Παρασκευή, Ιουνίου 29, 2012

Chicken game

Εχουν πει ότι η κρίση στην Ελλάδα είναι κυρίως πολιτισμική και πολιτική και δευτερευόντως οικονομική. Το ίδιο συμβαίνει και στην Ευρωζώνη. Κάθε μέρα που περνάει φαίνεται πιο καθαρά ότι η κρίση της είναι κυρίως πολιτισμική και πολιτική. Δεν καταφέρνει να γίνει αυτό που απαιτούν οι καιροί και το κοινό της νόμισμα: ένα κοινό ομοσπονδιακό κράτος. Δεν την αφήνουν να κάνει αυτό το άλμα οι δαίμονές της: ο εθνικισμός και ο λαϊκισμός. Ο εθνικισμός είναι πιασμένος με λύσσα από την αναχρονιστική αντίληψη του έθνους-κράτους όπως το γνωρίσαμε το 19ο αιώνα. Ο λαϊκισμός κάνει τους Ευρωπαίους πολιτικούς να κρίνουν ως πιο σημαντική μια τοπική εκλογική αναμέτρηση από τη μοίρα της ηπείρου (Η Συνέχεια ΕΔΩ)

Πέμπτη, Ιουνίου 28, 2012

Δεν θα ησυχάσουμε ποτέ


Ο  πατρινός συγγραφέας Βασίλειος Χριστόπουλος, μετά το επιτυχημένο Κι εσύ Έλληνας, ρε;  (Κέδρος, 2005)  κυκλοφορεί το νέο του  μυθιστόρημα με τίτλο  Δεν θα ησυχάσουμε ποτέ (Κέδρος,  2013).  Πρόκειται για  ένα  πολιτικό-υπαρξιακό μυθιστόρημα στη σκληρή εποχή της ελληνικής χρεοκοπίας, της  προσφυγιάς  και των οικονομικών μεταναστών.
Διαδραματίζεται στο  2013, στην πόλη Εσπερία, μια φανταστική πόλη - λιμάνι  της Δυτικής Ελλάδας.  Το μυθιστόρημα ξεκινά με  μια πυρκαγιά. Το  υπερκατάστημα  παιχνιδιών   Ciaobambini  τυλίγεται στις φλόγες. Μια  μητέρα με το  παιδί της  και   μια νεαρή υπάλληλος απανθρακώνονται.  Οι αρχές δείχνουν για εμπρηστές  τους πρόσφυγες του παρακείμενου καταυλισμού.
Κεντρικός χαρακτήρας του μυθιστορήματος είναι  ο  Λαοκράτης Κούκης, ένας   συνταξιούχος τοπογράφος,  που  μόλις έχει αρχίσει να δημοσιογραφεί  ερασιτεχνικά στην Ημερησία του  παλιού του συντρόφου Στέλιου Χαϊκάλη. Η μαχόμενη δημοσιογραφία  για τον παλιό αριστερό Κούκη αποτελεί ένα όνειρο  ζωής,  προκειμένου   μετά τη συνταξιοδότησή του  να ζήσει μια ζωή με νόημα στην υπηρεσία της δικαιοσύνης.
Κατά προτροπή του Χαϊκάλη  ερευνά την έλλειψη πυροπροστασίας του κτιρίου, και  καταγγέλλει  πυροσβεστική και πολεοδομία ως ηθικούς αυτουργούς της τραγωδίας. 
Διαφθορά  διοίκησης,  επιχειρηματικά συμφέροντα, μαφία λιμανιού, ρατσιστικές και τρομοκρατικές οργανώσεις, ιδεολογικές αντιπαραθέσεις και μια  πρώτη δολοφονία, του διοικητή της πυροσβεστικής.   Μετανάστες  συλλαμβάνονται  ως  ύποπτοι για τη δολοφονία.  Μια  οργάνωση, η Πέντε Δέλτα (που στην προκήρυξή της καταφέρεται κατά της  Δυναστείας Διαπλοκής  και Διαφθοράς της  Δημόσιας  Διοίκησης),   χαιρετίζει τη  δολοφονία,  χωρίς να αναλαμβάνει την ευθύνη. Το κουβάρι της  Εσπερίας είναι πολύ μπερδεμένο.

Όταν ο Λαοκράτης ανακαλύπτει ότι ο Χαϊκάλης βρίσκεται σε μυστική συμφωνία με την  ασφαλιστική NIS Group, που επιδιώκει την μη καταβολή ασφαλίστρων, κλονίζεται.
Παρά τον κλονισμό του συνεχίζει την  έρευνά  του. Καταλήγει  ότι τα εγκληματικά κέντρα  ετοιμάζουν και  μια δεύτερη δολοφονία.
Ανήσυχος πηγαίνει  στην αστυνομία να καταθέσει τα στοιχεία του, και  εκεί αντιμετωπίζει  ένταλμα του εισαγγελέα  που τον κατηγορεί ως  ηθικό αυτουργό στην απαξίωση του δημοσίου και στη δολοφονία του διοικητή της πυροσβεστικής.
Αντί να ξεμπλέξει το μπερδεμένο κουβάρι της Εσπερίας,  μπλέκει ο ίδιος. Τα νήματά του  τον τραβούν στην παράνοια και σε μια απαισιόδοξη   αντίληψη της πραγματικότητας.
Αλλά ο  Λαοκράτης δεν θα  μπορούσε να μην εκπληρώσει  το προσωπικό του όραμα. Ακόμη κι όταν συνειδητοποιεί  τι  κρύβεται πίσω από αυτήν την βαθιά του ανάγκη.

