Κυριακή, Οκτωβρίου 28, 2012

Συνθήματα και λέξεις ανήλικες...

Η Σ. Παπασπύρου γράφει για την "Τελευταία Σελίδα" στην Athens Voice

Όπως ο Μέλσι της «Τελευταίας σελίδας» (από το Μαρξ- Ένγκελς-Λένιν-Στάλιν!), έτσι κι ο 44χρονος Γκασμέντ έζησε τον κομμουνισμό σε μια βαλκανική χώρα, έζησε τη μετανάστευση σε άλλη, επίσης βαλκανική, κι υπήρξε μάρτυρας μιας διπλής κατάρρευσης, του αλβανικού κομμουνισμού και του πελατειακού καπιταλισμού α-λα-ελληνικά. Αν μη τι άλλο, προνομιούχος οπτική γωνία για συγγραφέα. Και να που σήμερα, έπειτα από ένα διδακτορικό στο Πάντειο, μια ντουζίνα χρόνια στη δημοσιογραφία και δυο βιβλία μεταξύ μαρτυρίας και χρονικού, το πολυμεταφρασμένο «Μικρό ημερολόγιο συνόρων» και το «Με λένε Ευρώπη», αυτός που μια ζωή σπίτι του δούλευε, έχει δικό του γραφείο στο Χάρβαρντ ως ένας από του πενήντα όλους κι όλους ετήσιους υπότροφους του Ινστιτούτου Ράντκλιφ. Με το ένα μάτι στους χρυσαυγίτες και το άλλο στην προεκλογική μάχη του Ομπάμα, ο Καπλάνι ετοιμάζει ένα μυθιστόρημα ακόμη κι ευελπιστεί ότι το αίτημά του για ελληνική ιθαγένεια, κολλημένο σ’ ένα συρτάρι επί τρία χρόνια, ίσως κάποτε εξεταστεί... (Η συνέχεια ΕΔΩ)

Τετάρτη, Οκτωβρίου 24, 2012

Η διαφύλαξη της φυλετικής αισθητικής...



Ο Σφακιανάκης (ο εικονιζόμενος πάνω στο κέντρο της φωτογραφίας) είπε οτι του αρέσει η Χρυσή Αυγή και ότι (ως φυσική συνέπεια) οι μετανάστες προσβάλλουν την αισθητική του. Νομίζω ότι σε αυτό το σημείο δεν μας μένει παρά να φέρουμε περισσότερους μετανάστες στην Ελλάδα και να ενισχύσουμε την δημόσια παρουσία τους - ώστε να προσβάλλουν όσο γίνεται πιο πολύ την αισθητική - Σφακιανάκη. Τόσα χρόνια, πολλοί Έλληνες, την αισθητική του την αποθέωσαν και εξακολουθούν να την ενστερνίζονται - την αισθητική του σκυλάδικου, του κιτς εθνικισμού, του ναζισμού, του χυδαίου καταναλωτισμού με τα λεφτά των Ευρωπαίων και τον ίδρωτα των μεταναστών. Φαίνεται, λοιπόν, πως η μόνη ελπίδα για την αναχαίτηση αυτής της αισθητικής είναι οι μετανάστες. Εκεί στις αρχές του '90 κυκλοφορούσε το σύνθημα "μετανάστες μην μας αφήνετε μόνους με τους Ελληναράδες". Μετά την δήλωση Σφακιανάκη το νέο σύνθημα πρέπει να είναι "οι μετανάστες μένουν, το σκυλάδικο φεύγει"…

Τετάρτη, Οκτωβρίου 17, 2012

Η τελευταία σελίδα


"Η τελευταία σελίδα" βρίσκεται ήδη στα βιβλιοπωλεία και σας περιμένει. Παρακάτω ένα απόσπασμα απο το βιβλίο απο το κεφάλαιο 12...

