Τετάρτη, Οκτωβρίου 17, 2012

Η τελευταία σελίδα


"Η τελευταία σελίδα" βρίσκεται ήδη στα βιβλιοπωλεία και σας περιμένει. Παρακάτω ένα απόσπασμα απο το βιβλίο απο το κεφάλαιο 12...

Έλαχε σε μια γυναίκα από την Κίνα να τον κάνει να καταλάβει ότι δεν αρκεί να νιώθεις ευτυχισμένος με μια γυναίκα για να μην ποθείς και να μην ερωτευτείς κάποια άλλη. Ο κρυπτοεβραίος τα είχε όλα. Ερ­γαζόταν στην Εθνική Βιβλιοθήκη σε αξιοζήλευτη θέση, διάβαζε απα­γορευμένα βιβλία στα γαλλικά, πράγμα που για τους περισσότερους κοινούς θνητούς στην Αλβανία δεν επιτρεπόταν. Αυτό τον έκανε συχνά να νιώθει ότι ανήκε σε μια εκλεκτή κάστα ανθρώπων και τον γέμιζε με αυτοπεποίθηση και μια έντονη αγαλλίαση που του χάριζε το αίσθη­μα της ανωτερότητας. Το βλέμμα του ήταν γεμάτο από την παρουσία της πανέμορφης γυναίκας του και του μικρού τους αγοριού. Μέχρι που μια μέρα εμφανίστηκε, κυριολεκτικά από το πουθενά, εκείνη.
Στην Εθνική Βιβλιοθήκη είχε έρθει μόνο για δύο μήνες, για «ανταλλαγή εμπειριών ανάμεσα στους εργάτες των δύο φίλων κομου­νιστικών χωρών». Ίσως να ήταν τα γαλλικά που εκείνη μιλούσε που του προκάλεσαν το ενδιαφέρον. Ήταν από τους λίγους ανθρώπους στην Κίνα που μιλούσαν ξένες γλώσσες. Είχε μάθει τα γαλλικά από το θείο της, που είχε φοιτήσει σε γαλλικό κολέγιο στη Σανγκάη, πριν το κλεί­σουν οι κομουνιστές. Ίσως να ήταν το βλέμμα της, που ήταν διαφορε­τικό από εκείνο των άλλων Κινέζων. Δεν είχε τη σκιά του φόβου και της θλίψης. Ίσως να ήταν το γεγονός ότι την έβρισκε εξωτική, εκείνη και το όνομά της μαζί, το Μέι­-Ζεν, που στην κινεζική γλώσσα σημαί­νει Ωραίο Μαργαριτάρι. Ίσως να τον τράβηξε το απαγορευμένο, ίσως να μην ήταν τίποτα περισσότερο παρά μια αμοιβαία επιπολαιότητα, γεμάτη ρίσκο και ηδονή. Γεγονός είναι ότι άρχισαν και οι δύο να φλερ­τάρουν, με τα βλέμματα, τα χαμόγελα, τα δήθεν αθώα αγγίγματα στους διαδρόμους της βιβλιοθήκης. Η έλξη που ασκούσε πάνω του αυ­ξανόταν με έναν παράξενο τρόπο, που δεν κατάφερνε να τον ελέγξει. Άρχισε να σκέφτεται τη Μέι­-Ζεν όλο και πιο συχνά, ακόμα κι όταν τα βράδια στεκόταν ευτυχισμένος δίπλα στην Μπόρα και το μωρό τους.
Προσπάθησε τότε να τη διώξει από τη σκέψη του, να την αποφύγει στους διαδρόμους της βιβλιοθήκης, να προσποιηθεί τον αδιάφορο, χω­ρίς όμως επιτυχία.
Το πρώτο τους φιλί, για ειρωνεία της τύχης, το αντάλλαξαν στις τουαλέτες της βιβλιοθήκης. Ήταν το μοναδικό μέρος όπου μπορούσαν να ξεφύγουν από τα άγρυπνα μάτια των συναδέλφων τους. Το γρα­φείο του το μοιραζόταν με έναν άλλο συνάδελφο, τον υπεύθυνο του Τμήματος Επιστημονικού Βιβλίου, που είχε τη φήμη του μεγαλύτε­ρου χαφιέ στην Εθνική Βιβλιοθήκη, οπότε ήταν αδύνατο να βρεθούν εκεί μέσα.
