Κυριακή, Αυγούστου 23, 2009

Ο ήλιος σήμερα από το μπαλκόνι μου

Η φωτογραφία είναι σημερινή. Ο ήλιος της Αθήνας, τυλιγμένος μέσα στους καπνούς, απο το μπαλκόνι μου. Χωρίς σχόλια. Περιμένω τα δικά σας...

Τρίτη, Αυγούστου 18, 2009

Χειροπέδες και άστρα


Άδεια η Αθήνα αυτές τις ημέρες. Ή σχεδόν άδεια. Αυτές τις μέρες, που αδειάζει, στον δρόμο που περνάω ακούγονται γλώσσες πολλές. Τα ελληνικά σαν... να πάνε διακοπές. Στην πόλη μένουν οι γλώσσες των μεταναστών. Διασχίζω τον δρόμο και φτάνω στο άλσος, για να τρέξω. Αγαπώ ιδιαίτερα το τρέξιμο. Από τότε που έγινα μετανάστης, περισσότερο. Μου θεραπεύει το άγχος, ακόμα και τον φόβο. Το άλσος έχει αδειάσει και αυτό. Έχουμε μείνει μόνο εμείς, οι «μουτζαχεντίν του τζόγκινγκ». Βλέπω (ξανά) το ζευγάρι των Περσών με το κοριτσάκι τους, που κρατά πάντα έναν Μπομπ σφουγγαράκη αγκαλιά. Βλέπω την κοπέλα με τη μαύρη φόρμα, που τρέχει πάντα με το iΡod στο χέρι. Παίρνει ένα πονεμένο ύφος κάθε φορά που τρέχει. Έχει ενδιαφέρον να βλέπεις πώς αλλάζει το ύφος των ανθρώπων όταν τρέχουν. Εδώ είναι και η γιαγιά που περπατά με τα κλειδιά στο χέρι, τα οποία «κουδουνίζουν» κάθε φορά, σαν να συνοδεύουν τα βήματά της. Δεν έχει φύγει ούτε αυτή. Την θαυμάζω αυτή τη γιαγιά. Οι δύο έφηβοι Κινέζοι, εδώ. Την τελευταία εβδομάδα εμφανίστηκαν στο άλσος. Είναι εκπληκτικό πώς κάθε χώρος σε συνδέει με τους ανθρώπους. Επιβεβαιώνεις, ασυνείδητα, τα γνωστά πρόσωπα, σημειώνεις τα καινούργια.

Βραδιάζει, στο άλσος ανάβουν τα φώτα. Αρχίζω και τρέχω.

