Σάββατο, Μαρτίου 28, 2009

Πράγα, η πόλη του Κ.

Το άγαλμα του Κάφκα στην Πράγα εγκαινιάστηκε μόλις το 2004. Για δεκαετίες ο συγγραφέας ήταν απαγορευμένος στην ίδια την γενέτειρά του. Ο Γιάροσλαβ Ρόνα, που φιλοτέχνησε το άγαλμα, εμπνεύστηκε από το διήγημα του Κάφκα «Η περιγραφή μιας μάχης»…


ΟΠΟΥ και να πας στην Πράγα θα βρεις μπροστά σου το φάντασμα του Κάφκα. Όσοι έχουν διαβάσει τα βιβλία και τη βιογραφία του μπορούν να περιπλανηθούν ακολουθώντας τα βήματά του. Να ξεκινήσουν από την Πλατεία του Κάφκα και το σπίτι όπου γεννήθηκε. Να διασχίσουν την επιβλητική Πλατεία της Παλαιάς Πόλης, στη γωνία της οποίας, στα όρια της Πόλης των Εβραίων, υπάρχει το σπίτι όπου έγραψε το πρώτα του διηγήματα. Να προχωρήσουν στην Οδό Ζελέζνα, όπου υπάρχει το Πανεπιστήμιο του Καρόλου, το πρώτο πανεπιστήμιο στην Κεντρική Ευρώπη (1348), όπου φοίτησε ο συγγραφέας. Το 1882 το Πανεπιστήμιο χωρίστηκε στην Τσεχική και τη Γερμανική Σχολή, με ξεχωριστές εισόδους. Ήταν η εποχή όπου φούντωνε ο εθνικισμός. Ο Κάφκα φοίτησε στη Γερμανική Σχολή, όπως έκαναν οι περισσότεροι Εβραίοι της Πράγας. Τραγική ειρωνεία της ιστορίας: η γλώσσα που θαύμασαν και καλλιέργησαν οι Εβραίοι της Πράγας, η γλώσσα στην οποία έγραψε ο Κάφκα, λίγα χρόνια μετά τον θάνατό του, με τους ναζί, θα γινόταν η γλώσσα του ολέθρου για τους Εβραίους, η γλώσσα των θαλάμων αερίων, του Ολοκαυτώματος.

***

Αλλά και να μην ξέρεις ποιος είναι ο Κάφκα, στην Πράγα θα τον συναντήσεις οπωσδήποτε. Ως όνομα δρόμου, ως μουσείο, ως αφίσα στα κομψά μαγαζιά που πουλάνε souvenir, ως σκιά πάνω στα φλιτζάνια του καφέ στη λαϊκή αγορά. Ο Κάφκα θα είχε τρομάξει εάν έβλεπε τον εαυτό του τουριστική ατραξιόν. Και όμως, ο άνθρωπος που έδεσε άρρηκτα τη ζωή και το έργο του με την Πράγα, μέχρι το 1990 ήταν άγνωστος και απαγορευμένος. Όταν πέθανε, τον Ιούνιο του 1924, μόνο μια χούφτα εκλεκτών πνευμάτων γνώριζε και εκτιμούσε το έργο του. Οι ναζί, μόλις κατέλαβαν την Πράγα, έκαψαν τα βιβλία του, κυνήγησαν τους αναγνώστες του, έπνιξαν στους θαλάμους αερίων τις φίλες, τους συγγενείς, τους ομοθρήσκους του. Μετά οι σταλινικοί τον κήρυξαν ανεπιθύμητο. Το ενδιαφέρον για τον Κάφκα φούντωνε στις ΗΠΑ και τη Δυτική Ευρώπη, αλλά στη γενέτειρά του εκείνος παρέμενε κρυμμένος και κυνηγημένος. Στη διάρκεια της Άνοιξης της Πράγας φιλελεύθεροι μαρξιστές τον έβγαλαν από την αφάνεια. Όταν τα σοβιετικά τανκς, το 1968, συνέτριψαν την Άνοιξη, ο Κάφκα κηρύχθηκε ξανά «εχθρός του σοσιαλισμού». Για είκοσι χρόνια το όνομά του εξαφανίστηκε και από τα σχολικά εγχειρίδια. Προσωπικά, με το όνομα του Κάφκα με «συνδέουν» τα εφηβικά μου χρόνια στην Αλβανία. Ανάμεσα στους «απαγορευμένους συγγραφείς», ο Κάφκα ήταν ο πιο καταραμένος. Επιπλέον, το όνομά του ξυπνούσε στο μυαλό όσων ποθούσαμε να τον διαβάσουμε σκοτεινούς συνειρμούς: Κάφκα στα αλβανικά σημαίνει «κρανίο». Και μόνο η προφορά του ονόματός του προκαλούσε την αίσθηση του στοιχειωμένου, του άγχους και του σκότους που υπάρχει στο έργο του. Τελικά, τον Κάφκα κατάφερα να τον διαβάσω μετά το 1991, σε μια ξένη γλώσσα, που δεν είχα φανταστεί ποτέ πως θα μιλούσα, θα έγραφα και θα θαύμαζα, στα ελληνικά...


***

ΤΟ ΣΠΙΤΙ όπου ο Κάφκα έγραψε τα πρώτα του διηγήματα είναι στα όρια του γκέτο των Εβραίων της Πράγας. Στις αρχές του 20ού αιώνα τα παραπήγματα του φτωχού γκέτο ισοπεδώθηκαν με σκοπό την «εξυγίανσή» του και στο πλαίσιο της ένταξης των Εβραίων στη νέα εποχή, που υποσχόταν χειραφέτηση και ισότητα. Οι Εβραίοι της Μοραβίας και της Βοημίας, που βρίσκονταν εκεί από τον 10ο αιώνα, είχαν υποστεί αμέτρητα πογκρόμ και διακρίσεις στο παρελθόν. Στις αρχές του 20ού αιώνα πλήρωναν ακόμα «φόρο παραμονής» στους Αψβούργους ηγεμόνες. Με το «πρόγραμμα εξυγίανσης» του γκέτο, στη θέση των παραπηγμάτων αναγέρθηκαν καινούργιες και ωραίες πολυκατοικίες. Ο Κάφκα, αυτός ο σκοτεινός οραματιστής, έγραψε τότε: «Εμείς οι Εβραίοι κουβαλάμε ακόμα μέσα μας τις σκοτεινές γωνίες, τους κρυμμένους δρομίσκους, τα σπασμένα παράθυρα, τις βρώμικες αυλές, τα θορυβώδη ποτοπωλεία και τα απαίσια πανδοχεία. Περπατάμε στους δρόμους της νέας πόλης, αλλά τα βήματα και τα βλέμματά μας είναι ανασφαλή. Μέσα μας τρέμουμε...». Σαν να προαισθανόταν τον όλεθρο που ερχόταν.


