Ήταν Σάββατο όταν προσγειώθηκα στο αεροδρόμιο Stanstead του Λονδίνου. Μπροστά στον έλεγχο διαβατηρίων ξαναθυμήθηκα ότι δεν κουβαλάω «cool διαβατήριο»... Έτσι πήγα στην ουρά με εκείνους που κουβαλούν «κακό διαβατήριο». Η αστυνομικός ήταν μια όμορφη ξανθιά νεαρή κοπέλα. Αρκετά μουτρωμένη… Πέρασα τον έλεγχο και τις ερωτήσεις της με επιτυχία και συνέχισα προς την βαλίτσα μου… Θα έμενα σε ένα ξενοδοχείο κοντά στην Τραφαλγκάρ Σκουέρ και τον Τάμεση. Citadines το όνομά του. Στην είσοδο, μια αναμνηστική πλάκα ενημέρωνε ότι την πρώτη πέτρα στα θεμέλιά του την έβαλε κάποιος Πρίγκιπας της Ουαλίας του οποίου όμως το όνομα δεν συγκράτησα. Γύρω του pubs του 16ου αιώνα και μεσαιωνικές εκκλησίες. Η κοπέλα στη ρεσεψιόν ήταν μελαψή και χαμογελαστή. Καμία σχέση με τη μουτρωμένη αστυνομικό. Μου είπε ότι το δωμάτιό μου είναι στον έβδομο όροφο. Χάρηκα. Μου αρέσει το ύψος. Μόλις έφθασα στο δωμάτιο, έβγαλα το laptop μου για να συνδεθώ στο Ίντερνετ. Έχω αποκτήσει εξάρτηση. Ίσως, γιατί από όλες τις πατρίδες που μου έτυχε να γνωρίσω, το Ίντερνετ αποδείχθηκε η πιο γενναιόδωρη… Δεν κατάφερνα όμως να συνδεθώ. Κάλεσα τότε στη ρεσεψιόν και η ίδια φωνή που με είχε καλωσορίσει μου είπε ότι ένας συνεργάτης θα ερχόταν σύντομα στο δωμάτιό μου για να λύσει το πρόβλημα. Δεν πέρασε ούτε ένα λεπτό όταν ένας ευγενικός κύριος με μπλε στολή εμφανίστηκε στη πόρτα. Είπαμε «hello» και σκέφτηκα ότι πρέπει να είναι Κινέζικης καταγωγής, γύρω στα σαράντα πέντε. Ξαφνικά, ενώ εκείνος προσπαθούσε να βρει τι έτρεχε με το Ίντερνετ παρατήρησα το όνομά του, κρεμασμένο επάνω, στην αριστερή πλευρά της στολής του: Enver. Για μια στιγμή, ένας μικρός κεραυνός «διέσχισε» τον εγκέλαφό μου. «Είναι το Ενβέρ κινέζικο όνομα;» είπα μέσα μου. Προσπάθησα να το ξεπεράσω αλλά δεν τα κατάφερα. Είναι ένα όνομα που έχει ορίσει ένα σημαντικό μέρος της ζωής μου. Ξανακοίταξα το όνομα πάνω στην στολή του: Enver. «Είναι το Ενβέρ κινέζικο όνομα;» είπα ξανά μέσα μου. «Συγνώμη, είστε από την Κίνα;» - τον ρώτησα. «Ναι» μου απάντησε ευγενικά. «Συγνώμη για την αδιακρισία αλλά το Ενβέρ είναι κινέζικο όνομα;». Εκείνος χαμογέλασε και έκανε μια χειρονομία του τύπου «που να σου εξηγώ». «Είναι παλιά ιστορία» απάντησε. «Το όνομά μου προέρχεται από έναν Αλβανό δικτάτορα, τον Ενβέρ Χότζα»…
***
Στην αρχή σκέφτηκα ότι είχε μάθει πως είμαι από την Αλβανία και ήθελε να μου κάνει πλάκα. Είχα ταξιδέψει στο Λονδίνο για να μιλήσω την επομένη για το βιβλίο μου. Για να μιλήσω, ανάμεσα στα άλλα, για τα φρικτά σύνορα του ολοκληρωτισμού, στην Αλβανία του Ενβέρ Χότζα. Και αυτή την στιγμή, σε ένα βροχερό λονδρέζικο απόγευμα, βρισκόμουν στο δωμάτιο ενός Βρετανικού ξενοδοχείου, στον 7ο όροφο, δίπλα στον Τάμεση, περικυκλωμένος από βικτωριανά κτήρια, και μπροστά μου είχα έναν τύπο από την Κίνα που είχε πάρει το όνομά του από τον Ενβέρ Χότζα… Ε, αυτό πήγαινε πολύ… Δεν ξέρω τι ύφος πρέπει να είχα πάρει εκείνη τη στιγμή. Όταν συνήλθα κάπως είδα ότι ο Ενβέρ με κοιτούσε με ανήσυχο βλέμμα. Τον ρώτησα αν είχα ακούσει καλά ότι είχε πάρει το όνομά του από τον Ενβέρ Χότζα. Έγνεψε «ναι» με το κεφάλι. Τότε του εξήγησα την αιτία της μεγάλης μου έκπληξης. «Είμαι από την Αλβανία» του είπα, περιμένοντας για την αντίδρασή του. Ήταν η σειρά του να γουρλώσει τα μάτια από την έκπληξη.
