Πέμπτη, Ιουλίου 23, 2009

Αμερικής και Καλύμνου γωνία


Όταν περπατώ στον δρόμο έχω πάντα μαζί μου ένα τρανζίστορ. Μ’αρέσει να ακούω ραδιόφωνο. Ειδήσεις συνήθως. Σήμερα, οι πρώτες δέκα ειδήσεις θυμίζουν διάδρομο αστυνομικού τμήματος… Κουκούλες, εγκληματικότητα, λαθρομετανάστευση, απελάσεις, ΕΥΠ, κάμερες, συμμορίες, φυλακές, μαφία, τρομοκρατία, απαγωγές. Στο τέλος μια είδηση για την ανεργία. Ζωντανή, μετά, σύνδεση με την Πάτρα. Αστυνομικές δυνάμεις κατεδάφισαν τον καταυλισμό των Αφγανών προσφύγων, λέει ο ανταποκριτής. Ο καταυλισμός πήρε φωτιά, η οποία απείλησε τα γύρω σπίτια. Οι πρόσφυγες προσπάθησαν να κρυφτούν στα στενά της πόλης. Οι Αφγανοί προσπαθούσαν να περάσουν στην Ιταλία, κρυμμένοι σε κάποια σκοτεινή γωνιά του πλοίου ή κάτω από κάποιο φορτηγό, παίζοντας την ζωή τους κορώνα γράμματα, για να διασχίσουν την Ευρώπη, να πάνε όλο και πιο βόρεια: όσο λιγότερο ήλιο βρίσκουν τόσο πιο καλά θα τους υποδεχτούν, ελπίζουν. Αυτό το ταξίδι τους προς το Ευρωπαϊκό Όνειρο παίρνει χρόνια, πολλά χρόνια. Κάποιοι δεν το ολοκληρώνουν ποτέ. Αφήνουν στην διαδρομή την τελευταία τους πνοή. Κάποιοι άλλοι, ξεκινούν μικρά παιδιά από το Αφγανιστάν και φθάνουν στον προορισμό τους ώριμοι άνδρες. Και αν τους απελάσουν, θα ξαναβγούν ξανά στον πηγαιμό για το όνειρο, θα διασχίσουν τα ίδια μονοπάτια, τους ίδιους θανάσιμους κινδύνους, ούτε ο θάνατος τους φοβίζει. Αυτοί είναι οι άλλοι «καμικάζι», που δεν μισούν αλλά λατρεύουν την Δύση. Είναι διατεθειμένοι ακόμα και να πεθάνουν για να την αγγίξουν. Πως αντέχουν, που βρίσκουν τόση δύναμη, τόση πείσμα, τόση ενέργεια, τόσο θάρρος; Θυμίζουν την αποφασιστικότητα των «βαρβάρων» στα σύνορα της Ρώμης. Οι βολεμένοι ποτέ δεν θα καταλάβουν την φοβερή δύναμη των «βαρβάρων». Εκείνοι ξέρουν μόνο να καλλιεργούν τον φόβο για τους «βαρβάρους». Γιατί επιπλέον, σε εποχές κρίσης, οι «βάρβαροι» είναι πάντα «μιά κάποια λύσις»…