***

90.000 Εβραίοι ζούσαν στην Τσεχοσλοβακία όταν την κατέλαβαν οι ναζί. 80.000 από αυτούς εξοντώθηκαν στο Άουσβιτς ή στην Τερεζίν, μια πολίχνη στη Νότια Βοημία, την οποία οι Αψβούργοι χρησιμοποιούσαν ως στρατιωτικό φρούριο και οι ναζί μετέτρεψαν σε γκέτο του θανάτου. Στο γκέτο της Τερεζίν φυλακίστηκαν σχεδόν όλοι οι Εβραίοι της Πράγας. Η προπαγάνδα των ναζί προέβαλλε την Τερεζίν ως «επίγειο παράδεισο», ως δώρο του «μεγαλόψυχου Χίτλερ» για την «κατώτερη φυλή» των Εβραίων, μια απατηλή βιτρίνα με σκοπό να ξεγελάσουν τις φωνές για την εξόντωση των Εβραίων. Στην πραγματικότητα το γκέτο της Τερεζίν ήταν μια κόλαση, όπου εκατοντάδες Εβραίοι πέθαιναν καθημερινά από τις αρρώστιες και την πείνα. Ένα κέντρο συγκέντρωσης πριν από την αποστολή τους για εξόντωση στο Άουσβιτς...


Ένα από τα σχέδια των παιδιών στο γκέτο της Τερεζίν. Περιγράφει την ξέγνοιαστη ζωή, πριν το αρπάξουν βίαια και το φυλακίσουν στο γκέτο του θανάτου. Από κάτω το όνομά του παιδιού και η ηλικία. Σχεδόν όλα τα παιδιά του γκέτο εξοντώθηκαν στο Άουσβιτς…


Από το 1942 μέχρι το 1944, δεκαπέντε χιλιάδες Εβραιόπουλα, ηλικίας εννέα έως δεκαπέντε χρονών, εξορίστηκαν στο γκέτο της Τερεζίν. Μόνον εκατό επέζησαν. Τα παιδιά έφθαναν στο γκέτο χωρίς τους γονείς τους. Ενήλικοι Εβραίοι, μερικοί από τους οποίους διάσημοι καλλιτέχνες, προσπαθούσαν να απαλύνουν τον πόνο των παιδιών μαθαίνοντάς τους λογοτεχνία, ζωγραφική, μουσική. Η συλλογή των χιλιάδων σχεδίων που ζωγράφισαν και των ποιημάτων που έγραψαν τα παιδιά στο γκέτο είναι μοναδική. Κάποια ποιήματα μιλούν για τους γονείς που έχασαν, τα παιδικά παιχνίδια από τα οποία τα άρπαξαν με τη βία. Άλλα εγκωμιάζουν τις εβραϊκές ρίζες, άλλα παιδιά, στο κατώφλι της εφηβείας, μιλούν για τις οπτασίες των ερώτων τους. Όσο πιο πολύ τα παιδιά προαισθάνονται το τέλος να πλησιάζει τόσο πιο πολύ τα ποιήματα γίνονται σπαρακτικά: «Μια κηλίδα βρώμας μέσα σε αισχρά τείχη/ και γύρω γύρω συρματόπλεγμα/ 30.000 ψυχές κοιμούνται/ και όταν ξυπνήσουν/ θα αντικρύσουν τη θάλασσα/ του αίματός τους». Αυτό το ποίημα γράφτηκε από τον Χανούς Χάκενμπουργκ, δεκαπέντε χρονών τότε. Πέθανε στο Άουσβιτς.


Ένα άλλο σχέδιο των παιδιών της Τερεζίν, περιγράφει σκηνή από την ανυπόφορη ζωή στο γκέτο του θανάτου.


Περπατώ στην Πόλη των Εβραίων. Στο μαγαζί με souvenir, στη γωνία του δρόμου, ακούω Βανδή (μεγάλη πέραση έχει η ελληνική «μουσική της πίστας» στην Πράγα). Απέναντι, βρίσκεται η παλαιά συναγωγή, φυλασσόμενη από ένοπλους αστυνομικούς: τους τελευταίους μήνες οι επιθέσεις των νεοναζί στα εβραϊκά μνημεία έχουν αυξηθεί. Στο Εβραϊκό Μουσείο, οι τοίχοι της συναγωγής είναι καλυμμένοι από τα δεκάδες χιλιάδες ονόματα των Εβραίων της Πράγας που εξοντώθηκαν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Σου φαίνεται σαν να ακούς ακόμα την αγωνία τους... Λίγα μέτρα πιο κάτω, στην Πλατεία της Παλαιάς Πόλης συνηθίζουν να ρίχνουν φυλλάδια οι ιδεολογικοί απόγονοι των Τσέχων Γερμανοτσολιάδων: απαιτούν τον ευνουχισμό των Τσιγγάνων, τη φυλάκιση των ομοφυλόφιλων, την απέλαση των μεταναστών, πίσω από τους οποίους βρίσκεται η Νέα Τάξη και η παγκόσμια εβραϊκή συνωμοσία. Ο αντισημιτισμός αποτελεί το πρότυπο όλων των ρατσισμών. Επιβιώνει, ανά τους αιώνες, σαν τις κατσαρίδες. Έτοιμος να σπείρει τον όλεθρο, κάθε φορά που οι λαοί παίρνουν τον κατήφορο και διψούν για αποδιοπομπαίους τράγους.

