Κυριακή, Οκτωβρίου 30, 2011

Μια βραδιά ανάγνωσης στο Columbia

Φίλες και φίλοι, 

παρακάτω θα βρείτε την ανακοίνωση για μια βραδιά ανάγνωσης του βιβλίου μου "Με λένε Ευρώπη".  Έχω την τιμή να είμαι καλεσμένος του Τμήματος Νεοελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Columbia στην Νέα Υόρκη

The Modern Greek Seminar
 at the University Seminars Program
& The Program in Hellenic Studies

 in cooperation with
 The Harriman Institute

 Columbia University

 invite you to a reading & discussion with

 GAZMEND KAPLLANI

 (Author and Journalist)

 "My Name Is Europe"

 On Friday, November 11th
 At 6:30 p.m., Hamilton Hall 602

1130 Amsterdam Avenue,
New York



The event is open to the public

Πέμπτη, Οκτωβρίου 27, 2011

Μεταξύ πανηγυρισμών και πένθους


Μετά από κάθε απόφαση των εταίρων στην Ε.Ε. για την Ελλάδα αιωρείται στον αέρα ένα λεξιλόγιο που θυμίζει ποδοσφαιρικούς αγώνες στην καλύτερη περίπτωση και πόλεμους στην χειρότερη. «Πανηγυρίζει η κυβέρνηση για τη νέα συμφωνία» διάβασα σε έναν τίτλο εφημερίδας. «Δεν πανηγυρίζει η κυβέρνηση» έγραφε ένας άλλος. «Δεν υπάρχει κανένας λόγος για πανηγυρισμούς» λένε τα κόμματα της αντιπολίτευσης. Ένα λεξιλόγιο που κινείται μεταξύ πανηγυρισμών και πένθους. Δεν αιωρείται απλά στον αέρα ως λεξιλόγιο αλλά το βλέπεις και ως κατάσταση που διαγράφεται στις πόζες των πολιτικών. Αναρωτιέμαι: η πολιτική και η δημόσια κουλτούρα σε αυτή την χώρα είναι καταδικασμένες να κινούνται διαρκώς μεταξύ πανηγυρισμού και πένθους; Αυτά αποτελούν τα δυο άκρα μιας συγκινησιακής κατάστασης που έχει παραμερίσει την ορθολογική σκέψη. Μεταξύ πανηγυρισμού και πένθους υπάρχουν και άλλες καταστάσεις, ουσιαστικά και ρήματα όπως: «σκέφτομαι», «περισυλλογή», «ορθολογική προσέγγιση», «υπολογισμός», «αντιρρήσεις», «κριτική», «αμφισβήτηση», «αναμονή» κλπ. κλπ. κλπ. Μεταξύ «πανηγυρισμού» και «πένθους» κινούνται διαρκώς μόνο τα κακομαθημένα παιδιά. Ή όσοι δεν κατάφεραν να μεγαλώνουν και να ωριμάζουν ποτέ…

Τρίτη, Οκτωβρίου 25, 2011

Ζωή με όμικρον...


«Δεν έκανε φασαρία», είπαν κάποιοι, δικαίωμα στη πολυκατοικία μας δεν έδωσε ποτέ. Αυτό του ‘’λειπε!
Γυναίκα δεν είχε εμφανίσει. Πείτε μου εσείς.
Είναι φυσιολογικό αυτό;
Τα κοινόχρηστα και το ενοίκιο τα '’δινε μόλις πατούσε ο μήνας. Πού τη βρήκε τη συνέπεια, αυτός που δεν είχε στον ήλιο μοίρα;
Και κείνη η ευγένεια, οι καλοσύνες τάχα, τα χαμόγελα, ποια πονηριά ήθελαν να καλύψουν; Δεν είμαι κορόιδο εγώ, τα ξέρω αυτά τα κόλπα. Μόλις έκλεινε την πόρτα πίσω του, μας έφτυνε χολή.
Δεν φτάνουν τα προβλήματα που έχει ο τόπος, αυτοί μας λείπανε
Να μην έχω να ταΐσω το παιδί μου -–που λέει ο λόγος δηλαδή, μην με παρεξηγήσετε–-, και να πρέπει να ταΐσω και το παιδί του αλλουνού…
Ευτυχώς που έφυγε.
Ένας ξένος λιγότερος, ένας μπελάς λιγότερος.
Έτσι τη θέλω εγώ τη χώρα μου, καθαρή.
Δεν είναι ξένοι, λέει, αυτοί και κακώς τους αποκαλούμε Ρωσοπόντιους.
Τι είναι δηλαδή; Έλληνες; Πώς να νιώσεις Έλληνας, μωρέ, αν δεν σε έχει ποτίσει μέσα σου τούτος ο τόπος; Εξ αποστάσεως, γίνεται; Εδώ εμένα, που ήρθα από την επαρχία 12 χρονών παιδάκι, βλάχο με ανεβάζανε, βλάχο με κατεβάζανε για χρόνια. Την αδερφή μου όμως την έκανα υπηρέτρια και τη γυναίκα μου μοδίστρα, όχι πουτάνα όπως εκείνοι τις δικές τους.
Τα σχολεία είδες πώως τα καταντήσανε. Μπαίνεις στην τάξη και ξεχνάς πού βρίσκεσαι.
Και φαντάροι αν πάνε, όλο τσαμπουκά, μαγκιά και τρομοκρατία είναι. Όχι σαν και μένα που έκανα 24 μήνες με το Θεό.

