Πέμπτη, Μαρτίου 24, 2011

Μαθαίνοντας καινούργιες λέξεις στην Παρέλαση

Σήμερα το πρωί βγήκα στην βεράντα και αντίκρισα πάμπολλες ελληνικές σημαίες να κυματίζουν στα μπαλκόνια γύρω. Μεγάλες και καινούργιες. Οι περσινές, νομίζω, ήταν πιο μικρές και κάπως παλιές.

Έτσι, κοιτάζοντας τις σημαίες, αποφάσισα να κάνω μια βόλτα στο κέντρο της Αθήνας. Να δω την πόλη παραμονές της μεγάλης εθνικής γιορτής.

Έφτασα στο Σύνταγμα άνετα, με το τραμ. Είδα μπροστά στην Βουλή την εξέδρα των επισήμων. Τις άδειες καρέκλες με τα χαρτάκια, τα ονόματα των επισήμων, υποθέτω. Έσπρωξα τα βήματά μου λίγο πιο πέρα. Και χωρίς να το καταλάβω βρέθηκα στην Πατησίων. Στο ύψος του Πολυτεχνείου. Συνθήματα, πανό, πλανόδιοι πωλητές, επιβάτες στις στάσεις. Από εδώ και πέρα αρχίζει μια «άλλη» Αθήνα. Που ανασαίνει με ζόρι, περπατάει ανήσυχα και έχει πολλούς ζητιάνους.

Δίπλα στο Πολυτεχνείο είχαν μαζευτεί ναρκομανείς. Αρκετοί. Ίσως τους σπρώχνουν από την Ομόνοια προς τα εδώ. Γιατί το «σπεσιαλιτέ» αυτής της πόλης είναι να μην αντιμετωπίσει πραγματικά τα προβλήματα αλλά να τα σπρώξει λίγο πιο πέρα, λίγο πιο κάτω. Καμία ατμόσφαιρα εθνικής γιορτής ανάμεσα στους ναρκομανείς. Αυτοί ψάχνουν άλλα ναρκωτικά, από εκείνα τα γνήσια, τα αυτοκτονικά. Μου κέντρισε το ενδιαφέρον ένα ζευγάρι ναρκομανών. Βρώμικοι, με τα χέρια να τρέμουν καθώς έστριβαν το τσιγάρο, με το βλέμμα κοιμισμένο. Εκείνη τον πλησίασε, ξαφνικά και τον φίλησε στο μάγουλο. Εκείνος χαμογέλασε τρυφερά. Το χαμόγελο ενός τρυφερού υπνοβάτη. Άνθρωποι που έχουν χάσει τα πάντα. Η χαμένη τρυφερότητα δυο ηττημένων…

Έκανα στροφή και άρχισα να ανεβώ ξανά προς την Πανεπιστημίου. Η πρόβα της παρέλασης είχε αρχίσει. Πρόλαβα τους μαθητές στα Προπύλαια. Άρχισα να τραβώ φωτογραφίες. Οι μαθητές παρέλαυναν ενώ κάποιος με ντουντούκα, δίπλα τους, σκορπούσε αντι-ιμπεριαλιστικά συνθήματα, ενάντια στην παρέμβαση στην Λιβύη. Κάποιος άλλος, με καφέ σακάκι, μπλε σακούλα και φωνή αλά Άδωνη (Γεωργιάδη) τον πλησίασε και γκρίνιαζε που χάλαγε την ατμόσφαιρα της παρέλασης και της εθνικής ομοψυχίας με την ντουντούκα του.

Ξαφνικά ο γκρινιάρης κύριος στράφηκε σε μένα. Με ρώτησε γιατί τον βγάζω φωτογραφία. Το έβρισκε ύποπτο, πρόσθεσε. Του εξήγησα ότι φωτογραφίζω τους μαθητές και όχι εκείνον. «Είστε Έλληνας κύριε;» με ρώτησε με στρατιωτικό ύφος, σχεδόν. «Τι σας νοιάζει εσάς τι είμαι;» απάντησα. «Γιατί εγώ είμαι καραέλληνας» είπε και ύψωσε την μπλε σακούλα του σουπερμάρκετ εν είδη σημαίας. «Να είστε καλά» του λέω και συνέχισα λίγο πιο πέρα.

Έχω αδυναμία στις καινούργιες λέξεις. Και την λέξη «καραέλληνας» ομολογώ πως είναι η πρώτη φορά που την ακούω. Τουλάχιστον η πρώτη φορά που την πρόσεξα και την σημείωσα στο φανταστικό μου λεξικό.

Η λέξη «κάρα» είναι τουρκική και σημαίνει «μαύρος». (Άρα, στην κυριολεξία, ο κύριος ισχυριζόταν πως ήταν «μαύρος Έλληνας»). Χρησιμοποιείται επίσης ως υβριστικό πρόθεμα, όπως στην λέξη «καράβλαχος». Αν έλεγα στον γκρινιάρη κύριο όλα αυτά (και αν μάθαινε και την καταγωγή μου), σίγουρα δεν θα είχαμε καλά ξεμπερδέματα. Οπότε δεν είπα τίποτα. Σαφώς και η λέξη «κάρα», σε αυτή την περίπτωση, χρησιμοποιείται με την οθωμανική της διάσταση. Αφού «κάρα», στην οθωμανική εποχή, ήταν τίτλος τιμής και αρχοντιάς.