Προσπερνώ την κοπέλα με τη μαύρη φόρμα. Ακούω τη βαριά ανάσα της. Εκείνη τη στιγμή, σε μία από τις πόρτες του άλσους εισβάλλουν πέντε-έξι μηχανές, με αστυνομικούς επάνω, με τις ωραίες εκείνες μπλε φόρμες που μοιάζουν με T-shirt και γράφουν ΡΟLΙCΕ στην πλάτη. Διασχίζουν το άλσος σιγά, κοιτώντας δεξιά και αριστερά, κάνοντας τον γύρω του διαδρόμου που τρέχουμε και εμείς. Σκόνη σηκώνεται και οι προβολείς των μηχανών μας τυφλώνουν. Κοιτάζω πίσω μου. Το «κουδούνισμα» των κλειδιών της γιαγιάς δεν ακούγεται πια. Ο θόρυβος των μηχανών πνίγει το τραγούδι των τζιτζικιών. Η κοπέλα με τη μαύρη φόρμα σταματά. Σταματάω κι εγώ. Δεν ξέρω αν κάποιος το είπε ή απλά μου φάνηκε ότι άκουσα «ψάχνουν λαθρομετανάστες». Ακόμα και στο άλσος; Ενστικτωδώς το χέρι μου πήγε στο διαβατήριο. Το κρατώ πάντα μαζί μου. Ακόμα και όταν τρέχω. Το σύνδρομο του μετανάστη. Ο χειρότερος εφιάλτης μου είναι να χάσω το διαβατήριό μου, όπου είναι κολλημένη η άδεια παραμονής. Οι έφηβοι Κινέζοι δεν τρέχουν πια, αποτραβιούνται ανάμεσα στα δέντρα. Οι Πέρσες μαζεύουν το παιδάκι τους, που σφίγγει πάντα τον Μπομπ σφουγγαράκη στην αγκαλιά και βλέπει με έκπληκτα μάτια τους αστυνομικούς, σουρεάλ δρομείς πάνω σε προβολείς και ρόδες. Ανταλλάσσω ένα βλέμμα με το ζευγάρι των Περσών. Ένα βλέμμα του τύπου: «Μετανάστης κι εσύ;». Το σύνδρομο του μετανάστη και αυτό. Εκείνη τη στιγμή θυμήθηκα τα βλέμματα των αιτούντων άσυλο, που είχα δει το μεσημέρι σε φωτογραφία που μου έστειλαν από τη Χίο, πίσω από τα βρώμικα τζάμια του λεωφορείου να δείχνουν τις χειροπέδες τους. Τους μεταφέρουν - λένε- σε άγνωστα κέντρα, κατακαλόκαιρο. Κανείς δεν ξέρει πού. Οι αιτούντες άσυλο και οι λαθρομετανάστες μεταφέρονται αυτές τις ημέρες σαν τα τοξικά απόβλητα, με άκρα μυστικότητα, ένας Θεός ξέρει πού. Οι μηχανές και οι αστυνομικοί ολοκλήρωσαν τον γύρο και βγαίνουν από την ίδια πόρτα που μπήκαν. Αφήνουν πίσω τη σκόνη κι εμάς που αγαπάμε το τρέξιμο. Η κοπέλα με τη μαύρη φόρμα ξαναπαίρνει το πονεμένο ύφος, αρχίζει και τρέχει. Οι Κινέζοι κάθονται ακόμα ανάμεσα στα δέντρα. Η γιαγιά κουδουνίζει, ξανά, τα κλειδιά. Η σκόνη κατακάθεται. Οι Πέρσες λένε κάτι στο παιδάκι τους, που κοιτάζει με επιμονή τώρα προς τον έναστρο ουρανό. Δεν μπορώ να ακούσω τι του λένε. Ίσως εκείνη την ωραία περσική παροιμία: «Όταν σκοτεινιάζει, ζήτα το φως στα άστρα»...

Σάββατο, Αυγούστου 01, 2009

Ιστορίες τραμ και παραλίας

Το τραμ που παίρνω κάθε πρωί για να πάω στην πλαζ μοιάζει με μικρογραφία της Αθήνας. Γηγενείς, μετανάστες, τουρίστες, νέοι που παίζουν με τα iΡhone, γέροι που κάνουν τον σταυρό τους... Οι καθιστοί, συνήθως, αδιάφοροι και ευχαριστημένοι. Οι όρθιοι πιασμένοι στις μπάρες και τις «κρεμάστρες» του τραμ, προσέχοντας μη φάνε καμία τούμπα σε κάποια στροφή. Στη διαδρομή ακούς τα πιο απίθανα ringtones: «Smoke on the water», αλβανικό κλαρίνο, ρωσικό hip hop, «Είσαι ό,τι θέλω εσύ φωτιά στο φιλί», η προσευχή ενός ιμάμη, «Μοναξιά μου όλα», ένας κόκορας που λαλεί... Επειδή ταξιδεύω αρκετά με τα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς, νομίζω ότι το τραμ έχει κάτι το ιδιαίτερο. Είναι πιο φωτεινό από τα άλλα. Το πρωί, ειδικά, βλέπεις πώς εισβάλλει, μέσα από τα βρώμικα παράθυρα συνήθως, αυτό το υπέροχο αττικό φως, που κάνει ακόμα και μια άσχημη πόλη σαν την Αθήνα, να μοιάζει όμορφη. Μια κυρία φωνάζει και δίνει τέλος στον ποιητικό μου οίστρο. Διαμαρτύρεται επειδή κάποιοι βιάστηκαν να μπουν στο τραμ πριν κατεβούν οι άλλοι. Στη βιασύνη κάποιων να μπουν πριν βγουν οι άλλοι, το τραμ είναι ολόιδιο με τα άλλα...
●●●