Και δουλειά να τους εξασφαλίσουμε, και το στόμα μας να μαζέψουμε μη μας πούνε ρατσιστές, και σπίτια να τους δώσουμε, και επιδόματα. Μήπως να τους ζητήσουμε και συγγνώμη που ζούμε ανάμεσά τους;
Πήγαινε στην πλατεία να δεις τι γίνεται. Τολμάς να κυκλοφορήσεις; Δεν θα μας κάνουν και μειονότητα στη χώρα μας!
Αυτοί δεν υπολογίζουν τίποτα.
Ναρκωτικά, πορνεία, όπλα, κλεψιές.
Αυτά ξέρουν, αυτά είναι.
Παραπονιούνται ότι το κράτος δεν τους φροντίζει. Σιγά μην τους βάλουμε και στο Δημόσιο!
Καλά το λέει ο γιος μου. Ο μετανάστης θα σ’ το δαγκώσει το χέρι, γι’ αυτό κράτα το καλύτερα στις τσέπες σου. Τα βλέπει το παιδί μου κάθε μέρα στο καφενείο που του άνοιξα απέναντι απ’' το Τμήμα. Η κόρη μου έχει άλλα μυαλά. Δεν υπάρχουν πατρίδες, λέει. Όλη η γη για τους ανθρώπους είναι, τα σύνορα γραμμές στο χάρτη. Με έφαγε η γυναίκα μου. Σάββα μου, να το σπουδάσουμε το κορίτσι μας, να έχει άποψη. Ιδού τα αποτελέσματα.
Το λένε και στις Ειδήσεις. Τα εγκλήματα έχουν αυξηθεί από τότε που άνοιξαν τα σύνορα και γίναμε μπάστε σκύλοι αλέστε.
Έκανα αγώνα εγώ. Να φτιάξω σπίτι, κομπόδεμα, να ’μαστε σίγουροι. Με ένα μισθό από την Υπηρεσία όλα αυτά και με τους κόπους της γυναίκας μου. Τα χάλασε τα μάτια της πάνω στη μηχανή βράδυ πρωί.
Πώς να την ησυχάσω, όταν μπουκάρουνε στα σπίτια μας; Η μέρα καλά κυλάει, τις νύχτες όμως αγριεύεται…
Λένε, οι Έλληνες έχουμε πείρα στην ξενιτιά, θα πρεπε να ’μαστε πιο ευαίσθητοι. Και ο αδερφός μου πήγε στη Γερμανία, μαύρα μάτια έκανα να τον δω, παιδί τον έστειλα, γέρο μούυ τον γυρίσανε, όμως εμείς ήμασταν λεβέντες, υπερήφανοι, λες Έλληνας και ανατριχιάζει όλη η Γη. Τώρα όλοι Έλληνες γίνανε...
Τους βλέπεις, γυαλίζει το μάτι τους. Έτσι γυάλιζε και το δικό του. Είναι ικανός, λέγανε κάποιοι. Μια μέρα θα τα καταφέρει. Καλό παιδί, φιλήσυχο, σεβαστικό.
Πιάνεται φίλος μωρέ ο ξένος;”

Ο νεαρός Γιούρι είναι ένας από τους χιλιάδες Έλληνες που μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης εγκατέλειψαν την ανεξάρτητη πια Γεωργία για να επαναπατριστούν στην Ελλάδα, στην πατρίδα της ψυχής τους. Όμως όταν θα φτάσει στην ιδανική αυτή πατρίδα, θα βιώσει, όπως και πολλοί άλλοι που έκαναν το ίδιο ταξίδι της επιστροφής, το οδυνηρό αίσθημα του να σε αντιμετωπίζουν σαν ξένο, μια εν δυνάμει απειλητική παρουσία. Φορτωμένος με τις μνήμες της γενέθλιας γης του, ο Γιούρι προσπαθεί να βρει το δρόμο του και να κατακτήσει τα όνειρά του στα δυτικά προάστια της Αθήνας, αντιμέτωπος με μια πραγματικότητα αμείλικτη, που τον διαψεύδει καθημερινά. Έρμαιο των γεγονότων που νιώθει να τον ξεπερνούν, οδηγείται στην "άλλη όχθη", γίνεται και αυτός ένα γρανάζι του υποκόσμου που εκμεταλλεύεται γυναίκες από το πρώην ανατολικό μπλοκ, με τις οποίες μπορεί να μιλήσει την ίδια γλώσσα...Μια από τις γυναίκες αυτές είναι και η Ιρίνα, που θα του δώσει το έναυσμα για να διορθώσει εντέλει την ανορθόγραφη ζοή του...
Με λόγο γεμάτο ένταση και ρυθμό, η Χριστίνα Χρυσανθοπούλου περιγράφει μια πραγματικότητα απόλυτα ρεαλιστική και επίκαιρη, μιλά για την ξενοφοβία, για την ανάγκη του "άλλου" να γίνει αποδεκτός σε μια καχύποπτη κοινωνία, αλλά και για τη δύναμη της μνήμης κα του έρωτα. Η Ζοή με όμικρον είναι συνάμα ένα φόρος τιμής στη σύγχρονη Οδύσσεια των Ελλήνων της πρώην Σοβιετικής Ένωσης, πολλοί από τους οποίους βρέθηκαν πρόσφυγες στην ίδια τους την πατρίδα.... 