«Είναι  ματαιότητα να προσπαθείς να  αποφύγεις την ανάγκη σου να ζήσεις μια ζωή στην υπηρεσία της δικαιοσύνης, μια ζωή προσφοράς...  Για μένα προσωπικά  και πιθανόν για μερικούς από εσάς που από την εφηβεία μας γαλουχηθήκαμε με τις ιδέες της αριστεράς,  η μόνη λύση που έχουμε είναι να προσπαθήσουμε να  εκπληρώσουμε αυτήν την ανάγκη μας, όποιο και αν είναι το τίμημα.  Γιατί αλλιώς δεν θα ησυχάσουμε ποτέ».

Ένα πολιτικό - υπαρξιακό μυθιστόρημα, ένα ελληνικό αντι - ρομάν νουάρ  στη σκληρή περίοδο  της χρεοκοπίας και  της προσφυγιάς, που  αναδεικνύει  τα προβλήματα αλλά και τις χρόνιες  παθογένειες της ελληνικής κοινωνίας και οικονομίας: τη διαφθορά, την αναξιοκρατία, το έλλειμμα δημοκρατίας, τη δεινή θέση όσων δεν εντάσσονται στο κάθε φορά κυρίαρχο σύστημα εξουσίας. 
Ταυτόχρονα ένα  μυθιστόρημα για τη  μνήμη και το ασυνείδητο, γι αυτά που σφραγίζουν τις επιλογές  στη ζωή ενός άντρα·  για τα ιδανικά και το νόημα του κάθε αγώνα.

Τρίτη, Ιουνίου 26, 2012

Υπουργός Οικονομικών καθολικής αποδοχής


Γίνεται να γίνει Υπουργός Οικονομικών ο Καραγκιόζης για να μην παραπονεθεί κανείς και να δούμε εάν μπορούμε να σωθούμε τελικά; Παρακάτω παραθέτω ένα σύντομο βιογραφικό του. 
Είναι κακομούτσουνος, καμπούρης, κοντός, βρόμικος, με τεράστια άκοπα νύχια. Η καθημερινότητα του δεν είναι καλύτερη από την εμφάνιση του. Φτωχός μονίμως πεινασμένος, ζει σε μια παράγκα που μπάζει που μπάζει από παντού. Είναι καλόκαρδος, αλλά, μην αντέχοντας την ανοησία, δεν συγκρατεί τον εαυτό του και ξυλοφορτώνει όσους του μπαίνουν στο ρουθούνι. Γενναίος, παρόλο που φοβάται το ξύλο, αλλά και θρασύς, προκειμένου να καταφέρει να επιβιώσει. Έξυπνος και διπλωμάτης, μερικές φορές στα όρια της πανουργίας. Παρορμητικός, γλιτώνει πάντα την τελευταία στιγμή χάρη στην ευελιξία του ή στη θεία πρόνοια. Καίτοι ξελιγωμένος από την πείνα, αρνείται να προσκυνήσει και να βολευτεί. Με τον τρόπο του, ειρωνεύεται τους πάντες και τα πάντα και καταδεικνύει καθετί σάπιο και σκάρτο. Δεν έχει off shore εταιρίες, φυσικά. Η γυναίκα του, η Αγλαΐα είναι επίσης άσχημη και κακοντυμένη και προφανώς δεν γεννάει τα παιδιά της σε ιδιωτική κλινική ενώ ο άνδρας της ωρύεται για τα δημόσια νοσοκομεία. Έχει τρία παιδιά, τον Πιτσικόκο, τον Κολλητήρη και τον Κοπρίτη. Στενός του συνεργάτης είναι ο Χατζηαβάτης. Αγαπημένο του τραγούδι: «Κείνο που με τρώει, κείνο πούμε σώζει είναι που ονειρεύομαι σαν τον Καραγκιόζη» (το οποίο προτάθηκε, χωρίς επιτυχία, για την Eurovision)

Το ερώτημά μου είναι: πιστεύουμε ότι μπορούμε να μείνουμε στην ευρωζώνη με αυτόν;