Δύο μέρες πριν εκείνη επιστρέψει στην Κίνα, έκαναν έρωτα στην αποθήκη της βιβλιοθήκης. Το απόγευμα, όταν είχαν σχολάσει οι πε­ρισσότεροι υπάλληλοι και η αποθήκη ήταν άδεια. Ένωσαν τη σάρκα και το καυτό τους σάλιο στο ημισκόταδο, περικυκλωμένοι από τη μυ­ρωδιά των βιβλίων και το φόβο μήπως τους ξαφνιάσει κανείς. Αγγί­χτηκαν άγρια, με τη βιασύνη και την καύλα που προκαλεί η παραβία­ση της απαγόρευσης. Αλβανοί και Κινέζοι απαγορεύονταν να κάνουν παρέα εκτός του πλαισίου των ανταλλαγών στο χώρο της εργασίας και των κομματικών συσκέψεων. Οι Αλβανοί, φημισμένοι για την ξενοφο­βία τους και πριν από τον κομουνισμό, έβρισκαν τους Κινέζους μυστή­ριους και ακοινώνητους. Οι Κινέζοι, γνωστοί για τη δυσπιστία τους απέναντι στους ξένους και πριν από τον Μάο, έβρισκαν τους Αλβανούς αλαζονικούς και απρόβλεπτους. Επιπλέον, οι συναναστροφές μεταξύ τους καταγράφονταν με απαράμιλλο ζήλο από τους πανταχού παρό­ντες χαφιέδες, Αλβανούς και Κινέζους, ειδικά από τότε που άρχισαν οι σοβαρές προστριβές μεταξύ του Ενβέρ Χότζα και του Μάο. Ο Ισά και η Μέι­-Ζεν έκαναν έρωτα με τη δίψα των φυλακισμένων, με την τρέλα που παρείχε η επίγνωση ότι τούτη η σχέση δεν είχε αύριο, για­τί εκείνη θα έφευγε χωρίς την ελπίδα της επιστροφής και εκείνος ήταν καταδικασμένος να ζει και να πεθάνει σε αυτή τη χώρα με τα ερμητι­κά κλειστά σύνορα.
Ντύθηκαν σαν ληστές που προσπαθούν να μην αφήσουν σημάδια στο χώρο της διάρρηξης και βγήκαν από την αποθήκη αφού πρώτα αυ­τός έλεγξε αν υπήρχε κανείς στο διάδρομο. Είχαν προλάβει να ανταλ­λάξουν τα σύμβολα του αποχαιρετισμού. Εκείνη του είχε αφήσει ένα χαρτί στην τσέπη με τη διεύθυνσή της στην Κίνα και μια φράση στα γαλλικά: «Je crois que je t’aime» – «Πιστεύω ότι σ’ αγαπώ». Εκείνος, μια καρτ ποστάλ που απεικόνιζε την κεντρική πλατεία των Τιράνων. Στο πίσω μέρος έγραφε: «Je ne t’oublierais jamais. On se trouvera un jour sur la terre». Δηλαδή: «Δε θα σε ξεχάσω ποτέ. Θα βρεθούμε μια μέρα πάνω στη Γη».
H Μέι­-Ζεν έφυγε. Μόνο εκείνος ένιωσε το κενό που άφησε η απου­σία της στους διαδρόμους της βιβλιοθήκης. Και μαζί με την απουσία ένιωσε, για μια στιγμή, το τσίμπημα των τύψεων που είχε προδώσει την Μπόρα. Όχι για πολύ όμως. Αναρωτήθηκε μήπως αυτό που υπήρ­ξε μεταξύ αυτού και της Μέι­-Ζεν ήταν κάτι περισσότερο από παιχνί­δι της σάρκας. Σαν να ήθελε να δώσει απάντηση στην απορία του, την επόμενη μέρα κατέβηκε κρυφά στην αποθήκη. Είδε το μέρος όπου εί­χαν κάνει έρωτα, ανάμεσα σε δυο μεγάλα ξύλινα ράφια φορτωμένα με βιβλία, ξαπλωμένοι πάνω σε σκόρπια βιβλία, σε μια στιγμή τρέ­λας, ηδονής και φόβου.