Η παρέλαση συνέχιζε. Οι σημαίες κυμάτιζαν. Μια κυρία, μόνη, χειροκροτούσε. Η ντουντούκα, από την Λιβύη πέρασε στον αγώνα των συμβασιούχων. Εγώ θυμόμουν τις δικές μου παρελάσεις στην Αλβανία. Κάναμε πολλές και ήμασταν πολύ σοβαροί. Και πολύ χειρότερα ντυμένοι. Τώρα που οι έφηβοι στην Αλβανία είναι πολύ καλύτερα ντυμένοι καταργήθηκαν οι παρελάσεις. Γιατί η Αλβανία έπαψε να είναι σε εμπόλεμη κατάσταση με όλο τον κόσμο. Ή ίσως γιατί κατάλαβαν ότι η καταστροφή δεν ήρθε από τους «εξωτερικούς εχθρούς» αλλά από τους εσωτερικούς τυράννους…

Ρίχνω μια ματιά γύρω μου. Στα σκαλιά της "Τράπεζας της Ελλάδος", τρεις υπάλληλοι (από την Κρήτη μάλλον), αρχίζουν και χειροκροτούν με ενθουσιασμό μόλις βλέπουν να περνάει η «Παγκρήτια Ένωση», με τις παραδοσιακές φορεσιές. Μια ζητιάνα, από αυτές που ντύνονται σαν αγάλματα σε θέατρο του δρόμου, προσπαθεί να πείσει τους λιγοστούς θεατές να της δώσουν κάτι. Ένας έφηβος φιλάει στο στόμα την κοπέλα του που μόλις έχει παρελάσει. Ένας λαχειοπώλης προσπαθεί να πουλήσει τα λαχεία χρησιμοποιώντας το αιώνιο επιχείρημα των λαχειοπωλών: «κληρώνει αύριο». Ένας παππούς χαϊδεύει τον εγγονό του που κρατάει μια πλαστική ελληνική σημαία στα χέρια. Ένας πλανόδιος πωλητής προσπαθεί να πουλήσει στους περαστικούς πλαστικές ελληνικές σημαίες. Είναι μελαψός. «Καρα-αθηναίος», σαν και μένα, και αυτός…

Τρίτη, Μαρτίου 22, 2011

R & R: Ράγες και Ρολόγια

Προχθές ταξίδεψα με τρένο από τον Βόλο στην Λάρισα. Ώστε από εκεί να ξαναπάρω το τρένο για Αθήνα. Το να ταξιδεύεις με τρένο στην Ελλάδα νιώθεις ότι ανήκεις στους «τελευταίους των Μοϊκανών». Αφού το τρένο αποτελεί πλέον και δυστυχώς είδος υπό εξαφάνιση. Και όμως είναι το τρένο αυτό που «έφτιαξε» την νεότερη Ελλάδα. Δεν είναι το αυτοκίνητο και το αεροπλάνο. Αλλά για αυτό θα μιλήσω άλλη φορά. Σήμερα θέλω να μοιραστώ μαζί σας μια σπάνια εμπειρία που έζησα στον σταθμό του τρένου στην Λάρισα.

Τα κτήρια των σταθμών των τρένων στην Ελλάδα είναι συνήθως πανέμορφα. Με εξαίρεση εκείνο της Λάρισας και της Αθήνας. Τους ανταγωνίζεται, με μεγάλη επιτυχία και ο σταθμός του τρένου στην Θεσσαλονίκη. Αυτά σκεφτόμουν πάνω στην αποβάθρα, περιμένοντας ένα τρένο που δεν ερχόταν, όταν το βλέμμα μου έπεσε πάνω στο τεράστιο ρολόι κάτω από την σκέπη της αποβάθρας αυτού του μη όμορφου κτηρίου.

Παρατήρησα πως υπήρχαν τρία τεράστια ρολόγια. Από αυτά τα τετράγωνα και διπλής όψεως ρολόγια, με άσπρο πεδίο και μαύρους δείκτες και αριθμούς, που βρίσκεις σε διάφορους σταθμούς τρένων παντού στον κόσμο. Και καθώς τα παρατηρούσα μεταφέρθηκα αμέσως σε έναν άλλο χρόνο. Σε μια άλλη διάσταση.

Κανένα από τα ρολόγια δεν έδειχνε τον σωστό χρόνο. Όχι μόνο αυτό. Το καθένα έδειχνε διαφορετική ώρα. Σαν να μετρούσε, το κάθε ρολόι, τον χρόνο για δικό του λογαριασμό. Χωρίς να νοιάζεται για τον οικουμενικό χρόνο. Αυτόν που υπήρχε στα ρολόγια των επιβατών – πολύ ακριβά μερικά από αυτά παρεμπιπτόντως - που περίμεναν υπομονετικά στην αποβάθρα το τρένο που είχε αργήσει. Σαν να είχαν ξεχαστεί τα ρολόγια εκεί στην αυτιστική τους ζωή. Λες και τα είχαν αποσυντονίζει τα τρένα που δεν έρχονταν ποτέ στην ώρα τους. Τα ρολόγια που έβλεπαν τα τρένα να περνούν…

Άρχισα τότε να τα φωτογραφίσω ένα – ένα. Σκέφτηκα πως σπάνια θα έβρισκα ξανά τέτοια ευκαιρία.

Το ρολόι που κρατούσα στο χέρι μου έδειχνε 4.14 μ.μ.

Φωτογράφισα το πρώτο ρολόι. Στη μια πλευρά έδειχνε 1 και 11 λεπτά.


Στην άλλη πλευρά 1 και 42 λεπτά…


Το άφησα πίσω και προχώρησα στο δεύτερο. Καθώς φωτογράφιζα έριξα μια γρήγορη ματιά στην αίθουσα αναμονής δεξιά μου και εισέπραξα το βαριεστημένο βλέμμα μιας μεσήλικης γυναίκας. Οι άλλοι επιβάτες που περίμεναν το τρένο που αργούσε αδιαφορούσαν πλήρως για μένα. Και ακόμα περισσότερα για τα ρολόγια και τον χρόνο τους.

Το δεύτερο μεγάλο τετράγωνο ρολόι στη μια πλευρά έδειχνε 1 και 31 λεπτά

Στην άλλη πλευρά 5 και 29 λεπτά

Προχώρησα στο τρίτο ρολόι. Και εκεί άρχισα να αισθάνομαι ότι βρίσκομαι σε κάποια έκθεση μετα-μοντέρνας τέχνης. Μου ήρθε πρόχειρα στο νου ένας τίτλος για αυτή την έκθεση: «R & R: Ράγες και Ρολόγια»

Με λίγα λόγια, το τρίτο μεγάλο τετράγωνο ρολόι που αιωρούταν πάνω στην αποβάθρα του σταθμού του τρένου δεν είχε καν δείκτες. Υπήρχε μόνο μια κόλλα χαρτιού που είχε πιαστεί σε έξι σημεία με ζελοτέιπ χρώματος καφέ, ενώ οι μαύροι μεγάλοι αριθμοί φαίνονταν γύρω γύρω σαν ορφανοί. Κοιτώντας την κόλλα στην μέση του ρολογιού θυμήθηκα όσα μου είπε μια φίλη μου καθηγήτρια στον Βόλο: στο Πανεπιστήμιο δεν έχουν χρήματα να αγοράσουν κόλλες για την εξεταστική...