(Κατά λάθος σήμερα το πρωί ανάρτησα ένα αδημοσίευτο κείμενο που γράφτηκε για το Ίδρυμα European Cultural Foundation, το οποίο έσβησα ήδη. Το κείμενο θα δημοσιευτεί αφού εμφανιστεί η αγγλική του μετάφραση στην ιστοσελίδα του Ιδρύματος. Ζητώ συγνώμη από τους αναγνώστες του μπλογκ για το λάθος)

Δευτέρα, Οκτωβρίου 24, 2011

Μια συνέντευξη στο περιοδικό "ΌΡΙΟ"


Δεν είμαι οπαδός της άποψης "αχ τι ωραία που ζούσαμε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία". Αλλά νομίζω ότι με τη δημιουργία του έθνους - κράτους, κάποια στιγμή, εμείς οι Βαλκάνιοι σκοτώσαμε τα κοσμοπολίτικα στοιχεία μας, πράγμα που πολλές φορές δημιουργεί την τάση απομονωτισμού από τον υπόλοιπο κόσμο (Διαβάστε όλη την συνέντευξη ΕΔΩ)  

Δευτέρα, Οκτωβρίου 17, 2011

Μια συνέντευξη σε ραδιόφωνο της Νέας Υόρκης


Μια συνέντευξη με τον δημοσιογράφο Στέλιο Τακετζή στο ελληνόφωνο ραδιόφωνο της Νέας Υόρκης - Cosmos FM 91.5. Μια συζήτηση για τα σύνορα, τα Βαλκάνια, την διπλή ταυτότητα και την σημερινή κρίση στην Ελλάδα (ακούστε ΕΔΩ)

