Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 28, 2009

Ταξιδεύοντας με μια χαμένη βαλίτσα

Πριν από ένα μήνα περίπου ταξίδευα για Εδιμβούργο. Καλεσμένος να μιλήσω για το βιβλίο μου στην Διεθνή Έκθεση Βιβλίου. Πετάω με μια εταιρία που για πρώτη φορά άκουγα το όνομά της: «Brussels Airlines»… Η διαδρομή είναι Αθήνα – Βρυξέλλες – Εδιμβούργο. Έχω μαζί μου ένα «παράξενο» βιβλίο του Desmond Morris, ανθρωπολόγου και συγγραφέα. Μιλά για την σχέση ανάμεσα στη μίνι φούστα και την οικονομική κρίση. Σύμφωνα με τον Morris, η οικονομική κατάσταση στην Δύση αποτυπώνεται άμεσα στο μάκρος της γυναικείας φούστας. Την δεκαετία του ΄20, όταν υπήρχε ευμάρεια και αισιοδοξία, οι φούστες ήταν κοντές. Μάκρυναν, αμέσως, μόλις η οικονομία μπήκε σε ύφεση, την δεκαετία του ’30. Πριν ξεσπάσει ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος η φούστα κόντυνε. Τότε δούλευε φουλ η πολεμική βιομηχανία, προετοιμάζοντας μακάβριες μέρες για την Ευρώπη αλλά παράγοντας ταυτόχρονα θέσεις εργασίας και ευμάρεια. Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, με την πείνα και την ανέχεια, οι φούστες μάκρυναν πολύ. Σαν να ήθελαν να καλύπτουν τις πληγές που άφησε ο πόλεμος. Το 1968 έγιναν κοντές, όσο ποτέ στην ιστορία τους. Αλλά με την οικονομική κρίση του 1971 αρχίζουν και μακραίνουν. Γιατί οι γυναικείες φούστες κονταίνουν κάθε φορά που υπάρχει οικονομική ευμάρεια, αναρωτιέται ο Morris. Απάντηση δεν δίνει… Το αεροπλάνο προσγειώνεται στο αεροδρόμιο των Βρυξελλών. Κατεβαίνω, αναμασώντας στο κεφάλι μου την απορία του Morris

***

Στους διαδρόμους του τεράστιου αεροδρομίου των Βρυξελλών αρχίζω και μετράω τις μίνι φούστες. Είναι ελάχιστες. Λιγότερες και από τις ισλαμικές μαντίλες. Αν ο Morris έχει δίκιο τότε η έξοδος από την οικονομική κρίση θα αργήσει. Ρίχνω μια ματιά στις αστραφτερές διαφημίσεις, που προσκαλούν τους επιβάτες για shopping therapy. Τα προϊόντα που διαφημίζονται είναι σαν να λένε: «τσακιστείτε και βρείτε τα λεφτά όπου θέλετε. Εμείς θέλουμε να μας αγοράσετε. Χωρίς εμάς δεν μπορείτε πλέον να δώσετε νόημα στην ζωή σας»….


***

Ψάχνω για τον έλεγχο διαβατηρίων. Η Μ. Βρετανία δεν είναι στο Σέγκεν και πρέπει να σφραγίσω το αλβανικό, «κακό» μου διαβατήριο. Όσοι έχουν «cool» διαβατήρια περνάνε χωρίς πρόβλημα. Εγώ δεν έχω. Μια αστυνομικίνα, βυθισμένη στις σκέψεις της, στέκεται στο «κουβούκλιο των συνόρων». Χαμογελά μόλις με βλέπει. Της δίνω το διαβατήριο. Το ανοίγει. Το χαμόγελό της εξαφανίζεται και αντικαθίσταται από σοβαρό ύφος. Έχω συνηθίσει αυτές τις μεταμορφώσεις του χαμόγελου των αστυνομικών στα σύνορα μόλις βλέπουν το διαβατήριό μου. Μετά από λίγο με ρωτά τι πάω να κάνω στο Εδιμβούργο. «Πάω να μιλήσω για τα σύνορα» της λέω. Με κοιτά με έκπληξη.

- «Ποια σύνορα;».

