Κυριακή, Δεκεμβρίου 20, 2009

Τα "s", τα "r" και τα "g"


Περιπλανιέμαι στους δρόμους της Αθήνας, κοντά στο κέντρο. Η διαδρομή με βγάζει στην Πλατεία Κοτζιά, απέναντι από το δημαρχείο, σε μια φάτνη από αυτές τις πλαστικές που αναπαριστά τη γέννηση του Χριστού. Λίγο πιο πέρα τα περιστέρια αρχίζουν και πετούν ανήσυχα, προαναγγέλλοντας την άφιξη της βροχής. Απέναντι από τη φάτνη μετανάστες βγάζουν φωτογραφίες. Κάποιος με μια μηχανή, άλλος με το κινητό του. Ίσως αυτές οι φωτογραφίες σταλούν στις χώρες καταγωγής τους. Είναι και αυτές κομμάτι της ιστορίας αυτής της πόλης. Κάθε πόλη μπορεί να περιγραφεί με δύο είδη αφηγήσεων. Την επίσημη και την ανεπίσημη. Την πρώτη, τη διαβάζουμε παντού, τη βλέπουμε στην τηλεόραση, σε αφίσες και διαφημίσεις. Η δεύτερη αφήγηση, η ανεπίσημη, είναι σιωπηλή και αόρατη. Συνήθως μεταδίδεται προφορικά, όπως τα αρχαία έπη και οι παλιοί μύθοι. Την ακούς, εάν προσέξεις, στους τηλεφωνικούς θαλάμους όπου συχνάζουν οι μετανάστες. Τη βλέπεις, εάν σου τύχει, στις φωτογραφίες ή στα βίντεο που μεταφέρουν εικόνες από τη θαυμαστή πόλη στις οικογένειές τους στο γενέθλιο χωριό. Ιστορίες συνήθως δυσνόητες, γιατί λέγονται και γράφονται σε άλλες γλώσσες και γιατί συνήθως δεν αφορούν την επίσημη αφήγηση...

ΒΡΕΧΕΙ, είναι Χριστούγεννα, καιρός για ευχές. Κάθομαι μπροστά στον υπολογιστή για να στείλω τις δικές μου. Βλέπω αυτές που μου έχουν στείλει. Το e-mail είναι ο πιο γρήγορος ταχυδρόμος. Τις χριστουγεννιάτικες κάρτες τις λαμβάνεις και τις στέλνεις από εδώ. Μπορείς να επιλέξεις μία του γούστου σου στις χιλιάδες ιστοσελίδες που προσφέρονται γι΄ αυτόν τον σκοπό. Αν έχεις όρεξη και φαντασία, μπορείς να φτιάξεις ακόμα και τη δική σου. Μερικοί νοσταλγούν τα παλιά χρόνια, όταν οι κάρτες στέλνονταν με το ταχυδρομείο. Έπρεπε να τις αγοράσεις, να γράψεις τις ευχές σου, τη διεύθυνση του αγαπημένου προσώπου, να περπατήσεις μέχρι το ταχυδρομείο για να τις ταχυδρομήσεις. Τώρα όλα αυτά φαίνονται σαν να ανήκουν σχεδόν σε έναν κόσμο που έχει μπει στο μουσείο. Τα πάντα γίνονται πιο γρήγορα, πιο σύντομα, με ένα κλικ που λέμε. Οι παλιοί τρόποι ισχύουν μόνο για τους λιγοστούς παλιούς φίλους. Για τους άλλους είναι το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο.

ΚΑΙ ΕΝΩ ετοιμάζω το mailing list μου, πέφτω στο μήνυμα ενός αναγνώστη που θέλει να μάθει σε ποια γλώσσα ονειρεύομαι, στην ελληνική ή στη μητρική μου; Μου κάνουν σχετικά συχνά αυτή την ερώτηση. Κάποιοι το κάνουν με ύφος γεμάτο περιέργεια. Άλλοι με ευγένεια. Μερικοί, κάποιες φορές, έχουν ένα ανακριτικό ύφος λες και θέλουν να τους δείξω εκεί, επί τόπου, σαν διαπιστευτήρια, τα όνειρά μου. Ή τους εφιάλτες μου. Αυτή η ερώτηση καμιά φορά μου προκαλεί αμηχανία, επειδή τις περισσότερες φορές δεν θυμάμαι τη γλώσσα στην οποία ονειρεύομαι. Νομίζω ότι στα όνειρα και στους εφιάλτες δίνουμε λίγη σημασία στη γλώσσα. Εκεί μιλούν πολύ περισσότερο οι χειρονομίες παρά το στόμα. Από τα όνειρα και τους εφιάλτες μου απομένει περισσότερο η αγωνία, ο ερεθισμός, η χαρά, ο φόβος, η έκσταση παρά η γλώσσα και οι λέξεις. Παράξενο. Σε κάτι τόσο άυλο και άτοπο όσο το όνειρο, επικρατεί πιο πολύ το σώμα παρά ο λόγος. Πιο πολύ το αίσθημα παρά οι λέξεις που μπορούν να το εκφράσουν και να το μεταφέρουν. Οπωσδήποτε συναντώ στα όνειρα ανθρώπους, γνωστούς και άγνωστους, που μου μιλούν και τους μιλώ σε κάποια γλώσσα, αλλά δίνω ελάχιστη σημασία σε ποια. Καμιά φορά έχω την εντύπωση ότι μιλώ σε πολλές γλώσσες μαζί σε μια γλώσσα-Βαβέλ, όπως στην «Οδύσσεια» του Τζόις. Ίσως γιατί ο τόπος όπου συχνά με οδηγούν τα όνειρα και οι εφιάλτες είναι ένας τόπος-Βαβέλ, ένας τόπος-άτοπος, ένα ντανταϊστικό κολάζ πολλών τοπίων, γνωστών και άλλων άγνωστων, όπου οι γλώσσες αναμειγνύονται και αυτές, τα αλβανικά συγχέονται με τα ελληνικά, λέξεις και φράσεις στα ιταλικά, γαλλικά, αγγλικά. Οι γλώσσες που γνωρίζω με επισκέπτονται, με ακανόνιστο ρυθμό και τρόπο, όταν το ασυνείδητο έχει το πάνω χέρι...

