Σάββατο, Ιανουαρίου 24, 2009

Amerika.... Obamerika...

Ένας μαύρος κάθεται σε έναν Λευκό Οίκο που κάποτε έχτισαν μαύροι δούλοι. Και όμως, κινείται...


Έκανα ζάπινγκ προχθές, μετά την ορκωμοσία του Ομπάμα, σε ελληνικά και αλβανικά κανάλια. Κάποια στιγμή, σε ένα ελληνικό κανάλι, πέτυχα κάποιον ειδικό που έκανε κόσκινο το επιτελείο του Ομπάμα, προσπαθώντας να βρει φιλέλληνες και ανθέλληνες. Μετά από λίγο, σε κάποιο αλβανικό κανάλι, εμφανίστηκε ένας ειδικός που έκανε και αυτός κόσκινο το επιτελείο του Ομπάμα προσπαθώντας να βρει φιλοαλβανούς και αντιαλβανούς. Δεν μπόρεσα να συγκρατήσω τα γέλια…


***

Γεννήθηκα σε μια χώρα, την Αλβανία, όπου ο αντιαμερικανισμός ήταν για πενήντα χρόνια «επίσημη θρησκεία». Δεν υπήρχε βαρύτερη κατηγορία από εκείνη του «φιλοαμερικανού». Με μια τέτοια κατηγορία «εξασφάλιζες» στα κάτεργα τα διπλά χρόνια ενός serial killer. Η Αμερική ήταν ο απόλυτος Σατανάς. Μια φορά θυμάμαι πως στην περιοχή μας είχαν εμφανιστεί σμήνη από πράσινες ακρίδες, οι οποίες ήταν θανατηφόρες για τα σιτηρά. Αμέσως διατυπώθηκε η θεωρία ότι πίσω από τις ακρίδες βρίσκονταν οι Αμερικανοί, επειδή η εμφάνισή τους συνέπιπτε με την παρουσία ενός αμερικανικού αεροπλανοφόρου στην Αδριατική. Η Αμερική ήταν η χώρα του Κου Κλούξ Κλαν, του επαίσχυντου καταναλωτισμού, των ζητιάνων, των καταπιεσμένων μαύρων, των ανθρώπων ρομπότ, των ηλιθίων, των πλουσίων που ρουφάνε το αίμα του λαού, των φονιάδων των λαών. Ήταν κάτι σαν τον φοβερό Δράκο των παραμυθιών που εμπόδιζε το χωριό να πιεί νερό από την καθαρή πηγή. Από την ανάποδη, η συμπάθειά μας για την Αμερική ήταν ένα μέσο αντίστασης ενάντια στο καθεστώς. Το καθεστώς δαιμονοποιούσε την Αμερική, εμείς την εξιδανικεύαμε...




Το καθεστώς κατέρρευσε και οι Αλβανοί ανακάλυψαν μετά από πενήντα χρόνια πως είχαν εργαστεί πυρετωδώς για την καταστροφή του εαυτού τους. Και το επικρατέστερο αίσθημα ήταν εκείνο μιας φοβερής ιστορικής αποτυχίας και της ταυτοτικής ορφάνιας. Δεν είχαμε συμμάχους σε αυτό τον κόσμο, είχαμε μόνο εχθρούς. Μια παρανοϊκή πολιτική, την οποία πλήρωσαν και πληρώνουν ακόμα ακριβά οι Αλβανοί. Τότε η ζυγαριά γύρισε στην άλλη πλευρά, ολοσχερώς. Στην Αλβανία κυκλοφορεί σήμερα ένα αυτοσαρκαστικό ανέκδοτο: «Αγάπα την πατρίδα σου όπως οι Αλβανοί την Αμερική». Οι λαοί όταν δεν μπορούν να σταθούν στα πόδια τους και προέρχονται από μια ιστορική αποτυχία ψάχνουν πάντα για προστάτες. Στα Βαλκάνια, άλλωστε, παραδοσιακά οι λαοί έψαχναν για προστάτες και επιρροές. Όπως γράφει η Έλλη Σκοπετέα «οι Βαλκάνιοι πάντα έβλεπαν τον εαυτό τους δια της τεθλασμένης της Δύσης». Για τους Αλβανούς, λοιπόν, ο μεγάλος προστάτης ήταν η Αμερική. Και όχι μόνο για τους Αλβανούς. Σε πολλές από τις χώρες του πρώην «υπαρκτού» υπάρχει έντονος, τυφλός πολλές φορές, φιλοαμερικανισμός. Κυρίως γιατί στα μάτια των ανθρώπων που προέρχονται από τα σταλινικά καθεστώτα, η Αμερική είναι εκείνη που βοήθησε να ηττηθούν οι παρανοϊκές «δικτατορίες του προλεταριάτου». (Το ότι, πολλές φορές, σε αυτό τον τυφλό φιλοαμερικανισμό πρωτοστατούν πρώην σταλινικοί, όπως συμβαίνει στην Αλβανία, αυτή είναι μια άλλη συζήτηση)…