Δευτέρα, Ιουνίου 25, 2012

Η ελληνική ταυτότητα και η μπάρα



Χθες έκανα ένα σχόλιο στο facebook. Σε κάποιους άρεσε και άλλοι το βρήκαν άστοχο. Αφού ευχαριστήσω όλους όσους σχολίασαν, ήθελα να προσθέσω απλά ότι η δική μου διαπίστωση δεν είναι η μοναδική ερμηνεία που μπορεί να επιδέχεται το συγκεκριμένο επεισόδιο. Μπορεί κανείς να βρει και άλλες οπτικές γωνίες και να προσφέρει και άλλες προσεγγίσεις - όπως συμβαίνει με κάθε κοινωνικό και δημόσιο φαινόμενο. Θέλω, όμως, με αυτή την ευκαιρία, να δώσω συνέχεια στην συζήτηση που έθιξα με το Υστερόγραφο. Γιατί δεν συνδέεται μόνο με τον χώρο του αθλητισμού αλλά αγγίζει και το θέμα της σύγχρονης ελληνικής εθνικής ταυτότητας και μας θέτει το ερώτημα "πως θα είναι η ελληνική κοινωνία τον 21ο αιώνα;".
Το φαινόμενο των «άλλων», των «μεταναστών» που εκπροσωπούν την Ελλάδα στον αθλητισμό το βρίσκουμε από τις αρχές του 1991 - με τους αρσιβαρίστες που ήρθαν ως μετανάστες από την Αλβανία. Υπάρχει εδώ μια «λεπτομέρεια»: για να γίνουν Έλληνες πολίτες οι συγκεκριμένοι αθλητές, σύμφωνα με τον νόμο, έπρεπε να δηλώνουν «ελληνική καταγωγή», δηλαδή "ομογενείς απο την Βόρεια Ήπειρο". Στην περίπτωση των αθλητών απο την Αλβανία, συνεπώς, έπρεπε να ελληνοποιούν το όνομά τους. Έτσι ο Luan Shabani έγινε Λεωνίδας Σαμπάνης και ο Agim Xhelili έγινε Γιώργος Τζελίλης. (Τα αλβανικά επίθετα άλλωστε για να ελληνοποιηθούν δεν χρειάζονται παρά ένα όπως και τα ελληνικά μπορούν να αλβανοποιθούν αφαιρώντας το : "ούνα φάτσα ούνα ράτσα ντέ!"). Βέβαια, ενήλικες άνθρωποι είναι οι συγκεκριμένοι αρσιβαρίστες, δική τους ατομική ήταν η επιλογή και σε όποιον αρέσει σε τελευταία ανάλυση. Δεν ήταν δικό τους όμως επιλογή το κριτήριο της "ελληνοποίησης" και της «ελληνικής ταυτότητας». Αυτό που θέλω να τονίσω είναι το γεγονός ότι για να γίνουν Έλληνες πολίτες έπρεπε να προσαρμοστούν στην φυλετική προτροπή «Έλληνας γεννιέσαι, δεν γίνεσαι», η οποία βασίζεται στην αντίληψη της συνέχειας του αίματος. Δηλαδή είναι σαν ο Γερμανός πολίτης και ποδοσφαιριστής Mesut Ozil να πρέπει να γίνει Johann Ozilstein και να δηλώσει μια κάποια γερμανική καταγωγή για να πάρει την γερμανική υπηκοότητα.
Εκτός από το γεγονός ότι το πιο αποτελεσματικό κριτήριο για να γίνεις Έλληνας πολίτης, καθώς φαίνεται, είναι να σηκώνεις βάρη και να βάζεις γκολ (σε τέτοιες  περιπτώσεις δεν χρειάζεται καν να μιλάς καλά ή καθόλου ελληνικά) και όχι το να πληρώνεις φόρους, να έχεις γεννηθεί στην Ελλάδα, να μένεις πολλά χρόνια, να κάνεις σπουδές, να διακρίνεσαι  ή να κάνεις μια κανονική ζωή όπως όλοι οι υπόλοιποι Έλληνες πολίτες κλπ. κλπ. – βλέπω ότι η ίδια «νοοτροπία του αίματος» στον προσδιορισμό του «τι σημαίνει να είσαι Έλληνας πολίτης τον 21ο αιώνα» εξακολουθεί να ισχύσει στο ακέραιο 20 χρόνια μετά.
Κάποιοι σχολίασαν ότι υπάρχουν «παιδιά μεταναστών» στην εθνική ποδοσφαίρου τους οποίους παρέλειψα να αναφέρω. Όλα αυτά τα «παιδιά μεταναστών», όμως, καταπληκτικοί ποδοσφαιριστές κατά τα άλλα, για να πάρουν την υπηκοότητα ήταν απαραίτητο να αποδείξουν πως έχουν κάποια ελληνική καταγωγή (δηλαδή ότι τουλάχιστον στις μισές φλέβες τους ρέει ελληνικό αίμα). Έτσι «ο Χοσέ Χολέμπας έγινε πρόσφατα Έλληνας και αναφέρεται σε αυτό το γεγονός, αποκαλύπτοντας και αυτός ένα από τα προβλήματα που έπρεπε να ξεπεραστούν. «Ήταν ένας γραφειοκρατικός πόλεμος. Για τη Γερμανία ήταν ήδη πολύ αργά. Αλλά το γεγονός πως ο πατέρας μου είναι Έλληνας, με βοήθησε να πάρω την ελληνική υπηκοότητα» είπε». «Ο Παναγιώτης Κονέ δήλωσε ότι «μετανάστευσα από τα Τίρανα στην Αθήνα με την οικογένειά μου σε ηλικία δύο ετών. Έχω ακόμα κάποια μέλη της οικογένειάς μου στην Αλβανία, αλλά είναι όλοι τους Έλληνες». Για τον Σωτήρη Νίνη το ίδιο ισχύει, αφού πήρε ελληνική υπηκοότητα ως «Έλληνας ομογενής». Παρόλα αυτά οι «Ελληνάρες" δεν ξέχασαν να του φωνάζουν κατά καιρούς από τις κερκίδες το γνωστό σύνθημα (το οποίο στις κερκίδες των γηπέδων γεννήθηκε): «δεν θα γίνεις Έλληνες ποτέ, Αλβανέ!»
