Σάββατο, Μαΐου 30, 2009

Συνάντηση με τον Ενβέρ Χότζα στο Λονδίνο


Ήταν Σάββατο όταν προσγειώθηκα στο αεροδρόμιο Stanstead του Λονδίνου. Μπροστά στον έλεγχο διαβατηρίων ξαναθυμήθηκα ότι δεν κουβαλάω «cool διαβατήριο»... Έτσι πήγα στην ουρά με εκείνους που κουβαλούν «κακό διαβατήριο». Η αστυνομικός ήταν μια όμορφη ξανθιά νεαρή κοπέλα. Αρκετά μουτρωμένη… Πέρασα τον έλεγχο και τις ερωτήσεις της με επιτυχία και συνέχισα προς την βαλίτσα μου… Θα έμενα σε ένα ξενοδοχείο κοντά στην Τραφαλγκάρ Σκουέρ και τον Τάμεση. Citadines το όνομά του. Στην είσοδο, μια αναμνηστική πλάκα ενημέρωνε ότι την πρώτη πέτρα στα θεμέλιά του την έβαλε κάποιος Πρίγκιπας της Ουαλίας του οποίου όμως το όνομα δεν συγκράτησα. Γύρω του pubs του 16ου αιώνα και μεσαιωνικές εκκλησίες. Η κοπέλα στη ρεσεψιόν ήταν μελαψή και χαμογελαστή. Καμία σχέση με τη μουτρωμένη αστυνομικό. Μου είπε ότι το δωμάτιό μου είναι στον έβδομο όροφο. Χάρηκα. Μου αρέσει το ύψος. Μόλις έφθασα στο δωμάτιο, έβγαλα το laptop μου για να συνδεθώ στο Ίντερνετ. Έχω αποκτήσει εξάρτηση. Ίσως, γιατί από όλες τις πατρίδες που μου έτυχε να γνωρίσω, το Ίντερνετ αποδείχθηκε η πιο γενναιόδωρη… Δεν κατάφερνα όμως να συνδεθώ. Κάλεσα τότε στη ρεσεψιόν και η ίδια φωνή που με είχε καλωσορίσει μου είπε ότι ένας συνεργάτης θα ερχόταν σύντομα στο δωμάτιό μου για να λύσει το πρόβλημα. Δεν πέρασε ούτε ένα λεπτό όταν ένας ευγενικός κύριος με μπλε στολή εμφανίστηκε στη πόρτα. Είπαμε «hello» και σκέφτηκα ότι πρέπει να είναι Κινέζικης καταγωγής, γύρω στα σαράντα πέντε. Ξαφνικά, ενώ εκείνος προσπαθούσε να βρει τι έτρεχε με το Ίντερνετ παρατήρησα το όνομά του, κρεμασμένο επάνω, στην αριστερή πλευρά της στολής του: Enver. Για μια στιγμή, ένας μικρός κεραυνός «διέσχισε» τον εγκέλαφό μου. «Είναι το Ενβέρ κινέζικο όνομα;» είπα μέσα μου. Προσπάθησα να το ξεπεράσω αλλά δεν τα κατάφερα. Είναι ένα όνομα που έχει ορίσει ένα σημαντικό μέρος της ζωής μου. Ξανακοίταξα το όνομα πάνω στην στολή του: Enver. «Είναι το Ενβέρ κινέζικο όνομα;» είπα ξανά μέσα μου. «Συγνώμη, είστε από την Κίνα;» - τον ρώτησα. «Ναι» μου απάντησε ευγενικά. «Συγνώμη για την αδιακρισία αλλά το Ενβέρ είναι κινέζικο όνομα;». Εκείνος χαμογέλασε και έκανε μια χειρονομία του τύπου «που να σου εξηγώ». «Είναι παλιά ιστορία» απάντησε. «Το όνομά μου προέρχεται από έναν Αλβανό δικτάτορα, τον Ενβέρ Χότζα»…

***

Στην αρχή σκέφτηκα ότι είχε μάθει πως είμαι από την Αλβανία και ήθελε να μου κάνει πλάκα. Είχα ταξιδέψει στο Λονδίνο για να μιλήσω την επομένη για το βιβλίο μου. Για να μιλήσω, ανάμεσα στα άλλα, για τα φρικτά σύνορα του ολοκληρωτισμού, στην Αλβανία του Ενβέρ Χότζα. Και αυτή την στιγμή, σε ένα βροχερό λονδρέζικο απόγευμα, βρισκόμουν στο δωμάτιο ενός Βρετανικού ξενοδοχείου, στον 7ο όροφο, δίπλα στον Τάμεση, περικυκλωμένος από βικτωριανά κτήρια, και μπροστά μου είχα έναν τύπο από την Κίνα που είχε πάρει το όνομά του από τον Ενβέρ Χότζα… Ε, αυτό πήγαινε πολύ… Δεν ξέρω τι ύφος πρέπει να είχα πάρει εκείνη τη στιγμή. Όταν συνήλθα κάπως είδα ότι ο Ενβέρ με κοιτούσε με ανήσυχο βλέμμα. Τον ρώτησα αν είχα ακούσει καλά ότι είχε πάρει το όνομά του από τον Ενβέρ Χότζα. Έγνεψε «ναι» με το κεφάλι. Τότε του εξήγησα την αιτία της μεγάλης μου έκπληξης. «Είμαι από την Αλβανία» του είπα, περιμένοντας για την αντίδρασή του. Ήταν η σειρά του να γουρλώσει τα μάτια από την έκπληξη.