Έλαχε σε μια γυναίκα από την Κίνα να τον κάνει να καταλάβει ότι δεν αρκεί να νιώθεις ευτυχισμένος με μια γυναίκα για να μην ποθείς και να μην ερωτευτείς κάποια άλλη. Ο κρυπτοεβραίος τα είχε όλα. Ερ­γαζόταν στην Εθνική Βιβλιοθήκη σε αξιοζήλευτη θέση, διάβαζε απα­γορευμένα βιβλία στα γαλλικά, πράγμα που για τους περισσότερους κοινούς θνητούς στην Αλβανία δεν επιτρεπόταν. Αυτό τον έκανε συχνά να νιώθει ότι ανήκε σε μια εκλεκτή κάστα ανθρώπων και τον γέμιζε με αυτοπεποίθηση και μια έντονη αγαλλίαση που του χάριζε το αίσθη­μα της ανωτερότητας. Το βλέμμα του ήταν γεμάτο από την παρουσία της πανέμορφης γυναίκας του και του μικρού τους αγοριού. Μέχρι που μια μέρα εμφανίστηκε, κυριολεκτικά από το πουθενά, εκείνη.
Στην Εθνική Βιβλιοθήκη είχε έρθει μόνο για δύο μήνες, για «ανταλλαγή εμπειριών ανάμεσα στους εργάτες των δύο φίλων κομου­νιστικών χωρών». Ίσως να ήταν τα γαλλικά που εκείνη μιλούσε που του προκάλεσαν το ενδιαφέρον. Ήταν από τους λίγους ανθρώπους στην Κίνα που μιλούσαν ξένες γλώσσες. Είχε μάθει τα γαλλικά από το θείο της, που είχε φοιτήσει σε γαλλικό κολέγιο στη Σανγκάη, πριν το κλεί­σουν οι κομουνιστές. Ίσως να ήταν το βλέμμα της, που ήταν διαφορε­τικό από εκείνο των άλλων Κινέζων. Δεν είχε τη σκιά του φόβου και της θλίψης. Ίσως να ήταν το γεγονός ότι την έβρισκε εξωτική, εκείνη και το όνομά της μαζί, το Μέι­-Ζεν, που στην κινεζική γλώσσα σημαί­νει Ωραίο Μαργαριτάρι. Ίσως να τον τράβηξε το απαγορευμένο, ίσως να μην ήταν τίποτα περισσότερο παρά μια αμοιβαία επιπολαιότητα, γεμάτη ρίσκο και ηδονή. Γεγονός είναι ότι άρχισαν και οι δύο να φλερ­τάρουν, με τα βλέμματα, τα χαμόγελα, τα δήθεν αθώα αγγίγματα στους διαδρόμους της βιβλιοθήκης. Η έλξη που ασκούσε πάνω του αυ­ξανόταν με έναν παράξενο τρόπο, που δεν κατάφερνε να τον ελέγξει. Άρχισε να σκέφτεται τη Μέι­-Ζεν όλο και πιο συχνά, ακόμα κι όταν τα βράδια στεκόταν ευτυχισμένος δίπλα στην Μπόρα και το μωρό τους.
Προσπάθησε τότε να τη διώξει από τη σκέψη του, να την αποφύγει στους διαδρόμους της βιβλιοθήκης, να προσποιηθεί τον αδιάφορο, χω­ρίς όμως επιτυχία.