Με όλα αυτά και παίρνοντας αφορμή από το ποδόσφαιρο ήθελα να πω ότι αυτό που επικρατεί στην Ελλάδα στο θέμα της «εθνικής ταυτότητας» είναι η κλειστή φυλετική αντίληψη που απεικονίζεται ακόμα και στον αθλητισμό. Ο «νόμος Ραγκούσης» (έστω και πολύ ατελής και τώρα σχεδόν "νεκρός" λόγω του γραφειοκρατικού χάους και της απροθυμίας των υπαλλήλων που διαχειρίζονται τους φακέλους) προσπάθησε να αναθεωρήσει αυτή την «αιματολογική» αντίληψη της εθνικής ταυτότητας και να προσθέσει δίπλα στο "δίκαιο του αίματος" και το "δίκαιο του εδάφους", για μια κατηγορία παιδιών νομίμων μεταναστών που γεννιούνται και μεγαλώνουν στην Ελλάδα. Έτυχε όμως λυσσαλέας επίθεσης από την ΝΔ που ακόμα υπόσχεται ότι θα τον καταργήσει. Αλλά ίσως δεν θα χρειαστεί κάτι τέτοιο. Από όσα μαθαίνω, ο νόμος ενδέχεται να κριθεί «αντισυνταγματικός» από το Συμβούλιο Επικρατείας. Εάν συμβεί αυτό (πράγμα που απεύχομαι ολόψυχα), οι πιθανότητες να δούμε στο μέλλον «παιδιά μεταναστών» στην εθνική ομάδα είναι ακόμα λιγότερες. Εκτός και αν βαφτιστούν χριστιανοί ορθόδοξοι, αλλάξουν τα ονόματά τους και «αποδείξουν» ότι στις μισές τους φλέβες, τουλάχιστον, ρέει «ελληνικό αίμα». Υπάρχουν βέβαια και άλλοι που δεν χρειάζεται  να αποδείξουν κάτι τέτοιο. Όπως ο Γερμανός Ρεχάγκελ που δεν μιλούσε λέξη ελληνικά  – και ο οποίος με ευγένεια αρνήθηκε την πρόταση να πάρει ελληνικό διαβατήριο. Δεν πειράζει. Αυτός είχε «ελληνική ψυχή», όπως έλεγαν και οι αθλητικοί σχολιαστές που έχουν γίνει ειδικοί στον εντοπισμό της.
Πότε, λοιπόν, θα περάσουμε σε μια πιο φιλελεύθερη εκδοχή της αντίληψης για την ελληνική ταυτότητα η οποία να ανταποκρίνεται στις αλλαγές που έχουν συμβεί τα τελευταία 20-30 χρόνια στην ελληνική κοινωνία; Δυστυχώς σε καιρούς κρίσης είναι δύσκολο να κάνεις γόνιμες συζητήσεις αυτού του τύπου.  Από την άλλη μόνο σε καιρούς κρίσης μπορούν αυτά τα ζητήματα να τεθούν με μια ιδιαίτερη ένταση, να αρθρωθούν σε πολιτικό λόγο και να συγκροτούν μια άλλη, σύγχρονη, αφήγηση. Ποια αφήγηση θα επικρατήσει στο μέλλον για αυτό το ζήτημα δεν μπορώ να προβλέψω. Προσωπικά πιστεύω ότι η κοινωνία θα γίνει όλο και πιο ξενόφοβη και θα οχυρωθεί συμπλεγματικά πίσω από την φυλετική αντίληψη της ελληνικής ταυτότητας εάν δεν αλλάζει η παιδεία: η αφήγηση της εθνικής ταυτότητας με όρους φυλετικούς και θρησκευτικούς που μεταδίδεται μέσω αυτής. Το ίδιο ισχύει και για το μιντιακό λόγο και προπαντός τον πολιτικό λόγο: πέρα απο φολκλορικές κορώνες και αρλούμπες, πρέπει να υπάρξει θαρραλέα πολιτική πρωτοβουλία ώστε να αναθεωρηθεί συνταγματκά ο "κώδικας ιθαγένειας" ο οποίος σήμερα είναι βασισμένος αποκλειστικά στο δίκαιο του αίματος. 
Πιστεύω, επίσης, ότι αυτή η αλλαγή θα γίνει πραγματικό βίωμα της κοινωνίας όταν οι Έλληνες θα νιώθουν περισσότερη εμπιστοσύνη στους εαυτούς τους και στους θεσμούς. Με λίγα λόγια όταν θα νιώθουν πιο πολύ πολίτες παρά πελάτες. Όταν θα συνυπάρχουν δημιουργικά μεταξύ τους θα συνυπάρχουν δημιουργικά και με τους «άλλους». Όταν θα δουν τον διπλανό τους αξιοκρατικά, ως ευκαιρία για συνεργασία και όχι ως απειλή, θα δουν και τους μετανάστες ως ευκαιρία για την χώρα και την ελληνική ταυτότητα και όχι ως απειλή. Αλλιώς, αν τα πράγματα παραμείνουν όπως έχουν, φοβάμαι ότι η ιδεολογική επικράτηση της Χρυσής Αυγής, ίσως σε μια πιο light εθνολαϊκιστική εκδοχή, τα επόμενα χρόνια θα είναι σαρωτική.
Επιτρέψτε μου να κλείσω κάπως αυτοαναφορικά. Στο « Με λένε Ευρώπη» ο ήρωάς μου, αφού έχει αντιμετωπίσει το ρατιστικό ντελίριο του Αλβανού ξαδέλφου του ενάντια στους μετανάστες, λέει: «η πραγµατική µας πατρίδα δεν έχει να κάνει µε τα γονίδια. Η πραγματική πατρίδα δεν κατοικεί στο αίµα, αλλά στην καρδιά, στο µυαλό, στις αξίες και στη θέλησή µας. Είναι εκείνη που µας σέβεται και αναγνωρίζει την αξία µας. Εκείνη που σου δίνει ευκαιρίες».
ΥΓ. Το σχόλιο στο facebook: "Ελπίζω να μην με παρεξηγήσετε αλλά από κοινωνιολογικής και λογοτεχνικής πλευράς θεωρώ πως η κορυφαία στιγμή του ποδοσφαιρικού αγώνα Γερμανία – Ελλάδα, ήταν εκείνη όταν οι Έλληνες φίλαθλοι άρχισαν να τραγουδούν τον Ελληνικό εθνικό ύμνο ενώ η Ελλάδα έχανε 4-1. Μου θύμιζε την παρατήρηση του Μίλαν Κούντερα (αν και εκείνος αναφέρεται στους εθνικιστές της Κεντρικής Ευρώπης) ότι εκείνοι συχνά αγαπούν την πατρίδα τους από πείσμα και οίκτο. ΥΓ. Πάντως καλύτερα που η Ελλάδα δεν είχε στην σύνθεσή της παιδιά μεταναστών. ΝΔ, Ανεξάρτητοι Έλληνες, Χρυσή Αυγή, Τράγκας, τηλεαστέρες και πάμπολλοι εθνικιστές ρομαντικοί θα έλεγαν πως φταίνε αυτοί για την ήττα…"