- «Για αυτά που περνάω τώρα».

Σηκώνει τους ώμους ενώ συνεχίζει να κάνει φύλλο και φτερό το διαβατήριό μου. Τελικά βάζει την σφραγίδα. Περνάω…

***

Στο Εδιμβούργο ο αστυνομικός των συνόρων είναι ένας σκωτζέζος μεσήλικας με μουστάκι. Περιέργως πως, δεν μου κάνει καμία ερώτηση. Από τις ελάχιστες φορές που δεν με ρωτούν στα σύνορα. Περνάω και πάω να πάρω την βαλίτσα μου. Δεν φαίνεται πουθενά. Μένω μόνος μου, να περιμένω μια βαλίτσα που δεν έρχεται ποτέ, όπως στο «Περιμένοντας τον Γκοντό» του Μπέκετ. Μια υπάλληλος της εταιρίας, με μειλίχιο ύφος, με πλησιάζει, μετά από μισή ώρα αναμονής μπροστά στον άδειο ιμάντα, και με βεβαιώνει ότι η βαλίτσα μου έχει χαθεί. Με προτείνει να συμπληρώσω ένα έντυπο. «Μην ανησυχείτε» προσθέτει «η βαλίτσα σας θα είναι στο ξενοδοχείο σας στις επτά το βράδυ»…

***

Το να περιμένεις την χαμένη βαλίτσα είναι σαν να περιμένεις την ερωμένη που σε στήνει. Εκείνο το βράδυ δεν έφθασε. Την επόμενη μέρα το πρωί βγήκα στους δρόμους της «Αθήνας του Βορρά», όπως λένε το Εδιμβούργο, για να ψωνίσω είδη «έκτακτης ανάγκης». Είχα έρθει να ασχοληθώ με βιβλία. Τώρα ήμουν αναγκασμένος να κάνω ένα βεβιασμένο shopping therapy. Μετά την παρουσίαση του βιβλίου, έτρεξα στο ξενοδοχείο για να ρωτήσω εάν έφθασε. Δεν ξέρω γιατί αλλά μου είχε γίνει έμμονη ιδέα. Ίσως γιατί όσο πιο πολύ μεγαλώνεις, τόσο πιο πολύ παθιάζεσαι με τα πράγματα που χάνεις. Ή επειδή, ως «καθαρόαιμος» μέτοικος, πάσχω από τη μόνιμη φοβία της απώλειας. Όποιος χάνει την πατρίδα του φοβάται, παθολογικά, κάθε άλλη απώλεια, μικρή ή μεγάλη. Η βαλίτσα δεν εμφανίστηκε ούτε εκείνο το βράδυ. Το τρίτο βράδυ, τελικά, έφθασε. Μετά τη μία τα μεσάνυχτα. Μου τηλεφώνησε ο υπάλληλος του ξενοδοχείου και μου είπε ότι θα την άφηνε έξω από την πόρτα μου. Κοίταξα έξω από το τεράστιο παράθυρο του δωματίου μου. Η ομίχλη είχε καλύψει τα πάντα. Τέλειο σκηνικό για ιστορίες με φαντάσματα. Σαν τα φαντάσματα, στη μία μετά τα μεσάνυχτα, έφθασε και η βαλίτσα μου. Δεν την άνοιξα καν. Σε οκτώ ώρες πετάω για Αθήνα…