***

Στον δρόμο όπου περπατώ σχεδόν καθημερινά, κάτω από το σπίτι μου, βλέπω ταμπέλες στις πόρτες των μαγαζιών. Κάτω από τα ελληνικά, υπάρχουν μεταφράσεις σε άλλες γλώσσες. Η μία ταμπέλα γράφει «επιδιορθώσεις ρούχων» στα ρώσικα». Η άλλη, λίγο πιο πέρα, γράφει το ίδιο πράγμα αλλά σε περισσότερες γλώσσες, βουλγαρικά, ρώσικα, μια άλλη γλώσσα που δεν ξέρω τι είναι και αλβανικά. Σταματώ στο μαγαζί με τις πολλές γλώσσες. Τους λέω ότι η αλβανική λέξη είναι γραμμένη λάθος. Στο P λείπει το ένα πόδι. Ναι, το ξέρουμε μου απαντούν, μας το έχουν πει και άλλοι πελάτες, θα το διορθώσουμε Το πρώτο μαγαζί ανήκει σε μια μετανάστρια της πρώτης γενιάς από την Ρωσία. Το άλλο σε ένα μετανάστη της πρώτης γενιάς από την Συρία. «Τις κάναμε πολύγλωσσες τις ταμπέλες για να προσελκύσουμε περισσότερους πελάτες» μου λέει. Εγώ και αυτός ήρθαμε εδώ με διαφορετικά καράβια. Οι μητρικές μας γλώσσες δεν έχουν καμία σχέση μεταξύ τους, οι εμπειρίες που κουβαλά ο καθένας από μας τόσο διαφορετικές. Σήμερα, επικοινωνούμε στην ίδια γλώσσα, στα ελληνικά. Υπάρχουμε και συνυπάρχουμε στην ίδια γειτονιά, στην ίδια πόλη, στην Αθήνα, με τα καταλυμένα πεζοδρόμια από τα μηχανάκια, με το λίγο πράσινο, με τον υπέροχο ουρανό, με τις πολύγλωσσες ταμπέλες. Εγώ και αυτός είμαστε τώρα επιβάτες στο ίδιο καράβι. Είμαστε οι «νέοι μέτοικοι» της Αθήνας, της κατεξοχήν πόλης των μετοίκων…


***

Κάποτε, οι πολυκατοικία όπου μένω κατασκευάστηκε για να στεγάσει «παλαιούς μετοίκους», που έρχονταν από την ελληνική επαρχία. Ένας από αυτούς, που μένει στην δίπλα πολυκατοικία, ο κύριος Νίκος, μου είχε περιγράψει μια φορά πως όταν πρωτοήρθε στην Αθήνα τα παιδιά στο σχολείο τον κορόιδευαν γιατί μιλούσε την ντοπολαλιά του χωριού. Τόσο στιγματισμένος και ξένος ένιωθε που όταν επέστρεφε από το σχολείο στο σπίτι του κλεινόταν στην κουζίνα – δεν είχε δικό του δωμάτιο - και έκλαιγε, προσπαθώντας ταυτόχρονα να απαλλαγεί από την «γλώσσα του χωριού», για να μην διαφέρει, να μη νιώσει ξένος. Μου έλεγε, επίσης, ο κύριος Νίκος πως πρέπει να κατανοήσω τους Έλληνες, ότι χρειάζονται ακόμα λίγο χρόνο για να συνηθίσουν με την παρουσία των μεταναστών. Εγώ, μου έλεγε, ήμουν έφηβος όταν είδα τον πρώτο μαύρο στην Αθήνα. «Με εντυπωσίασε τόσο πολύ που τον πήρα στο κατόπιν. Ήταν ένα σπάνιο θέαμα για μένα» συνέχισε. Δεν είχε δει ποτέ του μαύρο παρά στις ταινίες. Τώρα, δεκάδες χιλιάδες παιδιά μεταναστών, πολλά από αυτά από μαύρους γονείς, γεννιούνται στα μαιευτήρια της Ελλάδας…