«Απίστευτο» είπε.

«Απίστευτο» είπα.

«Απίστευτο» είπαμε…

***

Ξεχάσαμε το Ίντερνετ και ο Ενβέρ άρχισε να μου αφηγείται την ιστορία του ονόματός του. Το πλήρες του όνομα είναι Ενβέρ Τόχτι. Γεννήθηκε το 1963 στην επαρχία Ξιανγιάνγκ, η οποία κατοικείται από μουσουλμάνους Ουιγούρους. Όταν γεννήθηκε η Κίνα και η Αλβανία ήταν στο αποκορύφωμα της «καθαρής σοσιαλιστικής αγάπης». Η Κίνα είχε γίνει εχθρός με την Σοβιετική Ένωση. Η Αλβανία είχε γίνει εχθρός με όλο τον κόσμο. Η Αλβανία ήταν για την κομμουνιστική Κίνα η μοναδική φίλη χώρα στην Ευρώπη. Η Κίνα ήταν για την Αλβανία του Ενβέρ Χότζα η μοναδική φίλη χώρα στον κόσμο. «Εγώ γεννήθηκα σε μια μικρή πόλη, ανατολικά του Ξιανγιάνγκ, Κομούρ το λένε. Τον καιρό που γεννήθηκα εγώ, το ραδιόφωνο - δεν υπήρχαν τηλεοράσεις τότε – μιλούσε μέρα νύχτα για τη μεγάλη μας φίλη, την Αλβανία, και τον μεγάλη ηγέτη και προσωπικό φίλο του Μάο, τον Ενβέρ Χότζα» συνέχισε. «Τότε υπήρχε μια έκρηξη του ονόματος Ενβέρ στην Κίνα, ειδικά στην περιοχή των μουσουλμάνων Κινέζων». Έτσι οι γονείς του, για να είναι πολιτικά trendy, του έβαλαν το όνομα Ενβέρ προς τιμή του Ενβέρ Χότζα. «Υπήρχε τέτοια έκρηξη του ονόματος Ενβέρ που στο δημοτικό σχολείο από τα δεκαοκτώ αγόρια που ήμασταν, τα έξι τα έλεγαν Ενβέρ» προσέθεσε. Εδώ και καιρό μου έχει γίνει έμμονη ιδέα ένα ταξίδι στην Κίνα. Το να πάω και να βρω τους άλλους Ενβέρ στο Κομούρ είναι ένα καλό κίνητρο νομίζω…

***

Την άλλη μέρα συναντηθήκαμε ξανά με τον Ενβέρ στο χολ του ξενοδοχείου. Του έδωσα το βιβλίο μου και άκουσα την ιστορία του. Την επώδυνη ιστορία ενός καλλιεργημένου ανθρώπου, κυνηγημένου από το καθεστώς στην πατρίδα του και εξαπατημένου από αδίστακτους Βρετανούς δημοσιογράφους.