Στην επιστροφή έχω μαζί μου ένα βιβλίο για το Ιράν. «Στον ροδόκηπο των μαρτύρων» ο τίτλος. Στο εξώφυλλο εικονίζεται μια νεαρή Ιρανή, χαμηλοβλεπούσα, με την ισλαμική μπούρκα. Τον συγγραφέα του βιβλίου, τον Βρετανό Christopher de Bellaigue, είχα την τύχη να τον γνωρίσω στο Εδιμβούργο. Ήμασταν μαζί στο ίδιο πάνελ, μιλώντας για τα βιβλία μας. O Christopher, χρόνια τώρα ανταποκριτής του Economist και των New York Review of Books στο Ιράν, υπογράφει ένα διεισδυτικό και γοητευτικό βιβλίο για το σημερινό Ιράν. Σε κάποιο σημείο, συγκρίνει με μαεστρία την θέση της γυναίκας σήμερα στο Ιράν με εκείνη πριν από χίλια χρόνια. Με εντυπωσιάζει η περιγραφή της μυθικής Σουνταμπέχ, σε ένα από τα πιο γνωστά ερωτικά περσικά ποιήματα: «Ήταν μελαχρινή. Πράγματι δεν ήταν και τόσο όμορφη. Είχε μάτια μεγάλα και μακριά μαλλιά. Όταν δεν χαμογέλαγε φαινόταν σαν κουκουβάγια. Όταν χαμογελούσε όμως… λουλούδια χύνονταν από το στόμα της… Και ήταν σαν να ήταν γυμνή, φορώντας μόνο τα στολίδια της. Αλλά δεν ήταν γυμνή. Είχε ένα στολισμένο σουτιέν και ένα είδος ύφασμα πάνω στο σώμα της… ενώ κάθε κομμάτι του σώματός της έτρεμε. Όχι μόνο οι ώμοι, η κοιλιά, τα μάτια, τα ματόκλαδα αλλά και το πηγούνι, η μύτη, τα αυτιά, οι κόρες των ματιών της. Ήταν σαν να χόρευε πάνω στο πτώμα ενός άνδρα…». Κοιτάω ξανά την νεαρή Ιρανή με την ισλαμική μπούρκα στο εξώφυλλο. Μια σύγχρονη Σουνταμπέχ. Πως θα μπορέσουν οι μουλάδες να κρατήσουν για πάντα καλυμμένες αυτές τις γυναίκες που μαθαίνουν απ’ έξω τέτοιους αισθησιακούς στοίχους;

***

Το βιβλίο του de Bellaigue με τράβηξε τόσο πολύ που δεν έδωσα σημασία στον αστυνομικό που έλεγξε το διαβατήριό μου. «Ξύπνησα» μόνο όταν φθάσαμε στην Αθήνα. Περιμένοντας, ξανά, την βαλίτσα. Είχα γίνει ο άνθρωπος που έβλεπε τις βαλίτσες να περνούν. Όλων των άλλων, εκτός από τη δική μου. Οι υπόλοιποι επιβάτες πήραν τις βαλίτσες τους και εξαφανίστηκαν. Εγώ περίμενα. Κοίταγα τον άδειο ιμάντα να κυλά μπροστά μου και περίμενα να εμφανιστεί η βαλίτσα, όπως οι πιστοί περιμένουν το θαύμα. Δεν εμφανίστηκε. Αυτή την φορά, πάντως, δεν ήμουν μόνος. Ήμουν με άλλους τρεις επιβάτες. Έψαχναν και εκείνοι απεγνωσμένα τις βαλίτσες τους. Τώρα μοιάζαμε πιο πολύ στο σκηνικό του «Περιμένοντας τον Γκοντό». Μας πλησίασε ξανά ένας υπάλληλος που μιλούσε ελληνικά με αμερικάνικη προφορά. Μας βεβαίωσε ότι οι βαλίτσες μας δεν επρόκειτο να εμφανιστούν. Μας έδωσε ένα έντυπο να συμπληρώσουμε. Του έδειξα την πρώτη δήλωση απώλειας που είχα κάνει το Εδιμβούργο. «Πρώτη φορά στην ζωή μου βλέπω επιβάτη να χάνει την βαλίτσα και στις δυο πτήσεις» λέει. Ζήτησα να μάθω αν μπορώ να κάνω μήνυση στην «Brussels Airlines». Με ενημέρωσε ότι η εταιρία δεν έχει καν γραφεία στην Αθήνα. Ίσως, με την οικονομική κρίση, τέτοιες εταιρίες της πλάκας θα πολλαπλασιαστούν. Συμπληρώνω την δήλωση απώλειας και προχωράω. Η πρώτη φορά στην ζωή μου που ταξίδευα με μια άφαντη βαλίτσα…