***

Μιας και ανέφερα τους μαύρους. Άκουσα τις προάλλες, από κάποιον αγαπητό Ελληνοαμερικανό φίλο, μια καταπληκτική ιστορία. Κάποια στιγμή, στην δεκαετία του ’20, είχαν φθάσει Καλυμνιώτες μετανάστες στο Tarpon Springs, μια αμερικανική πολίχνη στον κόλπο του Μεξικού, στην Φλόριντα. Αυτοί οι Καλυμνιώτες, λοιπόν, ήταν σφουγγαράδες και ήθελαν να συνεχίσουν να κάνουν το ίδιο και στην Αμερική. Ήταν η εποχή που οι WASP (White Anglo-Saxon Protestant) κραύγαζαν να κλείσουν τα σύνορα της Αμερικής, ώστε οι «ορδές των βαρβάρων από τον Νότο» να μη μολύνουν και εκτοπίσουν τον καθαρό, ξανθό, γαλάζιο αίμα των λευκών προτεσταντών. Για τους WASP οι Έλληνες, οι Ιταλοί, οι Ισπανοί και όποιοι άλλοι μετανάστες έρχονταν από τον ευρωπαϊκό Νότο ήταν Wog, δηλαδή «αράπηδες», κατώτερη ράτσα, στο ίδιο επίπεδο με τους μαύρους. Οι Καλυμνιώτες σφουγγαράδες αντιμετωπίστηκαν από την αρχή με εχθρότητα από τους λευκούς προτεστάντες. Οι μόνοι που τους δέχτηκαν και συμμάχησαν μαζί τους ήταν οι μαύροι της Tarpon Springs. Οι Καλυμνιώτες, απαράμιλλοι μάστορες, έμαθαν στους μαύρους την δουλειά. και στο τέλος, Έλληνες μετανάστες και μαύροι, επικράτησαν στην αγορά των σφουγγαριών, χάρη στη μεγάλη εργατικότητα και το απίστευτο πείσμα τους. Ήταν τόσο στενή η φιλία τους, που στο τέλος οι μαύροι έμαθαν να μιλούν πολύ καλά ελληνικά, με καλυμνιώτικη προφορά φυσικά. Έτσι ταξιδεύουν οι πολιτισμοί, συναντιούνται, δημιουργούν, συμπονούν, γράφουν ιστορία και κάνουν τον κόσμο λίγο, τόσο δα, καλύτερο. Το μέλλον ανήκει πάντα στους «βαρβάρους», στους εργατικούς, στους πεισματάρηδες, στους διψασμένος, σε αυτούς που ξέρουν να αλλάζουν και να μοιράζονται. Σήμερα, στο μουσείο της μετανάστευσης στην Tarpon Springs, βρίσκει κανείς τις φωτογραφίες και τις μαρτυρίες αυτής της καταπληκτικής φιλίας και συμμαχίας μεταξύ Καλυμνιωτών και μαύρων, που σφυρηλατήθηκε στα βάθη του Κόλπου του Μεξικού, μαζεύοντας σφουγγάρια και όνειρα για μια νέα ζωή στην καινούργια τους πατρίδα, στο πείσμα της εχθρότητας των ρατσιστών….