Προχώρησα για να δω την άλλη πλευρά του ρολογιού. Και εκεί ενισχύθηκε η αίσθησή μου ότι βρίσκομαι σε έκθεση μετα-μοντέρνας τέχνης στη μέση του Θεσσαλικού κάμπου. Τα ίδια και στην άλλη πλευρά του ρολογιού: μια λευκή κόλλα και έξι κομμάτια ζελοτέιπ χρώματος καφέ. Και οι μαύροι αριθμοί γύρω γύρω σαν ορφανοί. Μόνο που σε αυτή την πλευρά ένας από τους δείκτες του ρολογιού – ο μεγάλος μάλλον – «ξεμύτιζε» κάτω από τον αριθμό 3. Σαν απομεινάρι μιας άλλη εποχής, τότε που το ρολόι έδειχνε ακόμα τον οικουμενικό χρόνο, τότε που προσπαθούσε να τρέξει πίσω από τα γεγονότα, τότε που έδειχνε έστω και τον δικό του αποσυντονισμένο χρόνο και δεν είχε σκεπαστεί από μια λευκή κόλλα χαρτιού και έξι κομμάτια ζελοτέιπ. Αυτός ο δείκτης μου φάνηκε σαν μια τελευταία παράκληση να τον σώσουμε. Ποιος όμως να τον σώσει; Όλοι αδιαφορούσαν γύρω του. Εκτός από έναν ευγενικό ηλικιωμένο που περνούσε τυχαία από εκεί και σταμάτησε δίπλα μου. Μου είπε πως ένιωθε πικραμένος και πονεμένος με αυτή την κατάσταση. Με πληροφόρησε ότι μια φορά τον χρόνο έρχεται ένας τεχνικός από το Λιανοκλάδι για να φτιάξει τα ρολόγια. «Από το Λιανοκλάδι;» - τον ρώτησα εμβρόντητος. «Από το Λιανοκλάδι» απάντησε. «Και φέτος ίσως δεν θα έρθει γιατί μπορεί να τον έχουν απολύσει»…

Το τρένο έφτασε. Με μισή ώρα καθυστέρηση. Μέρος της μετα-μοντέρνας έκθεσης και αυτό. Κάθισα στο κάθισμά μου και κοίταξα έξω το τοπίο. Σκέφτηκα πως στην Ελλάδα το τρένο επιβάλλεται να πάει αργά για να απολαύσεις την ομορφιά του τοπίου. Το ταξίδι, κατά τα άλλα, ήταν κανονικό, χωρίς απρόοπτα θέλω να πω. Το μόνο "αξιοσημείωτο" συμβάν ήταν οι έντονες συζητήσεις δυο επιβατών στο πίσω κάθισμα, οι οποίοι έπαιζαν τακτικά στο Χρηματιστήριο. Σύμφωνα με την γνώμη τους οι σίγουρες μετοχές στο Χρηματιστήριο Αθηνών είναι μόνο τέσσερεις: ΟΠΑΠ, ΔΕΗ, ΟΤΕ, Motoroil…. Άχρηστη πληροφορία για μένα.

Μετά την εμπειρία της Λάρισας, καθώς πλησιάζαμε την Αθήνα, αδημονούσα να δω τα ρολόγια στον Σταθμό Λαρίσης στην Αθήνα. Φθάσαμε. Κατέβηκα. Περπάτησα στην αποβάθρα του Σταθμού Λαρίσης. Την διέσχισα όλη ψάχνοντας για ρολόγια. Δεν υπήρχε κανένα. Ίσως γιατί εδώ ξέρουν ότι ο τεχνικός από το Λιανοκλάδι δεν θα έρθει ποτέ. Κατέβηκα κάτω στο Μετρό. Αντίκρισα, επιτέλους, ένα δημόσιο ρολόι που έδειχνε την ώρα, την κανονική, την οικουμενική, την κοινή. Τελικά η υπόγεια Αθήνα, είπα μέσα μου, είναι πάντα ακριβής στο ραντεβού της…

Τετάρτη, Μαρτίου 16, 2011

Εκεί στον Νότο...



Ο εχθρός ημών των Νοτίων Ευρωπαίων, των λεγομένων και PIGS, δεν είναι οι Βόρειοι, οι κουτόφραγκοι, η Μέρκελ, οι Σκανδιναβοί, το ΔΝΤ, η Τρόικα και ο Στρός Καν. Ο «εχθρός» μας είναι αυτοί οι τύποι που βλέπετε σε αυτό το ισπανικό βίντεο. Με λίγα λόγια ή αλλάζουμε ή βουλιάζουμε...

Κυριακή, Μαρτίου 13, 2011

Ιαπωνία

Ιαπωνία, Μάρτιος 2011, λίγες ώρες μετά τον καταστροφικό σεισμό. Ένας λαός συντετριμμένος, εσωστρεφής, «ανοιχτός» στις καταστροφές, κλειστός στους ξένους, κλεισμένος στον εαυτό του στο σημείο που να φαίνεται αυτιστικός, μάστορας στο να κρύβει τις πληγές του, μάστορας της υπομονής, προωτομάστορας της ηλεκτρονικής ακρίβειας, λάτρης της νεωτερικότητας και συνάμα προνεωτερικός, καρτούν και ταχύτητα, αυτοκίνητα και γάτζετ.