Το πρώτο τους φιλί, για ειρωνεία της τύχης, το αντάλλαξαν στις τουαλέτες της βιβλιοθήκης. Ήταν το μοναδικό μέρος όπου μπορούσαν να ξεφύγουν από τα άγρυπνα μάτια των συναδέλφων τους. Το γρα­φείο του το μοιραζόταν με έναν άλλο συνάδελφο, τον υπεύθυνο του Τμήματος Επιστημονικού Βιβλίου, που είχε τη φήμη του μεγαλύτε­ρου χαφιέ στην Εθνική Βιβλιοθήκη, οπότε ήταν αδύνατο να βρεθούν εκεί μέσα.
Δύο μέρες πριν εκείνη επιστρέψει στην Κίνα, έκαναν έρωτα στην αποθήκη της βιβλιοθήκης. Το απόγευμα, όταν είχαν σχολάσει οι πε­ρισσότεροι υπάλληλοι και η αποθήκη ήταν άδεια. Ένωσαν τη σάρκα και το καυτό τους σάλιο στο ημισκόταδο, περικυκλωμένοι από τη μυ­ρωδιά των βιβλίων και το φόβο μήπως τους ξαφνιάσει κανείς. Αγγί­χτηκαν άγρια, με τη βιασύνη και την καύλα που προκαλεί η παραβία­ση της απαγόρευσης. Αλβανοί και Κινέζοι απαγορεύονταν να κάνουν παρέα εκτός του πλαισίου των ανταλλαγών στο χώρο της εργασίας και των κομματικών συσκέψεων. Οι Αλβανοί, φημισμένοι για την ξενοφο­βία τους και πριν από τον κομουνισμό, έβρισκαν τους Κινέζους μυστή­ριους και ακοινώνητους. Οι Κινέζοι, γνωστοί για τη δυσπιστία τους απέναντι στους ξένους και πριν από τον Μάο, έβρισκαν τους Αλβανούς αλαζονικούς και απρόβλεπτους. Επιπλέον, οι συναναστροφές μεταξύ τους καταγράφονταν με απαράμιλλο ζήλο από τους πανταχού παρό­ντες χαφιέδες, Αλβανούς και Κινέζους, ειδικά από τότε που άρχισαν οι σοβαρές προστριβές μεταξύ του Ενβέρ Χότζα και του Μάο. Ο Ισά και η Μέι­-Ζεν έκαναν έρωτα με τη δίψα των φυλακισμένων, με την τρέλα που παρείχε η επίγνωση ότι τούτη η σχέση δεν είχε αύριο, για­τί εκείνη θα έφευγε χωρίς την ελπίδα της επιστροφής και εκείνος ήταν καταδικασμένος να ζει και να πεθάνει σε αυτή τη χώρα με τα ερμητι­κά κλειστά σύνορα.
Ντύθηκαν σαν ληστές που προσπαθούν να μην αφήσουν σημάδια στο χώρο της διάρρηξης και βγήκαν από την αποθήκη αφού πρώτα αυ­τός έλεγξε αν υπήρχε κανείς στο διάδρομο. Είχαν προλάβει να ανταλ­λάξουν τα σύμβολα του αποχαιρετισμού. Εκείνη του είχε αφήσει ένα χαρτί στην τσέπη με τη διεύθυνσή της στην Κίνα και μια φράση στα γαλλικά: «Je crois que je t’aime» – «Πιστεύω ότι σ’ αγαπώ». Εκείνος, μια καρτ ποστάλ που απεικόνιζε την κεντρική πλατεία των Τιράνων. Στο πίσω μέρος έγραφε: «Je ne t’oublierais jamais. On se trouvera un jour sur la terre». Δηλαδή: «Δε θα σε ξεχάσω ποτέ. Θα βρεθούμε μια μέρα πάνω στη Γη».