Παρασκευή, Ιουνίου 22, 2012

Αντίσταση

«Αντίσταση» είναι μια λέξη «μπεστ σέλερ» στην Ελλάδα. Επειδή ζούμε σε καιρούς δύσκολους, διαισθάνομαι ότι σύντομα θα υπάρξει πληθωρισμός των λέξεων «αντίσταση» και «αντιστασιακός». Για αυτό θα ήθελα να πω δυο λόγια για το πώς φαντάζομαι τον πραγματικό αντιστασιακό του σήμερα και του αύριο (Η Συνέχεια ΕΔΩ)

Σάββατο, Ιουνίου 16, 2012

Η αμφιθυμία στην Πλατεία

Πριν απο ένα χρόνο ακριβώς, την εποχή των Αγανακτισμένων στην Πλατεία, έγραψα τις δικές μου σκέψεις για αυτό που συνέβαινε. Σήμερα, μια μέρα πριν τις εκλογές - που κρίνουν το μέλλον της χώρας και της Ευρώπης για τις επόμενες δεκαετίες - αισθάνομαι ότι αντικρίζω την ίδια εικόνα (απλά χωρίς Αγανακτισμένους στην Πλατεία)...


Έχω κατέβει δυο - τρεις φορές στο Σύνταγμα, αν και δεν θεωρώ τον εαυτό μου «αγανακτισμένο». Πιο πολύ μουδιασμένος νιώθω. Και αρκετά μπερδεμένος. Δεν έριξα μούντζα στην Βουλή. Δεν ήμουν σίγουρος που ήθελα να την ρίξω ακριβώς. Η Πλατεία μου προκάλεσε μια έντονη αμφιθυμία. Και έκπληξη. Δεν την περίμενα τόσο μαζική και επίμονη.

Την πρώτη μέρα που κατέβηκα έπεσα πάνω στο «ξυπνήσαμε». Είχα παρόλα αυτά την εντύπωση ότι πιο πολύ θα ταίριαζε, στο ετερόκλητο πλήθος της Πλατείας, το σύνθημα «γιατί μας ξυπνήσατε;». Αναρωτήθηκα τι θα γινόταν εάν εκείνη την στιγμή συνέβαινε ένα θαύμα: ο Πρωθυπουργός της χώρας ανακοίνωνε ότι τα πάντα θα είναι όπως παλιά. Παλιά όταν λέμε εννοώ κάτι σαν τρία χρόνια πριν, τότε που δανειζόμασταν αβέρτα, τότε που ζούσαμε με μεγάλες πυρκαγιές κάθε καλοκαίρι, τότε που χρεοκοπούσε η Leeman Brothers και εμείς συζητούσαμε για το Βατοπέδι. Θα έμενε το πλήθος στην Πλατεία ή θα γύριζαν οι περισσότεροι σιγομουρμουρίζοντας στα σπίτια τους;

Βλέποντας τα πράγματα από μακριά και από κοντά σχημάτισα την γνώμη ότι αυτό που συμβαίνει δεν είναι απλά το τέλος του πάρτι. Είναι το τέλος του παιχνιδιού όπως παίχτηκε έως σήμερα. Τέλειωσε απότομα και βίαια. Άφησε πίσω του ταπείνωση, οργή, ζάλη και φόβο. Και μπόλικη νοσταλγία. Κατά την ταπεινή μου γνώμη, πολλοί από τους συγκεντρωμένους στην Πλατεία τρέφουν ακόμα την ψευδαίσθηση ότι το παιχνίδι μπορεί να παιχτεί ξανά όπως παλιά. Αυτό που συμβαίνει, ώρες ώρες, μου φαίνεται, πιο πολύ, σαν μια έκρηξη νοσταλγίας για έναν κόσμο που χάνεται και κανείς δεν ξέρει με τι θα αντικατασταθεί.
Και εκεί, στο κενό, ξεπηδούν όσοι πετροβολούν τους πολιτικούς και τους Υπουργούς. Είναι η απαρχή ενός φαινόμενου που αν γενικευτεί θα εξελιχθεί σε εξέγερση του φθόνου: θα μισούμε και θα πετροβολούμε οποιονδήποτε θεωρούμε ότι βρίσκεται σε καλύτερη θέση από μας. Νομίζω πως όσοι πετροβολούν δεν είναι πολίτες αλλά προπαντός απογοητευμένοι και οργισμένοι πελάτες. Δεν ζούμε την κατάρρευση της αξιοπιστίας του πολιτικού κόσμου. Αυτή, δυστυχώς, είχε συμβεί προ πολλού. Ζούμε το τέλος του συστήματος της πελατοκρατίας. Γιατί απλά δεν υπάρχουν πια χρήματα για παζάρια και ρουσφέτια. Το θέμα είναι βαθύτερο από τους «εγκάθετους του ΣΥΡΙΖΑ». Εάν ο κάθε λαός έχει την εξουσία που του αξίζει και η κάθε εξουσία έχει τον λαό που της αξίζει. Για αυτόν τον λόγο, όσοι θέλουν κάτι άλλο και καλύτερο από το τωρινό, αντί για πέτρες ας ρίξουν ιδέες για την αντικατάσταση του μισοπεθαμένου πολιτικού συστήματος. Όσοι πετάνε και ανέχονται τις πέτρες ενάντια στους πολιτικούς, στρώνουν τον δρόμο για την αντικατάσταση του παλιού με κάτι παλιότερο, του κακού με κάτι πολύ χειρότερο…

Αυτό που συμβαίνει στην Πλατεία μπορεί να είναι ένα είδος ομαδικής ψυχοθεραπείας. Ή, κατά άλλους, πιο κυνικούς αναλυτές, να μοιάζει με την αντίδραση ενός κακομαθημένου παιδιού που ξαφνικά συνειδητοποίησε ότι του πήραν το κουλούρι. Αλλά ο «Μεγάλος Ασθενής» δεν είναι οι συγκεντρωμένοι. Είναι προπαντός το πολιτικό σύστημα, είναι η σχέση δυσπιστίας και καχυποψίας του πολίτη με τους θεσμούς. Είναι το γεγονός ότι ο πολίτης, τόσα χρόνια, έμαθε να συμπεριφέρεται απέναντι στους θεσμούς σαν πελάτης. Και υπό το σύνθημα «ο πελάτης έχει πάντα δίκιο» επικράτησε με τον πιο κυνικό τρόπο το «δίκιο» του ισχυρού και του κολλητού.