Η Ελλάδα άλλαξε και αλλάζει. Όπως άλλαξαν οι χώρες όπου κάποτε οι Έλληνες πήγαν μετανάστες. Οι μετανάστες που ήρθαν στην Ελλάδα άλλαξαν και αλλάζουν. Όπως άλλαξαν οι Έλληνες μετανάστες που πήγαν κάποτε σε άλλες χώρες. Η αλλαγή αυτή είναι ανεπίστρεπτη. Όσες άγριες καταστάσεις και αν περάσουμε, όσες συγκρούσεις και γκέτο, όσες επιτροπές «αγανακτισμένων πολιτών» φτιαχτούν, όσες απειλές φασιστόμουτρων και βιτριόλια στα πρόσωπα των μεταναστών και μεταναστριών εκτοξευθούν. Είναι μια αλλαγή που θα ωφελήσει Έλληνες και μετανάστες, γιατί τώρα είμαστε όλοι μαζί επιβάτες στο ίδιο καράβι. Η μετανάστευση είναι ένας καθρέφτης που ανταποδίδει το βλέμμα μας. Αν την δούμε ως ευκαιρία θα γίνει ευκαιρία. Αν την δούμε ως κίνδυνο θα γίνει κίνδυνος. Γιατί ο Άλλος δεν είναι ξένος, είναι ένας καθρέφτης όπου προβάλλονται σε υπερμεγένθυνση οι εφιάλτες και οι αρετές του Εαυτού... Μπαίνω στο σπίτι μου. Κοιτάω «παλαιές» φωτογραφίες που έχω την συνήθεια να κάνω περπατώντας στους δρόμους της Αθήνας. Μια εικόνα, ένα ανορθόγραφο σημείωμα: «Παρακαλώ! Κοινόχρηστα. Εξοφλεισι μεχρη 15/12/2006». Πρέπει να το είχε γράψει η διαχειρίστρια της πολυκατοικίας, από την Γεωργία. Το ανορθόγραφο σημείωμα έχει από πάνω διόρθωση. Ίσως το έχει διορθώσει το παιδί της, που έχει γεννηθεί στην Ελλάδα και πάει σε ελληνικό δημόσιο σχολείο. Ανορθόγραφα έγραφαν και οι «παλαιοί μέτοικοι» της Αθήνας, σκέφτομαι. Κοιτάζω ξανά αυτά τα διορθωτικά –ο, -η, -ι. Ποιος ξέρει, αυτή η φωτογραφία, κάποτε, να βρει μια θέση σε κάποιο μουσείο της μετανάστευσης στην Αθήνα - όπως το μουσείο στην Tarpon Springs - που θα θυμίζει άλλες εποχές, δύσκολες, αντιφατικές, εποχές που η Ελλάδα άλλαξε, ξανά, αγκαλιάζοντας νέους μετοίκους και εκείνοι αγκαλιάζοντας το ελληνικό τους όνειρο, πηγαίνοντας, όλοι μαζί, ένα βήμα πιο μπροστά...


Αθήνα: Ιούλιος 2009

Τετάρτη, Ιουλίου 01, 2009

Κανείς δεν θέλει να θυμάται...

Φωτό: Ένρι Canaj

Ήταν καλοκαίρι του 1990, στα Τίρανα. Χιλιάδες κάτοικοι των Τιράνων «εισέβαλαν» στις Δυτικές Πρεσβείες, ζητώντας πολιτικό άσυλο. Το καθεστώς αιφνιδιάστηκε αφήνοντας για δύο ημέρες ανεξέλεγκτη την κατάσταση... Μαζί με την κοπελιά μου, την Ντ, ταξιδέψαμε από την πόλη μου, τη Λούσνια, για να μπούμε σε κάποια από τις Πρεσβείες. Εκείνη ήθελε να μπούμε στην Ελληνική. Εγώ, ως γαλλομαθής, στη Γαλλική. Τελικά πείσθηκε και αποφασίσαμε να μπούμε στη Γαλλική. Όταν φθάσαμε όμως η Αστυνομία είχε περικυκλώσει τις Πρεσβείες και η πρόσβαση ήταν αδύνατη. Μερικές ώρες μετά την άφιξή μας στα Τίρανα άρχισαν οι συλλήψεις. Οι «ξένοι», ειδικά, που είχαν έρθει από την επαρχία, συλλαμβάνονταν και ξυλοκοπούνταν άγρια. Ο σταθμός του τρένου πολιορκήθηκε επίσης. Δεν μπορούσαμε να επιστρέψουμε στην Λούσνια. Σε ξενοδοχείο δεν μπορούσαμε να πάμε. Δεν είχαμε χρήματα και επιπλέον θα μας κάρφωναν σίγουρα. Τότε, περπατώντας και προσπαθώντας να μιλήσουμε στη διάλεκτο των Τιράνων για να μη μας «τσιμπήσουν» οι χαφιέδες, πήγαμε στη Λαπράκα, ένα χωριό στα περίχωρα των Τιράνων. Αποφασίσαμε να κρυφτούμε και να διανυκτερεύσουμε στην αυλή ενός σχολείου, δίπλα στον δρόμο, όπου δέσποζε το μπρούντζινο άγαλμα του Ενβέρ Χότζα. Λίγο πιο πέρα είδαμε ένα μεγάλο μπούνκερ. Μισούσαμε τα μπούνκερ, αλλά εκείνο το βράδυ ήταν το τέλειο καταφύγιο...