Ένας λαός πειθαρχημένος που ξέρει να ορθοποδήσει χωρίς να γκρινιάζει. Χωρίς να περιμένει να τον σώσουν οι άλλοι. Όπως έκανε στον μεγάλο σεισμό του Κάντο, η πεδιάδα του Τόκυο, ογδόντα χρόνια και βάλε πριν. Όπως έκανε στην Χιροσίμα, μια άσχημη πόλη σήμερα αλλά που σφύζει από ζωή. Όπως έκανε στο Κόμπε το 1995 όταν η πόλη ισοπεδώθηκε και χιλιάδες πτώματα κείτονταν στους δρόμους. Όταν τα κτήρια της αστυνομίας και των εμπορικών κέντρων είχαν ισοπεδωθεί και οι πεινασμένοι κάτοικοι δεν πείραξαν ούτε ένα κουλουράκι, σε μια πόλη όπου για είκοσι τέσσερεις ώρες δεν κυκλοφορούσε ούτε μια στολή αστυνομικού.

Ένας λαός απελπιστικά ορθολογικός που μάχεται ενάντια σε μια φύση αδυσώπητα ανορθολογική που τον περικυκλώνει αιώνες τώρα. Και έχει φτιάξει αυτό που είναι η Ιαπωνία και οι Ιάπωνες...

Περισσότερες φωτογραφίες ΕΔΩ

Παρασκευή, Μαρτίου 11, 2011

Η Υπατία και οι Παραβολάνοι

‘Ένα φάντασμα πλανάται πάνω από την Αθήνα: οι «Αλληλέγγυοι». Είναι οι «τύποι» που συμπαραστάθηκαν στους 300 απεργούς πείνας. Σύμφωνα με τα λεγόμενα τηλεογράφων και αρθογράφων, εκείνοι παγίδευσαν τους μετανάστες απεργούς πείνας στο Μέγαρο Υπατία. Εκείνοι τους έβαλαν να κάνουν απεργία πείνας. Γιατί οι μετανάστες δεν γίνεται να έχουν δική τους βούληση και θέληση, όπως εγώ και εσείς. Θεωρούνται, από τους διαμορφωτές της κοινής γνώμης, κακομοίρηδες και bones sauvages ή διανοητικά καθυστερημένοι που καθοδηγούνται από φανατικούς και φαύλους ανθρώπους, από «επαγγελματίες ανθρωπιστές», όπως διάβασα κάπου.

Επειδή η Αθήνα είναι ένα μεγάλο χωριό και πολλοί γνωριζόμαστε μεταξύ μας νιώθω την ανάγκη να πω δυο λόγια. Γνωρίζω προσωπικά κάποιους από τους «Αλληλέγγυους». Βρεθήκαμε μαζί στο παρελθόν και μας χώρισαν οι διαφορετικές ιδεολογικές αντιλήψεις. Σέβομαι, όμως, την συνέπεια και την εντιμότητά τους. Σε μια πόλη όπου κινδυνεύει ο άνθρωπος να γίνει λύκος για τον άνθρωπο, οι άνθρωποι αυτοί θυσίασαν ώρες και μέρες από την ζωή τους για να συμπαραστέκονται σε συνανθρώπους μας. Μερικοί από αυτούς θυσιάζουν μέρες και ώρες χρόνια τώρα. Έχουν θυσιάσει ακόμα και τις καριέρες τους.

«Μα είναι ιδεολογικά κολλημένοι» μου λένε. Ενδεχομένως. Αλλά αυτοί οι «ιδεολογικά κολλημένοι», αυτές οι «ομάδες των ολίγων», νοιάζονται πραγματικά για τους μετανάστες. Επειδή οι «ομάδες των κολλητών και των πολλών» τους έχουν γραμμένους τους μετανάστες. (Στην καλύτερη περίπτωση τους βλέπουν ως εξωτικά όντα και στην χειρότερη ως εισβολείς). Όπως έχουν γραμμένες όλες τις αδύναμες μειοψηφίες σε αυτή την πόλη, σε αυτή την χώρα. Δεν είναι οι «Αλληλέγγυοι» αλλά οι «ομάδες των πολλών» που έχουν επιβάλλει σε αυτή την πόλη τον κανόνα της πελατείας και την «ηθική του ποδήλατου»: γλύψε αυτόν που είναι πιο πάνω από σένα, ποδοπάτησε και λιώσε τον αυτόν που είναι πιο κάτω.

Χάρηκα που βρέθηκε ένας συμβιβασμός στο θέμα της Υπατίας. Δεν ηττήθηκε η κυβέρνηση. Ηττήθηκαν οι μισάνθρωποι, όπου και αν ανήκουν. Όσο για τους πανηγυρισμούς περί νίκης ενάντια στην κυβέρνηση κλπ., για να πω την αλήθεια μου θυμίζουν ποδοσφαιρικά πανηγύρια συμπλεγματικών οπαδών. Προσωπικά μου αρκεί η πονεμένη χαρά των μεταναστών απεργών πείνας.

Δεν ξέρω εάν η απεργία πείνας θα βοηθήσει ώστε να συζητήσουμε πιο ψύχραιμα για το δύσκολο θέμα της μετανάστευσης και της συνύπαρξης. Δυστυχώς δεν το βλέπω. Δυστυχώς δεν το συζητήσαμε τότε που οι μέρες ήταν πιο «ήρεμες». Τότε που δεν υπήρχε κρίση και κίνδυνος χρεοκοπίας. Δεν ξέρω καν εάν οι απεργοί πείνας δεν θα βρεθούν στην ίδια θέση αύριο. Χθες το βράδυ, περνώντας από την Πανεπιστήμιου, στα Προπύλαια πλησίασα τις σκηνές προσφύγων από το Αφγανιστάν. Εδώ και μήνες βρίσκονται εκεί με τα στόματά τους ραμμένα. Μήπως και τους «ακούσει» κανείς. Το πιο σοκαριστικό είναι το γεγονός ότι αυτό το θέαμα δεν σοκάρει κανέναν σε αυτή την πόλη…