Στην Ξιανγιάνγκ η Κίνα κάνει εδώ και σαράντα χρόνια τις πυρηνικές της δοκιμές, με αποτέλεσμα το καρκίνο και οι «παράξενες αρρώστιες» να σαρώσουν στην επαρχία. Ο Ενβέρ σπούδασε ιατρική στην Κίνα και ήταν ιδιαίτερα ευαίσθητος στο θέμα των πυρηνικών δοκιμών, λόγω επαγγέλματος και επειδή στενοί του συγγενείς είχαν πεθάνει λόγω της ραδιενέργειας. Πριν από επτά χρόνια έκανε την ειδίκευσή του στην Κωνσταντινούπολη, όπου τον βρήκαν δυο Βρετανοί δημοσιογράφοι του Channel Four. Του ζήτησαν να τους βοηθήσει για να κάνουν μια έρευνα για τις πυρηνικές δοκιμές της Κίνας στην Ξιανγιάνγκ. Εκείνος δέχτηκε υπό τον όρο ότι θα κρατούσαν την ανωνυμία του. Αλλιώς η ζωή του κινδύνευε. Παίζοντας την ζωή του κορώνα γράμματα, με μια κρυφή κάμερα, μπήκε σε νοσοκομεία, σε εργαστήρια, σε σπίτια αρρωστημένων κατοίκων, τεκμηριώνοντας την σχέση πυρηνικών δοκιμών, καρκίνου και «παράξενων νοσημάτων». Παρέδωσε το υλικό στους Βρετανούς δημοσιογράφους. Εκείνοι όμως δεν κράτησαν τον λόγο τους. Ούτε που τους ενδιέφερε άλλωστε η ζωή του. Τον έδειξαν, ουσιαστικά τον κάρφωσαν, στο ντοκιμαντέρ που έφτιαξαν. Πάνω από όλα ο εντυπωσιασμός. Ο Ενβέρ ευτυχώς κατάφερε να φύγει στην Τουρκία πριν τον συλλάβουν. Αλλιώς σήμερα, πιθανόν, θα ήταν νεκρός. Ζήτησε άσυλο στην Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ στην Κωνσταντινούπολη, επειδή η Τουρκία έχει υπογράψει με την Κίνα συνθήκη έκδοσης των Κινέζων αντιφρονούντων. Για δυο χρόνια έμεινε άπατρις. Ζήτησε βοήθεια από τους Βρετανούς δημοσιογράφους που τον είχαν εκθέσει. Έκαναν πως δεν τον ήξεραν. Την τρίτη χρονιά, μετά από πολλά βάσανα, κατάφερε να φθάσει στο Λονδίνο. «Όπου άρχισε μια άλλη δύσκολη περίοδο. Περίμενα να εγκριθεί η αίτηση για άσυλο και μέχρι τότε δεν μπορούσα να δουλέψω» λέει ο Ενβέρ. Τελικά, μετά από τρία χρόνια, η αίτησή του εγκρίθηκε. Σήμερα ο Ενβέρ είναι Βρετανός πολίτης. «Και εσύ πρέπει να έχεις ελληνικό διαβατήριο» μου λέει. «Όχι» του απαντώ και εκείνος νομίζει ότι του κάνω πλάκα. Του εξήγησα ότι στην Ελλάδα δεν παίρνουν ελληνικό διαβατήριο ούτε τα παιδιά των μεταναστών που γεννιούνται και μεγαλώνουν εκεί. Γούρλωσε τα μάτια του από την έκπληξη. Τώρα ο Ενβέρ προσπαθεί να αναγνωρίσει το ιατρικό του δίπλωμα στην Αγγλία, για να μπορέσει να δουλέψει ως γιατρός. «Είναι πολύ δύσκολες οι εξετάσεις» μου λέει. «Έχω δώσει πέντε φορές και έχω αποτύχει. Αυτή είναι η έκτη φορά που θα δώσω». Ο όρκος του μέτοικου: «πρέπει να τα καταφέρω». Μιλώντας για τα ταξίδια μας, για το αίσθημα του ξένου, τον αγώνα για επιβίωση, το πείσμα του μέτοικου να ξεπεράσει τα αμέτρητα σύνορα που του στήνουν, ξεχάσαμε τον Ενβέρ Χότζα. Νιώσαμε πολύ πιο δεμένοι χάρη στο κοινό μας σύνδρομο: το σύνδρομο των συνόρων…


Ο Ενβέρ μου έκανε την χάρη να φωτογραφηθεί με το βιβλίο μου. Είναι ένα από τα πιο εκπληκτικά και παράξενα ενθύμια που έχω από τα ταξίδια μου


Λονδίνο, Μάιος 2009

Τρίτη, Μαΐου 26, 2009

Τρεις σκηνές σε μία πόλη...

Oμόνοια. Οι μουσουλμάνοι, λέγεται, περνούν τον δικό τους θρησκευτικό Μεσαίωνα. Πολύ πιθανόν. Σίγουρα πάντως στην Αθήνα διαβιούν σε «μεσαιωνικές συνθήκες». Στριμώχνονται σε βρώμικα υπόγεια που λειτουργούν ως χώροι λατρείας. Δεν υπάρχει τζαμί για αυτούς, όπως στη Ρώμη, στο Παρίσι, στο Λονδίνο. Στοιβάζονται στα γκέτο της Ομόνοιας και του Αγίου Παντελεήμονα, ανάμεσα σε βρώμα, εμπόρους ναρκωτικών, νταβατζήδες, λαθρεμπόρους και ομάδες Χρυσαυγιτών που τους ξυλοκοπούν κάθε βράδυ. Ακόμα και «σοβαρές εφημερίδες» χαρακτηρίζουν τους μουσουλμάνους μετανάστες ως «Πέμπτη φάλαγγα» που στοχεύει να ξεκάνει την Ελλάδα. Είναι να απορείς λοιπόν γιατί θεριεύουν οι νεοναζί; Επιπλέον, λόγω της άφθονης μελανίνης στο δέρμα τους, οι μουσουλμάνοι μετανάστες είναι μόνιμος στόχος των «εξακριβώσεων στοιχείων». Σε μια τέτοια «εξακρίβωση στοιχείων», οι εκπρόσωποί τους καταγγέλλουν ότι ένας αστυνομικός έσκισε τις σελίδες του Κορανίου. Ήταν η σπίθα που πυροδότησε την εξέγερση στο όνομα του «Αλλάχ». Εάν οι μουσουλμάνοι είναι θρησκόληπτοι, οι συνθήκες διαβίωσής τους και η συστηματική απαξίωση θα τους κάνουν ακόμα πιο φανατικούς και θρησκόληπτους. Απλά μαθήματα Ιστορίας. Οι αρμόδιοι ανήγγειλαν πάντως ότι διατάχθηκε «έρευνα σε βάθος»...