H Μέι­-Ζεν έφυγε. Μόνο εκείνος ένιωσε το κενό που άφησε η απου­σία της στους διαδρόμους της βιβλιοθήκης. Και μαζί με την απουσία ένιωσε, για μια στιγμή, το τσίμπημα των τύψεων που είχε προδώσει την Μπόρα. Όχι για πολύ όμως. Αναρωτήθηκε μήπως αυτό που υπήρ­ξε μεταξύ αυτού και της Μέι­-Ζεν ήταν κάτι περισσότερο από παιχνί­δι της σάρκας. Σαν να ήθελε να δώσει απάντηση στην απορία του, την επόμενη μέρα κατέβηκε κρυφά στην αποθήκη. Είδε το μέρος όπου εί­χαν κάνει έρωτα, ανάμεσα σε δυο μεγάλα ξύλινα ράφια φορτωμένα με βιβλία, ξαπλωμένοι πάνω σε σκόρπια βιβλία, σε μια στιγμή τρέ­λας, ηδονής και φόβου.
Δέκα μέρες ακριβώς μετά την επιστροφή της Μέι­-Ζεν στην Κίνα, τον ειδοποίησαν ότι τον ζητούσαν κάποιοι άγνωστοι σύντροφοι στο γρα­φείο του διευθυντή. Μόλις τους είδε, δε δυσκολεύτηκε να καταλάβει ότι οι τρεις άγνωστοι σύντροφοι ήταν ασφαλίτες ντυμένοι με πολιτικά. Είχαν τέτοιες σκατόφατσες, που μπροστά τους ακόμα και η σκα­τόφατσα του διευθυντή έμοιαζε με μούρη διανοουμένου. Του είπαν κοφτά και χωρίς συστάσεις να τους ακολουθήσει, ενώ ο διευθυντής, από τη στιγμή που πρόβαλε στην πόρτα, τον κοιτούσε με μίσος, για να μην αφήσει αμφιβολίες στους ασφαλίτες για τα αισθήματά του. Εκείνος ένιωσε το αίμα να δραπετεύει από τις φλέβες του. Προσπά­θησε να μιλήσει, αλλά δεν κατάφερε ούτε τα χείλη του να κουνήσει. Τους ακολούθησε, ανέβηκαν σε ένα μαύρο σοβιετικό τζιπ και είκοσι λεπτά αργότερα βρισκόταν μόνος του σ’ ένα ανακριτικό γραφείο. Τον άφησαν να περιμένει εκεί για τουλάχιστον μισή ώρα. Ήταν ένα άσχη­μο και πολύ κρύο γραφείο, με λευκούς τοίχους, ένα τραπέζι στη μέ­ση, τρεις καρέκλες και μια μυρωδιά σαν από ούρα σκύλου. Κάθε τό­σο τα ουρλιαχτά ενός ανθρώπου, που μάλλον βρισκόταν δίπλα στο γρα­φείο του ανακριτή, έφταναν στα αφτιά του, σαν τη φωνή χαλασμένου και μακάβριου ραδιοφώνου. Μέχρι εκείνη τη μέρα δεν είχε ακούσει ή, για την ακρίβεια, δεν είχε δώσει ποτέ σημασία στις αφηγήσεις που ψιθυρίζονταν στις καφετέριες για ανθρώπους που βασανίζονταν. Αυ­τές οι ιστορίες, σκεφτόταν, δεν τον αφορούσαν.