Αυτό που με εντυπωσίασε αυτές τις μέρες, πάντως, ήταν η αγανάκτηση κάποιων φίλων και γνωστών όχι μόνο με τους «Αλληλέγγυους» αλλά και με τους απεργούς πείνας. «Δεν είναι δυνατόν να εκβιάζουν με αυτό τον τρόπο!» έλεγαν. Αν και ζουν σε μια πόλη η οποία πυρπολείται και καταστρέφεται συστηματικά. Σε μια πόλη όπου καίνε ανθρώπους ζωντανούς μέρα μεσημέρι, τους οποίους σε λίγους μήνες η πόλη σβήνει από τη μνήμη της. Σε μια πόλη όπου η μια κοινωνική ομάδα διεκδικεί αυτά που θεωρεί «δίκαια» προσπαθώντας να τσακίζει άλλες κοινωνικές ομάδες: οι οδηγοί τσακίζοντας τους επιβάτες, οι φαρμακοποιοί τους γέροντες που ψάχνουν για φάρμακα, οι μεγαλογιατροί καταλαμβάνοντας το Υπουργείο, οι προμηθευτές κόβοντας τους ορούς με τους οποίους επιβιώνουν οι ασθενείς. Σε μια τέτοια πόλη οι πρόσφυγες, με τους οποίους αγανακτούν κάποιοι από τους γνωστούς μου, επέλεξαν να τσακίζουν μόνο τους εαυτούς τους. Δεν έσπασαν τζαμαρίες, δεν έκλεισαν δρόμους, δεν έβαλαν φωτιά σε καταστήματα, δεν έκαψαν ανθρώπους ζωντανούς. Προτίμησαν να θέσουν σε κίνδυνο την ζωή τους παρά να τσακίζουν εκείνες των συνανθρώπων τους.

Ίσως σε αυτό έπαιξε κάποιο ρόλο η «κουλτούρα του μάρτυρα». Ίσως. Είναι μια κουλτούρα που προσωπικά βλέπω με μεγάλη δυσπιστία. Παρόλα αυτά χρειάζονται κότσια για να κάνεις απεργία πείνας. Όλοι αυτοί οι απίθανοι τύποι που παρελαύνουν τώρα στις τηλεοράσεις λέγοντας σαρκαστικά πως θα κάνουν και αυτοί απεργία πείνας για να διεκδικήσουν κάτι από την κυβέρνηση, δεν είναι παρά η καρικατούρα της αγανάκτησης. Κανένας από αυτούς δεν θα έκανε απεργία πείνας για να διεκδικήσει κάτι. Αυτοί οι τύποι θα διεκδικούσαν κάτι μόνο κάνοντας τους άλλους, τους πιο αδύναμους από αυτούς, να πεινάσουν.

Πιο πολύ από την «κουλτούρα του μάρτυρα» η απεργία πείνας εγκαινιάζει μια άλλη «κουλτούρα διεκδίκησης». Ενάντια στην βία και την ψευτοεπαναστατικότητα, ενάντια στον μηδενισμό των μολότοφ και του «να τα κάψουμε όλα». Αυτές τις μέρες διάβασα ένα σύνθημα: «οι μετανάστες έχουν τα κότσια που μας λείπουν». Μήπως έχουν και την κουλτούρα της ειρηνικής διεκδίκησης και της αλληλεγγύης που μας λείπουν;

Τρίτη, Μαρτίου 08, 2011

Χιόνι και Ερωτηματολόγια

Ήμουν τυχερός. Έφθασα στο αεροδρόμιο του Ντιτρόιτ μερικές ώρες πριν τη μεγάλη χιονοθύελλα. Στην Ελλάδα δεν ήξερα εάν θα απογειωθούν τα αεροπλάνα λόγω της απεργίας. Στην Αμερική δεν ήξερα εάν θα προσγειωθούν λόγω της χιονοθύελλας. Ο πιλότος είπε – εάν θυμάμαι καλά – ότι μας περιμένουν οκτώ ίντσες χιονιού. Δεν ξέρω τι σημαίνει να μετράς το χιόνι με ίντσες. Επειδή έχω ζήσει σε χώρες και πόλεις όπου η λέξη «χιόνι» αποτελεί από μόνο του γεγονός.

Προσπαθώ να μετατρέψω τις ίντσες σε εκατοστά για να προσανατολιστώ. Αυτό είχα πάθει και την πρώτη φορά που βρέθηκα στην Αμερική. Η αμερικανική «γλώσσα της μέτρησης» με έκανε να νιώθω από άλλη ήπειρο. Πόδια για το ύψος, Πάουντς για το βάρος. Όσο για τη μέτρηση της θερμοκρασίας με Fahrenheit αυτό με κάνει πάντα να νιώθω όχι από άλλη ήπειρο αλλά από άλλο πλανήτη. Για να μετατρέψεις τα Fahrenheit σε βαθμούς Κελσίου πρέπει να αφαιρέσεις 32, μετά να πολλαπλασιάσεις επί πέντε και έπειτα να διαιρέσεις δια 9: its all Greek to me!

Πριν προσγειωθούμε, οι αεροσυνοδοί, έδωσαν από δυο ερωτηματολόγια στον κάθε επιβάτη. Έπρεπε να τα συμπληρώσουμε για τις ανάγκες των υπηρεσιών ασφαλείας. Πόσα κόστιζαν τα δώρα που φέρναμε μαζί μας; Μεταφέραμε εξωτικά πουλιά μαζί μας; Μεταφέραμε όπλα μαζί μας; Και ούτω καθεξής.

Έδωσα τα συμπληρωμένα ερωτηματολόγια στον αστυνομικό που έλεγξε το διαβατήριό μου. Χαλαρός και σοβαρός μου είπε να «περάσω» τα δάκτυλά μου απο το ηλεκτρονικό μηχάνημα. Κόλλησε ένα χαρτί πάνω στην βίζα μου και με άφησε να περάσω. Πήρα την βαλίτσα μου. Έπρεπε όμως να περάσω από άλλον έλεγχο, εκείνο των συσκευών. Ένας νεαρός αστυνομικός μου είπε να ακολουθήσω την μπλε γραμμή και να περιμένω. Έτσι έκανα. Μέχρι που εμφανίστηκε μπροστά μου ένας άλλος νεαρός αστυνομικός. Με την ευγένεια ενός πωλητή με ενημέρωσε ότι πρέπει να ελέγξει την βαλίτσα μου. Την άνοιξα. Εκείνος άνοιξε λίγο πιο πολύ τα μάτια του. Περιεργάστηκε τα πράγματά μου.