Η Πλατεία και η Βουλή, από μια άποψη, είναι «σιαμαίοι αδελφοί». Αποστρέφονται τον ορθολογισμό, την αυτογνωσία και την αυτοκριτική. Αρέσκονται στον άκρατο λαϊκισμό και απευθύνονται αποκλειστικά στο θυμικό. Εάν οι πολιτικοί και οι Υπουργοί νιώθουν πολύ στριμωγμένοι αυτό τον καιρό δεν είναι τόσο λόγω της Πλατείας. Είναι επειδή πρέπει να πουν σκληρές αλήθειες ενώ είχαν συνηθίσει να μιλούν με συνθήματα και βαρύγδουπες υποσχέσεις.

Σαφώς και σε κάθε πλήθος καραδοκούν οι λαοπλάνοι. Και όσο πιο άναρθρο και α-νόητο είναι το πλήθος τόσο πιο πολύ θα συνωστίζονται οι λαοπλάνοι και οι δογματικοί, για να το λιβανίζουν, να το εκθειάζουν, να το καπελώσουν, να το φανατίζουν. Και όπως πάντα, στο τέλος να το χρησιμοποιούν ως χορωδία μιας εν δυνάμει τραγωδίας. Από την άλλη, όμως, αυτό που συμβαίνει ίσως γίνει αφορμή ώστε μια κοινωνία κατακερματισμένη να προσπαθήσει να κολλήσει τα κομμάτια της. Το θέμα είναι με ποιο υλικό θα τα κολλήσει: με λαϊκισμό, μισαλλοδοξία, απομονωτισμό, άρνηση της πραγματικότητας, ευρηματικότητα, αυτογνωσία, σκληρή δουλειά; Αυτό μένει να το δούμε. Όπως μένει να δούμε με ποιο υλικό θα μείνει ενωμένη η Ευρωπαϊκή Ένωση. Γιατί το στοίχημα της Ελλάδας παίζεται συνάμα με το στοίχημα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που μόνο σαν Ένωση δεν λειτουργεί αυτή την στιγμή...

Περπατώντας στην Πλατεία γέμισα αισιοδοξία για το γεγονός ότι οι άνθρωποι θέλουν να κάνουν κάτι να σταματήσουν τον κατήφορο. Η αισιοδοξία μου δεν διήρκεσε πολύ όταν αισθάνθηκα ότι πίσω από την «αγανάκτηση» δεν υπάρχει καθόλου ενθουσιασμός και αυτοπεποίθηση. Δεν υπάρχει κανένα πραγματικό σημείο αναφοράς και το πλήθος στην Πλατεία μου φάνηκε σαν έχει βαφτίσει την ιδεολογική του ορφάνεια «ανεξαρτησία» από κόμματα και ιδεολογίες.

Υπάρχουν κοινωνίες που όταν βρίσκονται σε βαριά κρίση κάνουν φυγή προς το μέλλον. Υπάρχουν άλλες που κάνουν φυγή προς το παρελθόν. Αυτή την στιγμή, όμως, όσοι διαθέτουν στοιχειώδες αίσθημα αυτοσυντήρησης ξέρουν ότι φυγή στο παρελθόν σημαίνει καταστροφή. Τα τελευταία τριάντα χρόνια είχαν πολλά αρνητικά.

Είχαν όμως και πολλά καλά και θετικά. Ήταν τα πιο ειρηνικά και τα πιο ξέγνοιαστα. Οι Έλληνες, έστω και μέσα στην ανοργανωσιά και την πελατοκρατία, δοκίμασαν το προνόμιο να βρίσκονται στην πρώτη θέση του παγκόσμιου καραβιού. Το κοινωνικό στάτους των Ελλήνων άλλαξε. Η αυτοεικόνα τους άλλαξε. Και αυτό θέλουν να διατηρήσουν με κάθε τρόπο. Αυτό το κοινωνικό στάτους που απέκτησαν και το είχαν υποτιμήσει, επειδή το θεώρησαν δεδομένο. Είναι ανθρώπινο και λογικό να προσπαθείς να διατηρείς το κοινωνικό σου στάτους. Αλλά για να το διατηρήσουν οι Έλληνες πρέπει να αλλάξουν, να αλλάξουν την κοινωνία τους, να αλλάξουν την σχέση τους με τους θεσμούς και το κράτος, πρέπει με λίγα λόγια να αντικρίσουν το παρόν, να σχεδιάσουν με επιμονή, θυσίες και υπομονή το μέλλον, σε χρόνο ρεκόρ και σε ένα παγκόσμιο περιβάλλον που μοιάζει με ναρκοπέδιο.