Πέμπτη, Οκτωβρίου 13, 2011

Ο ξένος και η βασίλισσα



Χθες, Τετάρτη, ήταν τυχερή μέρα. Όχι επειδή ήταν ηλιόλουστη αλλά επειδή το Μετρό, τα λεωφορεία, τα τρόλεϊ και το τραμ κυκλοφορούσαν κανονικά. Αυτό το χαρούμενο γεγονός νικούσε, κάπως, την δυσοσμία που σκόρπιζαν οι πύργοι των σκουπιδιών στους δρόμους. Για να φθάσω στον σταθμό του Μετρό, πέρασα δίπλα σε έναν από αυτούς τους πύργους με τα σκουπίδια. Τόσο αδιάφορα που και ο ίδιος έμεινα κατάπληκτος με την αδιαφορία μου.  Είκοσι χρόνια στην Αθήνα το θέαμα μου έχει γίνει οικείο πλέον, σκέφτηκα. Κατέβηκα τις κυλιόμενες σκάλες και με το κέρμα στο χέρι απευθύνθηκα προς την αυτόματη μηχανή των εισιτηρίων. Ξαφνικά μια πανέμορφη κοπέλα στάθηκε μπροστά μου με τεντωμένο χέρι. Γαλάζια μάτια, λιτά ξανθιά μαλλιά, φορούσε ένα μωβ κασκόλ και μια καφέ καμπαρτίνα. Λες και το ντύσιμό της το είχε φροντίσει η ίδια η Κοκό Σανέλ. Προς στιγμή προσπάθησα να θυμηθώ αν την ξέρω ή μήπως με μπέρδεψε με κάποιον άλλον. Εκείνη χαμογέλασε και τέντωσε το χέρι ακόμα πιο πολύ: "το θέλετε αυτό;». Χαμήλωσα το βλέμμα μου για να δω “αυτό”  και διαπίστωσα ότι ήταν εισιτήριο για το Μετρό. Εκείνη την στιγμή πέρασε δίπλα μας ένας κύριος γύρω στα πενήντα. Καταλαβαίνοντας τι συμβαίνει κοντοστάθηκε και με παρότρυνε «παρ’το παρ’το παιδί μου. Δεν θα πληρώνουμε την Μέρκελ!». Κατάλαβα αμέσως ότι βρισκόμουν μπροστά σε μια πράξη "υπόγειας" αλληλεγγύης. Πρέπει να σας εξομολογηθώ ότι δέχτηκα το εισιτήριο. Αν και είμαι κατά αυτών των πράξεων «υπόγειων» αλληλεγγύης όπως και κατά του κινήματος «Δεν πληρώνω!». Η μέρα μου ξεκίνησε με μια πράξη που πήγαινε ενάντια στις πεποιθήσεις μου.
Πήρα το εισιτήριο και άρχισα μετά από λίγο να αναλύω την φράση του κυρίου που με παρότρυνε να πάρω το εισιτήριο "δεν θα πληρώνουμε την Μέρκελ!» Πολλοί Γερμανοί νομίζουν ότι πληρώνουν για τους «τεμπέληδες» Έλληνες. Πολλοί Έλληνες νομίζουν ότι πληρώνουν για την «αποικιοκράτη» Μέρκελ. Πέρα από γραφικότητες νομίζω ότι έχει δίκιο η Ιταλίδα δημοσιογράφος Μπάρμπαρα Σπινέλι (κόρη ενός από τους ιδρυτές του Ευρωπαϊκής Ένωσης, του Αλτιέρο Σπινέλι)  όταν έγραφε χθες στην Repubblica ότι «η κρίση του ευρώ θέτει στην ημερήσια διάταξη το θέμα των κυριαρχικών δικαιωμάτων των εθνών-κρατών, διαλύοντας ψευδαισθήσεις και την ίδια στιγμή αναμορφώνει εν βρασμώ τις δημοκρατίες τους, όχι χωρίς τους κινδύνους και τις ανισορροπίες ανάμεσα σε Κράτη υπερ-κυρίαρχα και Κράτη που έχουν χάσει πλέον την κυριαρχία τους. Ο τρόπος που αναμορφώνονται οι δημοκρατίες μας: αυτός είναι ο πυρήνας του προβλήματος αυτή την στιγμή».
Μπήκα στον συρμό με αυτές τις πολιτικές αναλύσεις στο μυαλό μου όταν μπροστά μου, αυτή την φορά, εμφανίστηκε μια ταλαιπωρημένη γυναίκα με τεντωμένο χέρι η οποία ζητιάνευε. Το βλέμμα της με άγγιξε. Είμαι ενάντια στην ελεημοσύνη αλλά αυτή την φορά άφησα ένα κέρμα στο χέρι της. Το κέρμα που είχα υπολογίσει για το εισιτήριο. Ήταν μέρα που έκανα τα αντίθετα από αυτά που πιστεύω. Εκείνη συνέχισε πιο πέρα αλλά καθώς φαίνεται δεν βρήκε μεγάλη ανταπόκριση. Κάποια στιγμή κάρφωσε με το βλέμμα της δυο νεαρούς που μιλούσαν για μια ταινία. "Εμένα δεν μου δίνετε τίποτα" είπε με ύφος διαμαρτυρίας "δίνετε στους ξένους που μας σκοτώνουν". Είχε αγγίξει το δικό μου «σύνδρομο». Επειδή βρισκόταν κοντά μου, με την πλάτη γυρισμένη, έγειρα και της ψιθύρισα στο αυτί "εγώ είμαι ξένος". Γύρισε και με ξαναείδε.  "Παράτα μας κύριε” είπε. "Εάν εσύ είσαι ξένος εγώ είμαι βασίλισσα”. Κάποια μάτια επιβατών που παρακολουθούσαν αυτό τον ιδιότυπο «διάλογο» καρφώθηκαν πάνω μου. Ένιωσα να κοκκινίζω ελαφρώς. Για να διώξω την αμηχανία μου έβγαλα τα γυαλιά και άρχισα να τα σκουπίσω με ένα πανί. Αυτό είναι το «κόλπο» μου κάθε φορά που βρίσκομαι σε αμηχανία. Και καθώς σκούπιζα τα γυαλιά μυωπίας σκεφτόμουν ότι η κυρία που ζητιάνευε ίσως να είχε δίκιο. Ο πραγματικός ξένος δεν ορίζεται με βάση της καταγωγή του. Ο πραγματικός ξένος είναι ο απελπισμένος. Εκείνος που ψάχνει να βρει κάποιον, πιο κάτω από αυτόν, για να έχει έστω και την ψευδαίσθηση ότι δεν βρίσκεται ακόμα στον πάτο της κοινωνίας… 