ΕΧΩ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΩΣΗ ότι στα όνειρα και στους εφιάλτες μιλώ κάτι περισσότερο από τις γλώσσες που γνωρίζω. Ίσως γιατί το όνειρο έχει μια δική του γλώσσα, κατανοητή μόνο σε αυτόν που ονειρεύεται και ταυτόχρονα αμετάφραστη, γιατί είναι μια γλώσσα πολύ ιδιωτική, που ανήκει μόνο σε μας. Μια γλώσσα, εκείνη του ονείρου, την οποία κανείς άλλος δεν μπορεί να μιλήσει και που δεν μπορείς να μάθεις σε κανέναν. Οι γλώσσες στις οποίες μου απευθύνονται οι άλλοι, στα όνειρα ή στους εφιάλτες που βλέπω, είναι επίσης γλώσσες-Βαβέλ. Στα όνειρα η ετερότητα παύει να χρησιμοποιεί τη γλώσσα ως διακριτικό σημείο, ως διαχωριστικό σύνορο μεταξύ του Εγώ και του Άλλου. Στα όνειρα οι γλώσσες έχουν πολλή διάθεση για παιχνίδι και για χορό με μάσκες. Εκεί έχω συναντήσει την πεθαμένη γιαγιά μου να μου μιλά στα ελληνικά, ενώ δεν ήξερε ούτε λέξη. Κοκάλωσα από την έκπληξη. Έχω συναντήσει Έλληνες φίλους μου να μου μιλούν στα αλβανικά, ενώ ούτε εκείνοι δεν ήξεραν και δεν ξέρουν ούτε λέξη στα αλβανικά. Τους κοιτούσα με γουρλωμένα μάτια...

Υπάρχουν όμως στιγμές που η γλώσσα στα όνειρα μου προκαλεί αγωνία. Υπάρχουν περιπτώσεις που άγνωστα πρόσωπα, συνήθως, μου μιλούν σε μια άγνωστη γλώσσα ενώ εγώ τους ακούω ανήμπορος. Όπως τότε, τον πρώτο καιρό στην Αθήνα, όταν δεν ήξερα ούτε μια λέξη και βρέθηκα περικυκλωμένος από μια γλώσσα εντελώς ακατανόητη για μένα, την οποία έπρεπε να μάθω, αν ήθελα να επιβιώσω πρώτα από όλα. Θυμάμαι πως τις πρώτες μέρες, έφθασα στο συμπέρασμα ότι αυτή η γλώσσα έχει πολλά «s», «r» και «g» και γι΄ αυτό ηχούσε στα αυτιά μου σαν ραπτομηχανή. Οι άγνωστοι άνθρωποι γύρω μου τη μιλούσαν τόσο γρήγορα, μεγαλώνοντας την απελπισία μου. Έτσι και τώρα, κάθε τόσο, βλέπω στα όνειρα ή τους εφιάλτες μου πρόσωπα που μου μιλούν σε μια γλώσσα άγνωστη όπου συνήθως επικρατούν τα «s», τα «r» και τα «g» και εγώ αγωνιώ να καταλάβω τι λένε, να πιάσω το νόημα αυτών των άγνωστων λέξεων, να καταλάβω εάν αυτές οι λέξεις αποτελούν για μένα καταδίκη ή ευκαιρία, αποδοχή ή απόρριψη. Προσπαθώ να δω πέρα από τις λέξεις, να διαβάσω τις χειρονομίες, την κίνηση των χεριών, την κίνηση που κάνουν οι κόρες των ματιών...