Περιμένοντας το άγνωστο, ήθελε να πιστέψει ότι ήταν θύμα κά­ποιας παρεξήγησης ή πλεκτάνης. Για πρώτη φορά, στο μυαλό του τρύ­πωσαν σκιές από εκείνο το ταξίδι που είχαν κάνει από τη Θεσσαλονί­κη στην Καβάγια. Ένιωσε τον ίδιο κίνδυνο όπως τότε. Τρόμαξε και ξαφνιάστηκε μαζί όταν αισθάνθηκε στα ρουθούνια του τη δυσοσμία από τα πτώματα που είχε δει στο ταξίδι της διαφυγής από τη Θεσσα­λονίκη, σ’ εκείνο το ρέμα. Έκλεισε τα μάτια λες και φοβήθηκε μήπως εισβάλουν τα πτώματα στο ανακριτικό γραφείο. Άνοιξε τα μάτια και κοίταξε τριγύρω με τρομαγμένο βλέμμα. Ήθελε να βεβαιωθεί ότι δεν τον είχαν κυριεύσει οι παραισθήσεις.
***
Για πρώτη φορά, σ’ εκείνο το γραφείο, σκέφτηκε με ενάργεια ότι σ’ όλη του τη ζωή κουβαλούσε την ενοχλητική αίσθηση κάποιας ενοχής. Αναρωτήθηκε γιατί και πώς γίνεται να αισθάνεται κάποιος ένοχος χω­ρίς να είναι. Ένιωσε το φόβο να τον κατακλύζει. Ξεκινούσε από το στήθος και χυνόταν σαν παγωμένος χείμαρρος μέχρι κάτω στις πατού­σες και τον παρέλυε. Θα ήθελε εκείνη τη στιγμή ο πατέρας του να ήταν ζωντανός. Τουλάχιστον να ζούσε η μητέρα του (είχε πεθάνει από εγκεφαλικό δύο χρόνια μετά το θάνατο του πατέρα του). Από το νου του πέρασε φευγαλέα η γυναίκα του σημαντικού παράγοντα. Είχε εξα­φανιστεί κι αυτή μαζί με τον άντρα της. Όπως είχε μάθει, τους είχαν εκτελέσει πρόπερσι με την κατηγορία του «σαμποτάζ ενάντια στην οι­κοδόμηση του σοσιαλισμού». Εκείνη τη στιγμή, όπως ποτέ πριν, ένιω­σε απόλυτα ορφανός και εγκαταλειμμένος. Δεν μπορούσε να στηριχτεί πια σε κανέναν. Μόνο στην Μπόρα. Και τότε αισθάνθηκε το δυνατό τσί­μπημα των τύψεων. Η παρουσία του σε αυτό το σιχαμερό μέρος του φαινόταν σαν τιμωρία επειδή είχε προδώσει την Μπόρα με μια άλλη γυναίκα. Αποκλείεται, σκέφτηκε έπειτα, η προσαγωγή του σε ένα ανα­ κριτικό γραφείο να είχε να κάνει με την ιστορία του με τη Μέι­-Ζεν.
Στο φόβο προστέθηκε η έκπληξη όταν είδε, μετά από μισή περίπου ώρα, τον ανακριτή να μπαίνει στο γραφείο. Δεν του ήταν άγνωστος. Ήταν ο Ακίλ Ο., παλιός του συμμαθητής στο λύκειο, αλλά προπαντός παλιός του αντίζηλος. Είχαν διεκδικήσει την ίδια γυναίκα, την Μπόρα...

