Κυριακή, Ιουνίου 21, 2009

«Τι δουλειά έχεις εσύ με αυτούς;»


"Αγαπητέ «Υπάρχουμε... Συνυπάρχουμε;». Με λένε Νίκη και μένω στην Αθήνα. Ανήκω σε εκείνους τους λίγους που δεν έχουν αυτοκίνητο και δίπλωμα οδήγησης. Θα μπορούσα να έχω, αλλά επέλεξα να κάνω ταξίδια για να δω τι γίνεται πέρα από τη μύτη μας. Έτσι κι αλλιώς φοβάμαι την οδήγηση και προτιμώ τα μέσα μαζικής συγκοινωνίας... Επειδή μένω κοντά σε νοσοκομείο, στο λεωφορείο βλέπω κάθε μέρα γυναίκες μετανάστριες μεγάλης ηλικίας που εργάζονται ως αποκλειστικές νοσοκόμες. Μιλάνε μεταξύ τους ελληνικά, αν και είναι από διαφορετικές χώρες. «Να πληρώσω τους λογαριασμούς και να φάω κάτι», άκουσα να λέει κάποια μέρα μια κυρία γύρω στα 60. «Τι σύμπτωση», σκέφτομαι. Αυτό εύχομαι και εγώ. Δεν έχω κλείσει ακόμη τα τριάντα. Σπούδασα σε δύσκολη σχολή, μιλώ άπταιστα δύο ξένες γλώσσες και πριν από τρία χρόνια άρχισα να εργάζομαι ως ελεύθερη επαγγελματίας... Αν το σύστημα δεν ήταν αναξιοκρατικό, θα είχα μια σταθερή δουλειά και θα προσέφερα τις υπηρεσίες μου στην πατρίδα μου. Τώρα νιώθω συχνά πιο ξένη και από τις ηλικιωμένες αλλοδαπές του λεωφορείου. Γιατί σε αυτή τη χώρα, όποιος αρνηθεί να περάσει από την ταπείνωση του πολιτικού γραφείου, παραμένει φτωχός πλην τίμιος...

***

Ο πρώην φίλος μου ήταν μουσουλμάνος μετανάστης. Κάποτε έβρισκε δουλειά. Έστελνε χρήματα και στους δικούς του. Τα πράγματα άλλαξαν από τότε που άρχισαν όλοι να μιλούν για την οικονομική κρίση. Μια φορά είχαμε πάει μαζί σε έναν εργοδότη. Μας άφησαν να περιμένουμε αρκετή ώρα. Δεν μας μιλούσαν ξεκάθαρα. Περάστε ξανά αργότερα και τέτοια... Τελικά μας μίλησαν ξεκάθαρα: «Δεν προσλαμβάνουμε αλλοδαπούς!». Και με ύφος περιέργειας, αλλά και περιφρόνησης με ρώτησαν: «Τι σας είναι το παιδί»; «Φίλος μου», απάντησα με ντροπή... Και εκείνοι ξαναρώτησαν: «Και τι δουλειά έχεις εσύ με αυτούς;». Σε αποτυχημένες συνεντεύξεις είχα πάει αρκετές φορές. Αλλά η απόρριψη τώρα ήταν διπλή. Πολλαπλή. Για να πω την αλήθεια, πολλές φορές ένιωσα πιο ξένη και από τον πρώην φίλο μου. Σε αυτό συνέβαλε και η συμπεριφορά των δικών μου, επειδή επέλεξα έναν «φτωχό». Με έβλεπε στενοχωρημένη και με ρωτούσε: «Τι σκέφτεσαι;». «Τίποτα», του απαντούσα. Και όμως, κάτι σκεφτόμουν. Ότι το χρήμα όλα τα καλύπτει. Ότι στην οικογένειά μου θα χαίρονταν αν παντρευόμουν έναν πρώην έμπορο ναρκωτικών με μεγάλη περιουσία, ξεπλυμένο από κάποιο καλό ποινικολόγο. Και Αλβανό και Πακιστανό, και Ρώσο και Αφρικανό και φονιά και σωματέμπορο και σχιζοφρενή ακόμα θα δέχονταν με χαρά, αν είχε «πολλά λεφτά». Δυστυχώς η σχέση μας δεν άντεξε. Διαλύθηκε εξαιτίας αγεφύρωτων διαφορών κουλτούρας, που ήρθαν στην επιφάνεια με το πέρασμα του χρόνου (η εχθρική στάση των δικών μου και του περιβάλλοντος γύρω μου, επειδή επέλεξα να ερωτευτώ έναν μετανάστη θα με συνοδεύσει για πάντα). Αυτή είναι η προσωπική μαρτυρία που ήθελα να σας εμπιστευθώ.