***
Η νύχτα ήταν ατέλειωτη. Φορτηγά του στρατού περνούσαν όλη την ώρα. Στρατιώτες που κραύγαζαν πάνω στα φορτηγά: «Θάνατος στους προδότες του έθνους!»... Τρέμαμε από τον φόβο μας, μήπως έρθουν οι στρατιώτες και μας βρουν στο μπούνκερ όπου είχαμε κρυφτεί. Καθόμασταν αγκαλιασμένοι και αμίλητοι. Παράξενο, ο φόβος ενίσχυε την ηδονή. Ίσως η ηδονή λειτουργεί κάποιες φορές σαν μηχανισμός άμυνας που σε προφυλάσσει από τον τρόμο... Κάναμε έρωτα, σιωπηλά, παθιασμένα, με τον φόβο καρφωμένο στις καρδιές και τα μυαλά μας, περιμένοντας να ξημερώσει, στο μπούνκερ, το σύμβολο της παράνοιας του καθεστώτος...

***
Τις προάλλες, έπειτα από είκοσι χρόνια, πήγα και επισκέφθηκα ξανά τον χώρο. Είχε γίνει αγνώριστος. Το μπούνκερ δεν φαινόταν πουθενά. Ούτε το άγαλμα του Ενβέρ Χότζα. Μια τεράστια πολυκατοικία βρισκόταν τώρα στο ίδιο μέρος, η οποία είχε «φάει» ένα καλό κομμάτι από την αυλή του σχολείου. Είχε επισκιάσει το σχολείο, σαν τέρας που κόβει την πηγή του φωτός. Η μανία της τσιμεντοποίησης που σαρώνει τα πάντα. Στην αυλή του σχολείου, που λειτουργούσε τώρα ως Λύκειο, κορίτσια και αγόρια κουβέντιαζαν, έπαιζαν με τα κινητά τους. Ένα φρέσκο σύνθημα στον τοίχο «we love Μichael Jackson»... Λίγο πιο πέρα ένα σύνθημα στα αλβανικά: «Σε θέλω!». Στην ίδια θέση, είκοσι χρόνια πριν, πιθανόν να υπήρχε γραμμένο με μεγάλα γράμματα το σύνθημα: «Το νερό κοιμάται. Ο εχθρός δεν κοιμάται», από τα αγαπημένα του καθεστώτος. Ένα κορίτσι και ένα αγόρι, λίγο πιο πέρα, έπαιζαν με τα χέρια και τα χείλη τους. Στην εποχή του κομμουνισμού ήταν αυστηρά απαγορευμένο να φιληθείς δημόσια. Ακόμα και στη φυλακή πήγαινες για κάτι τέτοιο... Ένα αίσθημα θαυμασμού και φθόνου με «τσίμπησε» βλέποντας το ζευγάρι των εφήβων... Ένας πενηντάχρονος κύριος πέρασε εκεί κοντά. Τον ρώτησα εάν είναι κάτοικος του χωριού. Μου απάντησε πως ναι. «Θυμάσαι το μπούνκερ στην αυλή του σχολείου;», τον ρωτάω. Με κοιτάζει παράξενα, λες και βλέπει ένα φάντασμα από το παρελθόν. «Δεν θυμάμαι. Εδώ δεν υπήρχε ποτέ μπούνκερ», μου απαντά. Μένω αμήχανος... Εδώ, σκέφτομαι, κανείς δεν θέλει να θυμάται. Τα θύματα γιατί δεν αντέχουν το βάρος ενός αβάσταχτου παρελθόντος. Οι θύτες γιατί βολεύονται μια χαρά. Και μέσα στη λήθη, το παρόν χτίζει άσχημες πολυκατοικίες, τρώγοντας τις αυλές των σχολείων...

Τίρανα: Ιούνιος 2009