Τρίτη, Σεπτεμβρίου 22, 2009

Να. ο καταφερτζής

Προχθές μου τηλεφώνησε ο Να. Είχα χρόνια να τον ακούσω. Το αληθινό του όνομα είναι Λα., αλλά το άλλαξε σε Να. όταν ήρθε στην Ελλάδα. Με τον Να. γνωριζόμαστε από το δημοτικό. Μου ήταν πάντα αντιπαθητικός και εάν δεν βρισκόμασταν σε μια ξένη χώρα, ως μετανάστες, δεν θα του μίλαγα καν. Αλλά στην ξενιτιά ακόμα και ο πιο αντιπαθητικός συγχωριανός σού φαίνεται οικείος. Ο Να., όπως συνηθίζει, άρχισε αμέσως να με βομβαρδίσει με ερωτήσεις. Με ένα ύφος μπαγάσα και ανακριτή μαζί. Ήθελε να ξέρει πολλά, αλλά κυρίως αν έχω παντρευτεί, αν έχω αγοράσει σπίτι, αν έχω παιδιά, αν έχω αυτοκίνητο, αν έχω αγοράσει εξοχικό, τουλάχιστον στην Αλβανία. Του απάντησα ότι δεν έχω παιδιά, ούτε έχω αγοράσει σπίτι, ούτε αυτοκίνητο, ούτε εξοχικό. «Μα, τι κάνεις;» φώναξε ο Να., με το ύφος ενός πατέρα που ψέγει τα παιδιά του. «Εμένα μου είπαν ότι έχεις γίνει γνωστός». Για τον Να., σαφώς, το να γίνεις γνωστός συνεπάγεται αμέσως παιδιά, αυτοκίνητα, σπίτια και εξοχικά. Από ευγένεια τον ρώτησα αν ο ίδιος έχει παντρευτεί και αν έχει παιδιά. Μου είπε πως όλα στην ζωή του είναι επί δυο. Έχει δυο παιδιά, δυο (ακριβά) αυτοκίνητα και δυο εξοχικά, ένα εδώ και ένα στην Αλβανία. Έγινε λίγη σιωπή και μετά ακούστηκε ξανά η φωνή του Να. «Εγώ το ήξερα, τα βιβλία θα σε φάνε εσένα» είπε προσπαθώντας να αστειευτεί. Και έπειτα από λίγο, σοβαρός, προσέθεσε: «Άσε τα βιβλία και μάθε τα κόλπα φίλε». Το είπε αυτό με το ύφος ενός μετρ που τα ξέρει όλα. Εκεί γύρω άρχισα να εκνευρίζομαι πολύ. Ο Να. έτσι κι αλλιώς μού είναι ανυπόφορος. Ήθελα να τον διαολοστείλω αλλά, πιστέψτε με, δεν είναι εύκολο να διαολοστείλεις τύπους σαν τον Να. «Ναι, εσύ Να. πάντα ήξερες τα κόλπα» του είπα. Ο Να. γέλασε δυνατά. Ο Να., πράγματι, τα ξέρει τα κόλπα. Είναι γεννημένος καταφερτζής. Από την αρχή που ήρθε στην Ελλάδα άλλαξε το όνομά του. Το έκανε "ελληνικό". Πήρε «κάρτα ομογενούς» όταν οι άλλοι μετανάστες κυκλοφορούσαν παράνομα και έτρεμαν από τις επιχειρήσεις- σκούπα. Τώρα έχει δικό του συνεργείο και βάφει σπίτια σε ακριβές γειτονιές. Έχει στη δούλεψή του Γεωργιανούς, Ρουμάνους και Πακιστανούς. Τους τελευταίους ο Να., ως εργοδότης, τους θεωρεί «αράπηδες» και «χοντροκέφαλους». Ετοιμαζόμουν να του πω «γεια» όταν ο Να. έκανε την τελευταία ερώτηση: «Την ελληνική υπηκοότητα την έχεις πάρει;». «Όχι» του απάντησα. Τότε, ξανά, ο Να. είπε κάτι για τα βιβλία και τα κόλπα. Με πληροφόρησε, με ύφος νικητή, ότι εκείνος θα την πάρει σύντομα την ελληνική υπηκοότητα. Είχε βρει άκρη μέσω ενός βουλευτή, προσέθεσε. «Στην Ελλάδα τα πάντα γίνονται, αρκεί να έχεις μέσον» κατέληξε. Όταν είπαμε επιτέλους «γεια» ανακουφίστηκα. Αλλά τα λόγια του Να., του καταφερτζή, για τα κόλπα μού έμειναν. Ίσως ο Να. στάθηκε πιο τυχερός από μένα. Ίσως να έπεσε σε καλό «δάσκαλο» στην Ελλάδα που του έμαθε όλα τα κόλπα. Εγώ, δυστυχώς, από την αρχή, γνώρισα Έλληνες που δεν ήξεραν από κόλπα, που δεν λάτρευαν το αυτοκίνητο, δεν ψόφαγαν για ένα αυθαίρετο εξοχικό και δεν είχαν μέσον. Εκείνοι, αντί να μου μάθουν τα κόλπα, μου έμαθαν τα ακούω Χατζιδάκι, να διαβάζω Καβάφη, να μπαίνω στα μυστικά της ελληνικής γλώσσας. Δεν είχαν ακριβά αυτοκίνητα. Είχαν μεγάλες βιβλιοθήκες και λάτρευαν τα ταξίδια. Αντικρύζοντας τώρα τη συντριπτική επιτυχία του Να. του καταφερτζή, έχω την υποψία πως εκείνοι οι Έλληνες που γνώρισα με πήραν στον λαιμό τους τελικά...

