Τρίτη, Νοεμβρίου 24, 2009

Γράφοντας, κρύβεσαι λίγο...

Με ρωτάει αναγνώστης εάν είναι δύσκολο να γράφει κανείς σε μια γλώσσα που δεν είναι η μητρική του, όπως συμβαίνει με μένα. Νομίζω ότι το να γράφεις σε μια γλώσσα που δεν είναι η μητρική σου αποτελεί παγίδα και προνόμιο μαζί. Παγίδα γιατί κάθε φορά που δεν σου αρέσει αυτό που γράφεις έχεις τον πειρασμό να φορτώνεις την αποτυχία σου στην «ξένη» γλώσσα. Εκείνη γίνεται, κατά κάποιον τρόπο, ο αποδιοπομπαίος τράγος σου. Από την άλλη, αποτελεί προνόμιο γιατί η σχέση μαζί της παραμένει μια σχέση μόνιμης περιέργειας. Δεν την παίρνεις ποτέ ως δεδομένη. Γιατί δεν σου δόθηκε. Την κατέκτησες. Ψάχνεσαι και την ψάχνεις συνέχεια. Ποτέ δεν θα γίνει δική σου με τον ίδιο τρόπο που είναι η μητρική γλώσσα. Αλλά εκείνες οι μικρές ανασφάλειες που σου δημιουργεί όταν γράφεις, κάποιες φορές είναι ευεργετικές γιατί σου ανεβάζουν την αδρεναλίνη. Η σχέση με τη μητρική γλώσσα, νομίζω, εμπεριέχει πάντα το στοιχείο της ρουτίνας και της βαρύτητας. Η σχέση με την «ξένη» γλώσσα δεν γίνεται ποτέ ρουτίνα. Σου χαρίζει μια αίσθηση ελαφρότητας και ελευθερίας, μια επιθυμία παιχνιδιού και κατάκτησης. Η σχέση με τη μητρική σου γλώσσα μοιάζει με τη μητρική στοργή. Εκείνη με μια ξένη γλώσσα που κατέκτησες μοιάζει με την ερωτική. Τουλάχιστον αυτά μπορώ να πω για τη σχέση μου με τα ελληνικά. Από εκεί και πέρα, για να γράφεις, η κατάκτηση της γλώσσας δεν φτάνει. Η γραφή είναι αγάπη και θεραπεία μαζί. Χαρά και ανάγκη. Για να κλέψω μια φράση του Σεπουλβέδα: αφηγούμαι σημαίνει αντιστέκομαι. Προπαντός στη δική σου μιζέρια και μικρότητα. Για να γράφεις, πρέπει να διψάς για το παιχνίδι, εκείνο των λέξεων και της πλοκής. Να επιθυμείς να το διασκεδάσεις, αλλά και να υποφέρεις ταυτόχρονα. Δεν γίνεται να γράφεις χωρίς μια δόση μαζοχισμού. Γράφεις γιατί έχεις εμπιστοσύνη στον εαυτό σου και ταυτόχρονα γιατί είσαι ανασφαλής. Το λευκό χαρτί είναι ο εξομολογητής και ο εχθρός σου μαζί. Μερικές φορές σου δίνεται με την ευκολία μιας πανέμορφης νυμφομανούς, άλλες φορές σε τσακίζει. Γράφεις γιατί νιώθεις ότι έχεις κάτι να πεις. Γιατί θέλεις να μοιραστείς τον φόβο και την ευτυχία σου. Γράφεις γιατί πάντα σου λείπει κάτι, αλλά δεν ξέρεις τι. Γράφεις γιατί, γράφοντας, κρύβεσαι λίγο, όπως όταν ήσουν παιδί και κρυβόσουν από την πραγματικότητα κάτω από το πάπλωμα, στο σκοτάδι, τον χειμώνα. Γράφεις γιατί έχεις την ψευδαίσθηση ότι μπορείς να μεταφράζεις την ανοησία σε ιστορία. Γράφεις γιατί θέλεις να εξορκίζεις τον φόβο, γιατί θέλεις να γοητεύεις. Θέλεις να σ΄ αγαπούν και να σε θαυμάζουν. Γράφεις για να κρύψεις την εσωτερική σου σύγχυση. Γράφεις για να σβήσεις. Ποτέ δεν κατάλαβα όσους γράφουν με την ίδια ευκολία που τρώμε. Γράφεις όχι για να αλλάξεις τον κόσμο, αλλά για να τον συνοδέψεις. Γράφεις για να κάνεις τον άλλον να βγει έξω από το πετσί του. Για όσο διαρκεί ένα άρθρο ή ένα βιβλίο, να δει τον κόσμο με τα μάτια του άλλου. Και γράφοντας ανακαλύπτεις πόσο αδυσώπητος και ανελέητος είναι ο χρόνος. Γράφοντας δε σε εφημερίδα, ειδικά έχοντας την στάμπα του «ξένου», μαθαίνεις ενδεχομένως να κάνεις μεγάλο στομάχι, ικανό να χωνεύει αισχρά και ανόητα σχόλια. Ανακαλύπτεις ότι οι μισαλλόδοξοι και οι δυστυχισμένοι είναι εκείνοι που ουρλιάζουν πιο πολύ. Αλλά αυτό που πρέπει πάντα να κρατάς, εάν θέλεις να προχωρήσεις, είναι η ανθρωπιά όσων σε διαβάζουν. Αν ξέρεις να κάνεις υπομονή και δεν τα παρατάς, στο τέλος θα σου δοθεί απλόχερα. Είναι, ίσως, το πιο πολύτιμο μάθημα που σου δίνει η τέχνη της γραφής.