Κυριακή, Μαρτίου 22, 2009

Τα άγρια σκυλιά των συνόρων...

Συνοριοφύλακες, καλάσνικοφ, κιάλια και ο σκύλος των συνόρων, σε προπαγανδιστική φωτογραφία της εποχής στην Τσεχοσλοβακία. Το άγρυπνο και ανήσυχο βλέμμα ψάχνει τον εσωτερικό εχθρό που προσπαθεί να δραπετεύσει από τον «σοσιαλιστικό παράδεισο»…


Περνάω τα σύνορα μεταξύ Γερμανίας, Τσεχίας, Σλοβακίας, Πολωνίας. Στα συνοριακά περάσματα υπάρχει χιόνι, γυμνά δέντρα και λάσπη, εκεί όπου κάποτε υπήρχαν συρματοπλέγματα, σκυλιά, νεκρές ζώνες, φαντάροι. Κάποτε, ούτε είκοσι χρόνια πριν δηλαδή, αυτά τα σύνορα ήταν αδιαπέραστα. Ειδικά εκεί όπου οι «χώρες του υπαρκτού» συνόρευαν με την καπιταλιστική Δύση. Σύνορα ερμητικά κλειστά, με φαντάρους, νεκρές ζώνες, ναρκοθετημένες ζώνες, απαγορευμένες ζώνες, πολυβόλα, πολυβολεία, χαφιέδες, σκυλιά. Ειδικά σκυλιά, μεγάλα σαν τσοπανόσκυλα, άγρια σαν λύκοι, έτοιμα να ξεσκίζουν, να δαγκώσουν, να πετσοκόψουν τον εσωτερικό εχθρό που αποπειράται να δραπετεύσει από τον «σοσιαλιστικό παράδεισο». Μικροί, στην Αλβανία, τα βλέπαμε τα άγρια σκυλιά των συνόρων στα βιβλία του δημοτικού. Βλέμμα στρατευμένο, σε ένταση, άγρυπνο, ψάχνοντας, αναμένοντας, τον εχθρό. Οι δασκάλες μας έλεγαν ότι τα επίφοβα σκυλιά των συνόρων είναι οι φύλακες του έθνους και του σοσιαλισμού. Είναι μια από τις αιτίες, νομίζω, που ακόμα και σήμερα δυσκολεύομαι να έχω ομαλή σχέση με τα σκυλιά, ειδικά τα μεγαλόσωμα…


***

Τώρα που επισκέπτομαι μουσεία της Ανατολικής Γερμανίας, της Τσεχίας, της Πολωνίας, βλέπω προπαγανδιστικούς πίνακες της εποχής όπου τα σύνορα ήταν ερμητικά κλειστά. Βλέπω ξανά τα ίδια άγρια, επίφοβα σκυλιά των συνόρων που έβλεπα στα βιβλία του δημοτικού στην Αλβανία. Λες και είναι κλωνοποιημένα. Βλέπω τους ίδιους συνοριοφύλακες, το ίδιο βλέμμα, αετίσιο, άγρυπνο, που δεν ξέρεις ακριβώς προς τα πού κοιτά, έξω από τα σύνορα ή μέσα. Συνήθως έβλεπαν προς τα μέσα, για να συλλάβουν, να εκτελέσουν επί τόπου, τους υποψήφιους δραπέτες. Το τοπίο πίσω από τους συνοριοφύλακες σκέτη natura morta. Όσο πιο πολύ μοιάζει με νεκροταφείο το πέρασμα των συνόρων, τόσο πιο περήφανο και ευτυχισμένο είναι το βλέμμα του συνοριοφύλακα. Από τους πίνακες λείπουν τα ηλεκτροφόρα συρματοπλέγματα, οι νεκρές ζώνες, οι απαγορευμένες ζώνες, τα πολυβολεία, οι χαφιέδες. Και οι δολοφονημένοι. Εκείνοι που άφησαν την τελευταία τους πνοή προσπαθώντας να περάσουν τα σύνορα. Εκείνοι που μετά θάβονταν ατιμασμένοι, ως ορκισμένοι «εχθροί του σοσιαλισμού και του έθνους». Κάθε ιδεολογία έχει τα δικά της σκυλιά, τα δικά της σύνορα, τους δικούς της συνοριοφύλακες, την δική της μυρωδιά, το δικό της χρώμα. Τα σκυλιά των συνόρων και τα σύνορα των καθεστώτων του «υπαρκτού» είναι ίδια. Η μυρωδιά είναι συνήθως ένα μείγμα μούχλας και καμένου καουτσούκ. Αν πάτε στα γραφεία της Στάζι ειδικά, θα σας τρυπήσει τα ρουθούνια. Είναι η ίδια μυρωδιά που είχα μυρίσει στα πρώην γραφεία της «Σιγκουρίμι» στην Αλβανία. Αν και πέρασαν είκοσι χρόνια από την κατάρρευση των καθεστώτων η μυρωδιά δεν φεύγει με τίποτα. Το χρώμα αυτών των καθεστώτων, ένα καταθλιπτικό καφέ. Εμείς το λέγαμε απλά σκατουλί χρώμα. Θα το βρείτε ακόμα από την Αλβανία μέχρι την Σιβηρία, στα γραφεία των πρώην απαράτσικ και χαφιέδων, σε εστιατόρια, σε ξενοδοχεία…