Παρασκευή, Οκτωβρίου 12, 2012

Κάθε λαός έχει τους παπάδες που του αξίζουν...


Είμαι άθεος. Αυτό δεν σημαίνει ότι μισώ αυτούς που πιστεύουν. Με ενδιαφέρει πολύ η θρησκεία ως ανθρωπολογικό φαινόμενο. Την περασμένη εβδομάδα πήγα, απο περιέργεια, στον ναό απέναντι απο την Widener βιβλιοθήκη, στο Χάρβαρντ. Ήταν φίσκα σε νέους όλων των καταγωγών και χρωμάτων. Ο παππάς μίλησε για την σχέση της Βίβλου με το χιούμορ. Αναφέρθηκε μετά στην λογοτεχνία, στον κινηματογράφο, στο χιούμορ στην σημερινή εποχή. Ήταν μια απο τις πιο ωραίες διαλέξεις που έχω ακούσει στην ζωή μου. Περιμένω πως και πως να ξαναπάω αυτή την Κυριακή. Τελικά, κάθε λαός έχει τους παπάδες που του αξίζουν...

Τετάρτη, Οκτωβρίου 10, 2012

Deja Vu



Πόσα like θα έπαιρνε κανείς έαν έλεγε τη Μέρκελ «γουρούνι», «σκύλα», «ναζίστρια», ότι οι πρόγονοί της κοιμόντουσαν στα δέντρα όταν εμείς χτίζαμε Παρθενώνες, ότι, ότι, ότι... Τόσο Deja Vu, τόσο Παβλοφικά τόσο όσο καταντά το αύριο πια σαν αύριο να μη μοιάζει, καθώς έγραφε ο ποιητής. Γι’αυτό νομίζω, στην Ελλάδα είναι δύσκολο να σπάσει ο φαύλος κύκλος του λαικισμού, του εθνικισμού, των τζακιών και του πολιτιστικού αυτισμού. Γιατί δεν καταφέρνουμε να συζητάμε αλλά ξέρουμε απο πριν τι θα πούμε, τι θα δούμε και τι θα ακούσουμε. Για αυτό ο λόγος του Καμένου πολλές φορές μοιάζει με εκείνον του Τσίπρα, του Σαμαρά με εκείνον του Μιχαλολιάκου, του Τράγκα με εκείνο του Μίκη Θεοδωράκη, της Γαλάνης με εκείνο του Κασιδιάρη. Ο κόσμος βρίσκεται στο σταυροδρόμι και συζητά τι θα γίνει τα επόμενα διακόσια χρόνια ενώ στην Ελλάδα βλέπουμε και ξαναβλέπουμε τις φωτογραφίες της τυφλής βίας των ΜΑΤ. Χρόνια τώρα δεν κάνουμε τίποτε άλλο, παρά πρέπει να επιλέξουμε με ποια πλευρά είμαστε, με την πλευρά της «κουλτούρας της τυφλής αντίστασης» ή με εκείνο της τυφλής βίας της εξουσίας; Αυτή που νικάει, βέβαια, στο τέλος σε τέτοιες περιπτώσεις είναι η τυφλή βία της εξουσίας. Δεν άκουσα να διαρθρωθεί ένας λόγος χθες, μια πρόταση ή μάλλον δυο, τι ακριβώς απαιτούν οι δικαίως διαμαρτυρόμενοι, τι προτείνουν, ποιες είναι οι προτεραιότητες, οι προσδοκίες και οι ευθύνες τους. Το πολιτικό παιχνίδι παίχτηκε όπως πάντα, deja vu, παβλοφικό και αυτό: ο Σαμαράς «χάρηκε» για την νίκη να φέρει τη Μέρκελ στην Ελλάδα, ο Τσίπρας χάρηκε γιατί θεωρεί ότι κέρδισε πόντους, ο Βενιζέλος τρόμαξε, ο Κουβέλης είναι σκεφτικός, οι Καμμένος - Μιχαλολιάχος ακονίζουν τα μαχαίρια. Σε αυτό το κλίμα, οι πολίτες δεν καταφέρνουν να συζητούν παρά αναθεματίζουν ή ευλογούν, καταθλίβονται ή παραληρούν. Δεν μας ενδιαφέρει, φυσικά, ούτε γιατί ήρθε η Μέρκελ, ούτε τι είπε, ούτε τι της είπαμε, ούτε τι γίνεται στην Ευρώπη, ούτε τι γίνεται στην Κίνα ή στην Αμερική. Σε κάθε περίπτωση απο όλες τις χθεσινές εικόνες ξεχώρισα το άδειο μπουκάλι ελληνικής μπύρας που ίδρυσε ένας Γερμανός (ο Φιξ ο Βαυαρός) να εκτοξεύεται σε ένδειξη διαμαρτυρίας ενάντια στην επίσκεψη μιας Γερμανίδας. Συμβολίζει μάλλον την σχέση της Ελλάδας με τον εαυτό της και την Ευρώπη...

Κυριακή, Οκτωβρίου 07, 2012

Ο αγαπημένος ηγέτης

 
- Ο αγαπημένος μας ηγέτης θέλει να αφήσει το στίγμα του!

- Έπειτα πρέπει εσύ να σφουγγαρίσεις, όταν μεγαλώσεις.
(του Altan)

Παρασκευή, Οκτωβρίου 05, 2012

Τα Ελληνόπουλα και οι ναζί...


Δεν ξέρω αλλά, μέρες που ζούμε,  θα ονόμαζα αυτή την φωτογραφία "Αντίσταση στον Κτήνο". Έτσι είναι η ζωή, παράξενη. Κάποιοι "ξεκινούν" Αφρικανοί και γίνονται Έλληνες. Κάποιοι άλλοι ξεκινούν Αρβανίτες με φουστανέλα και καταλήγουν ναζί.
(Ευχαριστώ αυτό το μπλογκ ΕΔΩ που μου χρησίμευσε ως πηγή).