Καισαριανή. Το Σάββατο το βράδυ ο δήμαρχος της πόλης, κ. Σπύρος Τζόκας, έγραψε συμβολικά στα δημοτολόγια του δήμου ένα παιδί μεταναστών από την Αφρική που έχει γεννηθεί στην Ελλάδα. Υπάρχουν πλέον 200.000 τέτοια παιδιά, γεννημένα στην Ελλάδα, από νόμιμους μετανάστες. Παιδιά που δεν έχουν άλλη πατρίδα εκτός από την Ελλάδα, μεγαλώνουν ελληνικά, ερωτεύονται, ονειρεύονται, βλέπουν εφιάλτες στα ελληνικά. Παιδιά που για την Πολιτεία δεν υπάρχουν πουθενά, καταδικασμένα να μείνουν για πάντα ξένα. Τα πιο τυχερά από αυτά, όταν βρίσκουν την ευκαιρία, την κάνουν για αλλού. Σε χώρες όπου είναι αδιανόητο να μη σου αναγνωρίσουν την ιδιότητα του πολίτη όταν έχεις γεννηθεί εκεί και πληρώνεις φόρους. Αυτοί που τα καταφέρνουν όμως είναι λίγοι. Οι άλλοι, οι πολλοί, μένουν εδώ, ξοδεύοντας την ενέργειά τους για χαρτιά, μαζεύοντας νεύρωση, απαξίωση και οργή. Δεν ξέρω εάν έχουν μιλήσει ποτέ οι αρμόδιοι με αυτά τα παιδιά. Να διαπιστώσουν πόσο απελπισμένα και οργισμένα είναι. Πιθανότατα όχι. Γιατί οι αρμόδιοι προσποιούνται ότι το πρόβλημα δεν υπάρχει. Ίσως πιστεύουν ότι μια μέρα οι μετανάστες και τα παιδιά τους θα εξαφανιστούν ως διά μαγείας. Εν τω μεταξύ η οργή και η απελπισία αυτών των «ξένων ντόπιων» μεγαλώνει. Μέχρι να πλημμυρίσει τους δρόμους της πόλης μια μέρα. Και δεν θα χρειαστεί κανένα σκισμένο Κοράνι. Τους έχουν ήδη σκίσει και ξεσκίσει τη ζωή και το μέλλον. Και τότε οι αρμόδιοι θα απαντήσουν, πιθανόν, με μια «έρευνα σε βάθος»...

Άγιος Παντελεήμων. Την ίδια ώρα που ο δήμαρχος της Καισαριανής έγραφε στα δημοτολόγια του δήμου το μαύρο Ελληνάκι, βρισκόμουν στην Πλατεία του Αγίου Παντελεήμονα. Εδώ και δυο μήνες η Πρωτοβουλία Κατοίκων και Φορέων του Αγ. Παντελεήμονα είχε προγραμματίσει εκεί την παρουσίαση του βιβλίου μου. Μας περίμενε μια οργανωμένη ομάδα «αγανακτισμένων πολιτών», που κραύγαζαν με ντουντούκες. Έβριζαν χυδαία τις γυναίκες και όποιον είχε έρθει να παρακολουθήσει την εκδήλωση, μας απειλούσαν και μας προπηλάκισαν. Φώναζαν: «Σας γαμήσαμε στον Εμφύλιο, θα σας γαμήσουμε και τώρα», «κομμούνια, προδότες», «θάνατος στους μετανάστες». (Λίγες ώρες πριν, πράγματι, κάποιοι προσπάθησαν να κάψουν μουσουλμάνους μετανάστες ζωντανούς στην Πλατεία Αττικής). Τα φαντάσματα έχουν βγει από την ντουλάπα της Ιστορίας. Περίπου 80 μετανάστες στην πλατεία παρακολουθούσαν αποσβολωμένοι. Οι «αγανακτισμένοι πολίτες» τούς επιτέθηκαν με παλούκια. Κάθε βράδυ, άλλωστε, τους ξυλοκοπούν, τους γρονθοκοπούν, τους μαχαιρώνουν. Κάποιος άγνωστος με πλησίασε και μου είπε να προσέχω γιατί «θα με καθαρίσουν». Ήταν πασιφανές ότι οι φασίστες ήθελαν αίμα προχθές. Οι μετανάστες, κυνηγημένοι, έτρεχαν πανικόβλητοι. Μαυροφορούσες γιαγιάδες έτρεχαν πανικόβλητες. Τα ΜΑΤ παρακολουθούσαν σε «απόσταση ασφαλείας». Έφυγα συνοδευόμενος και μπήκα στο σπίτι ενός από τους διοργανωτές, κοντά στην πλατεία. Ίσως και γι΄ αυτό το περιστατικό θα διαταχθεί «έρευνα σε βάθος». Έτσι, από βάθος σε βάθος, μέχρι να αγγίξουμε τον πάτο...