«Η ΘΑΛΑΣΣΑ
γιατρεύει την ψυχή», έλεγαν οι αρχαίοι Έλληνες. Γι΄ αυτό τις αποικίες τους τις έχτιζαν δίπλα στη θάλασσα. Η θάλασσα μας συγκινεί, ίσως, επειδή είναι ο ουρανός στα πόδια μας, σε υγρή μορφή. Όταν κολυμπάμε, υπάρχει πάντα μια αίσθηση ελευθερίας, κάτι σαν υποκατάστατο της πτήσης. Ή, ίσως, η εξήγηση να είναι λιγότερο ποιητική. Η θάλασσα μας «θυμίζει» το μακρινό μας παρελθόν, τότε που ήμασταν ερπετά, πριν αναπτυχθούμε και γίνουμε πίθηκοι, homo sapiens μετά, που κολυμπούν στη θάλασσα, ταξιδεύουν στη θάλασσα, ζωγραφίζουν τη θάλασσα, κάνουν πολέμους για τη θάλασσα, πνίγονται στη θάλασσα, όπως οι πρόσφυγες...

●●●

«ΘΑΛΑΣΣΑ και ήλιος» αναγράφεται στη μικρή οθόνη του τραμ. Κάθε φορά που επιστρέφω από κάποια συννεφιασμένη χώρα του Βορρά στην Ελλάδα, θυμάμαι αυτό που μου είχε πει, σε κατάσταση μέθης σχεδόν, ένας Άγγλος φίλος μου, ιστορικός, ο Φίλιπ. Είπε λοιπόν ο Φίλιπ ότι κατέληξε στο συμπέρασμα πως η αποικιοκρατία ήταν αποτέλεσμα του φθόνου της βροχής ενάντια στον ήλιο. Οι μεγάλες αποικιοκρατικές δυνάμεις είναι, κατά κύριο λόγο, χώρες όπου βρέχει όλο τον χρόνο και ο ήλιος τις επισκέπτεται σπάνια. Οι περισσότερες αποικιοκρατούμενες χώρες είναι, κατά κύριο λόγο, χώρες όπου ο ήλιος λάμπει τόσο πολύ που χαραμίζεται, ερημώνει, σκοτώνει. Το τραμ σταματά στη στάση «Καλαμάκι». Κατεβαίνω...

●●●

Η ΠΛΑΖ με τη δωρεάν είσοδο και εκείνη με πληρωμή είναι δίπλα δίπλα. Μπαίνω στην αρχή στη δωρεάν. Είναι ζωντανή, θορυβώδης, κάπως βρώμικη. Μια ταμπέλα στην είσοδο, ελληνικά και αγγλικά, σε ειδοποιεί να έχεις τα μάτια σου δεκατέσσερα για να μη σε κλέψουν. Οι γλώσσες που ακούς εδώ είναι ελληνικά, ρώσικα, αλβανικά, βουλγάρικα. Περνάω στην πλαζ δίπλα. Σε καλωσορίζει η ταμπέλα «Ο χώρος φυλάσσεται» και εύσωμοι σωματοφύλακες που περπατούν πάντα με έναν χαριτωμένο τρόπο, σαν να κρατάνε ισπανικά καρπούζια στις μασχάλες. Στην πλαζ με πληρωμή επικρατούν τα ελληνικά. Ακούγονται, πού και πού, κάποια αγγλικά και γερμανικά. Και λίγα ρώσικα, από δύο νεαρές μητέρες που έχουν έρθει με τα παιδιά τους. Ενώ μιλούν στα ρώσικα, κάθε τόσο, πιάνω και καμία ελληνική λέξη που παρεμβάλλεται, όπως «αποτρίχωση». Μεταξύ τους συνομιλούν στα ρώσικα, με τα παιδιά τους στα ελληνικά. Ο συνηθισμένος μητρικός διάλογος των μεταναστριών, τον οποίον έχω ακούσει τόσες φορές, σε διάφορες γλώσσες, στην Αθήνα. Στην πλαζ με πληρωμή, τα αλβανικά τα μιλούν, χαμηλόφωνα συνήθως, οι ελεγκτές των εισιτηρίων. Τα πακιστανικά τα ακούς μόνον όταν πλησιάσεις τις καφετέριες, από τους λαντζιέρηδες και τους μεταφορείς...