Τρίτη, Σεπτεμβρίου 15, 2009

«Θα έρθω αύριο»


«O ποιητής σε αυτόν τον κόσμο/ Ζει σαν το κουκούτσι μέσα στο φρούτο/ Και η μοίρα του κουκουτσιού τον ακολουθεί πάντα» («Το κουκούτσι»). «Είσαι τόσο παράξενη./ Με ένα βλέμμα επινοείς λιμάνια/ Με μια κίνηση των βλεφαρίδων/ Τη σκιά μεταμορφώνεις σε ζορκάδι που θέλει να σκοτωθεί./ Αρκεί. Μια κίνηση/ Και αποκαλύπτεις δυο κοράλλια/ Τη μελωδία του πηγαδιού, κάτω.../ Και πώς γίνεται ο τόξος άρπα/ και το κορμί βάρκα/ Ποτέ/ Δεν το κατάλαβα» («Μirabilia»). «Αν ερχόσουν/ σαν μια πράσινη εποχή/ θα σε περίμενα σαν δέντρο/ που εγκαταλείπει τον θάνατο του χειμώνα/ αν ερχόσουν σαν ουρανός/ θα σε περίμενα σαν πουλί/ που ξεχνά την ξενιτιά/ αν ερχόσουν σαν πάγος/ θα σε περίμενα σαν φωτιά/ αν ερχόσουν σαν αμαρτία/ θα σε περίμενα σαν συγχώρεση/ αν ερχόσουν, τόσο θλιμμένη/ σαν ερείπιο/ θα σε περίμενα σαν καταφύγιο...» («Αν ερχόσουν»). «Μιλήσαμε πολύ/ ανάμεσα στις φωνές της ημέρας/ εμείς ήμασταν η μοιραία σιωπή/ και το υπέροχο χρώμα των αστέρων./ Μιλήσαμε πολύ/ Αγγιχτήκαμε και ξεντυθήκαμε/ χαϊδευτήκαμε και ξεδιψάσαμε/ με τις σταγόνες της μυστηριώδους πηγής/ γνωριστήκαμε και πνιγήκαμε στα κύματα της θάλασσας./ Μιλήσαμε πολύ. Πιο πολύ από τις ώρες/ Πιο πολύ από τους αιώνες/ Πιο πολύ από τους τρελούς.../ Και την τελευταία στιγμή/ επινοήσαμε τη λήθη/ (η μνήμη μας σαν φίδι/ που σέρνεται μέσα στο χορτάρι)/ Μιλήσαμε πολύ/ Μέσα στις φωνές της ημέρας/ εμείς ήμασταν η μοιραία σιωπή του λυκόφωτος» («Το τελευταίο ποίημα»). «Θα έρθω αύριο να σε αγγίξω με ένα πούπουλο/ πάνω από τα ματόκλαδα να σου ξυπνήσω τα νυχτοπούλια/ Θα έρθω αύριο να σκάψω το χώμα του κορμιού σου/ και να βρω τον κρυμμένο θησαυρό/ Θα έρθω αύριο/ όταν οι νεκροί κρεμούν τους σκελετούς τους πάνω στα δέντρα/ όταν το ποτάμι βγαίνει από την κοίτη του και μπαίνει στην κοίτη σου/ όταν οι εποχές χορεύουν εκστασιασμένες γύρω από φέρετρο του χρόνου μου και του δικού σου/ θα έρθω αύριο να σου φέρω ένα πεθαμένο πουλί/ που έγραψε στη διαθήκη του/ τα φτερά μου, οι πτήσεις μου, οι χώρες μου/ για την Ωραία που σε περιμένει...» («Θα έρθω αύριο»). «Οι λέξεις αναβάλλουν την τελειότητα/ και την πληγώνουν/ τα φιλιά την εκφράζουν με τη γνησιότητα των λέξεων» («Λέξεις»). «Δες πώς έχουν περάσει οι μέρες/ από τότε που δεν είσαι πια/ από τότε που άλλαξες/ σαν σκελετοί νεκρών πουλιών/ που φθείρονται σιγά/ χωρίς θόρυβο/ χωρίς οχλοβοή» («Δες»). «Θυμάσαι άραγε τα σπασμένα δόντια του έρωτα/ που από τη θλίψη και την πείνα/ δάγκωσαν τα άστρα;» («Θυμάσαι άραγε;»). «Πίσω από κάθε μελωδία/ κρύβεται μια σιωπή που ζητά έλεος/ πάνω στο κατώφλι της αλλαγής των εποχών/ στο κατώφλι της εναλλαγής του σκότους και του φωτός/ όταν ένα εύθραυστο κορίτσι/ εγκαινιάζει το ανελέητο παιχνίδι της αφής και των αισθήσεων/ όταν ο καθένας δίνει λογαριασμό μπροστά στη μοίρα του/ ζητιάνος και βασιλιάς/ γιατί αγάπη μου, η πιο δύσκολη τέχνη είναι να ξέρεις να είσαι ελεύθερος/ μετά έρχονται τα άλλα/ οι στέγες και τα κελιά/ τα πτώματα και η ειρήνη/ τα καγκουρό και τα κοχύλια/ η ώρα η καλή και η ώρα η κακή/ οι ρήτορες/ και αυτή η μουσική/ σαν τις γάτες/ εφτάψυχη» («Πίσω από κάθε μελωδία»).