***

Όσο τέλεια και δολοφονικά και αν είναι τα σύνορα, κάποιοι πάντα θα καταφέρουν να τα περάσουν, να τα ξεγελάσουν, να τα νικήσουν. Ακόμα και από το Άουσβιτς - όπου οι ναζί χρησιμοποιούσαν τα άγρια σκυλιά - και τα σταλινικά γκουλάγκ κατάφεραν κάποιοι να δραπετεύσουν. Στο Άουσβιτς οι ναζί εκτελούσαν για αντίποινα τους συγκρατουμένους και τους συγγενείς των δραπετών. Στην Αλβανία εξόριζαν τους συγγενείς των δραπετών. Τους έκαναν τη ζωή κόλαση, σε τέτοιο σημείο που οι συγγενείς καταριούνταν τον δραπέτη. Η απόδραση και η αυτοκτονία θεωρούνταν οι κατ΄ εξοχήν θανάσιμες αμαρτίες. Ήταν και οι δυο πράξεις ανυπακοής ενάντια σε καθεστώτα που ήθελαν να εξουσιάζουν ολοκληρωτικά το σώμα του ανθρώπου, ακόμα και τον θάνατό του... Εδώ και λίγα χρόνια έχω αρχίσει να παίρνω συνεντεύξεις από πρώην συνοριοφύλακες στην Αλβανία. Ένας από αυτούς μου έχει διηγηθεί μια εντυπωσιακή ιστορία: το πώς κάποιος δραπέτευσε με την «ανοχή» του σκυλιού των συνόρων. «Δεν ξέρουμε πώς συνέβη», είπε, «αλλά το σκυλί τον είδε και δεν όρμησε, δεν γάβγισε καν, δεν μας ειδοποίησε. Τον άφησε να φύγει. Όταν εμείς τον αντιληφθήκαμε ήταν αργά». Ποιος ξέρει, ίσως το σκυλί λυπήθηκε τον άνθρωπο περισσότερο από όσο οι συνάνθρωποί του. Στο ίδιο συνοριακό πέρασμα, στη Νότια Αλβανία, είχε δολοφονηθεί πριν από έναν χρόνο ένας τριαντάχρονος από τα γύρω χωριά που προσπάθησε να δραπετεύσει. Η συνέχεια της ιστορίας ήταν ακόμα πιο απίστευτη. Την άλλη ημέρα στο συνοριακό φυλάκιο έφτασαν οι τρομεροί ανακριτές των μυστικών υπηρεσιών. Όλοι οι φαντάροι και οι αξιωματικοί πέρασαν από ανάκριση. Έπρεπε να ανακαλύψουν οπωσδήποτε τον εσωτερικό εχθρό οι χαφιέδες. Και το πρώτο θύμα ήταν ο σκύλος. «Τον είχαν δεμένο και τον έβριζαν, λες και αυτός ήταν ο δραπέτης», είπε ο συνοριοφύλακας. «Στο τέλος αποφάσισαν να τον εκτελέσουν». Δεν είχε εκπληρώσει το καθήκον του προς το Κόμμα, προς το Έθνος, προς τον Σοσιαλισμό. Μπορεί οι ανακριτές να υποψιάζονταν ότι ήταν συνεργάτης του εχθρού. Αν μπορούσαν να τον περάσουν από δικαστήριο, θα το έκαναν σίγουρα. Θα τον βασάνιζαν, θα τον τρέλαιναν, μέχρι να υπογράψει ομολογία ότι είναι πράκτορας των ιμπεριαλιστών, όπως είχαν κάνει με πάμπολλους ανθρώπους. Αλλά, δυστυχώς γι΄ αυτούς, τα σκυλιά δεν μιλάνε και δεν ομολογούν- ούτε στα κομμουνιστικά καθεστώτα. Το σκυλί εκτελέστηκε και ο συνοριοφύλακας της ιστορίας μού είπε ότι έκλαψε. «Ήμουν πολύ δεμένος με αυτό το σκυλί», είπε. Τον ρώτησα αν έκλαψε και για τον τριαντάχρονο δραπέτη που δολοφόνησαν. Με κοίταξε με έκπληκτο βλέμμα. Δεν του είχε περάσει ποτέ από το μυαλό μια τέτοια ερώτηση. Κατάλαβα από τη σιωπή του την απάντηση: δεν είχε κλάψει. Οι περισσότεροι συνοριοφύλακες που δολοφόνησαν δραπέτες λένε σήμερα ότι «εκτελούσαν εντολές». Ότι εάν δεν σκότωναν τους δραπέτες, τότε οι ίδιοι και οι οικογένειές του θα πήγαιναν φυλακή. Αυτό αληθεύει. Αλλά είναι αλήθεια επίσης ότι στο μυαλό πολλών συνοριοφυλάκων ο δραπέτης ήταν «ταξικός και εθνικός εχθρός». Δηλαδή, κάτι λιγότερο από σκυλί...


Προπαγανδιστική αφίσα στην κομμουνιστική Τσεχοσλοβακία. Ο αγρότης και ο συνοριοφύλακας συνεργάζονται για να εντοπίσουν τους πράκτορες των Αμερικανών και του ιμπεριαλισμού…


Περνάω τα σύνορα μεταξύ Γερμανίας, Τσεχίας, Σλοβακίας, Πολωνίας. Στα συνοριακά περάσματα υπάρχει πολύ χιόνι, παγωμένα ρυάκια, γυμνά δέντρα, λάσπη, εκεί όπου κάποτε υπήρχαν συρματοπλέγματα, σκυλιά, νεκρές ζώνες, φαντάροι. Τώρα που οι χώρες αυτές μπήκαν στην Ευρωπαϊκή Ένωση δεν υπάρχουν καν μπλόκα, αστυνόμοι και λαθρέμποροι. Κάπου βλέπεις καμιά καντίνα, στην άκρη του δρόμου, που προσφέρει ζεστό καφέ και hot dog στους ταξιδιώτες. «Νομίζω αυτό πρέπει να είναι η μοίρα των συνοριακών περασμάτων. Να γίνουν κτήμα της φύσης», γράφει ο Πολωνός συγγραφέας Αντρζέι Στάζιουκ. «Να μεγαλώσει πάνω τους το χορτάρι, τα πουλιά να φτιάξουν εκεί φωλιές, οι αλεπούδες να σκάψουν τα καταφύγιά τους». Τα συνοριακά περάσματα φαίνονται τώρα παραδομένα στη φύση και στη μοναξιά τους. Πού και πού, εάν ψάξεις προσεκτικά, μπορείς να βρεις απομεινάρια των παλαιών συνόρων. Κάποιο ερείπιο του Τείχους, κομματάκια από συρματοπλέγματα, σκουριασμένες λαμαρίνες. Σαν απομεινάρια του φόβου μήπως μια μέρα οι συνοριοφύλακες επιστρέψουν ξανά, με τα συρματοπλέγματα, τις νεκρές ζώνες, τα άγρια σκυλιά...