Σάββατο, Μαΐου 23, 2009

Μια μητέρα μετανάστρια γράφει…

«Αγαπητέ «Υπάρχουμε… Συνυπάρχουμε;». Το όνομά μου είναι Αγάπη. Μετανάστευσα στην Ελλάδα πριν από δεκαεπτά χρόνια από την Αρμενία. Μαζί με τον άνδρα μου εργαζόμαστε και ζούμε νόμιμα στην Ελλάδα δώδεκα χρόνια. Πέρση καταθέσαμε τα χαρτιά μας για την Άδεια Διαμονής Αορίστου διάρκειας. Μας απέρριψαν λέγοντάς μας ότι ο ΟΑΕΔ δεν έχει κρατήσει αρχεία για μας! Επειδή ο ΟΑΕΔ δεν κράτησε αρχεία, εμείς χάνουμε τρία χρόνια από τη νόμιμη παραμονή και πρέπει να τρέξουμε ξανά σε ουρές, να πληρώσουμε παράβολα, δικηγόρους, για να πάρουμε στο τέλος, πιθανόν, μια άδεια παραμονής ληγμένη… Προτείναμε, λοιπόν, στους αρμόδιους να φέρουμε εμείς τα παλαιά μας χαρτιά από τον ΟΑΕΔ, τις φορολογικές δηλώσεις – πληρώνουμε φόρους από την πρώτη μέρα που πήραμε μια αβέβαιη βεβαίωση στα χέρια μας - τα Αριστεία και Βραβεία προόδου των παιδιών μας από το σχολείο. Μας απάντησαν ότι αυτά δεν αποτελούν αποδείξεις!... Τα παιδιά μου ήρθαν μικρά στην Ελλάδα. Τεσσάρων χρονών ο ένας, εννιά ο άλλος. Έχουν περάσει από το ελληνικό δημόσιο σχολείο, έχουν διακριθεί και αριστεύσει. Θεωρούν ότι ανήκουν εδώ πέρα, ότι η Ελλάδα είναι η πατρίδα τους. Μιλούν τα ελληνικά ως πρώτη τους γλώσσα και νιώθουν Έλληνες όσο και οι Έλληνες συμμαθητές τους. Και όμως και τα παιδιά μου παλεύουν ακόμα για τις άδειες παραμονής τους. Τα παιδιά μου έχουν βραβευθεί σε διεθνείς διαγωνισμούς αλλά δεν μπορούσαν να ταξιδέψουν να πάρουν το βραβείο τους γιατί δεν είχαν την άδεια παραμονής! Φανταστείτε τον εαυτό σας στα είκοσι δύο σας να ξοδεύετε όλη την ενέργειά σας για τα χαρτιά… Τα παιδιά μας γίνονται ανήσυχα, νευρικά, μελαγχολικά, όταν καταλαβαίνουν ότι τους φέραμε σε μια χώρα όπου θα είναι για πάντα ξένοι και θα παλέψουν για χαρτιά. Τα παιδιά μας νιώθουν σαν φυλακισμένα. Όταν οι Έλληνες φίλοι τους μαθαίνουν ότι εκείνοι δεν έχουν την ελληνική υπηκοότητα δεν μπορούν να το πιστέψουν. Πολλές φορές τα παιδιά μας το κρύβουν αυτό γιατί νιώθουν μειονεκτικά... Γνωρίζω και άλλες μητέρες μετανάστριες που τα παιδιά τους έχουν έρθει μικρά ή γεννηθεί στην Ελλάδα. Έχουμε τις ίδιες έγνοιες. Όχι για μας, για τα παιδιά μας. Μπορούν να πουν για μας ότι είμαστε ξένες. Αλλά τα παιδιά μας που ήρθαν στην Ελλάδα σε μικρές ηλικίες ή γεννήθηκαν εδώ, σπούδασαν στην Ελλάδα, μεγάλωσαν στην Ελλάδα, γιατί τα κάνουν να αισθάνονται ξένα; Γιατί η Ελλάδα τρώει τα παιδιά της, αφού δικά της είναι αυτά τα παιδιά; Τα παιδιά μας διψούν να προοδεύσουν, να δημιουργήσουν. Τι άλλο ζητούν από το κράτος παρά να τους δώσει την δυνατότητα να νιώσουν ελεύθεροι, να μην γίνουν πολίτες τρίτης κατηγορίας; Τι περισσότερο ζητούμε εμείς και τα παιδιά μας από αυτό που ζητούσαν και απόκτησαν οι Έλληνες μετανάστες και τα παιδιά τους; Την Ελλάδα τα παιδιά μας δεν την κουβαλούν στο αίμα αλλά στο μυαλό και στην καρδιά τους. Οι Ελληνίδες φίλες μου, που τόσο πολύ με έχουν βοηθήσει αυτά τα δύσκολα χρόνια, καταλαβαίνουν τον πόνο μου. Με έχουν δει να κλάψω και προσπαθούν να με παρηγορήσουν λέγοντας πως «δεν μπορεί, θα λυθεί αυτό το θέμα». Ελπίζω να λυθεί. Βλέπω τον χρόνο όμως να περνάει, τα παιδιά μου και εκείνα των άλλων να μεγαλώνουν και να είναι πάντα ξένα...