Info:
-->
Κοιτώντας από αυτό το παράθυρο, στο Βερολίνο, εμπνεύστηκα τον επίλογο της αγγλικής έκδοσης του βιβλίου μου...

Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 09, 2009

Δακρύων εγκώμιο (αφιερωμένο στην Ι.)

Μια πρόσφατη μελέτη, εκεί στις ΗΠΑ, αποκαλύπτει ότι κάθε γυναίκα περνάει κατά μέσον όρον 16 μήνες της ζωής της κλαίγοντας. Η έρευνα λέει ακόμη ότι τα δάκρυα των γυναικών βρέχουν κυρίως τα μαξιλάρια τη νύχτα και βοηθούν τις ίδιες να κρατούν την ψυχική τους υγεία, ακόμα και τη σωματική. Επίσης, ότι οι γυναίκες δεν ντρέπονται να κλαίνε δημόσια. Ως άνδρας διαβάζω την είδηση με κάποια δόση ζήλειας. Εμάς τους άνδρες, μας μαθαίνουν από μικρή ηλικία να μισούμε τα δάκρυα. Να τα ταυτίζουμε με την αδυναμία και την κατάντια. Προσωπικά, καθώς μεγάλωσα σε ένα δικτατορικό καθεστώς και σε μια βαθύτατα συντηρητική κοινωνία, πήρα από μικρός μια μπόλικη δόση μίσους και απέχθειας προς τους άνδρες που κλαίνε. Θυμάμαι με πόση περιφρόνηση μεταχειρίζονταν τους άνδρες που εξέφραζαν την αδυναμία τους δημόσια. Όποιος άνδρας είχε κλάψει για κάποια γυναίκα, ήταν ξοφλημένος. Δεν ήταν πια άνδρας, αλλά «γυναικούλα». Τα δάκρυα επιτρέπονταν μόνο στα παιδάκια. Με το που το παιδί έπαιρνε τη μορφή του άνδρα, έπρεπε να κοπεί αυστηρά κάθε σχέση με τα δάκρυα. Όλοι οι φανατισμοί- θρησκοληψία, εθνικισμός, ρατσισμός- μισούν τα δάκρυα, αλλά είναι δακρύβρεχτοι. Οι εθνικιστές δακρύζουν, αλλά μόνο μπροστά στα κλέη του έθνους ή από χαρά μπροστά στα πτώματα των εχθρών. Ζούμε, έτσι κι αλλιώς, σε μια εποχή δακρύβρεχτη. Τα δάκρυα του αληθινού πόνου συνήθως δεν φαίνονται ποτέ. Επικρατούν τα δάκρυα του στημένου πόνου. Τα δάκρυα στις σαπουνόπερες. Ή τα δάκρυα των πολιτικών και των VΙΡ, πάντα σε απόλυτη συνεννόηση με τις τηλεοπτικές κάμερες. Εν πάση περιπτώσει...