Ενώ έλεγχε την βαλίτσα παρατήρησα ένα σημείωμα πιο πέρα. «Εάν εντοπιστεί όπλο στις συσκευές σας θα τιμωρηθείτε όχι περισσότερο από πέντε χρόνια φυλάκισης». Μου έκανε εντύπωση αυτό το «όχι περισσότερο από…». Νομίζω ότι στην Ευρώπη, για την τιμωρία, θα έγραφαν «όχι λιγότερο από...». Εδώ σου λένε τη μέγιστη ποινή και όχι την ελάχιστη. Για να σε «καθησυχάσουν»; Ή για να σε προστατέψουν από την κατάχρηση του κάθε δικαστή;

Μου είπε να κλείσω τη βαλίτσα και να προχωρήσω. «Ξεμπλέξαμε με τους ελέγχους κύριε;» τον ρώτησα. «Ναι κύριε» είπε και ταυτόχρονα μου άφησε ένα χαρτί στο χέρι. «Τι είναι αυτό;» ρώτησα. «Διαβάστε και θα καταλάβετε» απάντησε και μου έκλεισε το μάτι συνωμοτικά. Ήταν ένα Comment Card. Άλλο ένα ερωτηματολόγιο. Έριξα μια γρήγορη ματιά.

«The officer was professional in conduct:

Strongly Agree

Agree

Neither Agree not Disagree

Disagree

Strongly Disagree

Not Applicable».

Έβαλα το ερωτηματολόγιο στην τσέπη του παλτού και προχώρησα.

Άφησα πίσω τους αστυνομικούς και βρήκα τον οδηγό του ταξί, που το Πανεπιστήμιο του Μίσιγκαν είχε κανονίσει να με περιμένει στο αεροδρόμιο. Ένας λιγομίλητος νεαρός μαύρος που μίλησε μόνο δυο φορές. Μια φορά είπε: «please follow me Sir». Την δεύτερη φορά: «here we are Sir». Είχαμε φθάσει στο ξενοδοχείο. Αφού διασχίσαμε ένα λευκό τοπίο.

Πριν ανέβω στο δωμάτιό μου άφησα την βαλίτσα στην ρεσεψιόν και πήγα να πιω έναν καφέ στην καφετέρια του ξενοδοχείου. Να συνέλθω λίγο. Τον ήπια. Μαζί με την απόδειξη η σερβιτόρα έφερε και ένα ερωτηματολόγιο.

«Πως ήταν το σέρβις;

Πολύ καλό

Μάλλον καλό

Θα προτιμούσα καλύτερο

Κακό

Δεν ξέρω/Δεν απαντώ».

Το έβαλα και αυτό στην τσέπη του παλτού μου. Έγιναν τρία τα ερωτηματολόγια. Ή μάλλον τέσσερα. Και όταν έφθασα στο δωμάτιό μου βρήκα άλλο ένα, για τις υπηρεσίες του ξενοδοχείου. «Ο δρόμος προς την Αμερική είναι στρωμένος με φόρμες και ερωτηματολόγια», σκέφτηκα. Καλώς ήρθες στην χώρα των άψογων υπηρεσιών, των ελέγχων, των multiple choices, των πολλών επιλογών…

Παρασκευή, Μαρτίου 04, 2011

Πλατεία 1866 - Μέγαρο Υπατία 2011

Διακόπτω για λίγο το οδοιπορικό μου στην Αμερική και επιστρέφω στην Ελλάδα. Εβδομάδες τώρα σιωπώ, παρόλο την παρότρυνση πολλών να τοποθετηθώ στο θέμα της απεργίας πείνας των 300 μεταναστών. Ίσως θα επανέλθω γρήγορα. Απλά, για όσους πέφτουν από τα σύννεφα πως φθάσαμε έως εδώ αναδημοσιεύω ένα παλιό μου άρθρο στα ΝΕΑ, τον Δεκέμβριο του 2008:

«ΤΕΤΑΡΤΗ πρωί στα Χανιά. Η μέρα της γενικής απεργίας. Η Πλατεία 1866 είναι γεμάτη νεαρούς, που στήνονται από το χάραμα στο πεζοδρόμιο και περιμένουν κάποιον εργοδότη να τους «προσφέρει» μία μέρα εργασίας. Άνθρωποι που ζουν μέρα παρά μέρα. Δεν ξέρουν τι σημαίνει ρεπό ούτε απεργία. Δεν ξέρουν καν τι θα τους ξημερώσει αύριο. Οι περισσότεροι έρχονται από το Ιράκ, το Μαρόκο, το Αφγανιστάν. Είναι το νέο κύμα προσφύγων, που άρχισε να έρχεται μαζικά στις αρχές του 2000. Κάποτε, στις αρχές του ΄90, στη θέση τους ήταν άλλοι μετανάστες: από την Αλβανία, τη Γεωργία, τη Βουλγαρία, τη Ρουμανία. Τώρα οι «παλαιοί μετανάστες» εντάχθηκαν, κατά κάποιον τρόπο, στην παραγωγική διαδικασία. Οι Βούλγαροι και οι Ρουμάνοι είναι πολίτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Παλεύουν βέβαια ακόμα με τα χαρτιά τους αλλά δεν είναι μετέωροι, όπως αυτοί οι «νέοι μετανάστες» που έχουν αφεθεί στο έλεος της μοίρας.

ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ
των «νέων μεταναστών» είναι τόσο διαφορετικές και τόσο όμοιες. Στη διαδρομή τους υπάρχει βία, σύνορα, χιόνι, δουλέμποροι, βάρκες, νύχτα, θάλασσα, ακτές. Μερικοί έχουν δει τον Χάρο με τα μάτια τους... Η διαδρομή τους σχεδόν ίδια: Τουρκία- Ελλάδα, με σκοπό να ταξιδέψουν πιο πέρα, στην Ευρώπη. Οι περισσότεροι καταλήγουν εδώ χωρίς χρήματα: τα έχουν αφήσει στους δουλεμπόρους. Δεν κάνουν καν αίτηση πολιτικού ασύλου. Δεν τους δίνεται καν η δυνατότητα όταν φθάνουν στην Ελλάδα, αν και σύμφωνα με τη Συνθήκη της Γενεύης πολλοί εμπίπτουν στο καθεστώς του πρόσφυγα. Η συνηθισμένη διαδικασία είναι η εξής: περνούν μερικές μέρες σε «κέντρα υποδοχής» σε κάποιο ελληνικό νησί, όπου τους δίνουν ένα χαρτί και τους «ενημερώνουν» να πάνε στην Αθήνα και μέσα σε έναν μήνα να εγκαταλείψουν την Ελλάδα. Έτσι, οι περισσότεροι καταλήγουν στην Αθήνα, στη «χώρα του πουθενά», ελπίζοντας ότι θα βρουν τα χρήματα για να πληρώσουν άλλους δουλεμπόρους, ώστε να συνεχίσουν το ταξίδι τους. Μένουν σε ερειπωμένα διαμερίσματα που έχουν μετατραπεί σε αυτοσχέδια ξενοδοχεία, στην Πλατεία Βικτωρίας, στον Άγιο Παντελεήμονα, στην Ομόνοια, δέκα, δεκαπέντε άτομα μαζί. Ένας ολόκληρος κόσμος αφημένος στο έλεος της μοίρας, ενώ ολόκληρες περιοχές της Αθήνας μετατρέπονται καθημερινά σε «παράδεισο» των δουλεμπόρων, σωματεμπόρων και των εμπόρων ναρκωτικών. Άλλοι μετανάστες συνωστίζονται, σε ουρές χιλιομέτρων, στη Διεύθυνση Αλλοδαπών στην Πέτρου Ράλλη για να κάνουν αίτηση ασύλου, όπου ουκ ολίγες φορές αντιμετωπίζονται με κλομπς ή πεθαίνουν «μυστηριωδώς». Άλλοι, πάνε αλλού, όπου υπάρχουν άλλοι συγγενείς ή φίλοι. Και εκεί που πάνε, σιγά σιγά διαμορφώνουν κοινότητες, όπως συμβαίνει με τους μαγκρεμπίνους στα Χανιά. Μία από τις μεγαλύτερες κοινότητες πλέον στην πόλη, τα περισσότερα μέλη της οποίας όμως είναι χωρίς άδεια παραμονής. Άνθρωποι με σάρκα και οστά, που, νομικά, δεν υπάρχουν πουθενά.

ΣΤΟ ΣΤΕΚΙ
Μεταναστών Χανίων συναντώ κάποιον από αυτούς, τον Σαΐντ. Είναι ένας από τους δεκαπέντε Μαροκινούς μετανάστες που έκαναν είκοσι πέντε μέρες απεργία πείνας διεκδικώντας μια προσωρινή άδεια παραμονής. Ο Σαΐντ, τριάντα δύο χρόνων, έχει σπουδάσει Φιλοσοφία στο Μαρόκο και προέρχεται από μεσοαστική οικογένεια από την πόλη Φεζ. Ευγενικός και εξαντλημένος από την απεργία μού αφηγείται τη ζωή του. Πως ονειρευόταν να γίνει ποδοσφαιριστής, μέχρι την ημέρα που ο πατέρας του σκοτώθηκε στο Μέτωπο Πολισάριο. «Ήμουν δεκαέξι χρόνων. Τότε τα πάντα άλλαξαν στη ζωή μου», λέει. «Απομακρύνθηκα από το ποδόσφαιρο, άρχισε να με ενδιαφέρει η πολιτική. Έγινα μαρξιστής», καταλήγει. Τότε μπήκε στο μάτι των μυστικών υπηρεσιών. Συνελήφθη και φυλακίστηκε. Για να μη συλληφθεί ξανά αποφάσισε να φύγει. Τελικός προορισμός του, το Βέλγιο. Πέρασε στην Τουρκία, μετά μπάρκαρε σε ένα φουσκωτό που χάθηκε τη νύχτα στα νερά του Αιγαίου και έπειτα από αρκετή περιπλάνηση έφθασε σε κάποιο ελληνικό νησί. Από εκεί σε «κέντρο υποδοχής», όπου του έδωσαν ένα χαρτί και τον ενημέρωσαν ότι πρέπει να εγκαταλείψει την Ελλάδα μέσα σε έναν μήνα. «Πήγα στην Αθήνα γιατί εκεί υπήρχε ένας συγγενής μου που με φιλοξένησε. Ήμουν παράνομος. Δεν έβγαινα σχεδόν από το σπίτι και ζούσα με χρήματα που μου έστελναν οι δικοί μου από το Μαρόκο», συνεχίζει. Κάποια στιγμή βρήκε κάποιους φίλους και ήρθε στα Χανιά. «Εδώ σχεδόν όλοι οι Μαροκινοί είναι παράνομοι. Μερικοί έχουν πληρώσει ένα σωρό χρήματα για να βγάλουν άδεια παραμονής αλλά δεν γίνεται τίποτα», λέει. «Κάθε τόσο μας συλλαμβάνει η Αστυνομία, μας κρατούν από τρεις μέρες έως τρεις μήνες στο κελί και μετά μας αφήνουν». «Γιατί δεν σας απελαύνουν;», τον ρωτώ. Σηκώνει τους ώμους. Υποθέτω ότι επειδή κοστίζει η απέλασή τους και γιατί χρειάζονται φθηνά χέρια εργασίας που να στήνονται κάθε πρωί στην «Πλατεία 1866». «Εάν δεν έχεις άδεια παραμονής, είσαι τίποτε! Εμείς είμαστε άνθρωποι, δεν είμαστε τίποτε. Με την απεργία διεκδικήσαμε το δικαίωμα για μια αξιοπρεπή ζωή», καταλήγει. Τώρα οι δεκαπέντε απεργοί πείνας ελπίζουν ότι θα τους δοθεί μια άδεια παραμονής. Χιλιάδες άλλοι όμως θα συνεχίσουν να είναι τίποτε...»