Είναι η πρώτη φορά στην ιστορία της Ελλάδας ως κράτος - έθνος που το παρελθόν αποτελεί άβολο και καταστροφικό καταφύγιο. Πολλοί, οι περισσότεροι, το καταλαβαίνουν, το διαισθάνονται. Είναι η πρώτη φορά, ίσως, που η ελληνική κοινωνία είναι υποχρεωμένη να βλέπει το πρόσωπό της στον καθρέφτη χωρίς αυταπάτες. Ή θα το αντέξει ή θα σπάσει τον καθρέφτη. Και στην δεύτερη περίπτωση θα σπάσει σε χίλια κομμάτια και το δικό της μέλλον…

Παρασκευή, Ιουνίου 15, 2012

Γράμμα σε έναν βορειοευρωπαίο


Αυτή η επίφοβη οικονομική κρίση είναι τουλάχιστον γόνιμη σε νεολογισμούς. Το “Grexit” είναι ένας από τους πολλούς. Εδώ, πάντως, για την ώρα, ανακυκλώνουμε παλιές λέξεις. Οπως η λέξη «πειραματόζωο». Αρκετοί εδώ είναι πεπεισμένοι ότι η Ελλάδα είναι το «πειραματόζωο» της ευρωζώνης, ειδικά της Γερμανίας που λειτουργεί σαν το μακρύ χέρι του παγκόσμιου νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού. Ισως θα αναρωτιέσαι, όπως και εγώ, γιατί επέλεξαν την Ελλάδα και όχι μια άλλη χώρα... (Η Συνέχεια ΕΔΩ)

Τρίτη, Ιουνίου 12, 2012

Φοβᾶμαι...


Μανώλης Αναγνωστάκης

Φοβᾶμαι τοὺς ἀνθρώπους ποὺ ἑφτὰ χρόνια ἔκαναν πὼς δὲν εἶχαν πάρει χαμπάρι
καὶ μία ὡραία πρωία μεσοῦντος κάποιου Ἰουλίου
βγῆκαν στὶς πλατεῖες μὲ σημαιάκια κραυγάζοντας «δῶστε τὴ χούντα στὸ λαό».
Φοβᾶμαι τοὺς ἀνθρώπους ποὺ μὲ καταλερωμένη τὴ φωλιὰ
πασχίζουν τώρα νὰ βροῦν λεκέδες στὴ δική σου.
Φοβᾶμαι τοὺς ἀνθρώπους ποὺ σοῦ κλείναν τὴν πόρτα
μὴν τυχὸν καὶ τοὺς δώσεις κουπόνια καὶ τώρα
τοὺς βλέπεις στὸ Πολυτεχνεῖο νὰ καταθέτουν γαρίφαλα καὶ νὰ δακρύζουν.
Φοβᾶμαι τοὺς ἀνθρώπους ποὺ γέμιζαν τὶς ταβέρνες
καὶ τὰ σπάζαν στὰ μπουζούκια κάθε βράδυ καὶ τώρα τὰ ξανασπάζουν
ὅταν τοὺς πιάνει τὸ μεράκι τῆς Φαραντούρη καὶ ἔχουν καὶ «ἀπόψεις».
Φοβᾶμαι τοὺς ἀνθρώπους ποὺ ἄλλαζαν πεζοδρόμιο ὅταν σὲ συναντοῦσαν
καὶ τώρα σὲ λοιδοροῦν γιατὶ, λέει, δὲν βαδίζεις ἴσιο δρόμο.
Φοβᾶμαι, φοβᾶμαι πολλοὺς ἀνθρώπους.
Φέτος φοβήθηκα ἀκόμη περισσότερο.

Σάββατο, Ιουνίου 09, 2012

Μαθαίνοντας ελληνικά με τον Κώστα Ταχτσή


 Το παρακάτω κομμάτι είναι απο το βιβλίο μου "Με λένε Ευρώπη". Αφιερωμένο στο σημερινό Athens Pride. Γιατί σήμερα είμαστε όλοι Αλβανοί, Έλληνες, Πακιστανοί, Εβραίοι gay, λεσβίες, bisex και τραβεστί. Ενάντια στα φασιστόμουτρα, τους εθνικοσοσιαλιστές δολοφόνους και όσους τους ανέχονται...