Σάββατο, Μαρτίου 14, 2009

Βερολίνο, Πάτρα, Πράγα...

ΦΩΤΟ: ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΟΥΤΑΧΙΔΗΣ

Ένας Αφγανός πρόσφυγας στον ανεπιθύμητο καταυλισμό στην Πάτρα, με φόντο την εξαθλίωση, έναν θυμωμένο ουρανό και κατάρτια. Μια τέτοια βάρκα ονειρεύονται οι πρόσφυγες, για να συνεχίσουν το ατελείωτο ταξίδι τους προς την Δύση, παίζοντας την ζωή τους κορώνα γράμματα…


Το Berlin Hauptbahnhof, ο κεντρικός σιδηροδρομικός σταθμός του Βερολίνου, είναι από τα πιο μοντέρνα κτήρια στην Ευρώπη. Κάνει όμως τέτοιο ψόφο που δεν έχω καμία διάθεση να απολαύσω την αρχιτεκτονική του. Περιμένω με ανυπομονησία το τρένο για Πράγα... Διασχιζοντας το χιονισμένο τοπίο ανάμεσα στο Βερολίνο και την Πράγα, διαβάζω ένα βιβλίο που κυκλοφόρησε πρόσφατα στην Ελλάδα. «Μουσαφεράτ» ο τίτλος του. Στα αφγανικά «μουσαφεράτ» σημαίνει περαστικός, προσωρινός, αυτός που δεν μπορεί να ριζώσει πουθενά, που δεν τον αφήνουν να ριζώσει πουθενά. Το «Μουσαφεράτ» του Βασίλη Λαδά είναι ένα βιβλίο-μαρτυρία για τον καταυλισμό των προσφύγων στην Πάτρα. Την ημέρα του Καρναβαλιού, όταν οι περισσότεροι κάτοικοι της πόλης προσπαθούν να βρουν την κατάλληλη μεταμφίεση, οι Αφγανοί πρόσφυγες προσπαθούν να μεταμφιεστούν και αυτοί, να κρυφτούν σε κάποιο φορτηγό, στο αμπάρι κάποιου πλοίου, να περάσουν απέναντι, στη Δύση. Το πέρασμα των συνόρων είναι το δικό τους Καρναβάλι, όπου παίζουν τη ζωή τους κορόνα- γράμματα. «Φτωχοίλαθρεπιβάτες πάνω στις φτερούγες των πουλιών την ώρα που πέφτουν χτυπημένα». Είναι πολλοί εκείνοι που δεν θέλουν να υπάρχει ο καταυλισμός. Αρχές, περίοικοι, δημοσιογράφοι. Γι΄ αυτό έχουν αφήσει τους Αφγανούς πρόσφυγες στο έλεος της μοίρας και της πείνας. Όταν πριν από έναν χρόνο ήθελαν να τους διώξουν οριστικά από εκεί, οι πρόσφυγες κατέβηκαν στον δρόμο σε μια διαδήλωση που εξέπληξε την Πάτρα. Διαβάζω από το βιβλίο: «Η διαδήλωση πέρασε δίπλα από τις στοές των οδών Κορίνθου, Κολοκοτρώνη, Αγίου Νικολάου και Ερμού. Σχεδιάστηκαν έτσι, από το 1829, για να προστατεύουν τους πεζούς από τη βροχή. Οι Κολοκοτρώνη, Αγίου Νικολάου και Ερμού οδηγούν στο λιμάνι. Στις στοές αυτές, από το 1899 μέχρι και τις αρχές της δεκαετίας του 1920, με μια κουβέρτα τυλιγμένοι, κοιμόντουσαν μετανάστες για Αμερική και μερικοί για Βραζιλία. Χωριατόπαιδα ήσαν, Ραχήλ, της Πελοποννήσου, της Ρούμελης, της οθωμανικής Ηπείρου, Αλβανίας, Μακεδονίας. Πολλοί αποκτούσαν νόμιμα χαρτιά. Τους περιμάζευαν επιδέξιοι γυρολόγοι ατζέντηδες και τους έφερναν κατά ομάδες. Θα πέρναγαν ιατρικές εξετάσεις, λοιμοκαθαρτήριο, θα κοιμόντουσαν στο υπνωτήριο-στάβλο της εφοπλιστικής εταιρείας κι αν εγκρίνονταν θα επιβιβάζονταν, σαν αγέλη, στα μεγάλα καράβια που από το Τριέστι έφθαναν Αμερική. Όσοι δεν είχαν την υψηλή προστασία των ατζέντηδων και της Αστερόεσσας, όσοι απορρίπτονταν στις εξετάσεις και επέμεναν στο ταξίδι του ονείρου και της ανάγκης κάτω από τις στοές έπεφταν για ύπνο, έχεζαν και κατουρούσαν όπου έβρισκαν, όπως οι ανήλικοι γαβριάδες του λιμανιού, άστεγοι κι αυτοί γεμάτοι ψείρες, ψύλλους και κοριούς, σύμφωνα με μαρτυρίες της εποχής. Δεν ήσαν μόνο Έλληνες. Ιδίως στα ταραγμένα χρόνια των πολέμων 1912-1922, κατέφθαναν και Αλβανοί και Άραβες και Σύριοι και Αρμένιοι, Χριστιανοί, Μουσουλμάνοι και Ισραηλίτες. Έτσι γράφει η εφημερίδα της εποχής εκείνης. Ακούστηκαν σε πολλές γλώσσες βρισιές, αναθέματα και το καληνύχτα κάτω απ΄ τις στοές. Οι λαθραίοι πλήρωναν και τότε δουλέμπορους και απατεώνες για πλαστά διαβατήρια και εισιτήρια ή για να τους κρύψει τάχα ο πλοίαρχος. Και τότε εφορμούσαν στα καράβια και περίμεναν αρόδο έξω απ΄ το λιμάνι. Έγραφε η εφημερίδα: “Προχθές δύο λέμβοι πλήρεις μεταναστών, εξ εκείνων των οποίων απαγορεύεται η αναχώρησις, άμα το ατμόπλοιον Αρκαδία εξήρχετο του λιμένος, επλησίασαν αυτό και μετανάσται, καίτοι το πλοίον ευρίσκετο εις κίνησιν, ανηρτήθησαν εκ της ετέρας των πλευρών του και έμειναν εκεί κρεμασμένοι ενώ τα κύματα τους έβρεχαν. Οι λεμβούχοι εφώναζαν εις τον πλοίαρχον να τους ανασύρει. Αλλ΄ ο πλοίαρχος έλεγε ότι δεν θα επιτρέψη σε κανέναν να ανέλθη. Τι επηκολούθησεν δεν εγνώσθη διότι το πλοίον απεμακρύνθη με τους μετανάστες κρεμασμένους. Ένας άλλος ανακαλύφθηκε μέσα σ΄ ένα μπαούλο”. Δεν μάθαμε τι έγιναν οι κρεμασμένοι, μπορεί να πνίγηκαν, μπορεί να επέστρεψαν στην Πάτρα από τον επόμενο σταθμό του καραβιού. Έχουν περάσει πολλοί Έλληνες παράνομα στη Δύση μ΄ ένα καράβι σαν τα σημερινά. Γλίτωναν από τη φτώχεια ή τις δικτατορίες. Αλλά και πολλοί ξένοι αποβιβάσθηκαν χωρίς χαρτιά στο λιμάνι. Ωραίοι Ιταλοί αναρχικοί και όμορφα κορίτσια κυνηγημένα από τους Βουρβόνους. Όλους αυτούς τους παράνομους τους καλοδέχτηκε η Ιστορία, εις πείσμα των Νομαρχών, των Δημάρχων και των χωροφυλάκων. Η Ιστορία τους θεωρεί ταξιδιώτες με διαβατήριο τον ρεμβασμό στα μάτια και ανθρώπους της ανάγκης με την αποφασιστικότητα στο βλέμμα τους. Η θάλασσα δεν ξεχωρίζει παράνομους και νόμιμους. Την Ιστορία την γράφουν οι μετανάστες, η κάθοδος των Δωριέων, η έξοδος των Εβραίων, ο αποικισμός της Αμερικής»...