ΤΑ ΝΕΑ: 13 Δεκεμβρίου 2008

Τρίτη, Μαρτίου 01, 2011

Μικρό Αμερικάνικο Ημερολόγιο

Γύρισα από την Αμερική πριν λίγες μέρες. Στο μικρό διάστημα που έμεινα εκεί, διαπίστωσα, για άλλη μια φορά, ότι η Αμερική είναι σκέτος πειρασμός για κάποιον που του αρέσει να παρατηρεί χειρονομίες, να περιγράψει εικόνες, να σχολιάζει ιστορίες, να εστιάζει στις «παραξενιές» της. Πόσες φορές έχει γραφτεί ότι υπάρχουν «πολλές Αμερικές». Υπάρχει όμως και μια Αμερική, «μοναδική», με κοινά χαρακτηριστικά από τη μια άκρη της χώρας στην άλλη. Και από την άλλη συμβαίνει, μέσα σε σαράντα χιλιόμετρα, να συναντήσεις τόσες διαφορετικές όψεις της Αμερικής που νομίζεις ότι ταξιδεύεις σε διαφορετικές χώρες. Σήμερα και τις επόμενες μέρες θα παραθέσω εδώ μερικές από τις σημειώσεις και τις σκέψεις που κράτησα στις λίγες μέρες που κάθισα στο Μίσιγκαν, περικυκλωμένος από άφθονο χιόνι και υπέροχους ανθρώπους. Ιδού το πρώτο «κρούσμα» της επαφής με την Αμερική. Λες την λέξη «υπέροχος» - «amazing» - με σχετική ευκολία. Το πιο σημαντικό, όμως, είναι ότι έχεις πολλούς λόγους να το πεις. Αυτή η αχανής χώρα έχει μια ιδιαίτερη ικανότητα να σε τρομάζει και να σε ενθουσιάζει ταυτόχρονα.

***

Το να πας στο αεροδρόμιο της Αθήνας με τα ΜΜΜ είναι σαν να παίζεις τζόγο. Δεν ξέρεις εάν «απεργεί» μόνο το προαστιακό ή και τα λεωφορεία μαζί. Και όταν ξέρεις ότι υπάρχει απεργία στα λεωφορεία δεν ξέρεις πότε σταματούν τα δρομολόγια: μία ώρα ή μισή ώρα πριν την έναρξη της απεργίας. Αν ψάξεις κάποιον να σου απαντήσει απλά ματαιοπονείς. Εγώ ρίσκαρα και στάθηκα τυχερός. Πρόλαβα το τελευταίο λεωφορείο πριν την έναρξη της απεργίας. Από εκεί και πέρα όλα του ταξιδιού πήγαν ομαλά. Με μια στάση στο Άμστερνταμ, όπου ένας ψηλός, σοβαρός και ευγενικός Ολλανδός με υπέβαλλε σε μια σειρά ερωτήσεων. Εμένα και άλλους επιβάτες. «Έχετε ξαναπάει στην Αμερική;». «Ποιον θα δείτε εκεί;». «Τι δουλειά κάνετε;». «Συγγραφέας; Για ποιον γράφετε». «For my mum» απάντησα αστειευόμενος. Ο Ολλανδός νόμιζε ότι «My Mum» ήταν ο τίτλος κάποιου περιοδικού. Όταν κατάλαβε ότι αστειευόμουν το βλέμμα του έγινε πιο μουντό και από τον ουρανό του Άμστερνταμ που έβλεπα πίσω από την τζαμαρία. Μετά μου ζήτησε διάφορα: card visit, πρόσκληση από το Πανεπιστήμιο του Μίσιγκαν, το βιβλίο μου στα αγγλικά. Όταν τα είδε όλα αυτά ηρέμησε. Πήρε ξανά το κανονικό, σοβαρό του ύφος. Και όταν του είπα ότι μετά από τόσες ερωτήσεις που μου έκανε δικαιούμαι και εγώ να του κάνω μια ερώτηση είπε «μάλιστα» και με κάρφωσε με ένα βλέμμα δυσπιστίας και υπεροψίας που μου θύμισε το βλέμμα της Margarete van Eyck στον πίνακα του αναγεννησιακού Ολλανδού ζωγράφου Jan van Eyck. Τον ρώτησα πως τον λένε και μου απάντησε ότι τον λένε Μάρκο. «Όπως Μάρκο φαν Μπάστεν;» του είπα. Χαμογέλασε για πρώτη φορά και κούνησε καταφατικά το κεφάλι. Ακριβώς σαν τον Μάρκο φαν Μπάστεν.

Μετά τον ξανθό και σοβαρό Ολλανδό ήρθε η σειρά του «μεταλλικού ανιχνευτή». Το οποίο σου κάνει πραγματικό στριπτίζ. Εκεί με περίμενε ένας άλλος Ολλανδός, μελαψός και με αυστηρό βλέμμα, που με διάταξε να ανοίξω τα πόδια και να σηκώσω τα χέρια, όπως κάνουν στις αμερικάνικες ταινίες οι μπάτσοι όταν συλλαμβάνουν ληστές. Αφού με παρότρυνε πρώτα να βγάλω τα παπούτσια μου, όπως κάνουν οι μουσουλμάνοι όταν μπαίνουν σε τζαμί. Μετά από όλα αυτά, μπήκα στο αεροπλάνο με κατεύθυνση το αεροδρόμιο του Ντιτρόιτ. Και με το που μπαίνω μέσα νόμιζα ότι μπήκα σε συνεδρία των Ηνωμένων Εθνών. Όλα τα χρώματα, όλες οι γλώσσες, κάθε είδος θρησκευτικής ενδυμασίας, ήταν εκεί, δίπλα δίπλα. Έκλειναν τα κινητά, άνοιγαν τα netboooks, σέρφαραν στα iPhones, έφτιαχναν τα πράγματά τους, έπαιρναν μια ανάσα πριν το πολύωρο ταξίδι. Οι αεροσυνοδοί μας χαμογελούσαν συνέχεια, όπως στις διαφημίσεις για οδοντόπαστες. Τόσα ταξίδια στην Ευρώπη ποτέ δεν είδα ένα αεροπλάνο τόσο «παγκοσμιοποιημένο». Την Αμερική την συναντάς πριν προσγειωθείς στην Αμερική: στο αεροπλάνο των επιβατών που ταξιδεύουν προς το κέντρο της Αυτοκρατορίας...