Τρίτη, Οκτωβρίου 11, 2011

Oι τύραννοι δεν μετανιώνουν ποτέ…

                                           Ραμίζ Αλία και Ενβέρ Χότζα σε μια κοινή βόλτα


Πέθανε τις προάλλες ο Ραμίζ Αλία, ο διάδοχος του Ενβέρ Χότζα και τελευταίος ηγέτης της κομμουνιστικής Αλβανίας. Πλήρης ημερών, 85 ετών, είχε έναν εύκολο θάνατο, διαφορετικά από τον προκάτοχό του, τον Ενβέρ Χότζα που τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια της ζωής του πάλεψε κυριολεκτικά με τον θάνατο. Και όσο πιο πολύ ένιωθε να τον πλησιάζει ο θάνατος τόσο πιο πολύ έσπερνε τον θάνατο γύρω του. Να πίστευε, μάλλον, ασυνείδητα, ότι ο θάνατος των άλλων θα καθυστερούσε τον δικό του θάνατο; Ο Ραμίζ Αλία ήταν από τους λίγους ανθρώπους της  «αυλής» που επέζησε της παράνοιας του τυράννου. Χάρη στην πανουργία του και την συμμαχία με την γυναίκα του Ενβέρ Χότζα, την Νετζμίε Χότζα.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ζώντας στην αιμοβόρα «αυλή» του τυράννου και ο ίδιος είχε τα χέρια του βουτηγμένα στο αίμα. Αλλιώς δεν θα τον επέλεγε ο τύραννος και η γυναίκα του ως διάδοχο. Πρώτη φορά συνάντησα από κοντά τον Ραμίζ Αλία το 1999. Στην Αθήνα. Είχε έρθει στο Πάντειο για να παραστεί στην υποστήριξη της διδακτορικής διατριβής μιας γνωστής μου και γνωστής του από την Αλβανία. Δεν ήξερα ότι θα βρισκόταν εκεί. Όταν τον είδα ένιωσα έκπληξη και δυσφορία μαζί. Μετά την πετυχημένη υποστήριξη ήμουν αναγκασμένος να ακολουθήσω την γνωστή μου και τους γονείς της στην καφετέρια δίπλα για το καθιερωμένο κέρασμα. Ο Ραμίζ Αλία φαίνεται πως κατάλαβε την δυσφορία μου και αφού μου συστήθηκε, μετά από λίγο, προσπάθησε να μου πιάσει κουβέντα και να κάνει χιούμορ, πράγμα που αύξανε ακόμα πιο πολύ την αμηχανία μου. Κάποια στιγμή, ενώ πίναμε καφέ, μου λέει ξαφνικά: «έχω την εντύπωση Γκαζμέντ ότι δεν χαρήκατε που με είδατε». Τα άλλα μέλη της παρέας πάγωσαν. Για να μην γίνω δυσάρεστος στην παρέα αποπειράθηκα στην αρχή να δώσω μια σύντομη, ουδέτερη, απάντηση. Αντί αυτού όμως, ανεξέλεγκτα σχεδόν, βγήκε από μέσα μου ολόκληρο κατεβατό. «Η αλήθεια είναι» απάντησα «ότι σας είχα δει για πρώτη φορά από κοντά τον χειμώνα του 1989, όταν είχατε έρθει να μας επισκεφτείτε στο Πανεπιστήμιο, στην πόλη της Σκόδρα. Ήμουν φοιτητής στο Τμήμα Βιοχημείας τότε γιατί έτσι αποφάσισε το Κόμμα σας, αν και εγώ δεν ήθελα να σπουδάσω βιοχημεία.  Τότε εσείς μιλήσατε για τους εσωτερικούς εχθρούς του έθνους, το ένδοξο έργο του Ενβέρ Χότζα, τους ιμπεριαλιστές που θέλουν να φάνε την Αλβανία. Η αίθουσα ήταν γεμάτη από χαφιέδες που έγραφαν τα ονόματα όσων έλεγαν «αιρετικές απόψεις» και έτσι δεν κατάφερα να σας πω αυτό που σκεφτόμουν». Ο Ραμίζ Αλία άρχισε να χάνει σταδιακά το χαμόγελό του. «Και τι σκεφτόσουν;» ρώτησε. «Για να είμαι ειλικρινής σκεφτόμουν ότι εσείς και η κλίκα σας καταστρέψατε έναν ολόκληρο λαό. Ότι είστε εγκληματίες και έχετε