Ευχαριστώ για την φιλοξενία


Agapi Masmaryan

agapitik@yahoo.gr»



ΥΓ. Σήμερα, 23 Μαΐου, στις 7 το απόγευμα, στην κεντρική πλατεία της Καισαριανής θα γίνει η συμβολική τελετή εγγραφής στο δημοτολόγιο του δήμου ενός παιδιού μετανάστη από τη Αφρική. Ένα κοριτσάκι 17 μηνών που γεννήθηκε στην Καισαριανή, και που - ως γνωστό - δεν μπορεί να γραφτεί στο δημοτολόγιο με αποτέλεσμα να μην υπάρχει ουσιαστικά. Η συμβολική εγγραφή θα γίνει από το Δήμαρχο Καισαριανής Σπύρο Τζόκα.

Σάββατο, Μαΐου 09, 2009

Εκείνο το πονεμένο βλέμμα στη Βαρσοβία

Ένα ζευγάρι ηλικιωμένων στην Βαρσοβία κοιτά την αστραφτερή βιτρίνα του καπιταλιστικού καταναλωτισμού. Εκείνοι «έφαγαν» τα νιάτα τους δουλεύοντας σκληρά για να χτίσουν τον «σοσιαλιστικό παράδεισο»…

Η ΠΡΩΤΗ επαφή με την Βαρσοβία υπήρξε κάπως «ξεχωριστή». Στον κεντρικό σταθμό του τρένου, μόλις κατέβηκα, με πλησίασαν μερικοί ταξιτζήδες. Ο καθένας με την δική του «προσφορά». Η γλώσσα που μιλούσαν ήταν, κυρίως, εκείνη της χειρονομίας… Επέλεξα τον πιο ηλικιωμένο ανάμεσά τους. Ήταν ένας γέρος, γύρω στα εβδομήντα και βάλε, που φορούσε κασκέτο, κάπνιζε συνεχώς και περπατούσε με τη βραδύτητα που επιβάλλει το αμείλικτο πέρασμα του χρόνου. Όταν βγήκαμε από τον σταθμό, μου έδειξε με το χέρι το ταξί του. Ένα σαράβαλο κόκκινο Fiat, τα καθίσματα του οποίου είχαν καλυφθεί με πακιστανικά χαλιά. Μόλις έβαλα τη βαλίτσα στο πορτμπαγκάζ (το οποίο δεν έκλεινε με τίποτα), μου έκανε σήμα να πάω κοντά του για να τον βοηθήσω. Ήθελε να μετακινήσει ένα τσιμεντένιο κολονάκι που εμπόδιζε τη διέλευση οχημάτων από τον πεζόδρομο. Κατάλαβα ότι πρόθεσή του ήταν να περάσει παράνομα από εκεί, για να κόψει δρόμο. Τον ακολούθησα. Ήταν μια σουρεαλιστική σκηνή. Σπρώχναμε και οι δυο το βαρύτατο κολονάκι, προσπαθώντας να το μετακινήσουμε σε απόσταση ασφαλείας. Εκείνος λαχάνιαζε, λαχάνιαζα κι εγώ. Και λαχανιάζοντας σκεφτόμουν μήπως μας τσακώσει κάποιος Πολωνός τροχονόμος. Δεν μας ενόχλησε κανείς. Την μετακινήσαμε τελικά και επιστρέψαμε στο κόκκινο σαράβαλο, για να ξεκινήσουμε το ταξίδι προς το ξενοδοχείο στο οποίο θα έμενα.