ΦΩΤΟ: ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΟΥΤΑΧΙΔΗΣ

ΦΘΑΝΟΥΜΕ στη Δρέσδη. Η πόλη ισοπεδώθηκε από τους βομβαρδισμούς των συμμάχων στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Κάθε χρόνο, στην επέτειο των βομβαρδισμών, οι νεοναζί μαζεύονται και διαδηλώνουν στη Δρέσδη. Φέτος έκαναν την πιο ογκώδη διαδήλωση από το τέλος του Πολέμου. Η Δρέσδη βρισκόταν στην Ανατολική Γερμανία και μετά την πτώση του Τείχους οι νεοναζί κάνουν θραύση, με επιθέσεις ενάντια στους ξένους, βεβηλώσεις εβραϊκών τάφων, κηρύγματα υπέρ της καθαρότητας της αρίας φυλής. Διαβάζουν το «Αγών μου» και ονειρεύονται ξανά μάχες οι νεοναζί, για την επικράτηση του ψηλού, κατάξανθου, με γαλανά μάτια ανθρώπου, αν και ο δάσκαλός τους, ο Αδόλφος Χίτλερ, ήταν κοντός και με καστανά μαλλιά... Από το παράθυρο του τρένου κοιτάω το μεγάλο τζαμί της Δρέσδης. Στο κάθισμα δίπλα μου κάθεται ένα ζευγάρι. Κατάξανθη εκείνη, μελαψός εκείνος. Χαμογελούν και φιλιούνται. Με τέτοιες σκηνές οι νεοναζί παθαίνουν απανωτά εγκεφαλικά. Η Γερμανία αλλάζει, η Ευρώπη αλλάζει. Οι διαφορετικές καταγωγές σμίγουν, ερωτεύονται, συνυπάρχουν. Όσο και να φωνάξουν οι μισαλλόδοξοι, είναι μια ανεπίστρεπτη διαδικασία. Επιστρέφω ξανά στο βιβλίο: «Ιούνιο φθάνει στον καταυλισμό και κοιμάται με τους άλλους οκτώ σε καλύβι και ο Ραχίμ, Ιρανός. Δηλώνει Αφγανός, γιατί έτσι δεν μπορεί να απελαθεί. Ο πατέρας του, στρατιωτικός, εξαφανίσθηκε όταν ήταν δέκα χρονών. Η μητέρα του ξαναπαντρεύτηκε, με τον άνδρα της έφυγαν για Δανία. Εκεί απέκτησαν μια κόρη. Ο Ραχίμ, όπως λέει, έμεινε με τους παππούδες του σε πόλη της κεντρικής Περσίας. Στα είκοσι έξι του πήρε τον ανάποδο δρόμο του μεταξιού για να φθάσει στη Δανία. Στην Αθήνα έμπλεξε με συμμορία Ιρακινών και Ιρανών που τον απήγαγαν μόλις έμαθαν πως έχει μητέρα στη Δανία. Ζήτησαν λύτρα. Η μάνα του, ο πατριός του και η αδελφή του ήρθαν με το αυτοκίνητό τους και τα διαβατήριά τους στην Αθήνα, πλήρωσαν τα λύτρα και τον πήραν να τον βγάλουν παράνομα από το λιμάνι της Πάτρας. Τους έπιασαν. Μάνα και γιος, απελπισμένοι, χίμηξαν κατά των λιμενικών. Καταδικάσθηκαν. Το αυτοκίνητο κατασχέθηκε. Οι Δανοί έφυγαν για τη Δανία. Ο Ραχίμ έμεινε εδώ. Ως Αφγανός δεν μπορεί να απελαθεί. Ο δρόμος του τον οδήγησε στον καταυλισμό. Εκεί περιμένει την τύχη του με ένα σκουλαρικάκι στο αριστερό αυτί».