τα χέρια σας βουτηγμένα στο αίμα». Είχα αρχίσει να φοβάμαι και ο ίδιος από την φόρα που είχα πάρει. Ο Ραμίζ Αλία είχε χάσει οριστικά το χαμόγελό του. Εγώ είχα χάσει οριστικά την ηρεμία μου. Οι γνωστοί μου είχαν χάσει οριστικά κάθε καλή σκέψη για μένα. Τους είχα καταστρέψει την γιορτή. «Τότε, τι περιμένετε, σκοτώστε μας!» είπε ο Ραμίζ Αλία, με μια ηρωική χειρονομία. «Μα εμείς δεν είμαστε σαν και σας» του απάντησα και ένιωσα τα χέρια μου να τρέμουν και να ιδρώνω συνάμα. Ίσως γιατί πραγματοποιούσα, σε εντελώς παράδοξες συνθήκες και ετεροχρονισμένα, ένα νεανικό μου απωθημένο: την εξέγερση ενάντια στην τυραννία που στοίχειωνε ακόμα και τα όνειρά μας. Σε λίγα λεπτά διαλυθήκαμε. Η γνωστή μου και οι γονείς της ήταν εξωφρενών μαζί μου και εννοείται ότι από εκείνη την ημέρα δεν έχουμε ανταλλάξει ούτε μια κουβέντα. Ο Ραμίζ Αλία είχε πάρει ξανά το αυταρχικό και άκαμπτο του ύφος. Δεν χαμογελούσε, δεν έκανε χιούμορ. Είπαμε ένα γεμάτο αμηχανία “shëndet” («για» στα αλβανικά) και φύγαμε.
Πέρσι, στα πλαίσια μιας ιστορικής έρευνας που κάνω για την ζωή (και τους αμέτρητους φόνους) στην «αυλή» του Ενβέρ Χότζα, αναγκάστηκα να αναζητήσω ξανά τον Ραμίζ Αλία. Αυτή την φορά είχα ανάγκη να μου μιλήσει. Ήμουν αμήχανος και σχεδόν σίγουρος ότι θα μου κλείσει την πόρτα. Τίποτε τέτοιο δεν συνέβη. Ήταν κάπως ψυχρός και απόμακρος αλλά προσποιήθηκε ότι δεν με θυμόταν. Το μόνο που μου είπε ήταν ότι είχε διαβάσει κάποια άρθρα μου στον αλβανικό τύπο τα οποία του άρεσαν πολύ! Συναντηθήκαμε αυτή την φορά στο σπίτι του, λίγα μέτρα από την πρώην βίλλα του, ένα ψηλοτάβανο τριάρι στο κέντρο των Τιράνων, όπου ζούσε μόνος του. Ήταν φοβερά προσεχτικός σε όλες τις απαντήσεις του. Στο τέλος της συνέντευξης, προθυμοποιήθηκε να μου δείξει την ιδιαίτερη αγάπη του: την βιβλιοθήκη του. «Ξέρετε» μου λέει «πολλά βιβλία μου τα έκλεψαν τότε». Το «τότε» σήμαινε «τότε που έχασα την εξουσία». Άρχισε να μου αραδιάσει τα βιβλία που του είχαν κλέψει και διαπίστωσα ότι αυτά τα βιβλία τον καιρό που εκείνος κυβερνούσε ήταν απαγορευμένα στην Αλβανία. «Συγνώμη αλλά ξέρετε ότι «τότε» εάν έπιαναν κάποιον με ένα από αυτά τα βιβλία μπορεί να τον έβαζαν μέσα;». Έκανε σαν να μην άκουσε και συνέχισε να μου μιλά για βιβλία και εκδόσεις. Αυτό δυνάμωσε το πείσμα μου. «Αλήθεια γιατί ήταν απαγορευμένα αυτά τα βιβλία τότε;» επέμενα. Χαμογέλασε, με εκείνο το χαρακτηριστικό κυνικό του χαμόγελο. «Γιατί τα μυαλά των ανθρώπων δεν ήταν έτοιμα για αυτά τα βιβλία. Είναι σαν τον πατέρα που προστατεύει το παιδί του να μην πάθει κακό» απάντησε. Μετά από είκοσι χρόνια πτώσης του καθεστώτος υπερασπιζόταν ακόμα τις μεθόδους του. Χαιρετηθήκαμε και ενώ κατέβαινα τις σκάλες του σοβιετικού τύπου πολυκατοικίας του σκέφτηκα ότι όσα χρόνια και αν περνούν οι τύραννοι δεν μετανιώνουν ποτέ. Αν έπαιρναν ξανά την εξουσία θα έκαναν ακριβώς τα ίδια... 