6 σχόλια:

BUTTERFLY είπε...

Γκαζι φιλε μου...εγραψες!

Πηνελόπη είπε...

Οι αναγνώστες, δε διαβάζουν από ανθρωπιά αλλά από ανάγκη. Ανάγκη που μπορεί να διαφέρει από αναγνώστη σε αναγνώστη. Προσωπικά τουλάχιστον, δε σας διαβάζω από ανθρωπιά. Διανοητική είναι η σχέση γράφοντος-αναγνώστη και καθόλου συναισθηματική. Σχέση διανοητικής αλληλεξάρτησης.

airgood@gmail.com είπε...

Καλή η σχέση με την μητρική γλώσσα
καλή και με την μητριακή
κάλιστη με αμφότερες τις γλώσσες
μάχονται για κάθε λέξη σε κάθε σκέψη
διαρκώς ενώπιον τού Σολομώντα
αναζητούν με αγωνία την κρίση σαν
τού Ρώμου και τού Ρωμύλου την λύκαινα.

katerina είπε...

Εγραψες και κατάφερες να κάνεις αυτόν που σε διαβάζει να αναγνωρίζει στις γραμμές σου τον εαυτό του, τις ανάγκες του, τους φόβους του, τις μικρές κρυφές του σκέψεις και να χαμογελά κοιτώντας μια οθόνη..Σίγουρα στο τέλος θα σου δοθεί απλόχερα

Ελένη είπε...

Αν και η επιστήμη λέει πως κανείς δεν μπορεί να κατακτήσει μία δεύτερη γλώσσα σε επίπεδο φυσικού ομιλητή (εκτός κι αν είναι η μητρική του), είσαι η απόδειξη πως όχι μόνο μπορεί κάποιος να φτάσει τον φυσικό ομιλητή, αλλά μπορεί και να τον ξεπεράσει σε γραφή και σε βάθος σκέψης.
Συγχαρητήρια για τα πανέμορφα κείμενα σου.

Όφιος είπε...

το ίδιο περίπου γράφει και ο Βασίλης Αλεξάκης για την σχέση του με τα Γαλλικά...