ΑΦΗΝΩ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ. Πλησιάζουμε στα σύνορα με την Τσεχία. Νυστάζω και σκέφτομαι να κοιμηθώ. Για να κρύψω τα μάτια από το φως, τραβάω τον σκούφο πάνω στα μάτια... Με ξυπνούν δυο αστυνομικοί. Στέκονται πάνω από το κεφάλι μου, ψηλοί και εύσωμοι, σαν παίκτες ράγκμπι. Μου ζητούν τα χαρτιά. Με πιάνει πάλι εκείνος ο παρανοϊκός φόβος μήπως έχω χάσει το διαβατήριό μου. Το βρίσκω και τους το δίνω. Το βλέπουν, το ξαναβλέπουν, διαπιστώνουν ότι είναι εντάξει, μου το δίνουν πίσω, ευγενικά. Ο ένας μάλιστα προσπάθησε να χαμογελάσει, αλλά δεν του βγήκε. Εκείνοι φεύγουν, εγώ βλέπω αμήχανα γύρω μου. Είμαι ο μόνος που ήλεγχαν. Το μελαψό αγόρι ίσως καταλαβαίνει την αμηχανία μου. Μου χαμογελά. Μου δίνει να καταλάβω με μια χειρονομία ότι είδαν τον σκούφο πάνω στα μάτια και τους φάνηκα ύποπτος. Τον κοιτάω και εκπλήσσομαι. Έχει και αυτός σκουλαρίκι στο αριστερό αυτί, σαν τον Ραχίμ στον καταυλισμό των Αφγανών προσφύγων της Πάτρας. Το τρένο έχει περάσει ήδη στην Τσεχία. Δεν κατάλαβα πότε περάσαμε τα σύνορα. Κοιμόμουν...


Info: www.gpfolio.com/default2.asp

Φωτογραφίες του Γιώργου Πουταχίδη από τον καταυλισμό των προσφύγων στην Πάτρα.


Βερολίνο - Πράγα: Φεβρουάριος 2009


Πέμπτη, Μαρτίου 05, 2009

Ξεφυλλίζοντας εφημερίδες στο Βερολίνο

Το χιόνι έπεφτε χωρίς σταματημό στο Βερολίνο, καλύπτοντας τα πάντα. Σε τέτοιο σημείο που, σε κάποιο πάρκο, κοντά στο Ράιχσταγκ, οι αστυνομικοί επιστράτευσαν τα άλογα για τις περιπολίες τους…


«ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΣ ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ», περιμένοντας την πτήση για Βερολίνο. Ένα δεκατετράχρονο παιδί στο διπλανό κάθισμα. Μαλλί καρφί, ντύσιμο επιμελώς ατημέλητο, χαρακτηριστικό των σημερινών πιτσιρικάδων στο κατώφλι της εφηβείας. Μιλάει ακατάπαυστα γερμανικά. Ένα ζευγάρι μεσηλίκων απέναντί του, το ακούει και του ανταπαντά κάθε τόσο στα ελληνικά. Πρέπει να είναι οι γονείς του, Έλληνες μετανάστες στη Γερμανία, υποθέτω. Το παιδί μιλάει γερμανικά, εκείνοι ελληνικά. Εκείνο πάλι γερμανικά, εκείνοι ξανά ελληνικά. Το ύφος της συζήτησης είναι ήρεμο, φυσιολογικό, σαν η μία γλώσσα να συμπληρώνει την άλλη. Φέρνω στον νου μου δεκάδες τέτοιες σκηνές με μετανάστες στην Αθήνα, στη γειτονιά μου, στο λεωφορείο, στην πολυκατοικία μου. Η μητέρα μιλάει ρώσικα και το παιδί απαντά ελληνικά, ο πατέρας ρωτάει κάτι στα αλβανικά και το παιδί απαντάει στα ελληνικά. Εάν δεν έχεις μυηθεί στην πραγματικότητα της μετανάστευσης, οι σκηνές φαίνονται βγαλμένες από κάποια σουρεαλιστική ταινία. Πρόκειται όμως για τον «φυσικό σουρεαλισμό» της μετανάστευσης. Η πρώτη γενιά έχει ανάγκη να στηριχθεί στη μητρική γλώσσα. Να επιβεβαιώσει έτσι τη συνέχεια του εαυτού. Η δεύτερη, από την άλλη, που θέλει να επιβεβαιωθεί ότι ανήκει πλέον σε μια νέα γλώσσα, μια νέα πατρίδα. Αυτό που για την πρώτη γενιά είναι η γλώσσα του «άλλου», για τη δεύτερη γενιά είναι η δική της γλώσσα. Μιλώντας στον γονέα σου στη «γλώσσα του άλλου» είναι ένας τρόπος, συχνά ασυνείδητος, για να ακυρώσεις κάθε δυνατότητα επιστροφής στην πατρίδα από την οποία εκείνος ήρθε. Συνύπαρξη και χάσμα των γενεών, συνέχεια και ασυνέχεια, πάθος της αφομοίωσης, πολυγλωσσία, κοσμοπολίτικη αύρα που κουβαλούν οι μετανάστες (αυτό που τσακίζει τα νεύρα των ξενόφοβων). Όλα αυτά σε μια σκηνή συνομιλίας σε διαφορετικές γλώσσες, γονέων και παιδιών...