Παρασκευή, Οκτωβρίου 07, 2011

Harvard


Φίλες και φίλοι,

όσοι από σας βρεθείτε κατά τύχη στην Βοστώνη στις 9 Νοεμβρίου (ή όσοι μένετε ή σπουδάζετε εκεί), θα χαρώ να σας δω στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ, όπου έχω την τύχη και την τιμή να είμαι καλεσμένος για μια διάλεξη με θέμα την διπλή ταυτότητα στα Βαλκάνια.

Αγγλιστί παρακάτω:

Being Greek and Albanian: The “No Man’s Land” of a Double Identity in the Balkans
Dr. Gazmend Kapllani, writer and newspaper columnist
Wednesday, November 9 – 4:15 p.m.
Guido Goldman Room, Minda de Gunzburg Center for European Studies, 27 Kirkland St. at Cabot Way
Co-sponsored with the Southeastern Europe Study Group, Center for European Studies

Για περισσότερες πληροφορίες ΕΔΩ

Τετάρτη, Οκτωβρίου 05, 2011

Ζωή με φήμες



Ζώντας σε δυο βαλκανικές χώρες έχω πάρει μια υπερδόση βαλκανικότητας. Να ζεις στα Βαλκάνια σημαίνει πολλά πράγματα. Ένα από αυτά είναι να συνηθίσεις να ζεις με φήμες. Στα Βαλκάνια η δημόσια ζωή, σε μεγάλο βαθμό, συγκροτείται μέσω των φημών, ανεξάρτητα από το καθεστώς.  Στην κομμουνιστική Αλβανία το ίδιο συνέβαινε. Γι’αυτό η πηγή της πολιτικής ενημέρωσης στα Βαλκάνια δεν είναι οι εφημερίδες, ούτε οι κυβερνητικές ανακοινώσεις αλλά τα καφενεία, τα στέκια και τα οικογενειακά δίκτυα. Από εδώ βγαίνουν οι πιο έγκυροι δημοσιολόγοι.
Η ζωή με φήμες είναι ίσως μια κληρονομιά της Βυζαντινής και Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Τότε που τα νέα από την πρωτεύουσα της Αυτοκρατορίας, την Πόλη, έφθαναν στις επαρχίες περνώντας από χίλια φίλτρα. Όταν έφθαναν δεν έμοιαζαν πια με ειδήσεις αλλά με μύθους. Οι άνθρωποι επένδυαν σε αυτά τις δικές τους προβολές, τις δικές τους φοβίες ή τα δικά τους συμφέροντα. Όταν η Αυτοκρατορία κατέρρευσε και στα ερείπιά της αναδύθηκαν τα νέα κράτη - έθνη πολλά πράγματα άλλαξαν αλλά η δημόσια ζωή, σε μεγάλο βαθμό, συνέχισε να είναι τυλιγμένη σε μια ομίχλη από φήμες. Οι πηγές των φημών είναι πολλές. Πολλές φορές επινοούνται ή «χτίζονται» πάνω σε υπαρκτά γεγονότα, ψάχνοντας πάντα την κρυφή, αόρατη πλευρά των πραγμάτων. Είναι κάτι σαν συνωμοτικές ερμηνείες της πραγματικότητας.  Άλλες φορές διαδίδονται από τους κρατούντες, τους ανθρώπους της κάθε «Αυλής»,  ως «κράχτες» του δημόσιου αισθήματος.
Αν το δεις το πράγμα ιστορικά διαπιστώνεις ότι οι φήμες, σε όλες τις κοινωνίες, οργιάζουν συνήθως σε περιόδους μεγάλης αστάθειας. Όταν οι κοινωνίες βρίσκονται σε περίοδο μετάβασης, όταν η αξιοπιστία των θεσμών καταρρέει, όταν οι άνθρωποι νιώθουν ότι δεν τους λένε πια την αλήθεια, όταν νιώθουν ότι δεν ελέγχουν το παρόν και το μέλλον τους.
Στην Ελλάδα δυο χρόνια τώρα ζούμε με φήμες – έτσι και αλλιώς δεν έπαψαν ποτέ. Αλλά αυτά τα δυο χρόνια οι φήμες  έχουν γίνει η κανονικότητα της καθημερινότητάς μας. Φήμες για χρεοκοπία. Φήμες ότι η Ελλάδα θα βγει από την ευρωζώνη και θα επιστρέψει στην δραχμή. Φήμες ότι στο «Εθνικό Νομισματοκοπείο», γείτονες ακούν τα μηχανήματα να δουλεύουν νύχτα, κόβοντας δραχμές για την μετα-ευρώ εποχή. Φήμες ότι τον Νοέμβριο θα γίνει κάτι πολύ μεγάλο, τεράστιο, τρομακτικό. Φήμες ότι όχι τον Νοέμβριο αλλά ο Δεκέμβριος θα είναι ο μοιραίος μήνας. Φήμες ότι οι φτωχοί παίρνουν τα χρήματα από τις τράπεζες και τα κρύβουν σε υπόγεια και στρώματα. Φήμες ότι και οι πλούσιοι το ίδιο κάνουν. Φήμες - όπου το όριο μεταξύ της πραγματικότητας και του μύθου έχει ήδη καταργηθεί. Να ζεις με φήμες είναι σαν να ζεις πάνω σε μια γέφυρα. Και η γέφυρα είναι το κατεξοχήν σύμβολο των Βαλκανίων.
Χθες το πρωί μου τηλεφώνησε ένας φίλος μου. Ακουγόταν τρομερά ανήσυχος. Σε μία ώρα, μου είπε, βγαίνει ο Βενιζέλος και ανακοινώνει την «συντεταγμένη χρεοκοπία» ενώ ο Παπανδρέου έχει ήδη ετοιμάσει την δήλωση για την παραίτησή του. Το Χρηματιστήριο καταρρέει και ο κόσμος τρέχει στις τράπεζες να πάρει τα χρήματα, πρόσθεσε. Παρεμπιπτόντως, δυο χρόνια τώρα, εκτός από τις φήμες, έχουμε εμπεδώσει και όλη την οικονομική ορολογία: «spreads», “ασφάλειες κινδύνου”, “hedge funds”, “διάσωση τραπεζών”, «συντεταγμένη χρεοκοπία», “σκέτη χρεοκοπία”, “πιστωτικό γεγονός”, «συγχώνευση τραπεζών», PSI, PSI plus και πάει λέγοντας.  Στις καφετέριες κάποτε ο κόσμος μιλούσε για ποδόσφαιρο, τον Ρεχάγκελ και τον Τρεζεγέ. Τώρα μιλάει για τα spreads, την κα. Μέρκελ και τον κ. Τρισέ. Έκλεισα το τηλέφωνο και σκέφτηκα να κάνω μια βόλτα. Να διαπιστώσω την αντιστοιχία φημών και πραγματικότητας. Το σπίτι όπου μένω βρίσκεται κοντά σε έναν δρόμο γεμάτο τράπεζες.
Δεν είδα καμία ιδιαίτερη ανησυχία εκεί έξω. Όλα φαίνονται όπως χθες, όπως προχθές, όπως πριν μια εβδομάδα. Διαπίστωσα ότι ο μανάβης πωλούσε φρούτα. Στο ψαράδικο, δίπλα του, όμως μιλούσαν για την μετοχή της «Εθνικής» και την «έκτη δόση». Ο ψαράς επέμενε ότι θα μας την δώσουν αλλά για την έβδομη δεν ήταν σίγουρος. Στην Εθνική και την Alpha Bank η ουρά ήταν μεγάλη, στις άλλες ερημιά. Το ανθοπωλείο στην γωνία είχε κλείσει και πάνω στην βιτρίνα, δίπλα σε ένα ζωγραφισμένο κόκκινο τριαντάφυλλο ένα ενοικιαστήριο κίτρινου χρώματος. Προχώρησα πιο πέρα και είδα τέσσερεις Πακιστανούς καθισμένους σχεδόν μπροστά στην είσοδο της Millenium Bank. Σε ένα σχήμα τετράγωνο γύρω από ένα πλαστικό πιάτο γεμάτο πατάτες τηγανιτές και πίττες. Είναι πλανόδιοι πωλητές και έχουν βάλει τα τελάρα και τα λουλούδια τους λίγο πιο κάτω. Τρώνε με τα χέρια και μια ηλικιωμένη κυρία που περνάει από εκεί τους κοιτάει τόσο επίμονα που αρχίζουν και εκείνοι να την κοιτούν το ίδιο επίμονα. Βλέπω και εγώ την κυρία που βλέπει τους Πακιστανούς οι οποίοι με την σειρά τους βλέπουν την κυρία. Λυπάται το παρόν τους καθώς τους βλέπει; Της θυμίζουν κάτι από το παρελθόν που είχε ξεχάσει και πονάει να το θυμάται ή φαντάζεται εικόνες ενός μέλλοντος που φοβάται; 