Τώρα ζω σε μια χώρα όπου ο αντιαμερικανισμός αποτελεί μόδα. Εάν θέλεις να είσαι in στην Ελλάδα πρέπει να βρίσεις την Αμερική. Όταν είχα πρωτοέρθει στην Ελλάδα αυτή η αντιπάθεια για την Αμερική, την οποία δεν είναι και τόσο δύσκολο να την αντιληφθείς, με είχε μπερδέψει. Γιατί η Αμερική βρισκόταν παντού: από τα McCdonalds, τον τρόπο ζωής, στη τέχνη. Οι γονείς με καμάρι έλεγαν ότι το παιδί τους σπουδάζει στην Αμερική. Επιπλέον για τους φτωχούς Βαλκάνιους, που έβγαιναν από τα καθεστώτα που «υπαρκτού», η Ελλάδα ήταν η «Αμερική των Βαλκανίων». Μου πήρε χρόνια να κατανοήσω, τουλάχιστον μερικώς, τα πολιτικά και ιστορικά αίτια αυτού του τόσο αντιφατικού αντιαμερικανισμού στην Ελλάδα. Έλληνες και Αλβανοί πέρασαν από επώδυνες αλλά διαφορετικές ιστορικές τροχιές και ο καθένας εμπέδωσε τα συμπλέγματά του και κουβαλά τα δικά του φαντάσματα. Αλλά γι’αυτό προτιμώ να μιλήσω μια άλλη φορά. Να πω απλά το τετριμμένο, παραφράζοντας τον Jacques Julliard, ότι ο τυφλός φιλοαμερικανισμός είναι ο καπιταλισμός των ηλιθίων και ο τυφλός αντιαμερικανισμός είναι ο σοσιαλισμός των ηλιθίων…


***

Η Αμερική πάντως δεν ήταν ποτέ τόσο αντιδημοφιλή και απόμακρη από τον κόσμο όσο σήμερα. Και ταυτόχρονα ποτέ δεν υπήρχε τόσο ενδιαφέρον και προσμονή από ολόκληρο τον κόσμο για τις αμερικανικές εκλογές, όπως αυτή την φορά. Σημάδι των καιρών; Αναπόφευκτη συνέπεια της παγκοσμιοποίησης; Ίσως, να’ναι και αυτό. Τις μέρες των εκλογών, ένα από τα πράγματα που σε εντυπωσίαζε ήταν η συμμετοχή των εθελοντών, που προσπαθούσαν να συμβάλλουν στη νίκη του Ομπάμα, από όλα τα μέρη του κόσμου. Απλοί άνθρωποι, κυρίως νέοι, Ευρωπαίοι, Δυτικοί και Ανατολικοί, Ασιάτες, Αφρικανοί, που ίσως επισκέπτονταν για πρώτη φορά την Αμερική, μοίραζαν εκλογικά φυλλάδια του Ομπάμα στους δρόμους της Νέας Υόρκης. Τουρίστες της ιστορίας που ήθελαν να ανανεώσουν την σχέση τους με μια Αμερική από την οποία ένιωθαν προδομένοι. Ας ευχηθούμε πως δεν θα νιώσουν προδομένοι αυτή τη φορά...