«Απίστευτο» είπε.
«Απίστευτο» είπα.
«Απίστευτο» είπαμε…
***
Ξεχάσαμε το Ίντερνετ και ο Ενβέρ άρχισε να μου αφηγείται την ιστορία του ονόματός του. Το πλήρες του όνομα είναι Ενβέρ Τόχτι. Γεννήθηκε το 1963 στην επαρχία Ξιανγιάνγκ, η οποία κατοικείται από μουσουλμάνους Ουιγούρους. Όταν γεννήθηκε η Κίνα και η Αλβανία ήταν στο αποκορύφωμα της «καθαρής σοσιαλιστικής αγάπης». Η Κίνα είχε γίνει εχθρός με την Σοβιετική Ένωση. Η Αλβανία είχε γίνει εχθρός με όλο τον κόσμο. Η Αλβανία ήταν για την κομμουνιστική Κίνα η μοναδική φίλη χώρα στην Ευρώπη. Η Κίνα ήταν για την Αλβανία του Ενβέρ Χότζα η μοναδική φίλη χώρα στον κόσμο. «Εγώ γεννήθηκα σε μια μικρή πόλη, ανατολικά του Ξιανγιάνγκ, Κομούρ το λένε. Τον καιρό που γεννήθηκα εγώ, το ραδιόφωνο - δεν υπήρχαν τηλεοράσεις τότε – μιλούσε μέρα νύχτα για τη μεγάλη μας φίλη, την Αλβανία, και τον μεγάλη ηγέτη και προσωπικό φίλο του Μάο, τον Ενβέρ Χότζα» συνέχισε. «Τότε υπήρχε μια έκρηξη του ονόματος Ενβέρ στην Κίνα, ειδικά στην περιοχή των μουσουλμάνων Κινέζων». Έτσι οι γονείς του, για να είναι πολιτικά trendy, του έβαλαν το όνομα Ενβέρ προς τιμή του Ενβέρ Χότζα. «Υπήρχε τέτοια έκρηξη του ονόματος Ενβέρ που στο δημοτικό σχολείο από τα δεκαοκτώ αγόρια που ήμασταν, τα έξι τα έλεγαν Ενβέρ» προσέθεσε. Εδώ και καιρό μου έχει γίνει έμμονη ιδέα ένα ταξίδι στην Κίνα. Το να πάω και να βρω τους άλλους Ενβέρ στο Κομούρ είναι ένα καλό κίνητρο νομίζω…
***
Την άλλη μέρα συναντηθήκαμε ξανά με τον Ενβέρ στο χολ του ξενοδοχείου. Του έδωσα το βιβλίο μου και άκουσα την ιστορία του. Την επώδυνη ιστορία ενός καλλιεργημένου ανθρώπου, κυνηγημένου από το καθεστώς στην πατρίδα του και εξαπατημένου από αδίστακτους Βρετανούς δημοσιογράφους.