ΑΥΤΗΝ την άγνωστη γλώσσα που με περικυκλώνει τη νιώθω ως απειλή και μου προκαλεί φόβο και ντροπή. Ντρέπομαι που δεν την καταλαβαίνω. Ντρέπομαι το βλέμμα εκείνων που τη μιλούν, ένα βλέμμα που η αλαζονεία μειγνύεται με τον οίκτο. Αλλά την ίδια στιγμή, αυτή η συνθήκη μού ακονίζει την περιέργεια. Δεν θέλω να παραιτηθώ. Θέλω να την κατακτήσω αυτή την άγνωστη γλώσσα. Φοβάμαι πολύ μην αποτύχω. Καταλαβαίνω ότι βρίσκομαι σε μειονεκτική θέση, σε θέση αδυναμίας. Αν ήμουν σε πλεονεκτική θέση, δεν θα ένιωθα καμία περιέργεια, δεν θα ένιωθα αυτήν την άγνωστη γλώσσα ως απειλή, δεν θα ένιωθα τόσο εύθραυστος και ανασφαλής επειδή δεν την καταλαβαίνω και δεν τη μιλώ, δεν θα ένιωθα αυτή την έντονη ανάγκη να την κατακτήσω, δεν θα με ένοιαζε να την κάνω δική μου... Εκείνη τη στιγμή, το ασυνείδητο κατεβάζει τα ρολά και αποτραβιέται ξανά στα σκοτάδια. Πρέπει να ξυπνήσω, να βγω από το όνειρο, να σηκώσω τα μανίκια και να χωθώ στην πραγματικότητα... Βρέχει, είναι Χριστούγεννα, καιρός για ευχές. Καλές γιορτές και επί Γης ειρήνη...

4 σχόλια:

Δύο τόνους μακαρόνια είπε...

"Αν μπορούσα θα έπαιζα διαφημίσεις μέχρι και στα όνειρα!" - Η φιλοδοξία ενός διαφημιστή...

ele είπε...

χριστουγέννα + μετανάστες + ονείρα = το απρόσμενο, το άγνωστο που μας περιβάλλει. Τα Χριστούγεννα σηματοδοτούν το τέλος μιας 12 - μήνης περιόδου και την αγωνία άφιξης μιας άλλης, οι μετάναστες φορούν πάντα μιαν αόρατη πανοπλία πάνω τους, η οποία τους προσδίδει μια εικόνα 'σκότους' και 'απρόσμενης συμπεριφοράς' , τα όνειρα είναι ο μεγάλος 'Αγνωστος', μας επισκέπτονται απρόσκλητα και μας επιβάλλουν τον δικό τους κώδικα συμεπριφροράς.

Louisa είπε...

Αγαπητέ Γκάζι,
Ανήκω στους Έλληνες συμπατριώτες σας που λίγο τους νοιάζει σε ποια γλώσσα ονειρεύεστε. Με ενδιαφέρει, έτσι εντελώς εγωιστικά, ότι εμένα με κάνετε να ονειρεύομαι στην υποτιθέμενη δική μου. Το χθεσινό χρονογράφημα δεν χρειάζεται σχόλια. Είναι απλώς συγκλονιστικό. Το μόνο που μπορώ να σας πω είναι ότι σας ζηλεύω και ότι με βοηθάτε να ξεπεράσω τις δικές μου δυσκολίες. Ζώντας σε έναν "ξένο" τόπο - του οποίου την γλώσσα ελάχιστα μιλώ, αλλά, ευτυχώς(;) δεν την χρειάζομαι για να επιβιώσω - και προσπαθώντας να μάθω τη ντοπιολαλιά, νομίζω πως κατανοώ πόσο μεγάλο ρόλο παίζουν τα "ρο" του έρωτα, τα "σίγμα" του φιδιού και τα σκληρά τα "γκ" που ηχούν γύρω σου σε μία γλώσσα που δεν είναι η δική σου. Ελπίζω τώρα, που είναι και δικά σας όλα αυτά, να σας είναι πιο ευχάριστες οι γιορτές στην Ελλάδα. Να είστε καλά και να μη μας φύγετε ποτέ. Γιατί μπορεί εμείς, ως δήθεν αυτόχθονες, πληγωμένοι από τον αυτισμό του τόπου μας, πολλές φορές να επιλέγουμε την εξορία, αλλά εσάς σας χρειαζόμαστε να είσαστε εκεί. Για λόγους εύλογους που δεν είναι του παρόντος.
Λουίζα Μητσάκου

Filandeza είπε...

Gezur Krislinjden

Καθώς το έγραψα, προσπάθησα να το διαβάσω για να καταλάβω τον ήχο του.
Μη τη φοβάστε την ελληνική Κύριε Καπλάνι, την έχετε κατακτήσει κιόλας. Τη γράφετε πολύ καλύτερα από ορισμένους έλληνες που υποτίθεται πως γράφουν βιβλία, άρθρα στις εφημερίδες ή σενάρια για την τιβούλα.