Χωρίς να έχει αναλάβει ακόμα τα καθήκοντά του, ακούστηκαν και γράφτηκαν σχεδόν όλα για τον Ομπάμα. Αρκεί μια βόλτα στα διάφορα blogs και forums για να το διαπιστώσεις. Μεγάλος πολιτικός. Τσιράκι των πολυεθνικών. Διάδοχος του Μάρτιν Λούθερ Κίγκ. Όμηρος των λευκών. Μεγάλη ελπίδα. Σταρ των καναλιών. Απλός. Χολιγουντιανός. Μοιάζει στον Λένιν (τον κατηγορούν οι ακροδεξιοί). Δεν μοιάζει στον Λένιν (τον κατηγορούν οι ακροαριστεροί). (Ούτε καν στον Πούτιν, εδώ που τα λέμε). Ψευτομαύρος. Αράπη, θα καταλήξεις σαν τον Κένεντι (ωρύονται οι ρατσιστές του Νότου και όλου του κόσμου). Θα αλλάξει την Αμερική. Θα κάνει μια τρύπα στο νερό. Οι μαύροι έκλαιγαν παρακολουθώντας την ομιλία του. Φονιάδες των λαών Αμερικάνοι. Ομπάμα ή μη, ο πετροπόλεμος θα συνεχισθεί (από σχόλιο στην ηλεκτρονική σελίδα των «Νέων»). Ένας μαύρος κάθεται σε έναν οίκο που έχτισαν μαύροι δούλοι, η Ιστορία δεν λέει ποτέ την τελευταία της λέξη. Τίποτα δεν αλλάζει, αυτοί εξαφάνισαν τους Ινδιάνους, λίντσαραν τους μαύρους, στηρίζουν το Ισραήλ. Καταπληκτική ομιλία. Δεν είπε ούτε λέξη για την Παλαιστίνη. Yes, we can… Το πιο «νόστιμο» αρθράκι το βρήκα στην ιταλική «La Stampa». Είχε τίτλο «Ιδωμένο από την επαρχεία»: «Προφανώς, τι θλιβερό καραβάνι γέρων προέδρων, σακατεμένων ή σε αναπηρικό καροτσάκι: ο πιο έξυπνος φαινόταν ο Μπους, τι άλλο να πεις. Προφανώς, τι λογοδιάρροια αυτός ο κήρυκας που ζήτησε από τον Θεό να προστατεύει τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής... Προφανώς, τι πλήξη εκείνος ο ύμνος που τραγούδησε η Αρίθα Φράνκλιν, με αυτό το καπέλο σε σχήμα X που δεν θα το έβαζε ούτε η βασίλισσα Ελιζάμπεθ. Προφανώς, τι περιττή πολυτέλεια αυτά τα είκοσι δυο αυτοκίνητα της προεδρικής πομπής: καλύτερα να είχε φθάσει μόνος του, οδηγώντας ένα αμάξι του δήμου. Προφανώς, τι βάσανο εκείνο το φόρεμα της First Lady: ο στιλίστας πρέπει να την είχε ξετρυπώσει στις κουρτίνες της θείας του. Προφανώς, τι φθορά εκείνο το έθιμο να ορκιστείς μπροστά στον δικαστή και εάν σκοντάψεις στα μισά του όρκου εκείνος δεν σε συλλαμβάνει καν. Προφανώς, τι μεγάλα ψεύτικα λόγια όλα αυτά: αρετή, ελπίδα, ευθύνη, ακόμα και το πέρασμα του George Washington στο παγωμένο Delaware. Και ούτε ένα ανέκδοτο, μια αναφορά στο ποδόσφαιρο, μια νύξη μίσους, για να το έχεις πάντα έτοιμη, να την ξεφορτώσεις πάνω στην πλάτη του εχθρού, για να νιώσεις καλά με την συνείδησή σου. Προφανώς, τι ενέργεια σε αυτό τον άνθρωπο, σε αυτούς τους ανθρώπους που ακόμα πιστεύουν, παρόλα αυτά, στη χώρα τους, στο μέλλον, στη δυνατότητα ανανέωσης και αλλαγής. Προφανώς, τι ζήλεια…». Κουράγιο συντρόφισσες & σύντροφοι!