Ευχαριστώ για τη φιλοξενία

Νίκη Φ.
Αθήνα"

ΥΓ: Τα πλήρη στοιχεία της Νίκης Φ. όπως και το προσωπικό της e-mail είναι στη διάθεση της στήλης. Οφείλω να γνωστοποιήσω στους αναγνώστες της στήλης ότι ειδικά οι μετανάστριες γυναίκες που «τόλμησαν» να μας στείλουν τις μαρτυρίες τους, τις οποίες δημοσιεύσαμε τις προηγούμενες εβδομάδες, έχουν δεχτεί χυδαίες φραστικές επιθέσεις και απειλητικά μηνύματα στα e-mails τους από άγνωστους «αγανακτισμένους πολίτες». Η βία των φασιστόμουτρων φαίνεται πως δεν περιορίζεται μόνο στις πλατείες. Εξαπλώνεται και στο Διαδίκτυο...

Δευτέρα, Ιουνίου 15, 2009

Την μαύρη ή την ξανθιά;



Είδα αυτό το βίντεο και θυμήθηκα ένα κομμάτι που είχα γράψει πριν απο τρία χρόνια.

Μια Αμερικανίδα σκηνοθέτις, η Κίρι Ντέιβις, αποφάσισε προ ημερών να κάνει το «τεστ της κούκλας» στο Χάρλεμ. Έβαλε μια ομάδα εξάχρονων μαύρων παιδιών να επιλέξουν ανάμεσα στη «μαύρη κούκλα» (φτιαγμένη ειδικά για τους μαύρους της Αμερικής, στη δεκαετία του '70) και την κατάξανθη Barbie. Τα περισσότερα παιδάκια προτίμησαν την κατάξανθη Barbie! Απέρριψαν, κατά κάποιον τρόπο, την ίδια την ταυτότητά τους. Πολλοί πίστευαν ότι τα παιδάκια του Χάρλεμ, μετά από τόσα χρόνια, θα ταυτίζονταν με την Ναόμι Κάμπελ ή έστω με την Κόντι Ράις, επιλέγοντας έτσι την «μαύρη κούκλα». Εις μάτην. Προτίμησαν την ξανθιά Barbie.
Τα μικρά παιδιά φαίνεται πως γνωρίζουν καλά τις κοινωνικές αλήθειες των μεγάλων. Ίσως και να βλέπουν πολλές διαφημίσεις. Καταλαβαίνουν λοιπόν ότι, σε αυτόν τον κόσμο, πρέπει να είσαι λευκός (και ξανθιά), για να έχεις τα ωραιότερα αυτοκίνητα, τα ακριβότερα ρούχα, τις καλύτερες δουλειές, τις καλύτερες ξυριστικές μηχανές, τις τέλειες γραμμές και για να κάνεις ονειρεμένες διακοπές: ώστε να μαυρίζεις όχι από το κακό σου αλλά από ηλιοθεραπείες...
Τα παιδάκια του Χάρλεμ γνωρίζουν ότι δεν υπάρχει λευκός Μάικλ Τζάκσον, που να θέλει να απαλλαγεί από το λευκό χρώμα της επιδερμίδας του. Γνωρίζουν, ίσως, ότι στην Ευρώπη οι μετανάστριες από την Αφρική σακατεύουν συχνά την επιδερμίδα τους με καρκινογενείς κρέμες, για να το ασπρίσουν λιγάκι, ελπίζοντας ότι θα βρουν πιο εύκολα δουλειά. Και εάν δεν τα γνωρίζουν όλα αυτά, διαισθάνονται πώς παίζεται το «παιχνίδι των χρωμάτων» στον κόσμο των μεγάλων και δεν έχουν καμία διάθεση να βολοδέρνουν. Καταλαβαίνουν ότι η Ναόμι και η Κόντι είναι λίγες. Οι Barbie είναι πολλές. Τα παιδάκια δεν υποκρίνονται. Προτιμούν αυτούς που νικάνε, που προχωράνε. Φοβούνται το στίγμα, την απόρριψη, την αποτυχία. Τι πιο φυσικό από αυτό;
Το ίδιο, νομίζω, θα γινόταν εάν βάζαμε τα παιδάκια των μεταναστών στην Ελλάδα να επιλέξουν ανάμεσα στην «κούκλα μετανάστη» και την «κούκλα γηγενή». Θα επέλεγαν, σίγουρα, την «κούκλα γηγενή». Γιατί ξέρουν πως εάν παραμείνουν μια ζωή «μετανάστες», με μια άδεια παραμονής που βγάζουν με χίλια ζόρια και χιλιάδες καθημερινές ταπεινώσεις οι γονείς τους, θα είναι καταδικασμένα να είναι πολίτες δεύτερης και τρίτης κατηγορίας. Και θα ζήσουν μια ζωή με το στίγμα του ξένου...
Θα είχε ενδιαφέρον, εάν κάναμε το «τεστ της κούκλας» με τα μαύρα παιδάκια στη Κυψέλη. Μιλώντας με πολλούς μετανάστες από την Αφρική, φοβάμαι ότι τα περισσότερα παιδάκια θα επέλεγαν την κατάξανθη Barbie... Δοκιμάστε να ζητήστε δουλειά σε καφετέρια ή σε φαστ φουντ, εάν είστε μαύρος/η, και θα καταλάβετε γιατί... Εκτός αυτού, τα παιδάκια γνωρίζουν ότι την «μαύρη κούκλα» την σταματούν συνέχεια στον δρόμο οι αστυνομικοί για «εξακρίβωση στοιχείων». Επιπλέον, εκείνη πρέπει να αντέξει και τον ρατσισμό των λευκών μεταναστών. Ενώ τελευταίως ανησυχεί κάθε φορά που η Εθνική Ελλάδος διακρίνεται σε κάποιο άθλημα. Από την κατάκτηση του Ευρωπαϊκού στην Πορτογαλία και μετά, μια δράκα ακροδεξιών έχει αποφασίσει να «συνδυάσει» τους πανηγυρισμούς για τις επιτυχίες της Εθνικής με το κυνήγι και το ξυλοκόπημα μαύρων και μελαψών μεταναστών: συνέβη ξανά προχθές στο κέντρο της Αθήνας... Φθάνει άραγε ένας «Σόφο» στην Εθνική για να μην προτιμήσουν τα μαύρα παιδάκια την κατάξανθη Barbie
;