Τετάρτη, Οκτωβρίου 03, 2012

Η τελευταία σελίδα


Τις προάλλες ένας ιστορικός του βιβλίου μου έλεγε ότι κατά την διάρκεια του μεγάλου κραχ στην Αμερική το βιβλίο ήταν απο τα μοναδικά πράγματα που δεν γνώρισε κρίση. Οι άνθρωποι διάβασαν πιο πολύ. Ίσως επειδή το βιβλίο ήταν πλέον η πιο φθηνή διασκέδαση. Στην Ισλανδία, πριν απο μερικά χρόνια, η χρεοκοπία έφερε μια έκρηξη αναγνωσιμότητας. Ίσως επειδή εκεί υπάρχουν πολλές δημοτικές και δημόσιες βιβλιοθήκες και οι άνεργοι δεν θα μπορούσαν να βρουν καλύτερο μέρος για να περάσουν τον χρόνο τους και να αναζητούν καινούργια σημεία αναφοράς. 
"Η τελευταία σελίδα" έχει ως κεντρικό ήρωα (ή μάλλον αντι-ήρωα) έναν βιβλιοθηκάριο που βιώνει τον ναζισμό, τον κομμουνισμό και την εποχή που διανύουμε. Έναν βιβλιοθηκάριο που γεννήθηκε στην Θεσσαλονίκη, έζησε στα Τίρανα και πέθανε στην Σαγκάη. Τα υπόλοιπα μπορείτε να τα διαβάσετε στην περίληψη. Το βιβλίο βγαίνει σε μια εποχή που η αγορά του βιβλίου στην Ελλάδα περνάει βαθειά κρίση. Αυτό όμως πρέπει να κάνει τους συγγραφείς και όσους αγαπούν το βιβλίο ακόμα πιο πεισματάρηδες και ψαγμένους. Είναι σε καιρούς κρίσεων που η σχέση του συγγραφέα με τους αναγνώστες παύει να είναι "πελατειακή" και γίνεται υπαρξιακή. Εάν δεν γράψουμε τώρα που όλα κλονίζονται συθέμελα πότε θα γράψουμε; 

Σχεδιαμός εξωφύλλου: Ανδριάνα Ρούσσου
Το βιβλίο θα βρίσκεται σε λίγες μέρες στα βιβλιοπωλεία

Δευτέρα, Οκτωβρίου 01, 2012

Το καθαρό αίμα...



Ιδου, λοιπόν, σύμφωνα με καθαρόαιμο «ρεπορτάζ» η Χρυσή Αυγή κατάφερε να δώσει το καθαρό της αίμα για καθαρόαιμους Έλληνες (http://panagiotisiliopoulos.wordpress.com/2012/09/16/aimodosia-axilopouleio-mono-gia-ellines/)
Εάν έγινε αυτό σημαίνει ότι η Ελλάδα γίνεται όλο και πιο πολύ μια χώρα όπου ο ναζισμός στην μορφή που ευδοκιμούσε στην Γερμανία το 1939, είναι όχι μόνο πραγματικός αλλά προπαντός ανεχτός. Σε αυτή την περίπτωση, οι οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων και όσοι έχουν ακόμα αντισώματα ενάντια στην καθημερινή αποκτήνωση πρέπει να μην κάθονται με σταυρωμένα χέρια. Εκτός απο τις διαμαρτυρίες πρέπει να ζητήσουν απο τους γιατρούς που αποδέχτηκαν κάτι τέτοιο (εφόσον αληθεύει) να γίνει εξέταση DNA του “καθαρού αίματος” της Χρυσής Αυγής - αφού το αίμα δίνεται με τέτοια κριτήρια. Μπορεί, τότε, πολλοί απο τους "καθαρόαιμους" να βγουν συγγενείς με μετανάστες μελαψούς, Αλβανούς και άλλους πολλούς στους οποίους «ονειρεύονται» να τους πιουν το αίμα...