, για το ότι οι δάσκαλοι και οι συμμαθητές μου με βλέπουν ως ένα παιδάκι τέρας, ευθύνεται το παρελθόν μου στην Τασκένδη, η γλώσσα που μάθαινα στο σχολείο, τα ρώσικα. Εκεί πέφτει ένα πέπλο μαύρο... Σήμερα δεν θυμάμαι ούτε μια λέξη στα ρώσικα… Η ατομική μνήμη χτίζεται από το περιβάλλον που υπάρχουμε. Από το πώς το περιβάλλον μας βοηθάει ή δεν μας βοηθάει να κρατήσουμε στοιχεία από το παρελθόν μας. Ατομική μνήμη έξω από το κοινωνικό μας περιβάλλον δεν υφίσταται...


***

Βρέθηκα στην αυλή του σχολείου μου στην Τασκένδη μετά από σαράντα χρόνια, το 2005. Είχα φωτογραφίες μαζί μου για να ταυτοποιήσω εμένα τον Ηλία σήμερα με τον Ηλία του 1965. Εδώ, έλεγα στον εαυτό μου, ήταν το σχολείο μου. Μπήκα στον διάδρομο, που είχα διασχίσει χιλιάδες φορές ως παιδί… Και ξαφνικά συνειδητοποίησα ότι η μνήμη μου αποτελείται από θραύσματα... Ένιωσα τότε την ανάγκη ως άνθρωπος, ως καλλιτέχνης, να κάνω τέχνη, να μεταφέρω, να σώσω αυτή την κομματιασμένη μνήμη… Έχω αρχίσει εδώ και καιρό την φωτογράφιση και ηχογράφηση των πολιτικών προσφύγων στην Τασκένδη. Κατάφερα να βρω σαράντα επτά αντάρτες… Οι τριάντα εφτά απάτριδες. Θέλουν να επιστρέψουν να πεθάνουν στην Ελλάδα και το ελληνικό κράτος τους το αρνείται… Ήθελα να δω το παρελθόν, τη κομματιασμένη μου μνήμη, τη δική μου και των άλλων. Όχι ως προσπάθεια ηρωoποίησης και θυματοποίησης… Αν μείνουμε στα τραύματα είμαστε αξιοθρήνητοι. Αν καταφέρουμε να τα κάνουμε τέχνη, να τα κάνουμε α-λήθη, τότε, ίσως κάτι κάναμε. Θέλω, μέσω της τέχνης, να είμαι μέσα στη μη λήθη…


Ένας σκοτεινός, θαυματουργός, θάλαμος


Ο παππούς μου μετανάστευσε στην Αμερική το 1905. Όταν επέστρεψε έφερε μαζί του μια φωτογραφική μηχανή, ένα τρίποδα. Είναι ο πρώτος φωτογράφος στα βουνά της Μουργκάνας… Εγώ όμως δεν έχω δει ούτε μια φωτογραφία του… Κάποια στιγμή, στους Βαλκανικούς πολέμους, υποχρεώνεται να πουλήσει την φωτογραφική του μηχανή. Κάνει οικογένεια και παιδιά, στα οποία μιλούσε συνέχεια για ένα περίεργο, θαυματουργό μηχάνημα που βγάζει φωτογραφίες, περιγράφοντας λεπτομέρειες για το πώς λειτουργεί… Ο πατέρας μου μαθαίνει τα πάντα για την φωτογραφική τέχνη, χωρίς να έχει δει ποτέ του φωτογραφική μηχανή… Στην Τασκένδη, ως πρόσφυγας πλέον, το πρώτο πράγμα που έκανε ήταν να αγοράσει μια φωτογραφική μηχανή, μάρκας Ζόρκι. Για να μπορέσει να κάνει όσα του είχε μάθει ο πατέρας του. Αγόρασε μετά και ένα τρίποδα. Εγώ, ουσιαστικά, γεννήθηκα μέσα σε ένα φωτογραφικό θάλαμο. Έβλεπα τον μπαμπά ως μάγο που παράγει εικόνες… Ο μπαμπάς μου ήταν απλά ένας ερασιτέχνης φωτογράφος… Μετά από δεκαετίες, βρίσκεται ένας τρελαμένος στην οικογένεια, που πιάνει ξανά μια φωτογραφική μηχανή για να καταγράψει εξόριστες, κομματιασμένες μνήμες. Πρόσωπα και μαρτυρίες μιας τραγικής εποχής…»


INFO: Ο εικαστικός Ηλίας Πούλος ζει στο Παρίσι. Η φωτογραφική έκθεση «Εξόριστες Μνήμες», με μαρτυρίες πολιτικών προσφύγων στην Τασκένδη, θα εκτίθεται στο Αίθριο του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών, 20 Οκτωβρίου - 16 Νοεμβρίου, με ελεύθερη είσοδο για το κοινό...