Τρίτη, Ιουνίου 09, 2009

Σβαστικάκια και δεντράκια

Μας λένε ότι η Ευρώπη είναι μακριά από τους πολίτες. Δίπλα είναι, απλά φροντίζουν να την κρατήσουν όσο γίνεται πιο μακριά τα κόμματα, τα συνδικάτα, τα ΜΜΕ. Δεν υπάρχει «ευρωπαϊκό πνεύμα», μας λένε. Πώς να υπάρχει όταν δεν το βρίσκεις ούτε στα προγράμματα των κομμάτων, ούτε σε εκείνα των συνδικάτων, ούτε, ασφαλώς, στα ΜΜΕ; Το «εθνικιστικό ψέμα» επιμένει ότι όλα μπορεί να λυθούν εθνικά, αν και είναι πασιφανές ότι κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει πια. Μας λένε, επίσης, ότι έτσι όπως πάμε, δεν θα αργήσει η μέρα που η Ε.Ε. θα είναι ένα πτώμα. Μόνο που το πτώμα θα πέσει πάνω στα κεφάλια μας και θα μας θάψει όλους. Οι μόνοι που μπορούν να χορέψουν τσάμικο πάνω στο πτώμα της Ε.Ε. είναι οι ακροδεξιοί και οι σταλινικοί...

***

Όταν οι πολίτες απέχουν από την κάλπη, κερδισμένοι βγαίνουν οι φανατικοί και τα φασιστόμουτρα. Αυτό συνέβαινε και θα συμβαίνει πάντα. Το διαπιστώσαμε ανά την Ευρώπη και προχθές. Η μοναδική παρηγοριά, ειδικά για την Ελλάδα, είναι το γεγονός ότι πήγαν καλά και οι Πράσινοι. Αλλά αν η αποχή συνεχίζει με τέτοιους ρυθμούς, τότε δεν θα αργήσει η μέρα που σε όλη την Ευρώπη θα χαράξουμε σβαστικάκια στα δεντράκια (αυτά που θα έχουν γλιτώσει, βέβαια, από τις πυρκαγιές, τους καταπατητές και τα αυθαίρετα)... Απορώ πώς βαφτίζουν την αποχή διαμαρτυρία. Κατά τη γνώμη μου η αποχή σημαίνει: «Κάντε ό,τι θέλετε. Όποιος και αν μας κυβερνήσει, εμάς δεν μας νοιάζει. Είμαστε το ίδιο ευχαριστημένοι»...