Διάβασα αυτή την είδηση με τα μάτια μου βρεγμένα. Όχι από δάκρυα αληθινά. Βρεγμένα από τα τεχνητά δάκρυα, τα Τears Νaturale Free, που στάζω κάθε πρωί στο μάτι μου για να θεραπεύσω την ξηρότητα της ίριδας. Καμιά σχέση με τα δάκρυα της παιδικής ηλικίας που μας αποκάλυπταν την πίκρα της ανθρώπινης ύπαρξης, που μας έκαναν να νιώσουμε αυτό το κύμα που φράζει το λαρύγγι και μας εξαγνίζει μέσω του πόνου. Οι γυναίκες έχουν τη δυνατότητα να παράγουν τέτοια δάκρυα. Δεν την χάνουν όταν χάνουν την παιδική τους ηλικία. Ίσως είναι ο αιώνιος δεσμός τους με αυτήν. Αν πιστέψουμε τον Φρόυντ, αυτό συμβαίνει επειδή οι γυναίκες έχουν μια τάση προς την υστερία. Ας είναι. Όμως, αυτή η ικανότητά τους να μη φοβούνται τα δάκρυα, τους επιτρέπει να κατέβουν στις καθαρτικές περιοχές του πόνου. Οι γυναίκες δεν έχουν ανάγκη από καθρέφτες για να κλαίνε. Το κάνουν στο σκοτάδι και στο φως, στη μοναξιά και στην παρουσία των άλλων. Αν και στη σημερινή κοινωνία μαθαίνουν και αυτές ότι πρέπει να είναι σκληρές. Ότι πρέπει να προσέχουν, να μην τους προδώσει η γυναικεία τους φύση. Μια κοινωνία που δεν ξέρει να κλαίει αληθινά, δεν ξέρει ούτε να γελάει αληθινά. Είναι μια κοινωνία μουδιασμένη. Μια κοινωνία όχι δακρυσμένη, αλλά δακρύβρεχτη. Που δεν γελάει αλλά καγχάζει. Μια κοινωνία που δεν ξέρει να εκτονωθεί αλλά εκρήγνυται. Δάκρυα γυναικών, λοιπόν. Αυτά που σε εμάς τους άνδρες μαθαίνουν να μισούμε ή να απολαμβάνουμε ως λάφυρα κατάκτησης. Μέχρι που έρχεται μια στιγμή, που η αβάσταχτη ελαφρότητα της απουσίας της πέφτει πάνω σου. Και σου φεύγει το έδαφος κάτω από τα πόδια. Νιώθεις ξανά αυτό το υγρό, καυτό κύμα να ανεβαίνει από τα σπλάγχνα σου και να σου φράζει το λαρύγγι, όπως τότε που ήσουν παιδί. Και είναι τότε που νιώθεις τόσο αδύναμος και ευάλωτος. Τόσο γυμνός. Τόσο ο εαυτός σου, ο αληθινός...