●●●


ΚΑΘΗΣΑ σιωπηλός στο πίσω κάθισμα. Ο γέρος έβαλε μπρος το αυτοκίνητο, λαχανιάζοντας ακόμα και καπνίζοντας ταυτόχρονα. Βλέποντάς τον θυμήθηκα τους γονείς μου. Και όλους εκείνους τους οποίους η κατάρρευση του κομμουνισμού τους βρήκε γερασμένους και αδύναμους. Είναι εκείνοι οι μεγάλοι χαμένοι αυτής της συγκλονιστικής αλλαγής. Έμειναν με μια σύνταξη της πείνας να αντιμετωπίσουν έναν κόσμο που δεν καταλάβαιναν πλέον. Άνθρωποι που δούλεψαν πολύ σκληρά, δεκαετίες ολόκληρες, πιστεύοντας πως κτίζουν τον «σοσιαλιστικό παράδεισο». Και μια ημέρα, ξαφνικά, ανακάλυψαν πως είχαν κάνει μια τρύπα στο νερό. Στη νέα, μετακομμουνιστική εποχή της shock therapy, εκείνα τα γερασμένα κορμιά ήταν τα απόβλητα. Οι υπόλοιποι έτρεχαν, περνούσαν τα σύνορα, μετανάστευαν, δούλευαν σκληρά, έσπρωχναν, εξαπατούσαν τον διπλανό τους, πουλούσαν το κορμί τους, την ψυχή τους. Μάθαιναν νέους τρόπους και νέα κόλπα της καπιταλιστικής εποχής, προσπαθούσαν να κερδίσουν τις χαμένες δεκαετίες. Η παλιά γενιά δεν μπορούσε να κάνει τίποτα. Έβλεπε με σαστισμένα μάτια όσα συνέβαιναν. Ήταν και εκείνοι υπέρ της ελευθερίας, αλλά δεν την είχαν φανταστεί έτσι, τόσο άγρια και αδάμαστη. Ήταν σαν να βρέθηκαν, εν μια νυκτί, από τη φυλακή στη ζούγκλα...

●●●


ΚΑΘΕ επανάσταση, βελούδινη ή μη, κάθε κατάρρευση καθεστώτων, έχει τους χαμένους της. Η κατάρρευση των κομμουνιστικών καθεστώτων ήταν από τις πιο παράξενες. Δεν έχασαν εκείνοι που τα καθιέρωσαν και χαίρονταν τα προνόμιά τους. Εκείνοι προσαρμόστηκαν με θαυμαστή ταχύτητα στις καινούργιες συνθήκες της ζούγκλας. Οι χαφιέδες έγιναν επιχειρηματίες. Στη Ρωσία, ακόμα και πρόεδροι. Άλλαξαν τα κοστούμια και την ορολογία τους. Δεν μιλούσαν πια για προλετάριους, αλλά για το έθνος. Δεν κρατούσαν πια φωτογραφίες του Στάλιν, αλλά τσιτάτα εθνικιστών και εικόνες αγίων. Το κύριο «όπλο» τους για να διοικήσουν στο κομμουνιστικό καθεστώς ήταν η βία και η ανηθικότητα. Γι΄ αυτό ο καπιταλισμός της ζούγκλας τούς πήγαινε γάντι. Οι πραγματικά χαμένοι ήταν οι άνθρωποι σαν τον γέρο ταξιτζή. Άνθρωποι που στα νιάτα τους πίστεψαν πράγματι στον κομμουνισμό. Μέχρι που ανακάλυψαν ότι το μόνο που είχαν καταφέρει ήταν να κτίσουν τεράστιες, γκρίζες φυλακές... Παρατηρώ ξανά τον γέρο ενώ καπνίζει. Δεξιά του, κρεμασμένο στον καθρέφτη, ένα χάρτινο άγαλμα της ελευθερίας. Σαν εκκρεμές που μετρά το κενό. Σκέφτομαι να βγάλω μια φωτογραφία. Αλλάζω γνώμη. Βλέπω από τον καθρέφτη το βλέμμα του. Ένα βλέμμα πονεμένο, τυλιγμένο από τον καπνό του τσιγάρου. Το βλέμμα των ανθρώπων που ανακάλυψαν αργά πως τους εξαπάτησαν και τους δούλεψαν άγρια...



ΦΩΤΟ: Armand Habazaj

«Οι πιο επώδυνες φυσιογνωμίες ηλικιωμένων που έχω συναντήσει στην Αλβανία είναι εκείνων που επέστρεφαν από την εξορία ή την φυλακή…»


ΕΧΩ γνωρίσει τέτοιους ηλικιωμένους στην Αλβανία. Έχω δει πρώην καθηγητές μου να κάνουν τους ταξιτζήδες στα εβδομήντα τους και άρρωστοι, για να μπορέσουν να αγοράσουν τα φάρμακά τους. Οι πιο ταλαιπωρημένες φυσιογνωμίες ηλικιωμένων που έχω συναντήσει όμως, μετά την κατάρρευση του κομμουνισμού, είναι εκείνων που επέστρεφαν από την εξορία ή έβγαιναν από τη φυλακή. Κάποιοι προορίζονταν να πεθάνουν στην εξορία ή τη φυλακή ως «εχθροί του σοσιαλισμού». Ήταν τόσο εξαντλημένοι, που δεν είχαν καν τη δύναμη να ζητήσουν εκδίκηση για τους διώκτες τους. Η μόνη σκέψη που τους παρηγορούσε ήταν ότι δεν θα πέθαιναν μέσα στους σκοτεινούς τοίχους ενός κελιού...