***
Ο αληθινός νικητής αυτών των εκλογών δεν ήταν η αποχή. Ήταν, ξανά, οι δημοσκοπήσεις. Σημαντικό μέρος της συζήτησης για τις ευρωεκλογές αναλώθηκε για το κατά πόσο έπεσαν παραέξω ή παραμέσα. Σε μια εβδομάδα, το πολύ δυο, θα ξεχαστεί η νίκη του ΠΑΣΟΚ, η ήττα της Ν.Δ., η ακρίβεια, η διαφθορά, η άνοδος της μισαλλοδοξίας. Θα μιλάμε για τα ποσοστά του τάδε νυν δελφίνου, για τη διαφορά του από τον δείνα πρώην δελφίνο. Θα μας πουν ότι σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις δεν νίκησε ο Παπανδρέου, αλλά έχασε ο Καραμανλής. Θα μας πουν ότι οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι η ψυχή του λαού διψά για «επιχειρήσεις σκούπα» και πάμπολλα άλλα. Χρόνια τώρα, δημοσιογράφοι, πολιτικοί, μάνατζερ δεν τολμούν να κάνουν βήμα χωρίς την άδεια των δημοσκοπήσεων. Οι δημοσκοπήσεις είναι η πιο απατηλή έκφραση της λαϊκής θέλησης. Η εφημερίδα «USΑ Τoday» δημοσίευε τις προάλλες μια δημοσκόπηση, σύμφωνα με την οποία οι περισσότεροι Αμερικανοί δεν θέλουν να κλείσει το Γκουαντάναμο. Ωραία. Μια δημοσκόπηση, κατάλληλα πλασαρισμένη, θα έβγαζε σίγουρα ότι η πλειονότητα των ανδρών ανά τον κόσμο θέλουν να δείρουν τις γυναίκες τους. Οι δημοσκοπήσεις φτιάχνουν απλοϊκούς ανθρώπους και πολίτες. Γιατί ο κύριος σκοπός μιας δημοσκόπησης είναι να δώσει απλοϊκές απαντήσεις σε περίπλοκα προβλήματα. Οι δημοσκοπήσεις είναι προπαντός άρνηση του μέλλοντος. Είναι η αιώνια δικτατορία του παρόντος, στο οποίο βράζουμε στο ζουμί μας. Είναι το ιδανικό εργαλείο της συντήρησης και της νοοτροπίας: «μην τολμήσεις τίποτα. Μην αλλάξεις τίποτα». Αν οι ιδρυτές της Ε.Ε. έβλεπαν δημοσκοπήσεις, δεν θα υπήρχε η Ε.Ε. Εάν ο γέρος Καραμανλής έβλεπε δημοσκοπήσεις, η Ελλάδα δεν θα ήταν στην Ε.Ε. Εάν ο Κώστας Σημίτης εξαρτιόταν από τις δημοσκοπήσεις, η Ελλάδα δεν θα ήταν στην ΟΝΕ. Εάν ο Ομπάμα έβλεπε δημοσκοπήσεις, δεν θα έβαζε ποτέ υποψηφιότητα για πρόεδρος των ΗΠΑ. Οι δημοσκοπήσεις εξελίσσονται στον χειρότερο εχθρό της δημοκρατίας και τον καλύτερο σύμμαχο του λαϊκισμού. Και όταν οι πολίτες δεν βλέπουν πια τους πολιτικούς ως ηγέτες αλλά ως πελάτες δημοσκοπικών εταιρειών, τότε θα προτιμήσουν το μαγιό αντί για την κάλπη...

Σάββατο, Ιουνίου 06, 2009

A short border handbook

Το παρακάτω κείμενο είναι αποκλειστικά (και δυστυχώς) για όσους γνωρίζουν αγγλικά. Μια κριτική του βιβλίου μου στην βρετανική The Indipendent. Το κομμάτι αναφέρεται και στα γεγονότα στον Αγ. Παντελεήμονα.