●●●

ΚΑΙ ΣΤΙΣ δυο πλαζ, έχω σημειώσει, είναι εντυπωσιακή η επικράτηση της λέξης «μαλάκα». Τη λένε με εκπληκτική συχνότητα οι νεαροί που παίζουν ξέγνοιαστοι ρακέτες, καμιά φορά και πάνω από τα κεφάλια των ηλικιωμένων, οι οποίοι δεν χρησιμοποιούν ποτέ αυτήν την λέξη. Είναι μια λέξη που, κατά κάποιον τρόπο, δηλώνει και το χάσμα γενεών στην πλαζ. Από τότε που είχα πρωτοέρθει στην Ελλάδα, μου είχε κάνει εντύπωση η συχνότητα με την οποία άκουγα αυτήν τη λέξη. Ρώτησα τους Έλληνες γνωστούς μου τι σήμαινε. Εκείνοι έλειωσαν στο γέλιο. Δεν είχαν γελάσει για καμία από τις λέξεις που μάζευα στον δρόμο. Έπειτα, όταν μπήκα στο πανεπιστήμιο, τη λέξη «μαλάκας» τη συναντούσα επίσης συχνά. Ως ξένος που προσπαθούσε να ενταχθεί στην ελληνική κοινωνία, βρέθηκα στο δίλημμα αν έπρεπε να τη χρησιμοποιήσω ή όχι. Βρισκόμουν σε εκείνο το αρχικό στάδιο της ένταξης, όπου απορροφάς με ενθουσιασμό κάθε φράση και λέξη, καλή ή κακή, ανόητη ή έξυπνη, ειδικά λέξεις και φράσεις που επικρατούν, που σε κάνουν να νιώθεις πιο κοντά στην πλειοψηφία. Από νωρίς άρχισα να χρησιμοποιήσω φράσεις του τύπου: «Άι στο διάβολο», «Άσ΄ τα να πάνε», «Παναγία μου». Και άλλες λέξεις, «βρώμικες» ή «απαγορευμένες». Τέτοιες λέξεις προφέρονται με ελαφρότητα όταν προέρχονται από «ξένη» γλώσσα. Γιατί δεν κουβαλούν το «ιστορικό βάρος» των «βρώμικων» και «απαγορευμένων» λέξεων στη μητρική γλώσσα. Προσπαθούσα λοιπόν όλες αυτές τις ιδιαίτερες εκφράσεις και λέξεις να τις προφέρω με τον τρόπο που τις πρόφεραν οι γηγενείς. Κάποιες φορές τα κατάφερνα. Άλλες φορές οι συνομιλητές μου έβαζαν τα γέλια λες και άκουγαν εξωγήινο... Εγώ είχα βάλει σκοπό να ενταχθώ πάση θυσία. Η πρώτη και βασική ένταξη είναι η γλωσσική. Τη λέξη «μαλάκας», πάντως, δίσταζα να την προσφέρω. Ίσως γιατί ήταν η μοναδική λέξη που μου δημιουργούσε αυτό που οι Γερμανοί αποκαλούν «Sprechangst», το άγχος το να μιλάς μια ξένη γλώσσα υπό το βλέμμα των άλλων...