●●●

ΤΟ ΠΟΝΕΜΕΝΟ βλέμμα του γέρου ταξιτζή στη Βαρσοβία το έχω συναντήσει στην Αθήνα. Κατάγεται από τη Ρωσία, τη Βουλγαρία, την Αλβανία ειδικά. Ξενιτεμένοι στα εξήντα και στα εβδομήντα τους. Ακολούθησαν τα παιδιά τους στην ξενιτιά. Έτσι κι αλλιώς εξαρτώνται από τα παιδιά τους τώρα. «Δουλέψαμε σαράντα χρόνια σαν δούλοι και δεν αφήσαμε τίποτα στα παιδιά μας. Και τώρα πρέπει να ζήσουμε από αυτούς. Πονάει πολύ αυτό το πράγμα», μου είπε μια μέρα μια εβδομηντάχρονη από την Αλβανία... Τα βράδια, συνήθως, τους βλέπεις στις πλατείες των λαϊκών γειτονιών, ενώ παίζουν σκάκι ή φροντίζουν τα εγγόνια τους. Δεν καταλαβαίνουν, πολλές φορές, τι τους λένε τα εγγόνια. Εκείνα μιλούν ελληνικά και εκείνοι ελληνικά δεν ξέρουν καθόλου. Κάποιοι από τους ξενιτεμένους γέρους, οι γυναίκες ειδικά, φτιάχνουν πρόχειρα λεξιλόγια και τα κουβαλάνε μαζί τους. Σημειώνουν εκεί τις άγνωστες λέξεις μιας άγνωστης γλώσσας που βάλθηκαν στα γεράματά τους να μάθουν. Ειδικά τις απαραίτητες λέξεις για τα ψώνια στη Λαϊκή και στο σούπερ μάρκετ. Συνήθως είναι εκείνοι που ψωνίζουν ή που ψάχνουν να αγοράσουν όσο πιο φθηνά γίνεται, για να κάνουν οικονομία στα παιδιά τους...

ΦΩΤΟ: Ένρι Canaj

Αλβανοί παππούδες, ξενιτεμένοι στα εβδομήντα τους στην Αθήνα. Τους γέρους μετανάστες τους βρίσκεις συνήθως στις πλατείες των λαϊκών γειτονιών ενώ παίζουν σκάκι ή φροντίζουν τα εγγόνια τους.


ΚΑΠΟΙΕΣ φορές τους έχω δει να μπαίνουν σε εκκλησίες. Να ανάβουν κεριά και να απευθύνουν προσευχή στον Θεό. Προσεύχονται για πολλά. Να μην αρρωστήσουν τα εγγόνια τους. Να μη χάσουν τη δουλειά τα παιδιά τους. Να βρουν νοικοκυρές νύφες οι ανύπαντροι γιοι και προκομμένους γαμπρούς οι ανύπαντρες κόρες. Μαζεύονται, μετά, στις πλατείες τα βράδια και αναπολούν τα νιάτα τους. Καμιά φορά λογομαχούν για το παρελθόν. Οι περισσότεροι το νοσταλγούν γιατί αυτό υπήρξε όλη η ζωή τους. Έπειτα συζητούν για τα έθιμα των ντόπιων. Μερικά τους αρέσουν, άλλα τους είναι ακατανόητα, άλλα τους φοβίζουν... Κανείς δεν ξέρει πόσοι είναι αυτοί οι ηλικιωμένοι. Οι περισσότεροι είναι παράνομοι. Δεν προβλέπονται χαρτιά για αυτούς. Και κάποια βράδια, όταν νιώθουν ταχυπαλμία, όταν πέφτει η πίεση, όταν ανεβαίνει το σάκχαρο, όταν η σκέψη του θανάτου τούς επισκέπτεται, λένε στα παιδιά τους: «Όταν πεθάνω να με θάψετε εκεί όπου γεννήθηκα. Έχω βάλει ήδη τα χρήματα που χρειάζονται στην άκρη»...


Τετάρτη, Μαΐου 06, 2009

A Short Border Handbook


Dear All,


The English translation of my book «Μικρό Ημερολόγιο Συνόρων», is already in the British bookstores and Amazon.com.

Anne-Marie Stanton-Ife is the translator. She did a great job indeed.

My British editor is Portobellobooks (www.portobellobooks.com), one of the most prestigious in the field and shortlisted for Independent Publisher of the Year 2009. Portobellobooks has also bought the worderly rights of my book.

For the English version I wrote a new epilogue.


For those who live in London, just to inform you that I’ll be there for a first presentation of the book, in the Southbank Book Festival, Sunday 17 of May, 3 pm, along with the British-Bosnian writer Vesna Maric and the outstanding British author and journalist Misha Glenny. For more information: (http://www.southbankcentre.co.uk/calendar?action=production&production=45697&performance=45698 & http://www.southbankcentre.co.uk/literature-spoken-word)


All best


Gazi