A Short Border Handbook, By Gazmend Kapllani

Reviewed by Maya Jaggi

Friday, 5 June 2009

Last weekend I stumbled across a far-right rally in Thessaloniki, Greece's second city. The signature cadences of an aspiring fascist demagogue, and the small crowd's robotic chants, were unmistakable even before I caught sight of the capo sawing the air at the waterfront under a statue of Alexander the Great. The dark-uniformed neo-Nazis then paraded their Greek flags through town in the run-up to this Sunday's European elections, flinging about leaflets stamped with a swastika-like Hellenic emblem and urging that "illegal immigrants" be sent home.

Gazmend Kapllani, a prominent Greek journalist born in Albania, believes it was supporters of the same neo-Nazi group, Chrysi Avyi or Golden Dawn, who tried to beat him up two weeks ago at a public reading of this memoir. It was held in Aghios Panteleimonas, effectively a migrant ghetto in central Athens named after the "saint of charity for all". At Thessaloniki's book fair, Kapllani told me that he had taken refuge in a nearby house for several hours while some 20 neo-Nazis rampaged - unhindered by police - terrorising children in a playground, then blogging that they had cleared the district of "scum" like him. Earlier, an Orthodox priest was attacked for distributing food, and his church firebombed.

Anne-Marie Stanton-Ife's translation of A Short Border Handbook could not be timelier. Born in 1967, Kapllani entered Greece with many Albanians in 1991, six years after the dictator Enver Hoxha died, and soon after the gates of the prison-state were opened. Kapllani, who had taught himself Italian and French for a clandestine window on the world, worked as a builder, cook and kiosk-attendant in Athens while learning Greek and English, studying philosophy and earning a doctorate. Now a columnist for Ta Nea, Greece's largest-circulation left-wing newspaper, he is one of the few to have "made it". Yet he feels a "mixture of deliverance and perplexity", a symptom of what he terms "border syndrome".

In the ironically titled "handbook", fragments of memoir alternate with more timeless reflections on migration, shifting from first to second to third person. Partly fictionalised, it draws on others' experiences, including the brutal trafficking of women. Yet pain coexists with humour, as in his sardonic take on how Albanian men are perceived, with their "primitive haircut", eyeing women "the way Quasimodo looks at Esmeralda" or charging into a video shop "as though we had come to greet the messiah". Pointing out that cold-war Greece narrowly escaped communism, one man says: "Why didn't they get Hoxha instead of us? Bastards." The result combines the wittily mischievous eye for absurdity of George Mikes's How to be an Alien with the philosophical insight of Milan Kundera.

Kapllani recalls a childhood of ubiquitous, Stasi-like informers, and a rebellious "xenomania" amid paranoid isolation. People decorate their houses with soap-powder cartons washed up from the Adriatic. Yet in his first week on Greek soil, after hiding in a truck and walking through the barbed-wire border, he is body-searched in a supermarket, lied to, starved and incarcerated ­ latterly in an insanitary warehouse after a police round-up of suspected criminals. "We are nursing a timebomb," a TV reporter says. "Deport them now." Yet "why should I have to answer for every last criminal who happens to have been born in the same country as me?"

He reflects on the drive of the "egotistical narcissist" feeling too good for his native land; the dilemmas of memory and self-reinvention; the orphan's sense of being free but lost. The book traces the "thousands of invisible borders" that persist, from locals who speak "like a sewing machine" to landlords who stipulate "no foreigners, no pets" - recalling the "no blacks, no Irish" of a Britain before the Race Relations acts.

Images of the first Iraq war have no effect on these migrants: "We had our own battle to fight." Yet while Albanians and Afghans remain scapegoated, Greek mass emigration of the 1950s and 1960s is taboo. "One of your crimes is that you remind the natives of what life used to be like for them... the pain and humiliation of being a migrant, the worn-out faces, the peasant gait, the heavy stench of sweat and garlic."

"You cannot understand a migrant if you haven't heard his story." With the best migrant literature, this book tells a collective story through a personal one. "You have no voice. You are not even a consumer," Kapllani says. Yet in giving himself a voice, he has become a target, even for those who scorn the far right but share its assumptions: "those who fear you the most are those who read few books but watch too much television". While all of us are "incurably transient" on this Earth, our greatest virtue, he suggests, is the ability to adapt to change, regardless of who we're descended from. It's a virtue as much for hosts seeing their societies transformed as for newcomers; for those of us with "cool" passports as much as those landed by pure chance with "bad" ones.

http://www.independent.co.uk/arts-entertainment/books/reviews/a-short-border-handbook-by-gazmend-kapllani-trans-annemarie-stantonife-1696906.html