Δευτέρα, Οκτωβρίου 03, 2011

Σάντουιτς



Βράδυ Παρασκευής. Η Αθήνα είναι μια πόλη παραδομένη. Στα Προπύλαια βαράνε ενέσεις ενώ ένα μηχάνημα του Δήμου καθαρίζει τον χώρο και δυο εργάτες που μοιάζουν με σκιές, με μια μακρύ βούρτσα, σβήνουν τα μαύρα συνθήματα στους τοίχους του Πανεπιστημίου. Στην Ερμού, ως συνήθως, πέφτουν πάνω σου ζητιάνοι. Νεαρά παιδιά με ντύσιμο underground που επαναλαμβάνουν το ίδιο συνθηματικό καθώς κατεβαίνουν τον δρόμο «ρε παιδιά μήπως υπάρχουν πενήντα λεπτά να πάρω ένα σάντουιτς;». Η Ελλάδα σάντουιτς ανάμεσα στην παγκόσμια οικονομική κρίση και την κουτοπονηριά και την απροθυμία των ντόπιων πολιτικών να την κατανοήσουν και να την αντιμετωπίζουν. Πιο κάτω κάποιος παίζει ένα ηπειρώτικο μοιρολόγι που σου τρυπάει σαν βελόνα το συκώτι, λίγο πιο κάτω ένας μαύρος παίζει αριστουργηματικά και σε τρελά κέφια Μπομπ Μάρλει, δέκα μέτρα πιο κάτω, σε ένα στενό, οι θαμώνες της ταβέρνας τραγουδάνε ρεμπέτικα. «Θα κάνω ντου βρε πονηρή στα στέκια που αράζεις/ κι αν σε τρακάρω πουθενά/ μ' αυτο τον άνθρωπο ξανά/ να ξέρεις δεν τη βγάζεις/ Καθάρισε τη θέση σου/ μ' αυτή σου την κατάσταση/ πριν κάνω επανάσταση/ Θα κάνω ντου για να σε βρω Αθήνα και Περαία κι αν θα σε κάνω τσακωτή/ να ξέρεις η βραδιά σου αυτή θα είν' η τελευταία»