Κυριακή, Ιανουαρίου 04, 2009

Αρζού σημαίνει ελπίζω…

O Αλί Ζαντά μεγάλωσε βλέποντας τον χάρτη του κόσμου, πολύτιμο δώρο του πατέρα του, και ονειρευόταν ταξίδια. Τελικά ταξίδεψε πολύ. Πέρασε σύνορα, σκαρφάλωσε χιονισμένα βουνά, μπήκε σε χείμαρρους, πέρασε θάλασσες, γνώρισε αφιλόξενες πόλεις, άθλιες συνθήκες, για να ξεφύγει από τους ταλιμπάν και για να φθάσει στην Ευρώπη, στην Ελλάδα. Και όταν έφθασε αναρωτήθηκε «Αυτή είναι η Ευρώπη;»…


"Με λένε Αλί. Γεννήθηκα πριν από 23 χρόνια στο Αφγανιστάν, σε ένα μικρό χωριό, Τζαγουρί το λένε. Έχω έναν αδελφό και μια αδελφή. Είναι δεκατριών χρονών σήμερα. Την λένε Χαμιντάϊνα… Το Τζαγουρί είναι καταπράσινο τη μέρα, με χωράφια γεμάτα κάστανα και σταφύλια. Το βράδυ είναι θεοσκότεινο. Δεν υπάρχει ηλεκτρικό ρεύμα. Το Τζαγουρί το διασχίζει το ποτάμι. Είχα ευτυχισμένα παιδικά χρόνια. Ο πατέρας μου δούλευε για τον Ερυθρό Σταυρό… Στο χωριό υπήρχε μόνο ένα θρησκευτικό σχολείο, όπου μαθαίναμε απ’εξω το κοράνι. Σε ένα μικρό δωμάτιο, δεν είχαμε καν τραπέζια. Το μισούσα. Ο Ιμάμης που μας δίδασκε ήταν βίαιος και μας έδερνε συχνά...


***

Όταν έγινα 13 χρονών μετακομίσουμε στο Γκαζνί, μια μικρή πόλη με 5000 κατοίκους, 150 χιλιόμετρα από τη Καμπούλ, προς την Κανταχάρ. Πήγαμε για να μπορέσω εγώ και τα αδέλφια μου να γραφτούμε σε δημόσιο σχολείο. Γράφτηκα στο σχολείο των αγοριών. Κορίτσια και αγόρια πήγαιναν σε χωριστά σχολεία. Μου άρεσε πολύ το διάβασμα, ειδικά η γεωγραφία. Ένιωσα ευτυχισμένος όταν ο πατέρας μου μου αγόρασε τον χάρτη του κόσμου. Τον έβλεπα συνέχεια και ονειρευόμουν ταξίδια…

***

Το 1997 το σχολείο έκλεισε. Οι ταλιμπάν έβαλαν βόμβα στο σχολείο των κοριτσιών. Σκοτώθηκαν 56 κορίτσια... Για αυτούς τα κορίτσια που μάθαιναν γράμματα έπρεπε να πεθάνουν... Προειδοποίησαν ότι θα βάλουν βόμβα και στο δικό μας σχολείο. Έπρεπε, έλεγαν, να υπάρχουν μόνο θρησκευτικά σχολεία. Οι δάσκαλοί μας φοβήθηκαν και έφυγαν. Το σχολείο έκλεισε. Τότε, με κάτι παλαιά βιβλία, άρχισα να μάθω αγγλικά. Και άκουγα πολύ ραδιόφωνο…