Δέκα μέρες ακριβώς μετά την επιστροφή της Μέι­-Ζεν στην Κίνα, τον ειδοποίησαν ότι τον ζητούσαν κάποιοι άγνωστοι σύντροφοι στο γρα­φείο του διευθυντή. Μόλις τους είδε, δε δυσκολεύτηκε να καταλάβει ότι οι τρεις άγνωστοι σύντροφοι ήταν ασφαλίτες ντυμένοι με πολιτικά. Είχαν τέτοιες σκατόφατσες, που μπροστά τους ακόμα και η σκα­τόφατσα του διευθυντή έμοιαζε με μούρη διανοουμένου. Του είπαν κοφτά και χωρίς συστάσεις να τους ακολουθήσει, ενώ ο διευθυντής, από τη στιγμή που πρόβαλε στην πόρτα, τον κοιτούσε με μίσος, για να μην αφήσει αμφιβολίες στους ασφαλίτες για τα αισθήματά του. Εκείνος ένιωσε το αίμα να δραπετεύει από τις φλέβες του. Προσπά­θησε να μιλήσει, αλλά δεν κατάφερε ούτε τα χείλη του να κουνήσει. Τους ακολούθησε, ανέβηκαν σε ένα μαύρο σοβιετικό τζιπ και είκοσι λεπτά αργότερα βρισκόταν μόνος του σ’ ένα ανακριτικό γραφείο. Τον άφησαν να περιμένει εκεί για τουλάχιστον μισή ώρα. Ήταν ένα άσχη­μο και πολύ κρύο γραφείο, με λευκούς τοίχους, ένα τραπέζι στη μέ­ση, τρεις καρέκλες και μια μυρωδιά σαν από ούρα σκύλου. Κάθε τό­σο τα ουρλιαχτά ενός ανθρώπου, που μάλλον βρισκόταν δίπλα στο γρα­φείο του ανακριτή, έφταναν στα αφτιά του, σαν τη φωνή χαλασμένου και μακάβριου ραδιοφώνου. Μέχρι εκείνη τη μέρα δεν είχε ακούσει ή, για την ακρίβεια, δεν είχε δώσει ποτέ σημασία στις αφηγήσεις που ψιθυρίζονταν στις καφετέριες για ανθρώπους που βασανίζονταν. Αυ­τές οι ιστορίες, σκεφτόταν, δεν τον αφορούσαν.
Περιμένοντας το άγνωστο, ήθελε να πιστέψει ότι ήταν θύμα κά­ποιας παρεξήγησης ή πλεκτάνης. Για πρώτη φορά, στο μυαλό του τρύ­πωσαν σκιές από εκείνο το ταξίδι που είχαν κάνει από τη Θεσσαλονί­κη στην Καβάγια. Ένιωσε τον ίδιο κίνδυνο όπως τότε. Τρόμαξε και ξαφνιάστηκε μαζί όταν αισθάνθηκε στα ρουθούνια του τη δυσοσμία από τα πτώματα που είχε δει στο ταξίδι της διαφυγής από τη Θεσσα­λονίκη, σ’ εκείνο το ρέμα. Έκλεισε τα μάτια λες και φοβήθηκε μήπως εισβάλουν τα πτώματα στο ανακριτικό γραφείο. Άνοιξε τα μάτια και κοίταξε τριγύρω με τρομαγμένο βλέμμα. Ήθελε να βεβαιωθεί ότι δεν τον είχαν κυριεύσει οι παραισθήσεις.
***
Για πρώτη φορά, σ’ εκείνο το γραφείο, σκέφτηκε με ενάργεια ότι σ’ όλη του τη ζωή κουβαλούσε την ενοχλητική αίσθηση κάποιας ενοχής. Αναρωτήθηκε γιατί και πώς γίνεται να αισθάνεται κάποιος ένοχος χω­ρίς να είναι. Ένιωσε το φόβο να τον κατακλύζει. Ξεκινούσε από το στήθος και χυνόταν σαν παγωμένος χείμαρρος μέχρι κάτω στις πατού­σες και τον παρέλυε. Θα ήθελε εκείνη τη στιγμή ο πατέρας του να ήταν ζωντανός. Τουλάχιστον να ζούσε η μητέρα του (είχε πεθάνει από εγκεφαλικό δύο χρόνια μετά το θάνατο του πατέρα του). Από το νου του πέρασε φευγαλέα η γυναίκα του σημαντικού παράγοντα. Είχε εξα­φανιστεί κι αυτή μαζί με τον άντρα της. Όπως είχε μάθει, τους είχαν εκτελέσει πρόπερσι με την κατηγορία του «σαμποτάζ ενάντια στην οι­κοδόμηση του σοσιαλισμού». Εκείνη τη στιγμή, όπως ποτέ πριν, ένιω­σε απόλυτα ορφανός και εγκαταλειμμένος. Δεν μπορούσε να στηριχτεί πια σε κανέναν. Μόνο στην Μπόρα. Και τότε αισθάνθηκε το δυνατό τσί­μπημα των τύψεων. Η παρουσία του σε αυτό το σιχαμερό μέρος του φαινόταν σαν τιμωρία επειδή είχε προδώσει την Μπόρα με μια άλλη γυναίκα. Αποκλείεται, σκέφτηκε έπειτα, η προσαγωγή του σε ένα ανα­ κριτικό γραφείο να είχε να κάνει με την ιστορία του με τη Μέι­-Ζεν.
Στο φόβο προστέθηκε η έκπληξη όταν είδε, μετά από μισή περίπου ώρα, τον ανακριτή να μπαίνει στο γραφείο. Δεν του ήταν άγνωστος. Ήταν ο Ακίλ Ο., παλιός του συμμαθητής στο λύκειο, αλλά προπαντός παλιός του αντίζηλος. Είχαν διεκδικήσει την ίδια γυναίκα, την Μπόρα...

Δεν υπάρχουν σχόλια: