Σάββατο, Ιανουαρίου 02, 2010

«Το Μανχάταν ήταν προέκταση της Ερεικούσσας»

Ο δόκτωρ Σπύρος Ορφανός, ψυχαναλυτής και ερευνητής διεθνούς φήμης, διευθυντής της Πανεπιστημιακής Ψυχαναλυτικής Κλινικής του Παν/μίου της Νέας Υόρκης, αφηγείται στο «Ημερολόγιο Συνόρων» τα υπαρξιακά ταξίδια των γονέων του και του ιδίου..

«Γεννήθηκα το 1951 στη Νέα Υόρκη. Σε ένα μέρος που το έλεγαν Γαλλικό Νοσοκομείο και το οποίο δεν υπάρχει πια. Τότε τα νοσοκομεία ήταν εθνικά. Κυρίως καθολικά και εβραϊκά...»
Οι μετανάστες δυσκολεύονταν να πάνε στα «κανονικά» νοσοκομεία, επειδή τα ήλεγχαν οι «ντόπιοι», οι λευκοί προτεστάντες Αγγλοσάξονες. Επομένως, οι περισσότερες εθνότητες είχαν δημιουργήσει τα δικά τους νοσοκομεία και σχολεία. Μεγάλωσα στο Μανχάταν. Σε αυτό που λέμε «δημόσια πολυκατοικία», δηλαδή κτίριο που προοριζόταν για φτωχούς εργάτες. Στην πρώτη μας δημόσια πολυκατοικία ζούσαμε στον πέμπτο όροφο μαζί με μετανάστες από τη Σερβία και το Πουέρτο Ρίκο. Η τουαλέτα ήταν έξω από το διαμέρισμα. Μεγάλωσα σε μια φτωχή εργατική γειτονιά. Παρά το γεγονός ότι ζούσαν πολλοί Βαλκάνιοι εκεί, την αποκαλούσαν «ελληνική πόλη». Όγδοη Λεωφόρος, μεταξύ 23ης και 34ης street. Υπήρχαν ελληνικά μπακάλικα, νυχτερινά μπαράκια και μια μεγάλη ορθόδοξη εκκλησία, εκείνη του Αγίου Ελευθερίου.

●●●

Ο πατέρας μου μπήκε στην Αμερική παράνομα. Το έσκασε από το καράβι όπου δούλευε ως εργάτης στη Βαλτιμόρη, το 1948. Πολλοί από τους συγγενείς μου είχαν έρθει στην Αμερική με τον ίδιο τρόπο. Θυμάμαι πως τους κυνηγούσαν οι αστυνομικοί των αλλοδαπών, που οι Έλληνες αποκαλούσαν «παπάδες». Τους έπιαναν, τους έβαζαν στη φυλακή και μετά τους απήλαυνον. Ήταν τρομερό. Μερικοί έρχονταν ξανά. Τον θείο μου, τον μπαρμπα-Γιάννη, τον έπιασαν και τον απέλασαν πέντε φορές. Μέχρι που την έκτη τα κατάφερε. Συνήθως οι απελαθέντες και όσοι ήθελαν να μπουν παράνομα στις ΗΠΑ έπιαναν δουλειά σε εμπορικά καράβια. Μπάρκαραν, περιπλανούνταν στη θάλασσα επί μήνες- κάποιοι ακόμα και χρόνια- μέχρι το καράβι να φθάσει σε κάποιο αμερικανικό λιμάνι, στη Νέα Υόρκη ή τη Νέα Ορλεάνη. Δράττονταν τότε της ευκαιρίας, το έσκαγαν από το καράβι και έμπαιναν στην Αμερική. Το έσκαγαν συνήθως τη νύχτα...

●●●

Ο ΠΑΤΕΡΑΣ ΜΟΥ
δεν μου μιλούσε γι΄ αυτή την εμπειρία, παρά μόνο όταν τον ρωτούσα. Μιλούσε όμως με τους φίλους του. Από τις συζητήσεις των μεγάλων μού έχει μείνει το αίσθημα του φόβου από την αστυνομία των αλλοδαπών. Μόνο όταν έγιναν Αμερικανοί πολίτες ξεθώριασε ο φόβος. Θυμάμαι επίσης ότι οι γονείς και οι συγγενείς μου ένιωθαν αγχωμένοι και τρομοκρατημένοι από τους υπαλλήλους, τις σφραγίδες, τους φακέλους, τις διαδικασίες για τα χαρτιά. Υπήρχε πάντα το άγχος μήπως κάτι πάει στραβά. Καμιά φορά, τώρα, με φίλους και γνωστούς που μένουν ως μετανάστες στην Αμερική αστειεύομαι λέγοντας: «Μπορώ να δω τα χαρτιά σας;». Μαγκώνομαι, όμως, αμέσως. Γιατί θυμάμαι ότι στην οικογένειά μου αυτός ήταν ο μεγαλύτερος φόβος. Ότι κάποιος θα σε σταματήσει στον δρόμο και θα σου πει: «Μπορώ να δω τα χαρτιά σας;». Εκείνη την εποχή οι Έλληνες ήταν ανεπιθύμητοι. Οι πόρτες για τους μετανάστες από τον Νότο ήταν ερμητικά κλειστές. Εκτός και αν ήσουν Βόρειος Ευρωπαίος. Η ξενοφοβία και ο ρατσισμός τότε έκαναν θραύση και επιβλήθηκε η πολιτική της ποσόστωσης. Οι πόρτες άνοιξαν ξανά το ΄64. Υπήρχαν δύο μεγάλα κύματα Ελλήνων μεταναστών στην Αμερική. Το πρώτο 1890- 1924 και το δεύτερο τη δεκαετία του ΄60 με αρχές του ΄70. Ο πατέρας μου ήρθε ανάμεσα σε αυτά τα δύο κύματα, όταν οι περισσότεροι Έλληνες έμπαιναν παράνομα στην Αμερική.

●●●

Ο ΠΑΤΕΡΑΣ
και η μητέρα μου γεννήθηκαν και μεγάλωσαν σε ένα μικρό νησί της Κέρκυρας, την Ερεικούσσα. Εκεί όπου η Αδριατική συναντά το Ιόνιο. Ήταν ήδη παντρεμένοι, όταν ο πατέρας μου ήρθε στην Αμερική. Η μητέρα μου ήρθε εδώ για να μείνει έγκυος και έπειτα να επιστρέψει στο νησί. Δεν επέστρεψε ποτέ. Ο πατέρας μου έγινε νόμιμος χάρη στη μητέρα μου. Ο πατέρας της μητέρας μου είχε έρθει πριν από χρόνια στην Αμερική και ήταν πλέον Αμερικανός πολίτης. Είχε ένα μικρό εστιατόριο στο Μανχάταν. «Ρure Food» το έλεγαν. Σήμερα το βλέπω από το παράθυρο του γραφείου μου στην κλινική του Πανεπιστημίου της Νέας Υόρκης που διευθύνω. Οι γονείς μου δεν μιλούσαν αγγλικά, ίσως γιατί δεν ήθελαν να αφομοιωθούν. Ζούσαν με το όνειρο της επιστροφής στην πατρίδα.

●●●

ΜΕΧΡΙ
επτά χρονών δεν μιλούσα αγγλικά. Πήγαινα σε ελληνικό σχολείο. Θυμάμαι την καθηγήτριά μου, την κυρία Φίλιππα. Ήταν μια φοβερή αφηγήτρια. Όταν πήγα σε αμερικανικό σχολείο, οι καθηγητές νόμιζαν ότι είχα νοητική υστέρηση επειδή δεν μιλούσα αγγλικά. Τότε κάποιος είπε: «Μα ξέρει πολύ καλά αριθμητική, δεν μπορεί να είναι καθυστερημένος». Λάτρευα το σχολείο. Ο πατέρας μου είχε κάνει μόνο μερικές τάξεις του δημοτικού. Μου έμαθε όμως την προπαίδεια. Ήταν η πρώτη φορά που ένιωσα πραγματικά μαζί του. Ο πατέρας μου δούλευε πολλές ώρες χωρίς ρεπό. Ήταν αρτοποιός. Η πρώτη φορά που τον είδα να πηγαίνει διακοπές ήταν το 1959. Με πήρε μαζί του και πήγαμε στην Ελλάδα, στην Ερεικούσσα. Μας πήρε εφτά μέρες το ταξίδι, με το «Βασίλισσα Φρειδερίκη». Έντεκα χρόνια είχε να δει τη μητέρα του. Η Ερεικούσσα τότε δεν υπήρχε καν σε ελληνικούς χάρτες. Μόνο σε στρατιωτικούς χάρτες την έβρισκες. Υπήρχε πάντα το άγχος ότι όποιος εγκαταλείπει την Ερεικούσσα πιθανόν δεν θα επιστρέψει ποτέ. Χωρίς να έχω πάει, ήξερα σχεδόν τα πάντα για αυτήν. Μπορώ να πω ότι για μένα το Μανχάταν ήταν μια προέκταση της Ερεικούσσας. Η μητέρα μου, μου μιλούσε συνέχεια γι΄ αυτήν. Πόσο ωραίο και υπέροχο ήταν το νησί. Μου μιλούσε ειδικά για τη γερμανική κατοχή και τον τρόμο που προκαλούσαν οι ναζί. Οι κάτοικοι του νησιού έχασαν την αθωότητά τους τότε. Πριν ήταν ψαράδες και ναύτες. Με τη γερμανική κατοχή το τρομερό πρόσωπο του έξω κόσμου εισέβαλε στον τόπο τους. Οι Ιταλοί είχαν καταλάβει το νησί, αλλά οι κάτοικοι δεν τρόμαξαν. Ίσως επειδή οι περισσότεροι μιλούσαν ιταλικά. Η οικογένεια της μητέρας μου και άλλες έκρυψαν Εβραίους από την Κέρκυρα, τους οποίους οι Γερμανοί έψαχναν με λύσσα. Χρόνια αργότερα, στο Μανχάταν, θυμάμαι ένα τηλεφώνημα. Μία κυρία ζήτησε να μιλήσει με τους γονείς μου. Δεν ξέρω πώς είχε βρει τον αριθμό του τηλεφώνου μας. Ήταν ένα από τα παιδιά μιας οικογένειας Εβραίων που είχαν κρυφτεί στο νησί. Την έλεγαν Σάρα και ζούσε στην Καλιφόρνια. Θυμάμαι τη συγκίνηση και τη χαρά των γονέων μου, καθώς μιλούσαν μαζί της...

Η Ιθάκη και οι δώδεκα θεοί

ΚΑΠΟΙΕΣ από τις πρώτες παιδικές μνήμες μου βρίσκονται σε μια γωνιά της κουζίνας, ακούγοντας τη μητέρα μου να μιλά για την Ερεικούσσα και την εισβολή των Γερμανών. Η μητέρα μου αφηγούνταν τις ιστορίες της με τρυφερότητα και λύπη. Όταν μπήκα στο ελληνικό σχολείο και άρχισα να διαβάζω τα έπη του Ομήρου, κατάλαβα πως δεν υπάρχει πια επιστροφή για μένα στη μητέρα μου. Η «Ιλιάδα» και η «Οδύσσεια» με συνεπήραν. Αυτός ήταν και ένας τρόπος να έρθω πιο κοντά στον πατέρα μου. Εκείνος χαιρόταν με την πνευματική μου πρόοδο, ειδικά όταν αυτή αφορούσε Έλληνες... Όταν οκτώ χρονών ήρθα στην Ελλάδα για πρώτη φορά, το καράβι που ταξιδεύαμε στο Ιόνιο άραξε στην Ιθάκη για να ξεφορτώσει κάποια πραμάτεια. Οι επιβάτες δεν μπορούσαν να κατέβουν. Ζήτησα από τον πατέρα μου να μου επιτρέψει να κατέβω για να βρω το κάστρο του Οδυσσέα. Αρνήθηκε. Δεν είχα έρθει ποτέ τόσο κοντά στην Ιθάκη. Στα παιδικά μου χρόνια είχα γοητευτεί από τους δώδεκα θεούς της αρχαίας Ελλάδας. Αργότερα, όταν βρέθηκα μπροστά στον Θεό της Ορθοδοξίας, ένιωσα λίγο μπερδεμένος. Πώς μπορούσαν οι ιδιότητες των δώδεκα θεών να «χωρέσουν» σε έναν Θεό; Έναν Θεό που, διαφορετικά από τους θεούς του Ολύμπου, δεν τον άγγιζαν οι ανθρώπινες αδυναμίες, η ηδονή, η δίψα για εξουσία; Παρ΄ όλα αυτά υπάκουσα. Δεν εξέφρασα πολλές απορίες, παρά πολύ αργότερα...
Info: Το δεύτερο μέρος της συνέντευξης του κ. Σπύρου Ορφανού θα δημοσιευτεί το επόμενο Σάββατο.

4 σχόλια:

Λωτοφάγος είπε...

Είναι κρίμα που τα ξεχάσαμε όλα αυτά, αγαπητέ Γκάζμεντ. Σαν να μην υπήρξαμε ποτέ χώρα μεταναστών.
Διάβαζα το κείμενο και θυμόμουν το βλέμμα των δικών μας "παράνομων" -κυρίως των Πακιστανών: φοβισμένο, απολογητικό. Μήπως τους αποπάρεις ή τους κοιτάξεις υποτιμητικά.
Κάπως έτσι πρέπει να ήταν και το βλέμμα των Ελλήνων τότε.

Rodia είπε...

Εξαιρετικο αρθο. Περιμενω τη συνεχεια.

ξωτικό είπε...

Διάβαζα παλιά για τον Γεώργιο Παπανικολάου, τον κύριο "τεστ Παπ". Κι αυτός, παρότι αναγνωρισμένος επιστήμονας, είχε μεγάλο πρόβλημα με την πολιτογράφηση στην Αμερική, παρότι ήδη ήταν σούπερ ανερχόμενος ερευνητής σε πανεπιστημιακό νοσοκομείο...
ΠΩΣ ΓΙΝΕΤΑΙ ΝΑ ΤΑ ΞΕΧΝΑΜΕ ΟΛΑ ΑΥΤΑ;;;

alfazita είπε...

1974 Montreal Καναδάς Μ/V Sofia ένα Βράδυ του χειμώνα μέσα στο χιόνι με μια σακούλα μόνο τα προσωπικά μου και ένα Φυλακτό που μου είχε δώσει η καημένη η Μάνα μου φεύγοντας στα 15 χρόνια μου στα καράβια έψαχνα το όνειρο…….που με έστειλε αυτό το κειμενο!!!!!!!