"Σήμερα, μπορώ να έρθω ακόμα και στα χέρια με αυτούς που περιφρονούν τους ομοφυλόφιλους. Τότε, όμως, η αφήγηση του Ταχτσή με είχε σοκάρει. Ήταν ένας άντρας στον οποίο άρεσαν οι άλλοι άντρες. Ομοφυλόφιλος. Από αυτούς που στην Αλβανία κρύβονταν και δεν τολμούσαν ποτέ να το πουν και να το δείξουν δημόσια. Δεν υπήρχε μεγαλύτερη ατίμωση από το να είσαι άντρας που σου αρέσουν οι άλλοι άντρες. Περιφρονούσα, τότε, τους ομοφυλόφιλους. Τους μισούσα, τους θεωρούσα, όπως και το περιβάλλον στο οποίο είχα μεγαλώσει, αρρωστημένους. Στην καλύτερη περίπτωση, τους λυπόμουν. Οι γονείς μου θα προτιμούσαν να ήμουν ανάπηρος, να μείνω τυφλός, να πάθω καρκίνο, παρά να μου συμβεί τέτοιο πράγμα. Όσοι τολμούσαν να εκδηλώσουν την ομοφυλοφιλία τους δημόσια γίνονταν η χλεύη του κόσμου. Το Κόμμα όχι μόνο τους καταδίκαζε, αλλά τους φυλάκιζε, για να μη μεταδίδουν την αρρώστια τους στους άλλους.  
Το βιβλίο του Ταχτσή με απωθούσε και ταυτόχρονα με τραβούσε σαν μαγνήτης. Υπήρχαν κομμάτια που καταλάβαινα. Υπήρχαν άλλα που δεν καταλάβαινα. Και έπλεα συνέχεια σε έναν ωκεανό άγνωστων λέξεων. Σε έναν ωκεανό άγνωστων εικόνων. Άνοιγα αμέτρητες φορές το λεξικό. Προσπαθούσα να κολλήσω μαζί τις άγνωστες λέξεις, να μαντέψω τις κλίσεις των ρημάτων, τις αλλαγές των άρθρων, τους μετασχηματισμούς των αντωνυμιών, τα βίτσια των επιρρημάτων. Έκανα πιο πολύ μια διαισθητική ανάγνωση. Κάθε πρόταση που καταλάβαινα ή που νόμιζα ότι καταλάβαινα με γέμιζε με απίστευτη χαρά. Σημείωνα ξανά τις άγνωστες λέξεις, τις επαναλάμβανα, τις αποθήκευα στη μνήμη, θύμωνα όταν τις ξεχνούσα.
Κάθε τόσο πήγαινα στην τουαλέτα, στηνόμουν μπροστά στο ολόσωμο καθρέφτη και διάβαζα φωναχτά Ταχτσή. Ήθελα να δω πώς έμοιαζα όταν μιλούσα ελληνικά. Διάβαζα, διάβαζα, αφού είχα βρει τις περισσότερες άγνωστες λέξεις, αφού είχα καταλάβει στο περίπου το νόημα, διάβαζα μέχρι τελικής πτώσεως: «...είχα δει σκελετωμένους ανθρώπους να ξεψυχάνε απ’ την πείνα και το κρύο, είχα πεινάσει κι είχα κρυώσει κι εγώ ο ίδιος, είχα βγει ένα πρωί απ’ το σπίτι για να πάω στο σχολείο κι είχα δει στο ρείθρο του δρόμου και σε μικρή απόσταση το ένα απ’ τ’ άλλο δυο πτώματα εκτελεσθέντων με τα μυαλά χυμένα έξω απ’ το κρανίο, που ’χαν αφήσει οι Γερμανοί και οι Ταγματασφαλίτες σε κοινή θέα για παραδειγματισμό...» Έκανα μια παύση. «...η έκβαση του Εμφυλίου είχε κριθεί προ πολλού, λυπόμουν τους χαμένους, σιχαινόμουν τους νικητές, μα, σα νέος που θέλει να ζήσει επιτέλους και να κερδίσει λίγο απ’ το χαμένο χρόνο, κι ακόμα σα νεοσσός επαναστάτης κατά των κοινωνικών συμβάσεων, ιδιαίτερα αυτών που αφορούσαν την ερωτική ζωή, τους έβλεπα και τους δύο σαν εχθρούς». Κι άλλη παύση. «...οι άντρες που κυκλοφορούσαν στην Αθήνα, πολίτες ή φαντάροι, κατά τεκμήριο δεξιοί, ξεφώνιζαν αλύπητα τις αδερφές, δε μου ’χε συμβεί ποτέ εμένα, έπαιρνα πάντα ένα πολύ αυστηρό ύφος, αλλ’ αυτό ακριβώς εμπόδιζε και κάθε επικοινωνία, το ξεφωνητό ήταν ένα είδος πρωτόγονου φλερτ, έπρεπε να το υποστείς αδιαμαρτύρητα και χαριτωμένα για να επιβεβαιώσεις το αντριλίκι τους, και τότε δέχονταν να σου επιδαψιλεύσουν όλες τις χάρες τους, αρκετά σαχλές κάτω από τέτοιες συνθήκες και πολύ αμφίβολης ποιότητας για ανθρώπους υποσιτιζόμενους, ακόμα και βρώμικους, α, Θεέ μου, τα σώβρακα των Ελλήνων την εποχή εκείνη!» Άλλη παύση. «...απ’ την άλλη μεριά, το Κόμμα όχι μόνο θεωρούσε την ομοφυλοφιλία θανάσιμο αμάρτημα, αλλά μαθαίναμε ότι απαγόρευε στους Μακρονησιώτες ακόμα και τη μαλακία, κοντά στα μαρτύρια που τραβούσαν στα χέρια των σαδιστών αναμορφωτών τους, είχαν κι αυτό το βάσανο, να μην μπορούν να τραβήξουν μια παχιά και να μεταφερθούν για λίγο στον κόσμο των ελεύθερων ανθρώπων...». Μπορεί να μου έπαιρνε και τρεις ώρες για να το διαβάσω σωστά το κομμάτι. Πάντα μπροστά στον καθρέφτη της τουαλέτας. Ήμουν ο ηθοποιός και ο θεατής του εαυτού μου μαζί".

Παρασκευή, Ιουνίου 08, 2012

Απορίες


Πρέπει οπωσδήποτε να επιλέξουμε ανάμεσα στους νοσταλγούς του Μάο ή του Μιλόσεβιτς, του Μεταξά ή του Κάστρο, του Στάλιν ή του Χίτλερ; Δεν υπάρχει κάποια άλλη λύση; (Η Συνέχεια ΕΔΩ)

Παρασκευή, Ιουνίου 01, 2012

Ένωση ή Διάλυση


Οσοι κάνουν μια βόλτα σε χώρες της Ευρώπης θα καταλάβουν ότι αυτά που λέγονται για το κλείσιμο των συνόρων σε περίπτωση που η Ελλάδα βγει από το ευρώ δεν είναι καθόλου «σενάρια τρόμου». Τέτοια μέτρα, όχι μόνο συζητιούνται, αλλά σχεδιάζονται. Σε καιρούς κρίσης οι άνθρωποι έχουν ανάγκη για «αποδιοπομπαίους τράγους» και η Ελλάδα, αυτή τη στιγμή, κάνει το παν να ικανοποιήσει αυτή τη διεστραμμένη ανάγκη. Η «ελληνική γύμνια» όμως δεν μπορεί να κρύψει τη γύμνια της ευρωζώνης (Η Συνέχεια ΕΔΩ)