***

Τον Ιανουάριο του 2001 οι ταλιμπάν συνέλαβαν τον πατέρα μου. Τους θυμάμαι πάνω στα Toyota, μπροστά στο σπίτι μας. Είναι η αγαπημένη μάρκα τους. Μετά από μερικές μέρες ήρθε ο χότζας και μας είπε να πάμε να πάρουμε το πτώμα του πατέρα μου. Τον σκότωσαν επειδή είχε δουλέψει με τον Ερυθρό Σταυρό. Όλους όσους δούλευαν με ξένες οργανώσεις τους σκότωναν…


***

Ήμουν δεκαέξι χρονών, η ζωή μου έγινε σκέτη κόλαση. Οι ταλιμπάν έλεγχαν την πόλη μας. Η μητέρα μου φορούσε μπούρκα και μέσα στο σπίτι. Φοβόταν. Κάθε τόσο εισέβαλαν στα σπίτια για να ελέγξουν τις γυναίκες... Απαγόρευσαν την τηλεόραση. Στο ραδιόφωνο έπρεπε να ακούς μόνο την «Ισλαμική Φωνή». Αν άκουγες κάτι άλλο έπαιζες την ζωή σου κορώνα γράμματα... Επιπλέον, εμείς είμαστε Χαζάροι και οι ταλιμπάν μας θεωρούν «ξένους». Λένε ότι μόνο οι Παστούν είναι «καθαρόαιμοι Αφγανοί», όλοι οι άλλοι πρέπει να φύγουν…

***

Ήρθαν δυο φορές στο σπίτι για να με ανακρίνουν, γιατί δεν πήγαινα το πρωί στο τζαμί. Η μητέρα μου φοβόταν πολύ... Κάποια μέρα οι ταλιμπάν έφυγαν, όταν ήρθαν οι Αμερικανοί. Πως τους βλέπαμε τους Αμερικανούς; Την αλήθεια θέλεις; Πολλοί από μας ως απελευθερωτές. Το τι έχουμε τραβήξει από τους ταλιμπάν μόνο εμείς οι Αφγανοί το ξέρουμε… Η χαρά μας όμως διήρκεσε λίγο. Οι ταλιμπάν επέστρεφαν την νύχτα, όταν οι στρατιώτες έφευγαν. Σκότωναν και ξυλοκοπούσαν «κακούς μουσουλμάνους» στην πλατεία και μας υποχρέωναν να είμαστε παρόντες, για να παραδειγματιστούμε. Ήμασταν χειρότερα από πριν…

***

Η μητέρα και ο θείος μου με παρότρυναν να φύγω. Ο χότζας είπε στον θείο μου ότι οι ταλιμπάν με είχαν βάλει στο μάτι. Το 2005, Μάρτιος μήνας, που είναι Πρωτοχρονιά στο Αφγανιστάν, αποφάσισα να φύγω στο Ιράν. Πήγα πρώτα στο Πακιστάν. Πλήρωσα τους πακιστανούς συνοριοφύλακες. Έμεινα στο Πακιστάν 27 μέρες και μετά πήγα Τεχεράνη, αφού αγόρασα μια βίζα για να μπω στο Ιράν... Έμεινα στη Τεχεράνη 9 μήνες. Έμενα με πέντε άλλους Αφγανούς, σε ένα μικρό δωμάτιο. Δούλευα στην οικοδομή, από το χάραμα μέχρι το βράδυ. Στο Ιράν υπάρχουν πολλοί Αφγανοί, οι περισσότεροι εργάζονται στην οικοδομή, σε άθλιες συνθήκες, για λίγα χρήματα. Σχεδόν όλοι είναι παράνομοι, για να τους κάνει η αστυνομία ότι θέλει… Ένιωθα πολύ δυστυχισμένος στο Ιράν. Οι περισσότεροι Αφγανοί νιώθουν δυστυχισμένοι. Το Ιράν είναι μια χώρα που σε κάνει να νιώσεις δυστυχισμένος…

***

Αποφάσισα να φύγω στην Ευρώπη. Ήθελα να πάω Αγγλία. Είχα ακούσει ότι φέρονται καλά στους πρόσφυγες. Είχα μαζέψει κάποια χρήματα αλλά δεν έφθαναν. Με ένα από τα παιδιά που έμενα, Νασέρ τον λένε, γίναμε φίλοι. Είχε τον θείο του στην Αγγλία και είχε περισσότερα χρήματα από μένα. Μου είπε ότι θέλει να φύγει και εκείνος και ότι θα με βοηθήσει για τα χρήματα… Στη Τεχεράνη παζαρέψαμε με έναν δουλέμπορο, Αφγανός και αυτός. Μας είπε ότι θα μας πάει στην Τουρκία και από εκεί στην Ευρώπη. Ήταν Μάρτιος του 2006…

***

Φθάσαμε με ένα μικρό αμάξι κοντά στα σύνορα με την Τουρκία. Έκανε ψόφο. Περιμέναμε 13 μέρες σε ένα χωριό, 10 Αφγανοί και Ιρανοί, σε ένα μικρό δωμάτιο. Το φαγητό ήταν ένα αυγό και λίγο ψωμί την ήμερα… Το ταξίδι ήταν δύσκολο. Σκαρφαλώναμε ένα βουνό, ατελείωτες ώρες, κάτω από βροχή που δεν σταμάτησε ποτέ. Περάσαμε στην Τουρκία. Έπρεπε να περάσουμε έναν χείμαρρο. Τα νερά ήταν παγωμένα. Βγάλαμε τα ρούχα μας, περάσαμε απέναντι… Έτσι και αλλιώς μούσκεμα ήμασταν. Περιμέναμε ώρες. Εμφανίστηκε ένα φορτηγό που μετέφερε κοπριά και μας πήρε. Κοντέψαμε να πεθάνουμε από την τρομερή μπόχα. Κάποιοι έκαναν εμετό. Μετά από τρεις ώρες ταξίδι μας παρέλαβε άλλο φορτηγό, όπου μας περίμεναν άλλοι μετανάστες, καμιά εβδομηνταριά, Ινδοί και Πακιστανοί. Δεν ξέρω πόσες ώρες ταξιδεύαμε. Φθάσαμε σε ένα χωριό. Μας έβαλαν σε σπίτι, τόσο μικρό όπου δεν είχαμε που να κοιμηθούμε. Κανείς δεν μας έλεγε τι θα γίνει. Δυο νεαρές γυναίκες έρχονταν κάθε τόσο. Ζητούσαν τριάντα δολάρια για να μας πουν πότε θα φύγουμε από εκεί. Να γελάς και κλαίς μαζί… Ήρθαν μας πήραν μετά από είκοσι μέρες. Μας πήγαν στα περίχωρα μιας πόλης, Βαν την έλεγαν. Μας έβαλαν σε έναν στάβλο και μόνο μια φορά το 24ωρο μας επέτρεπαν να πάμε τουαλέτα. Μετά από δυο εβδομάδες μας έβαλαν σε άλλο φορτηγό. Δυο μέρες ταξίδι. Τελικά φθάσαμε στην Πόλη...

***

Εκεί μας περίμενε άλλος δουλέμπορος. Μας ζήτησε 600 δολάρια για να μας πάει στην Ελλάδα. Όλο το ταξίδι μου κόστισε 2500 δολάρια.. Άλλο φορτηγό, άλλο ταξίδι. Μας πήγαν στη Σμύρνη. Από εκεί στην ακτή. Μας έδειξαν απέναντι τη Μυτιλήνη. Μας έδωσαν μια μικρή βάρκα και μας είπαν να πάμε στην Ελλάδα. Ήμασταν πέντε άτομα. Ξεκινήσαμε την νύχτα. Δεν θυμάμαι πολλά. Θυμάμαι ότι κωπηλατούσαμε με βάρδιες με κατεύθυνση τα φώτα απέναντι. Είδαμε ένα μεγάλο καράβι. Μια ακτή. Κατεβήκαμε. Σκαρφαλώσαμε ένα βουνό, περπατήσαμε πολύ. Προς τα χαράματα, είδαμε ένα πανέμορφο χωριό. Φθάσαμε στην Ευρώπη…

***

Πήγαμε στην αστυνομία. Μας πήγαν σε ένα κέντρο για τους πρόσφυγες. Οι συνθήκες τρομερές. Μετά από μερικές μέρες μας έδωσαν έναν χαρτί και μας είπαν να πάμε στην Αθήνα και να βρούμε έναν τρόπο, μέσα σε ένα μήνα, να φύγουμε από την Ελλάδα… Ήρθαμε Αθήνα. Ο φίλος μου συνέχισε, εγώ δεν μπορούσα, δεν είχα χρήματα. Εκείνος δεν μπορούσε να με βοηθήσει πια. Ήμουν στη μέση του πουθενά, κυριολεκτικά. Πως νιώθεις ότι είσαι εντελώς ελεύθερος να πεθάνεις; Αυτό το αίσθημα. Πέρασα τρομερές μέρες. Μικρός έβλεπα τον χάρτη του κόσμου και ονειρευόμουν ταξίδια στην Ευρώπη. «Αυτή είναι η Ευρώπη όμως;» έλεγα μέσα μου... Πέρασαν μέρες μέχρι να συναντήσω τυχαία κάποιους άλλους Αφγανούς. Χάρη σε αυτούς πήγα σε μια ανθρωπιστική οργάνωση που με βοήθησε να κάνω αίτηση για πολιτικό άσυλο. Μετά από μερικές εβδομάδες ανακάλυψα κάποιους γνωστούς μου Αφγανούς στα Χανιά. Στα λέω όλα βιαστικά γιατί αλλιώς θα πρέπει να γράψεις βιβλίο αν σου πω λεπτομέρειες… Τώρα ζω στα Χανιά. Περιμένω εδώ και δυο μισή χρόνια να αναγνωριστώ ως πρόσφυγας. Οι άλλοι Αφγανοί που ξέρω εδώ περιμένουν οκτώ χρόνια. Είναι τρέλα! Δεν είμαστε ούτε νόμιμοι, ούτε παράνομοι…


***

Εδώ εργάζομαι, πολλές ώρες, κάνω κεραμικά. Ναι, χωρίς ένσημα. Πως νιώθω; Να σου μιλήσω ειλικρινά; Παγιδευμένος, σε ένα κλουβί. Ονειρευόμουν να έρθω στην Ευρώπη για να σπουδάσω, να προχωρήσω. Κυκλοφορώ με ένα ροζ χαρτάκι, με δεμένα χέρια και πόδια… Υπάρχει ένα μέρος όπου ξεχνάω ότι είμαι ξένος, το Στέκι Μεταναστών… Η πιο ωραία μου στιγμή στην Ελλάδα ήταν όταν έπαιξα στη θεατρική παράσταση «Χωρίς Διαβατήριο». Χάρη στον ρόλο έμαθα ελληνικά πολύ πιο γρήγορα… Ανέβηκα στη σκηνή, είδα το κοινό που είχε μαζευτεί και ένιωσα για πρώτη φορά ότι κάποιοι ακούν τη μαρτυρία μου. «Ελπίζω» στα αφγανικά; Αρζού…"


ΥΓ. Η στήλη ευχαριστεί θερμά το Στέκι Μεταναστών Χανίων και το ξενοδοχείο «Theresa» για την υπέροχη φιλοξενία…