●●●

ΦΤΑΝΟΥΜΕ στο Schoenefeld, το μοναδικό αεροδρόμιο, κάποτε, του Ανατολικού Βερολίνου. Με εντυπωσιάζει ο αριθμός των αστυνομικών που «καλωσορίζουν» την πτήση μας, μερικά μέτρα από τον ιμάντα όπου περιμένουμε τις αποσκευές. Είναι καμιά δεκαριά. Κάθε τόσο σταματούν, ευγενικά, κάποιον επιβάτη και ελέγχουν την ταυτότητα ή το διαβατήριό του. Παίρνω τη βαλίτσα, περνάω δίπλα τους, προσπαθώντας να μην προδοθώ από την αστυνομοφοβία μου- την οποία ούτε ο ψυχαναλυτής μπορεί να θεραπεύσει πια. Σπρωγμένος, παρ΄ όλα αυτά, από επαγγελματική διαστροφή, στήνομαι προσεκτικά σε μια γωνιά και παρατηρώ τους αστυνομικούς που παρατηρούν τους επιβάτες και κόβουν φάτσες. Με ποια κριτήρια κρίνουν ότι κάποιος επιβάτης είναι «ύποπτος» για έλεγχο; Συμπεραίνω πρόχειρα πως, επί το πλείστον, ελέγχουν επιβάτες που έχουν λίγο περισσότερη μελανίνη στο δέρμα τους... Κάποιες ώρες αργότερα περιγράφω την σκηνή σε έναν Γερμανό φίλο μου, τον Ράινερ. «Υποθέτω πως έχουν εντείνει τους ελέγχους λόγω της οικονομικής κρίσης», λέει εκείνος. «Φοβούνται ότι οι μετανάστες θα αρχίσουν να φεύγουν από τις πιο φτωχές ευρωπαϊκές χώρες προς τις πιο πλούσιες»...

●●●

ΟΙ ΚΥΡΙΟΙ ΤΙΤΛΟΙ των γερμανικών εφημερίδων αφορούν την οικονομική κρίση. Η Γερμανία ζει- και αυτή- τη χειρότερη οικονομική κρίση μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Διαβάζεις λέξεις και φράσεις που έχουμε μάθει απ΄ έξω τους τελευταίους μήνες: «Οικονομικό πακέτο στήριξης» (70 δισ. στη Γερμανία για να στηρίξουν επενδύσεις, κυρίως στην κατασκευαστική βιομηχανία), «Εθνικοποίηση τραπεζών», «Σωτηρία αυτοκινητοβιομηχανιών», «Πτώση της κατανάλωσης», «Αύξηση της ανεργίας», «Ύφεση», «Δημοσιονομικό έλλειμμα πάνω από το όριο του 3%». Αν και η γερμανική οικονομία παραμένει μία από τις πιο γερές και ανθεκτικές στην Ευρώπη, ο λόγος των αναλυτών είναι ανήσυχος. Η ανάπτυξη στη Γερμανία έχει επιβραδυνθεί σημαντικά. Οι επενδυτές διστάζουν να κάνουν επενδύσεις. Λόγω της οικονομικής κρίσης, ο γνωστός δισεκατομμυριούχος Άντολφ Μέρκλε δεν άντεξε άλλο και αυτοκτόνησε στις ράγες του τρένου, αφήνοντας 100.000 υπαλλήλους στο έλεος της μοίρας. Σημάδι των καιρών. Αυτή η οικονομική κρίση μοιάζει με τον δήμιο που κλωτσάει το σκαμνί κάτω από τα πόδια του καταδικασμένου δι΄ απαγχονισμού. Όλοι έχουμε προεξοφλήσει ότι η θηλιά είναι γύρω από τον λαιμό μας. Περιμένουμε, απλά, την εμφάνιση του δήμιου. Ποιος όμως μας «καταδίκασε» δι΄ απαγχονισμού; «Ο καπιταλισμός της αρπαχτής» λέει στο «Spiegel» ο νομπελίστας Γκίντερ Γκρας...

●●●

Η ΜΕΡΚΕΛ προσπαθεί να «μαζέψει» την Ενωμένη Ευρώπη (τουλάχιστον την παλαιά), να προβληθεί ως σιδηρά κυρία στο τιμόνι του ευρωπαϊκού καραβιού, που αισθάνεται ήδη τα άγρια προειδοποιητικά κύματα της κρίσης. Είναι η πρώτη μεγάλη κρίση που αντιμετωπίζει η Ε.Ε., από τότε που υπάρχει. Εάν αντέξει, θα βγει πιο δυνατή και ενωμένη. Εάν η κρίση τη «σκοτώσει», τότε οι χειρότεροι εφιάλτες θα ξεπηδήσουν από το πτώμα της. Στο εσωτερικό της Γερμανίας, πάντως, αντίπαλοι και σύμμαχοι αμφισβητούν τις ηγετικές ικανότητες της Μέρκελ. Ενώ οι εκλογές του Σεπτεμβρίου πλησιάζουν, η δημοτικότητα της Μέρκελ πέφτει. Με τους ίδιους ρυθμούς που πέφτει και το χιόνι στο Βερολίνο, καλύπτοντας τα πάντα, σε αυτή την πόλη που καταφέρνει να μη χάσει το κέφι και την άψογη λειτουργικότητά της ακόμα και μέσα σε σκληρή κακοκαιρία. «Ιδανικός καιρός για καυτό gluwine», μου ψιθυρίζει στο αυτί η Ι. Περιμένουμε το μετρό στο Αlexanderplatz. Δυο γραβατωμένοι κύριοι, δίπλα, κουβεντιάζουν αδειάζοντας με απόλυτη συνέπεια τα μπουκάλια της μπίρας που κρατούν στα χέρια τους. Λίγο πιο πέρα, μια τουριστική αφίσα δείχνει το Βερολίνο πιο ηλιόλουστο και από τη Βαρκελώνη (εδώ που τα λέμε, το έχουν παρακάνει με το «ηλιόλουστο Βερολίνο»). Απέναντί μου, μια αφίσα για την επέτειο της πτώσης του Τείχους του Βερολίνου. Φέτος τον Νοέμβριο συμπληρώνονται 20 χρόνια. Το τελευταίο θύμα του Τείχους λεγόταν Chris Gueffroy. Προσπάθησε να αποδράσει τη νύχτα της 5ης Φεβρουαρίου του 1989. Τον γάζωσαν με σφαίρες οι συνοριοφύλακες. Ήταν είκοσι χρονών. Στη Γερμανία, σε αυτή τη χώρα της πρωτοπορίας, τη φημισμένη για τη σχολαστικότητα και τη συνέπεια με την οποία προγραμματίζει το μέλλον, «σκοντάφτεις» συνέχεια πάνω σε κομμάτια παρελθόντος, σκοτεινού και επώδυνου. Ειδικά εδώ, στο Βερολίνο...



Βερολίνο: Φεβρουάριος 2009