Στην Ξιανγιάνγκ η Κίνα κάνει εδώ και σαράντα χρόνια τις πυρηνικές της δοκιμές, με αποτέλεσμα το καρκίνο και οι «παράξενες αρρώστιες» να σαρώσουν στην επαρχία. Ο Ενβέρ σπούδασε ιατρική στην Κίνα και ήταν ιδιαίτερα ευαίσθητος στο θέμα των πυρηνικών δοκιμών, λόγω επαγγέλματος και επειδή στενοί του συγγενείς είχαν πεθάνει λόγω της ραδιενέργειας. Πριν από επτά χρόνια έκανε την ειδίκευσή του στην Κωνσταντινούπολη, όπου τον βρήκαν δυο Βρετανοί δημοσιογράφοι του Channel Four. Του ζήτησαν να τους βοηθήσει για να κάνουν μια έρευνα για τις πυρηνικές δοκιμές της Κίνας στην Ξιανγιάνγκ. Εκείνος δέχτηκε υπό τον όρο ότι θα κρατούσαν την ανωνυμία του. Αλλιώς η ζωή του κινδύνευε. Παίζοντας την ζωή του κορώνα γράμματα, με μια κρυφή κάμερα, μπήκε σε νοσοκομεία, σε εργαστήρια, σε σπίτια αρρωστημένων κατοίκων, τεκμηριώνοντας την σχέση πυρηνικών δοκιμών, καρκίνου και «παράξενων νοσημάτων». Παρέδωσε το υλικό στους Βρετανούς δημοσιογράφους. Εκείνοι όμως δεν κράτησαν τον λόγο τους. Ούτε που τους ενδιέφερε άλλωστε η ζωή του. Τον έδειξαν, ουσιαστικά τον κάρφωσαν, στο ντοκιμαντέρ που έφτιαξαν. Πάνω από όλα ο εντυπωσιασμός. Ο Ενβέρ ευτυχώς κατάφερε να φύγει στην Τουρκία πριν τον συλλάβουν. Αλλιώς σήμερα, πιθανόν, θα ήταν νεκρός. Ζήτησε άσυλο στην Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ στην Κωνσταντινούπολη, επειδή η Τουρκία έχει υπογράψει με την Κίνα συνθήκη έκδοσης των Κινέζων αντιφρονούντων. Για δυο χρόνια έμεινε άπατρις. Ζήτησε βοήθεια από τους Βρετανούς δημοσιογράφους που τον είχαν εκθέσει. Έκαναν πως δεν τον ήξεραν. Την τρίτη χρονιά, μετά από πολλά βάσανα, κατάφερε να φθάσει στο Λονδίνο. «Όπου άρχισε μια άλλη δύσκολη περίοδο. Περίμενα να εγκριθεί η αίτηση για άσυλο και μέχρι τότε δεν μπορούσα να δουλέψω» λέει ο Ενβέρ. Τελικά, μετά από τρία χρόνια, η αίτησή του εγκρίθηκε. Σήμερα ο Ενβέρ είναι Βρετανός πολίτης. «Και εσύ πρέπει να έχεις ελληνικό διαβατήριο» μου λέει. «Όχι» του απαντώ και εκείνος νομίζει ότι του κάνω πλάκα. Του εξήγησα ότι στην Ελλάδα δεν παίρνουν ελληνικό διαβατήριο ούτε τα παιδιά των μεταναστών που γεννιούνται και μεγαλώνουν εκεί. Γούρλωσε τα μάτια του από την έκπληξη. Τώρα ο Ενβέρ προσπαθεί να αναγνωρίσει το ιατρικό του δίπλωμα στην Αγγλία, για να μπορέσει να δουλέψει ως γιατρός. «Είναι πολύ δύσκολες οι εξετάσεις» μου λέει. «Έχω δώσει πέντε φορές και έχω αποτύχει. Αυτή είναι η έκτη φορά που θα δώσω». Ο όρκος του μέτοικου: «πρέπει να τα καταφέρω». Μιλώντας για τα ταξίδια μας, για το αίσθημα του ξένου, τον αγώνα για επιβίωση, το πείσμα του μέτοικου να ξεπεράσει τα αμέτρητα σύνορα που του στήνουν, ξεχάσαμε τον Ενβέρ Χότζα. Νιώσαμε πολύ πιο δεμένοι χάρη στο κοινό μας σύνδρομο: το σύνδρομο των συνόρων…

Ο Ενβέρ μου έκανε την χάρη να φωτογραφηθεί με το βιβλίο μου. Είναι ένα από τα πιο εκπληκτικά και παράξενα ενθύμια που έχω από τα ταξίδια μου
Λονδίνο, Μάιος 2009