●●●

Η ΠΡΩΤΗ κοπέλα που ερωτεύτηκα στο πανεπιστήμιο ήταν Ελληνίδα. Ήταν παθιασμένη με την ελληνική γλώσσα και κάπως «old fashion» στα γλωσσικά ζητήματα. Από την αρχή κατάλαβα ότι μισούσε τη λέξη «μαλάκας» και όλα τα παράγωγά της. «Αυτή τη λέξη δεν θα τη χρησιμοποιήσεις ποτέ», μου είπε. Η λέξη αυτή, προσέθεσε, συμβολίζει την πολιτιστική κατάπτωση των Νεοελλήνων. Δούλευα, τότε, παράλληλα, σε περίπτερο, όπου η λέξη αυτή έκανε θραύση. Απείχα όμως στωικά από τη χρήση της. Για μένα η αποχή σήμαινε και κάτι σαν «ερωτικός όρκος» προς την Ά. Η σχέση μας τέλειωσε κάποια στιγμή. Με το πέρασμα του χρόνου οι αντοχές μου άρχισαν να ραγίζουν. Έπιανα τον εαυτό μου να χρησιμοποιεί τη λέξη αυτήν και τρόμαζα. Έτσι απέκτησα με τη λέξη «μαλάκας» και τα παράγωγά της, τη σχέση του ασταθούς καπνιστή με το τσιγάρο. Μια την έκοβα, μια την άρχιζα. Όταν έπρεπε να ανανεώσω την άδεια παραμονής, παραδείγματος χάριν, την άρχιζα. Όταν ένιωθα καλά με τον εαυτό μου την έκοβα. Όταν ήμουν θλιμμένος την άρχιζα. Όταν ταξίδευα την έκοβα. Ακόμα δεν έχω καταφέρει να τη νικήσω τελεσίδικα...

●●●

Μια και ανοίξαμε αυτή την κουβέντα, τρία πράγματα με κάνουν και νιώθω κάπως αναφομοίωτος στην Ελλάδα. Είμαι άθεος, δεν χρησιμοποιώ τακτικά τη λέξη που είπα, αδιαφορώ για τα αυτοκίνητα. Αν και από την αρχή είχα καταλάβει ότι για τους Έλληνες το αυτοκίνητο ήταν κάτι σαν τα αραβικά άλογα για τους Βεδουίνους. Όχι μόνο δεν έχω αυτοκίνητο, αλλά δεν μπορώ να διακρίνω ούτε τις μάρκες τους. Ίσως μου έρθει το πάθος του αυτοκινήτου αργότερα... Αυτή η αδιαφορία, ίσως, προέρχεται από το γεγονός ότι μεγάλωσα σε μια χώρα με ελάχιστα αυτοκίνητα και μετανάστευσα σε μια πόλη, την Αθήνα, όπου είναι εύκολο να αντιπαθήσεις το αυτοκίνητο. Αυτή η αδιαφορία με κάνει και νιώθω διπλά αναφομοίωτος. Γιατί για τους Αλβανούς, σήμερα, το αυτοκίνητο είναι κάτι σαν τις ιερές αγελάδες στην Ινδία. Ειδικά όταν είσαι μετανάστης, η μάρκα του αυτοκινήτου δείχνει τον βαθμό της επιτυχίας στα ξένα. Κάθε φορά που βρίσκομαι στην Αλβανία και τυχαίνει να λέω ότι δεν έχω αυτοκίνητο, κάποιοι με κοιτάζουν με έντονη καχυποψία, άλλοι με αξιοσημείωτο οίκτο. Ηρεμούν, κάπως, όταν τους λέω ότι σκοπεύω να πάρω το δίπλωμα. Τότε, ο καθένας έχει να μου προτείνει τουλάχιστον δέκα μάρκες. Ξεκινώντας από την πιο ακριβή... Το τραμ φθάνει και μπαίνω μέσα. Επιστρέφω από την πλαζ. Βλέπω ξανά τη μικρογραφία της Αθήνας, με πετσέτες, θαλασσινό άρωμα, διάφορες γλώσσες, ringtones. Οι καθιστοί, συνήθως, αδιάφοροι και ευχαριστημένοι. Οι όρθιοι, πιασμένοι στις «κρεμάστρες» του τραμ, για να μη φάνε καμία κωλοτούμπα στη στροφή...